Παρασκευή 19 Μαΐου 2023

Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον τοῦ τελευταίου θανατοποινίτη.

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

 

  Λίγο μετά τήν δύση τοῦ ἡλίου καί ἡ βραδινή ρουτίνα στόν «Φάρο» καλά κρατοῦσε. Ἦταν ἄν θυμᾶμαι καλά καλεσμένος τῆς ΧΦΕ ὁ Φραγκίσκας καί ἀνέπτυσσε τό θέμα «Πρόσωπο καί ἄτομο». Τά ἔδρανα τοῦ ἀμφιθεάτρου γεμάτα, μέ μιά παρέα στά πίσω ἔδρανα νά κάθεται στά καρφιά, χωρίς τήν συνηθισμένη διάθεση γιά πειράγματα καί ἀστεϊσμούς, καί χωρίς καμιά ὄρεξη νά ἀκούσει τίποτα.     

   Σήμερα 16η Φεβρουαρίου 1968   ἡ ἡμέρα φαίνεται στιγματισμένη μέ παραλογισμό, ἀπό τήν εἴδηση ὅτι «στίς 06:50 πρωινήν,  ἐκτελέστηκε ἡ  θανατική ποινή διἀ τυφεκισμοῦ τοῦ ἰδιώτου Ἀριστείδου Παγκρατίδου τοῦ Χαραλάμπους...», γιά ἕνα ἔγκλημα πού πιθανῶς νά μήν εἶχε διαπράξει.

  Γιά τήν καρδιά τοῦ νέου, ἀνοιχτή, ζεστή, καί εὐαίσθητη,  ἄσχετα ἄν πιστεύει ἤ ὄχι, αὐτή ἡ τελευταία λεπτομέρεια εἶναι κατά μία ἔννοια ἄσχετη. Ὄχι ἐπειδή ἡ ἐνοχή ἤ ἡ ἀθωότητα εἶναι ἄνευ σημασίας, ἀλλά ἐπειδή ἕνας ἄνθρωπος θανατώθηκε.

   «Μερίμνη Τάγματος νά διατεθεῖ τό ἐκτελεστικόν ἀπόσπασμα...».
«Ἔπί πλέον να διατεθῆ εἷς λοχίας ἵνα βάλη τήν τελειωτικήν βολήν καί εἷς στρατιώτης ἵνα καλύψη δι' ὀθόνης τούς ὀφθαλμούς τοῦ καταδίκου συμφώνως τοῖς κεκανονισμένοις».

   Οἱ συζητήσεις ἔντονες. Ἀπόψεις διάφορες, ἀντίθετες, μέ ἔνθερμους ὑποστηρικτές ὑπέρ καί κατά τῆς θανατικῆς ποινῆς, συζητήσεις συνυφαίνουσες μιά ταπετσαρία ἀπόψεων, πού θεμελιώνουν τήν ἐνοχή ἤ τήν ἀθωότητα, εἷναι ὁ Παγκρατίδης ὁ δράστης,  ὅχι δέν εἶναι αὐτός, πληρώνει τήν νύφη τοῦ τάδε, πάλη μέ τον νόμο, μέ τήν συνείδηση, μέ τήν Καινή Διαθήκη, μέ το δικαίωμα τῆς  πολιτείας νά ἀφαιρέσει μιά ζωή, ποιός ἀποφασίζει, ποιός στρατιώτης μπορεῖ νά συμφωνεῖ μέ τόν ἐπαχθή νόμο νά  ἐφαρμόσει τήν σύννομη θανατική ποινή, πῶς αἰσθάνεται γι’ αὐτό,  μέ κοινό παρονομαστή αὐτῆς τῆς συζήτησης: τόν θρῆνο.

  Προσπαθούσαμε ἀνόητα νά φανταστοῦμε τί βίωσε ὁ Παγκρατίδης, οἱ δήμιοι ἐκείνη τήν στιγμή, πρίν ἀνατείλει ὁ ἤλιος, θέλησε νά τοῦ κλείσουν τά μάτια, ἦταν ψύχραιμος, δάκρυσε, λύγισαν τα πόδια του, λιποθύμησε, τό εἶχε πάρει ἀπόφαση, οἱ δήμιοι λειτούργησαν φυσιολογικά!, καλά ὁ Παγκρατίδης σκότωσε τό παίρνουμε δεδομένο, αὐτοί δέν σκότωσαν,   ἐκτέλεσαν τήν διαταγή ψυχρά, ποιός τούς ἐπέλεξε, μέ ποιά κριτήρια, οἱ στρατιῶτες πῶς ἐπελέγησαν, γιατί συμμετεῖχαν σέ μιά εἰδεχθή πράξη… Λέω ἀνόητα γιατί δέν εἴχαμε, καί δέν ἔχουμε ἰδέα τοῦ τί βιώνει καί τί ἀποτελεῖ προσβολή γιά τόν θανατοποινίτη. Ἀκόμη καί νά  προσπαθούσαμε δέν θά μπορούσαμε.  Πάντως κανένας μας δέν θά ἤθελε νά εἶναι σε καμμιά πλευρά αὐτῆς τῆς ὑπόθεσης.   

  Τό ὅτι οἱ τιμωρίες γενικά καί ἡ κάθειρξη ἀνάγονται σέ μιά πολιτική τεχνολογία τοῦ σώματος, μοῦ τό ἔδειξε πολύ λαγαρά ἡ τότε γνωριμία μου μέ τήν φυλακή τοῦ Γιεντί Κουλέ, παρά ἡ ἱστορία. Σωματική ταλαιπωρία, βασανιστήρια πού χρονολογοῦνται ἀπό πολύ παλιά, οἱ ἔγκλειστοι ἀντιμέτωποι μέ τό κρύο, τήν ἀποπνιχτική ἀτμόσφαιρα καί τόν ἀνθρώπινο συνωστισμό, τούς μουχλιασμένους τοίχους, τήν πείνα, τό ξύλο, τόν σωματικό βιασμό, τά  ἠρεμιστικά, τήν ἀπομόνωση, τά ναρκωτικά, τήν  ἐξαθλίωση, τήν οἰκονομική ἐκμετάλλευση ἐκ μέρους τῶν δεσμοφυλάκων καί μύρια ἄλλα τόσα.

  Αὐτή τήν τεχνολογία τῆς ἐξουσίας πάνω στό σῶμα, οὔτε ἡ τεχνολογία τῆς «ψυχῆς», αὐτή τῶν παιδαγωγῶν, τῶν ψυχολόγων, τῶν ψυχιάτρων, δέν κατορθώνει νά συγκαλύψει ἤ νά ἀντισταθμίσει, γιά τόν ἀπλούστατο λόγο ὅτι καί ἡ ἴδια εἶναι ἕνα ἀπό τά ἐργαλεῖα της. Ἄν οἱ νόμιμες ποινές εἶναι φτιαγμένες γιά νά τιμωροῦν τά ἀδικήματα, θα μπορούσαμε νά ποῦμε πώς ὁ ὁρισμός τῶν ἀδικημάτων καί ἡ δίωξή τους εἶναι φτιαγμένοι γιά νά διατηροῦν τούς κολαστικούς μηχανισμούς καί τίς λειτουργίες τους. 

  Στά πρῶτα φοιτητικά πετάγματά μου εἶχα τήν τύχη νά γνωρίσω τόν ἀρχιμανδρίτη Ἀλέξανδρο Καλπακίδη, χαρισματικό κληρικό τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἔχοντας  ἀναπτύξει ἕνα εὐρύτατο δίκτυο κοινωνικῆς δράσης καί προσφορᾶς,  μέ ἐπισκέψεις σέ νοσοκομεῖα, πτωχοκομεῖα, ἄσυλα ἀνιάτων, καί τήν κρατική νευρολογική-ψυχιατρική κλινική, εἶχε πλαισιωθεῖ ἀπό ἐνθουσιώδεις φοιτητές διαφόρων εἰδικοτήτων, οἱ ὁποῖοι μέ ἔνθερμη διάθεση γιά προσφορά, ἔδιναν σεμνά τό παρόν στό δημόσιο χῶρο θέλοντας νά βροῦν, ὄχι νεφελωδῶς,  κοινό γλωσσάρι μέ τόν ἄλλον. Στήν πορεία τῶν δραστηριοτήτων τῆς ὁμάδας, πληροφορηθήκαμε κάποια στιγμή ὅτι εἶχε καί τήν θρησκευτική εὐθύνη   τῶν ἐγκλείστων  τοῦ Γεντί Κουλέ.

  Ὄχι πάνω ἀπό τρεῖς φορές εἶχα τήν ἐξαιρετική τιμή νά μέ συμπεριλάβει στήν ἀκολουθία του κατά τήν ἐπίσκεψή του στις παραπάνω φυλακές.  Ἐκεῖ  γνώρισα κάποιους ποινικούς καί ἔναν πολιτικό κρατούμενο, ὁ ὁποῖος μέ ἀντιμετώπιζε, μέ τό δίκιο του, μέ ἐπιφύλαξη. Μέ τήν πρώτη ἐπίσκεψή μου τράβηξα τό ἔνθερμο ἐνδιαφέρον τοῦ Ἀριστείδη Παγκρατίδη κάπου δέκα χρόνια μεγαλύτερου ἀπό μένα,  καί κάποιων ἄλλων ὅπως τοῦ Ἀνδρονικίδη ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικαστεῖ ἰσόβια. Ὅλοι μιλοῦσαν μέ εὐγλωττία γιά τήν  ἀθωότητά τους,  μέ ἐξαίρεση τόν  Παγκρατίδη πού μιλοῦσε συνεσταλμένα  καί ντροπαλά, ἰδίως γιά τήν σωματική του ἐκμετάλλευση καί  τόν ψυχικό του βιασμό, ἀπό κτήνη παιδοφιλικά τῆς περιοχῆς καί τοῦτο ἀπό  τήν τρυφερή του ἠλικία.   

   Μέ εὐγλωττία  μιλοῦσε, ἐκεῖ σέ κάποιο ἡμιυπόγειο τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν,  καί ὁ  κύριος στόν ὁποῖο ὁ πατήρ Ἀλέξανδρος, παρεῖχε τήν ἀγάπη του ἀπλόχερα,  πρόσφατα ἀποφυλακισμένος, γεροντάκι πιά, ἀπροσδιορίστου ἡλικίας,   ἀλλά αὐτός ἀναφερόταν στήν ἐνοχή του. Ἔλεγε ὅτι ἤθελε νά συμβιβαστεί μέ τόν πόνο πού προκάλεσε στούς ἀνθρώπους, καί νά βρεῖ κάπως ἕνα τρόπο νά τούς  ἀποζημιώσει γι’ αὐτό. Περπατοῦσε ἀργά μέ τό μπαστούνι  καί χαμογελοῦσε εὔκολα. Κάποια φορά τόν ρώτησα: τί εἶναι αὐτό που θέλετε νά γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι, νά ξέρουν γιά σᾶς; Σκέφθηκε  γιά ἕνα λεπτό κοιτάζοντας τό πάτωμα, ἔπειτα σήκωσε τό βλέμμα του καί εἶπε: «Δέν ὑπάρχουν ἀντικείμενα μιᾶς χρήσης».

  Στρατιώτης στήν Ρεντίνα τό 1975, σέ μιά ἄδεια εἰκοσιτετράωρη στήν Θεσσαλονίκη, (ἄν δέν συγχέω γεγονότα) συνάντησα τόν πατέρα Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος, μεταξύ τῶν ἄλλων, μέ πληροφόρησε, καθηκόντως ὄπως μοῦ εἶπε,  ὅτι ἡ τελευταία ἐπιθυμία τοῦ Παγκρατίδη ἦταν νά περάσει τά ἀκραῖα ὕστατά του μέ την μάνα του, τήν ὁποία ὑπεραγαποῦσε, καί ὅταν τοῦ τό ἀρνήθηκαν, πρότεινε τόν πατέρα Ἀλέξανδρο καί μένα. Φυσικά  ἐπίσημα δέν ἔμαθα τίποτα ποτέ.     

  Σήμερα θρηνῶ γιά ἕναν πολιτισμό πού ἀγριεύει κατά γεωμετρική πρόοδο, θρηνῶ πού ἡ ψευδαίσθηση τοῦ κόσμου πού ζοῦν τά παιδιά μου, ἡ νεολαία μας, δέν θά κρατήσει πολύ ἀκόμα, θρηνῶ γιά τόν Ἀριστείδη Παγκρατίδη  εἴτε εἶναι ἔνοχος εἴτε ἀθῶος, θρηνῶ γιά ἔνα πολιτισμό πού χάνει σιγά-σιγά κάθε αἴσθηση τοῦ τί εἶναι ζωή, καί ἀπό ποῦ προέρχεται καί γιατί ὑπάρχει. Θρηνῶ ἀκόμα καί γιά τό ὅτι δέν ξέρω πῶς νά θρηνήσω σωστά.  

 

      

Σάββατο 13 Μαΐου 2023

«Τό νησί τῆς Οὐρανίτσας»

 

Σᾶς συνιστῶ νά διαβάσετε «Τό νησί τῆς Οὐρανίτσας» τοῦ Μεγάλου Παπαδιαμάντη. Στό πρῶτο μέρος τῆς ἱστορίας πού ἀρχίζει μέ τήν φράση «Ἔτσι πλιό…» καί ὁλοκληρώνεται μέ τήν φράση « Πού τήν πᾶνε, μάνα, τήν Οὐρανίτσα μας;» μᾶς περιγράφει τά γεγονότα πού διαδραματίζονται λίγο πρίν ἀρραβωνιαστεῖ ἡ Οὐρανίτσα μέ τόν Σπύρο, μέχρι τήν αὐτοκτονία καί τήν «ἐπεισοδιακή»  καί « παράξενη» ταφή της.

  Ἡ Οὐρανίτσα ἀρραβωνιάζεται τόν Σπύρο, ὁ ὁποῖος φεύγει ἀμέσως μετά γιά νά ταξιδέψει, ἀλλά λόγω ἀναβολῆς τοῦ  ταξιδιοῦ ἐπιστρέφει, γιά νά ἀναχωρήσει τελικά λίγες μέρες ἀργότερα. Μετά ἀπό μῆνες τό κοριτσάκι ἀντιλαμβάνεται ὅτι εἶναι ἔγκυος καί συντετριμμένη τό  ἀποκαλύπτει στήν πεθερά της, ἡ ὁποία τήν κατηγορεῖ γιά ἀπιστία, μέ τήν μικρή νά πανικοβάλλεται καί νά τῆς δηλώνει ὅτι θά αὐτοκτονήσει. Ἡ Μπερνίτσα ἡ πεθερά της ὄχι μόνο δέν τήν ἀποτρέπει ἀλλά τήν παροτρύνει νά τό κάνει. Ἡ Οὐρανίτσα αὐτοκτονεῖ,  μέ τόν ἱερέα νά μήν θέλει «…νά τῆς διαβάσει τῆς φτωχῆς, οὔτε ἕνα τρισάγιον», μέ τόν κύρ Ἀναγνώστη, τόν πρωτόγερο, « ἕνας ἄνθρωπος ὄλο μέ συννεφιασμένο μέτωπο»,   ἀντιπρόσωπο τῆς μιζέριας τῆς πλειονότητας τῶν κατοίκων, τήν μιζέρια πού στραγγαλίζει συνειδήσεις καί καταστρέφει ζωές καί τήν ζωή, μέ τήν θρασύδειλη πεθερά νά κάνει τήν ἀνήξερη, χωρίς νά τολμάει νά ὁμολογήσει ὅτι αὐτή εὐθύνεται γιά ὅ,τι συνέβη,  μέ τήν τοπική κοινωνία νά τήν διαπομπεύει, νά τῆς ἀρνεῖται τήν κηδεία καί τήν ταφή στό κοιμητήριο, καί μάλιστα γιά νά μήν μιανθεῖ τό χωριό τους, ἀποφασίζεται  ἡ ταφή της νά γίνει στόν Μαραγκό, γειτονικό νησάκι, πάνω σ’ ἕνα μαδέρι καί ὄχι σέ φέρετρο, χωρίς τήν παρουσία κανενός, οὔτε τῆς μάνας της, οὔτε τῆς ἀδελφῆς  της. Ἡ ἀνευθυνότητα τοῦ ἄντρα, οἱ   προλήψεις, οἱ δεισιδαιμονίες, ἡ κατάκριση καί ἡ προκατάληψη παίζουν κυρίαρχο καί καθοριστικό ρόλο  στήν καθημερινότητα αὐτῆς τῆς κοινωνίας.     

  Στό δεύτερο καί τελευταῖο μέρος τῆς ἀφήγησης μᾶς περιγράφεται ἡ κατάληξη τῆς ἱστορίας: Κάποιοι ψαράδες, περιστασιακοί  ἐπισκέπτες στό ἀκατοίκητο  νησάκι ὅπου βρίσκεται ἐνταφιασμένη ἡ Οὐρανίτσα, διαπιστώνουν ὅτι ὁ τάφος της εὐωδιάζει ἀσυνήθιστα.  Δηλαδή πληροφορούμεθα ὅτι ἡ κοπέλα πού αὐτοκτόνησε καί ταυτόχρονα  φόνευσε καί τό ἔμβρυο πού κυοφοροῦσε, παρουσιάζει σημεῖα ἁγιότητας. Ἡ γυναίκα ἡ ὁποία ἀκόμη καί νεκρή χλευάστηκε, ὑβρίστηκε, ἀπαξιώθηκε, ἀναθεματίστηκε, λοιδορήθηκε σκαιότατα, ἀναγκάζει τούς ὑβριστές της νά μετονομάσουν τό νησί στό ὁποῖο ἐτάφη ἀπό Μαραγκός σέ Οὐρανίτσα. Τά ἀπάνθρωπα ἀνθρώπινα κριτήρια κατακρημνίζονται μπροστά στήν πάντοτε ἀνατρεπτική καί ἐκπλήσσουσα παρουσία καί δράση τοῦ  Θεοῦ στόν κόσμο του.

  Κανείς δέν γνωρίζει τήν καρδιά κάθε ἀνθρώπου παρά μόνο ὁ Θεός. Αὐτή, ἡ Οὐρανίτσα,  πού κατά τήν ἀνθρώπινη κρίση, ἔδωσε τό «κακό παράδειγμα» καί ἔπρεπε νά ἐξευτελιστεῖ ἀκόμη καί μετά θάνατον γιά νά τρομοκρατηθοῦν οἱ ὑπόλοιποι καί νά μήν τολμήσει κανείς νά τήν μιμηθεῖ, ἀποδεικνύεται  ἐκλεκτή τοῦ Θεοῦ.  Ἡ μισαλλοδοξία τῶν συμπλεγματικῶν ἀνθρώπων, πού θυμίζουν τόν ἰεροεξεταστή τοῦ Ντοστογέφσκυ, τούς τυφλώνει  σέ τέτοιο βαθμό ὥστε νά θεωροῦν ὅτι κάποιος μπορεῖ νά αὐτοκτονήσει, ἔτσι «γιά πλάκα» ἤ γιά νά μιμηθεῖ κάποιον ἄλλον. Νά θεωροῦν ὅτι ἡ αὐτοκτονία εἶναι ἔνα παιχνιδάκι. Δέν τούς ἐμποδίζει ὅμως νά θαυμάζουν κάποιους ἥρωες καί κάποιους ἡρωϊσμούς, πού ἄλλοτε εἶναι αὐτοκτονίες καί ἄλλες φορές δολοφονίες. Ὁ Παπαδιαμάντης θέλει νά τονίσει ὅτι ἡ Οὐρανίτσα ἁγίασε ὄχι ἐπειδή αὐτοκτόνησε, ἀλλά παρά τό ὅτι αὐτοκτόνησε. Καί θέλει νά καταστήσει σαφές τό πόσο δαιμονικό εἶναι νά προσπαθεῖ κάποιος ἄνθρωπος, κοινωνία καί δομές ἐξουσίας πού ὑπάρχουν σ’ αὐτήν, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικές κοινότητες, καί πρό παντός κληρικοί, νά ἐπιβάλλουν τήν γνώμη τους. 

  Ὁ Παπαδιαμάντης ἐξαφανίζει ἀπό τό τελευταῖο μέρος τοῦ διηγήματος ὅλους τούς ἀρνητικούς χαρακτῆρες καί ἐστιάζει τήν σκέψη του στήν κατάσταση ἁγιότητας πού ἔχει περιέλθει  ἡ Οὐρανίτσα. Θέλει ἁπλά νά μᾶς τονίσει ὅτι ἡ κακία ἐξαφανίζεται  καί καταρρέει, καί ὅτι μένει ἀποκλειστικά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀγάπη του, πού χαριτώνουν ὁλάκερη τήν φύση: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ.11,28).    

 

 

 

 

 

Σάββατο 6 Μαΐου 2023

Ἄσμα Ἀσμἀτων

 


Μεταγραφή  Γιώργου  Σεφέρη


Ἀγαπημένη

Ἐγώ κοιμοῦμαι κι ἡ καρδιά μου ξαγρυπνᾶ.
Φωνή τοῦ ἀγαπημένου μου χτυπᾶ την πόρτα.

Ἀγαπημένος  

Ἄνοιξε, ταίρι μου,
 πανέμνοστή μου,
 

Ἀγαπημένη
Ἄνοιξα στόν ἀγαπημένο μου·
ὁ ἀγαπημένος δέν ἦταν ἐκεῖ·

βγῆκε η ψυχή μου ἀκολουθῶντας τον·
τόνε ζήτησα καί δέν τόν βρῆκα,
τόνε φώναξα μά δέν μ᾽ ἄκουσε.

….
Μ᾽ ἦβραν οἱ φύλακες
πού τριγυρνοῦν στήν πολιτεία,
μέ χτύπησαν, μέ πλήγωσαν,
πῆραν τήν μαντίλα ἀπό πάνω μου
αὐτοί πού φυλάγουν τά τείχη.
Σᾶς ἐξορκίζω, φίλες καί γνωστές μου,
στίς δύναμες καί στίς ὁρμές τοῦ ἀγροῦ
ἄν βρεῖτε τόν ἀγαπημένο μου τί θά τοῦ πεῖτε;
Πώς εἶμαι λαβωμένη τῆς ἀγάπης.

Χορός
Μά τί ἔχει ὁ ἀγαπημένος σου, πάνω ἀπ᾽ τούς ἄλλους,
σύ πεντάμορφη;
Μά τί έχει ὁ ἀγαπημένος σου πάνω ἀπ᾽ τούς ἄλλους
γιά νά μᾶς ἐξορκίζεις τόσο;

 Ἀγαπημένη
Ὁ ἀγαπημένος μου λάμπει καί ροδίζει,
διαλεχτός στούς μύριους·

τό κεφάλι του λαγαρό χρυσάφι,
τά  μάτια του τρυγόνια
σ’ ὀλόδροσες πηγές.
Στό  μέτωπό του ἀνθοῦν μυριστικά,
τά χείλια του σταλάζουν σμύρνα·
τά χέρια του χρυσόλιθους γεμάτα·
 φίλντισι ἡ κοιλιά του
μέ ψηφιά ζαφείρια·

τά λόγια του εἶναι γλυκασμός
κι ὁλόκληρος πεθύμια. 

Αὐτός εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου
κι αὐτός τό ταίρι μου,

ἀδελφές μου ἀγαπημένες.

….
Χορός
Ποιά εἶναι τούτη πού ἀνεβαίνει λευκανθισμένη
ἀκουμπῶντας στόν ἀγαπημένο της;
 

Ἀγαπημένος
Κάτω ἀπ᾽ τήν μηλιά σέ ξύπνησα
ἐκεῖ πού ἡ μάνα σου σέ γέννησε,
ἐκεῖ πού ἡ μάνα σου πόνεσε γιά σένα.


 Ἀγαπημένη
Βάλε με σφραγίδα στήν καρδιά σου,
ὡσάν σφραγίδα στό μπράτσο σου·
εἶναι δυνατή ἡ ἀγάπη σάν τό θάνατο
καί σκληρός ὁ πόθος σάν τόν ἅδη·
οἱ σπίθες τῆς ἀγάπης, σπίθες  φωτιᾶς,
φλόγα τοῦ Θεοῦ.
Νερά ποτάμια δέν μποροῦν
νά σβήσουν τήν ἀγάπη.

….

 

Μελώδημα ἐρωτικό

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

γαθοὶ οἱ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον, τσαμπιά μέ σταφύλια,

θυμάρι καλοκαιρινό  τοῦ Τσικνιά ἡ ἀνάπνια σου, ρυθμίζει τόν σφυγμό μου,

τό ἄσπρο σου πουκάμισο, ὡραῖα σοῦ πηγαίνει,

ἔτσι ἀνοιχτό στό στιβαρό λαιμό σου, μιλᾶ ἀλλιῶς, 

ἀστέρι τῶν ματιῶν καί ἤλιε ἐσύ, τῆς πλάσης ἐσύ ἄγγελε,

κρύψου, γίνε ἀόρατη γιά ὅλους· ὁρατή μόνο σέ  μένα,

τό φεγγάρι σήμερα νά σκιρτᾶ γονατιστό μπροστά σου,

κι’ αὔριο ὁ ἥλιος ὁ ἡλιάτορας

νά  ἀναπαύεται  στό κορμί σου έπάνω,

μέ σένα νά κυβερνᾶς τά κύματα,

καί  μένα, κόρες χίλιες, σπορά  στόν ἱδρωμένο σου ἀγρό. 

Αὐτά τά ἐλάχιστα  γιά σένα, πόσο πολλά γιά μένα!

 

   Τόλμησα νά βάλω γραμμές δικές μου κάτω ἀπό τό πιό ὡραῖο ἐρωτικό ποίημα τῶν αἰώνων ὄχι ἀπό οἴηση· δέν εἶμαι ψώνιο. Ἐάν ἕνας ἄντρας δέν ἔχει πείσει τήν γυναίκα πού ἀγαπᾶ, ὅτι δέν ἔχει ἀγαπηθεῖ ποτέ ἄλλο θηλυκό, τόσο δυνατά ὅσο ἡ ἴδια ἀπό αὐτόν, ἐάν δέν τήν ἔχει πείσει ὅτι θά περάσει νά τήν πάρει νά φύγουν, σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἐρωτευμένος.

  Ὅλα γιά μιά Ἑλένη; Φυσικά. Ἀκόμη καί ὅταν ἡ ἀκοή τοῦ θήλεος ἔχει κορεστεῖ ἀπό ἐπαίνους, κολακεῖες καί τά αὐτιά της δέν ἀνταποκρίνονται θετικά στίς λεκτικές θωπεῖες, τό θῆλυ, δέν εἶναι ἀπό σύμπτωση, αἰσθάνεται ὅτι δέν ἀνήκει μόνο στόν Μενέλαο.

 

  Γνωρίζουμε τόν ἔρωτα στήν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας, τήν γεύση τοῦ Παραδείσου καί τήν ἀπώλειά του. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δέν μᾶς λέει τίποτα. Τό ἀκαθόριστο κράμα ψυχῆς καί κορμιοῦ, γνωρίζει ἀπό τήν φύση του, ὅτι ἡ ζωή ὡς λαχτάρα κερδίζεται στήν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Πέντε ἄντρες ἔσχε ἡ Σαμαρείτιδα καί αὐτόν πού εἶχε δέν ἦταν ἄντρας της.  Μά ἀφοῦ δέν τούς ἀγάπησε ποτέ. ἀφοῦ δέν δίψασε κανενός τό κορμί καί  τήν ψυχή, ἀφοῦ τῆς ἦταν ὅλοι τους πρόσχημα καί αὐταπάτη! Ζοῦσε τήν πίκρα τῆς μοναξιᾶς στήν ψυχή της, τήν ἀνέραστη μοναχικότητα.

 

  Ἐφήμερος καί θνητός ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νά ἀπολαύσει τήν ζωή μέ τίς αἰσθήσεις, τήν ἀνεμόεσσα ἡδονή. Κάθε ἄλλο «νόημα» τῆς ὕπαρξης, στέρηση, ἐνοχή καί μιζέρια. Αἰῶνες ὁλόκληρους ἡ λεγομένη χριστιανική  ἀνθρωπότητα ἔζησε καί ζεῖ μέ τέτοιες ὁριοθετήσεις τῆς ἐπιθυμίας. Δοσολογεῖ τήν ἀπόλαυση, φτιάχνει Νόμους «θεόσταλτους», ἱερούς Κανόνες «θεόπνευστους», τιθασεύει τήν συμβίωση, βάζει «φύλακες νά τριγυρνοῦν στήν πολιτεία, νά  φυλάγουν τά τείχη, νά κτυποῦν, νά πληγώνουν  καί νά ἀφαιροῦν δροσιστικές καλύπτρες».                  

 

  Ὑπάρχουμε μόνο ἐπειδή ἀγαπᾶμε, στό μέτρο πού ἀγαπᾶμε.  Ὅταν ψηλαφοῦμε στό ἀγαπημένο βλέμμα, τήν ἀνθρώπινη ματιά, ἐπενδύουμε ὅλη τήν φυσική μας ὁρμή γιά ζωή. Δίχως κρατούμενα. Τά δίνουμε ὅλα. Τό καλό μας ὄνομα, τό κύρος τήν φήμη μας, τά σχέδιά μας τίς ἐλπίδες μας. Ὅλα κορώνα γράμματα.

  Καί μήν μᾶς διαφεύγει: ἡ πιό ὡραία  θάλασσα εἶναι αὐτή τοῦ Κόλπου τῆς Ἀγκάλης, αὐτή πού τά νερά της δέν μᾶς ἔχουν ποτέ δροσίσει. Καί γιά τούς ἄγευστους  ἀλμύρας στεριανούς: οἱ πιό ὡραῖοι ἔρωτες εἶναι οἱ ἀνεκπλήρωτοι.  

Σάββατο 29 Απριλίου 2023

«Ἡ ψυχή δέν σκηνώνει στήν ὕλη τοῦ σώματος, ἀλλά τυλίγει τό σῶμα»

 

Πλωτίνος

 

  Ἡ γέννηση τῆς ἑλληνικῆς τέχνης χάνεται στήν νύχτα τοῦ χρόνου. Ὅταν ἀπό σπαράγματα τῆς καταβολῆς ( Κυκλάδες, Θῆρα, Κρήτη) μέχρι τήν κλασική  καί περαιτέρω τήν ἑλληνιστική ἕως τήν  ἑλληνορωμαϊκή περίοδο, τήν τελευταία λέξη τῆς ἔκφρασης ἔχει ἕνα ἤρεμο ἄφησμα στά χέρια τοῦ Θεοῦ, μιά ἀποτύπωση τοῦ ἀπείρου στό πεπερασμένο, ἡ ὁποία ἐνσαρκώνει τήν ἴδια τήν συνείδηση τῆς ὀμορφιᾶς ὡς  αὐθεντικῆς ὑπάρξεως καί προκαλεῖ στόν ἄνθρωπο τήν βαθειά ἐπιθυμία νά τήν κερδίσει.

   Τό μέγιστο μάθημα τῆς ζωγραφικῆς καί γλυπτικῆς τέχνης τῶν Ἀρχαίων εἶναι ὅτι  κινητικό κάλλος δέν ὑφίσταται ὄπως θέλει ἡ προοπτική, ὅτι  ἡ ἀληθινή καλλονή ὑπάρχει ἐξ ἴσου ἀκίνητη καί ἀδιάσπαστη μέ τόν θάνατο. Φυσικά ἡ ἰδέα δέν εἶναι δική μου. Ἀνήκει στόν Βίνκελμαν καί ἡ παρατήρηση στόν Σέλλινγκ, μαζί μέ τήν ἐξῆς γόνιμη εἰκασία. Οἱ Ἀρχαῖοι εἶχαν προσέξει πώς ὄταν κοιμᾶται ἤ θνήσκει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὡραιότερος, γιατί ἀκριβῶς περνᾶ στήν ἀπόλυτη ἑνότητα μιᾶς ὑπερβατικῆς γαλήνης.

  Αὐτό ἰσχύει ὁπωσδήποτε καί γιά τήν Κοιμωμένη τοῦ Χαλεπᾶ. Ἡ πέτρα καί τό μάρμαρο εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ὑλικά βαριά καί ἄψυχα, πού πρέπει στά χέρια τοῦ καλλιτέχνη νά  ζωντανέψουν. Πῶς ὅμως νά γίνει κάτι τέτοιο  ὅταν ἐπί πλέον πρέπει νά δεχθοῦν τόν θάνατο; Τό θαῦμα τοῦτο πέτυχαν οἱ  Ἀρχαῖοι μας γλύπτες. Μέ τό ἀδιόρατο  χαμόγελο,  τήν ἀνεξιχνίαστη ἐκείνη  βαρυθυμία τῶν Κούρων, κατώρθωσαν ν’ ἀφαιρέσουν ἀπό τά σώματα κάθε σκίρτημα καί ταυτοχρόνως νά τά ξαναπλάσουν ἀποκαλυπτικά στό ὑπερούσιο φῶς τῆς χάριτος.

  Ἡ τέχνη ἐπιτρέπει στήν ἀνθρώπινη μορφή νά σχηματίσει τό πνεῦμα καί νά κάνει τό σκοτάδι του χειροπιαστό. Ὁ  Κοῦρος ἀποτελεῖ μεγάλη στιγμή γιά τήν αὐτοσυνειδησία  τῆς ἀνθρωπότητας: κινεῖται καί χαμογελᾶ μεταφυσικά διότι ἀναλαμβάνει πλέον μόνος του τήν μοῖρα. Μαζί του ἡ Ἑλλάδα παίρνει τίς ἀποστάσεις της ἀπό τήν Ἀνατολή. Μπορεῖ ἡ ἀρχαιοελληνική ζωγρφική καί γλυπτική νά ὑφαίνουν τήν ψυχή μέ τήν ἀρμονία τοῦ σώματος· μπορεῖ τά μάτια τῶν εἰκόνων καί τῶν ἀγαλμάτων νά μήν βλέπουν τίποτα καί πουθενά, νά ἐμφανίζονται στά ἔργα ὡς τυπικά σωματικά  χαρακτηριστικά, χωρίς τήν λειτουργία  τους ἤ, πολύ περισσότερο, τό ἐκφραστικό τους βάθος· μπορεῖ νά σημαίνουν μιάν ἠρεμία ἐξόδιο, μιά ὑπακοή στό ἀναπόφευκτο τέλος, πολύ διαφορετική ἀπό τήν συντριπτική συνάντηση τοῦ σημερινοῦ ὑποκειμένου μέ τόν θάνατο,  ὅμως, παρ’ ὄλα αὐτά, τήν ἀταραξία τῆς ὕλης ἀπ’ ἄκρου σ’ ἄκρο διαπερνᾶ ἡ πνοή τῆς ἐσωτερικότητας. Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ γιά τόν Ἀρχαῖο μοῖρα ἄτεγκτη, τήν ὁποία ἡ τέχνη θά ἐπιδιώξει νά ὑπερβεῖ ἀναλαμβάνοντας πλαστικά τό σκοτεινό του ἀποτύπωμα. 

 

Δευτέρα 17 Απριλίου 2023

Ὁ πατέρας

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου 

  «Τό νά ἀντέχεις τήν μοναξιά καί, ἐπί πλέον νά τήν ἀπολαμβάνεις, εἶναι μεγάλο προσόν». Ζόρζ Μπερνάρ Σώ

  Ὁ πατέρας ἦταν 82 χρονῶν ὅταν χώρισε ἀπό τήν μάνα, μέ τήν ὁποία ἔκτοτε συναντιόντουσαν σέ εὐχάριστα ἤ δυσάρεστα οἰκογενειακά γεγονότα, μέ τελευταία αὐτή τῆς ὁριστικῆς ἀναχώρησης τῆς μητέρας. Φορτώθηκε ὄλα τά στραβά κι ἀνάποδα τῆς οἰκογένειας, πῆρε παραμάζαλα τά μπογαλάκια του καί ἀποσύρθηκε σέ ἕνα χωριό τῆς Γορτυνίας μέ δέκα ἀνθρώπους,  στό χωριό πού γεννήθηκε. Παιδιά, νύφες, γαμπροί, ἐγγόνια καί δισέγγονα, «τῆς Ἀστραπῆς καί τοῦ Κεραυνοῦ», τούς  ἐπισκεπτόμαστε, στό Αἴγιο τήν μάνα, στό Δρακοβούνι τόν πατέρα, ἀλλά ποτέ καί κανένας μας δέν τούς ἔπιασε κουβέντα γιά τόν χωρισμό.

Ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε ὑγεία γιά νά ζήσει ἄλλα 20 χρόνια μόνος, «τά καλύτερα τῆς ζωῆς μου», ὅπως χαριτολογῶντας συνήθιζε νά λέει. Τό πρωί, μετά τό πρωινό του, πυκνός κι ἀδιαπέραστος, ἔπινε τό καφεδάκι του στήν βεράντα,-τό ἀπολάμβανε ὅταν ἔβρεχε-, πάντα σκυφτός, σέ βαθύ συλλογισμό, ποτέ μελαγχολικός, τό ἕνα πόδι πάνω στ’ ἄλλο,  συνοδείᾳ δύο-τριῶν  Καρέλια. «Τό τσιγάρο σέ ρουφάει, σέ ἀπορροφάει, δέν τό ρουφᾶς ἐσύ, αὐτό σέ ρουφάει, ἔχει πάντα τήν γλύκα τῆς παιδικῆς τζόλας. Προτιμῶ τό τσιγάρο ἀπό τά λόγια ψευτοπαρηγοριᾶς», ἔλεγε. 

  Ἄν ὄμως ἦταν Κυριακή ἤ γιορτή, νηστικός καί ἄκαπνος πήγαινε στήν Ἐκκλησία καί ἔκανε τόν καντηλανάφτη, τόν κωδωνοκρούστη, τόν νεωκόρο, τόν ἐπίτροπο καί κυρίως τό παπαδάκι. Κατά τίς καθημερινές, ἄν  εἶχε καλό καιρό, μετά τό πρωϊνό, πέρναγε ἀπό τό νεκροταφεῖο, ἔκανε μιά μεγάλη βόλτα πρός τό Ρουσίκο, στήν ἐπιστροφή σκάλιζε, ξεβοτάνιζε, φύτευε, περιποιόταν τό κηπαράκι του, παρέα μέ τήν γατούλα του,  ἔβαζε πλυντήριο, φρόντιζε στοιχειωδῶς τά τῆς καθαριότητας τοῦ σπιτιοῦ, ἐξαιρέτως νοιαζόταν γιά τήν διεκπεραίωση τῆς ἀλληλογραφίας του, διάβαζε τήν ἐφημερίδα τῆς προηγούμενης μέρας, σεβόμενος δέ αὐστηρά καλογερικά τήν νηστεία ἔφτιαχνε τό φαγάκι του ἀνάλογα,-μαγείρευε πολύ ὡραῖα-, ἔτρωγε, καί στήν συνέχεια ἔπαιρνε ἕναν ὑπνάκο. Τό ἀπόγευμα πήγαινε στό καφενεῖο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ἰατρεῖο καί συναντοῦσε τούς ἄλλους πέντε-ἕξι κατοίκους τοῦ χωριοῦ, ἔπιναν τά κρασάκια τους, ἔτρωγαν τόν μεζάκο τους, ὡς ἐπί τό πλεῖστον παστό  χοιρινό, ἤ ὀμελέτα πού ἔκανε ὁ ξάδελφός του, συζητοῦσαν τήν ἐπικαιρότητα,  διαπληκτίζονταν μόνο μέ τά μάτια, ἔπαιζαν κανά χαρτάκι, καί ἀποτραβιόταν ὡς ἄλλος άναχωρητής στό κελί του. Συνδαύλιζε τό τζάκι του, διάβαζε λίγο ἀκόμα, πίνοντας τό χαμομηλάκι του, ἔβλεπε ἤ ἄκουγε τά νέα καπνίζοντας τά καρελάκια του,  -ἀνάβοντάς τα μέ δαυλό-, ἔκανε τήν προσευχή του, τίς ἐδαφιαῖες μετάνοιές του, καί πήγαινε νωρίς γιά ὕπνο, ἀφήνοντας τό κλειδί στήν πόρτα «μήπως ἔρθει κανἐνας ἄσωτος», ὅπως ἔλεγε. Πρίν τόν πάρει ὁ ὔπνος, τί νά σκεπτόταν; Τήν  στέρηση, τίς ἀπώλειες, τήν  ματαίωση, τήν κόρη πού ἔφυγε πρίν ἀπό αὐτόν, τόν «ἀλβανικό πόλεμο» καί τήν ὀπισθοχώρηση, τήν πυρπόληση ὅλου τοῦ χωριοῦ ἀπό τοὐς κατακτητές Γερμανούς, τίς μετακινήσεις, τίς μετακομίσεις, τίς ἀνάγκες ἐπιβίωσης, τά μίση τοῦ ἐμφύλιου διχασμοῦ πού ἀναμοχλεύονται κομματικά τακτικά, τήν δυό φορές καταδίκη του σέ θάνατο, τήν φυγάδευσή του στήν Τρίπολη, τίς δηώσεις, τήν ἀδυσώπητη συνοδεία πού ἀκολουθεῖ κάθε πόλεμο, τά ἐρείπια, τήν κατάπτωση, τίς ξερριζωμένες εὐτυχίες, τίς μαραμένες ἐλπίδες, τό ξανακτίσιμο, τήν ἀνακούφιση,  τίς οἰκογενειακὲς πτωχεύσεις, τούς κατατρεγμούς, τίς πολυεπίπεδες  προκοπές,  ἄλλα πού τά ἄφηνε νά κοιμοῦνται…; Ὅ,τι καί νά σκεπτόταν ἦταν γεμᾶτος, ἤρεμος κι εὐτυχισμένος. Στίς ὅποιες ὑλικές του ἐπιτυχίες ποτέ ὑπερφίαλος, ποτέ  ξιπασμένος  καί στίς ἀποτυχίες του πάντα ψύχραιμα ταπεινός. Γνώριζε ό πρεσβύτης ὅτι στήν ἔπαρσή του τό ἄτομο γίνεται πολυδύναμο· στήν ἐξουθένωσή του ἐκπέμπει προσωπικό φῶς πού προηγεῖται κάθε σκοπιμότητας. Δέν φύτρωσαν  ποτέ στό στόμα του δόντια κοφτερά. Μάλιστα μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου,  εἶχε πιό ἔντονη τήν αἴσθηση τῆς φθαρτότητας,  γινόταν  πιό γλυκύς, πιό καλοσυνᾶτος, πιό ὡραῖος, μέχρι πού κερνοῦσε τά καλοκαίρια τόν ἄνθρωπο πού τόν καταδίκασε σέ θάνατο στόν ἐμφύλιο. Ἡ ψυχή δέν εἶναι μέλος τοῦ σώματος εἶναι τό ῥῖγος  τοῦ σώματος.

 

 (Ἕνας συνηθισμένος Σίσυφος τῆς καθημερινότητας ἦταν ὁ  πατέρας. Αὐτός, ἡ μάνα,   οἱ συγχωριανοί τους, οἱ συγγενεῖς τους, οἱ δίπλα τους, οἱ ἀπέναντι,    θεῖος, ἡ θεία, ὅλοι τους Θεῖοι, κοίταζαν τό βράδυ τήν πέτρα νά κατηφορίζει σέ μερικές στιγμές πρός αὐτόν τόν χαμηλό κόσμο, ἀπ' ὅπου ὅταν ζαρίσει ὁ ἥλιος, βαριά μά σταθερά, θά πρέπει νά τήν ἀνεβάσουν πάλι στήν κορυφή.

  Βλέπω ὅλη τήν προσπάθεια τοῦ τεντωμένου κορμιοῦ τους, ν' ἀνασηκώνουν καθημερινά τήν πελώρια πέτρα, νά τήν γυρίζουν σπρώχνοντάς τήν πρός τήν κορυφή,  σέ μιά πλαγιά πού τήν ἔχουν ἀνεβοκατέβει ἀμέτρητες φορές. Βλέπω στό συσπασμένο τους πρόσωπο, τό κολλημένο  πάνω στήν πέτρα μάγουλό τους, τήν σύνεση μέ τήν ὁποῖα δέχονται τό μαρτύριό τους· τήν σύνεση πού συμπληρώνει τήν ἴδια στιγμή τήν νίκη τους, καί τούς ἀκούω νά ἀναφωνοῦν ἐν  χορῷ  μέ τόν Οἰδίποδα: "Παρά τίς τόσες δοκιμασίες, τά γερατειά καί τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς μου, μοῦ δίνουν τό δικαίωμα νά κρίνω πώς ὄλα εἶναι καλά".(Καμύ).

  Ὅλοι μας συλλαβίζουμε διαβάζοντας τούς γεννήτορές μας. Ἔγραψαν  μέ τό πνεῦμα καί τό αἷμα τους. Ἄξιον καί δίκαιον, νά  τούς γευθοῦμε, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς  διανοίας μας). 

 

   Εὐρισκόμενος ἐργασιακά στό ἐξωτερικό ἔλαβα σῆμα οἰκογενειακοῦ συναγερμοῦ   ἀπό τήν μικρότερη ἀδελφή. Μᾶς εἰδοποίησε ὅτι ὁ πατέρας μετά ἀπό πτώση  ἔσπασε τό ἰσχίον, καί τόν πῆγε στό νοσοκομεῖο τοῦ Ρίου.

  Πέταξα καί ἔφθασα δίπλα του τήν μεθεπόμενη μέρα, τόν πρόλαβα προεγχειρητικά. Χαμογέλασε μέ ὅλο του τό πρόσωπο  ὅταν μέ εἶδε καί μετά μέ μάλωσε πού ἄφησα τίς δουλειές μου καί ἦρθα νά τόν δῶ. Τί κάνεις πατέρα;  τόν ρώτησα προσπαθῶντας νά κρύψω ἄτσαλα τήν ἀγωνία μου. Γελάσαμε, τοῦ φίλησα τό χέρι, παράδοση οἰκογενειακή πού ἔρχεται ἀπό μακριά, τόν ἀγκάλιασα, μοῦ χάιδεψε τό κεφάλι, καί μέ  τράβηξε στήν  ἀγκαλιά του τρυφερά. 

  Τήν ἴδια μέρα ἔγινε ἡ ἐπέμβαση, τόν σήκωσαν τήν ἐπόμενη,  ἀρνήθηκε νά δεῖ τόν καθετῆρα νοσοκόμα γυναίκα, καί ὅσο διαρκοῦσε ἡ ἀναζήτηση ἄντρα νοσοκόμου, σιγόψελνε τό ἀπολυτίκιο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ἀργοκλείνοντας τά μάτια κουρασμένα, γιά νά καταλάβω ὅτι πῆρε τό δρόμο γιά «τό ἐπόμενο κεφάλαιο τῆς ζωῆς του», ὅπως τοῦ ἄρεσε νά λέει.   Πέθανε ἤσυχα, καί μέ μιᾶς κατάλαβα τί θά πεῖ ἀκριβῶς «θανάτῳ  θάνατον πατήσας».  

   Στό πρόσωπο τοῦ νεκροῦ πατέρα δέν ἀντίκριζα τήν σιωπή τοῦ θανάτου, ἀλλά τόν ἴδιο τόν πατέρα στήν γαλήνη τῆς θεατῆς του αἰωνιότητας· ὁ πατέρας ἀπέκτησε μέ μιᾶς κάτι μετάρσια ἀνέκφραστο, ἔγινε ψυχούλα. Δέν διέκρινα στό πρόσωπό του τήν σβησμένη ὄψη κάποιου πού ἄλλοτε «περιπάταγε  καί βρόνταγε», ἀλλά τήν ἄχρονη παρουσία του, τήν ψυχική του ταυτότητα. Τίποτε ἀναμνηστικό προσδοκίας, κινήσεως, ἐπιθυμίας, ὁρμῆς, ἀγωνίας, περισκέψεως τῆς ἐν χρόνω βιοτῆς δέν ὑφίστατο στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ  θανάτου του, πού ὡστόσο, ὡς Οὐρανοπολίτης ἔκτοτε, μετέχει τοῦ εἶναι καί παρίσταται  εἰς μνημόσυνον αἰώνιον.

 

Δημοσιεύτηκε στό  περιοδικό «Δέκατα», Τεῦχος 73ο

Πέμπτη 13 Απριλίου 2023

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».

 

Στήν Κωνσταντινούπολη, ὅταν πάρει κανείς τήν ἀρχαία «Μέση Ὁδό», ἀφήνοντας πίσω του τήν Ἁγία Σοφία, τήν Βασιλική τῆς  τοῦ Θεοῦ Σοφίας, πού ὑπῆρξε τό κέντρο ἑνός θαυμάσιου  χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, καταλήγει στήν μικρή ἐκκλησία τῆς Χώρας, δηλαδή τῶν ἀγρῶν, οἱ ὁποῖοι ἄρχιζαν ἀπό αὐτό τό σημεῖο.  (Ὅπως στό Παρίσι,  ἡ Παναγία τῶν Ἀγρῶν - Notre Dame des Champs). Ἡ Μονή τῆς Χώρας δείχνει  τό «σύνορο»· ἐκεῖνο τῆς  πόλης,  καί ἐκεῖνο ἑνός δεύτερου ἐλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅμως κυρίως μᾶς ὑπενθυμίζει τό σύνορο τῆς  ἀνθρώπινης πορείας. Σ' ἕνα εὐρύχωρο πλαϊνό παρεκκλήσι, σέ χρόνους ὕστερους πού ἡ Αὐτοκρατορία βάδιζε πρός τόν θάνατο, τό  Βυζάντιο ἔγραψε γιά τήν χριστιανοσύνη τό μήνυμά του: στἠν τοιχογραφία τῆς ἁψῖδας, ὁ Χριστός κατεβαίνει στόν Ἅιδη, τόν γνωστό μας ᾅδη, γιά νά τόν συντρίψει. Εἶναι  λαμπροφορεμένος, χωρίς νά  βρίσκεται πιά στό  ὅρος τῆς Μεταμορφώσεως, ἀλλά στόν βυθό τῆς  ἀγωνίας καί τῆς σκοτεινῆς ἀσφυξίας. Τό ἕνα του πόδι, μέ μιά ἀπίστευτη βία, θραύει τά claustra τά «κλεῖθρα τοῦ κόσμου τούτου». Τό ἄλλο πόδι, μέ μιά ἀνάλαφρη κίνηση ἀρχίζει τήν  ἄνοδο, ὅπως ὁ βουτηχτής πού, ἀφοῦ ἄγγιξε τόν βυθό, τόν  «χτυπᾶ» γιά ν' ἀνέβει ξανά στόν ἀέρα καί τό φῶς.

   Ἀλλά ὁ ἀέρας καί τό φῶς εἶναι Ἐκεῖνος. «Σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσει ἐν τ παραδείσ», μπόρεσε νά πεῖ, τήν  ὥρα τῆς σταυρώσεως, στόν ληστή πού ξεψυχοῦσε δίπλα του. Ὁ ἀέρας καί τό φῶς εἶναι ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου Του πού ἀστράφτει ἀπό τό Πνεῦμα. Καί ἰδού ἡ ἀπελευθερωτική χειρονομία: μέ κάθε χέρι του ὁ Χριστός πιάνει ἀπό τόν καρπό καί ὄχι ἀπό τήν παλάμη, τόν Ἄνδρα καί τήν Γυναῖκα, καί τούς πετᾶ ἔξω ἀπ' τά μνήματά τους. Ἡ σωτηρία εἶναι προπάντων ἕνα δῶρο καί ὄχι μιά διαπραγμάτευση. Κανένα καθρέφτισμα: κάθε πρόσωπο εἶναι ἄπειρο, καμμιά ἐξαίρεση. Σ’ αὐτή τήν τέχνη, τήν Βυζαντινή,  τά σώματα δέν ρίχνουν σκιά. Καμμιά μετενσάρκωση, κάθε πρόσωπο εἶναι μοναδικό. Καμμιά σύγχυση, κάθε πρόσωπο εἶναι ἕνα μυστικό. Κανένας χωρισμός, ὅλα τά πρόσωπα εἶναι φλόγες τῆς ἴδιας Φωτιάς. Καί ὁ ἀμετανόητος ληστής; Φυσικά καί αὐτός. Σκοπός δέν εἶναι ἡ ἀθανασία τῶν  ψυχῶν· ἀθάνατες, ἐπιδαψίλευση θεϊκιά, εἶναι ἤδη μέ τήν γέννησή τους. Σ’ αὐτόν τόν ἀθάνατο θάνατο πού συνιστᾶ τήν ἀγωνία μας, κάθε πρόσωπο εἶναι ἐκ τῆς γῆς, ἀλλ' αὐτή ἡ γῆ εἶναι καμωμένη ἀπ' τόν Οὐρανό.

Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

Τό ὄνειρο τοῦ Ρασκόλνικοφ

 

Τό ὄνειρο τοῦ Ρασκόλνικοφ στό Ἔγκλημα καί τιμωρία τοῦ Ντοστογιέφσκι εἶναι ἄκρως ἐφιαλτικό, ἀποκαλυπτικό καί ἀλίμονο γιά τήν Εὐρώπη, ἄν εἶναι ἀληθινή πρόβλεψη! Σύμφωνα μέ τό ὄνειρο, ἀναρίθμητα μικροσκοπικά ἔντομα-ὡστόσο νοήμονα ὄντα-ἀπό τήν Ἄσία εἰσβάλλουν στήν Εὐρώπη καί τρυπώνουν μέσα στούς ἀνθρώπους.  Ἡ ζωή καταντᾶ ὁλοένα καί πιό ἀνυπόφορη μέχρι τρέλας. Ἐνῶ ὁ καθένας σκέπτεται εὐφυέστατα καί προτείνει μεταρρυθμίσεις μέ ἄκρα λογική διατυπωμένες, χάος καί πλήρης ἀσυνεννοησία κυριαρχεῖ ἀναμεταξύ τους.  Ἐγκαταλείπονται τά κοινά ἐπαγγέλματα, σβήνει ἡ γεωργία, ἐνῶ ὁ καθένας νομίζει πώς αὐτός ἔχει τό ἀπόλυτο δίκαιο.  Οἱ τριγμοί τῆς κατάρρευσης  εἶναι ἀνατριχιαστικοί, καί τελικά ὅλοι καί ὅλα μεταβάλλονται σέ οἰκτρούς ἐρειπιῶνες.

  Ἀπό τά μαθήματα «Σπουδή στόν Μῦθο», τοῦ μυθολόγου καθηγητή μας Andrieux, ξέκοψα τήν καταπάνω ἄσκηση στούς τότε τριτοετεῖς φοιτητές Κοινωνιολογίας τοῦ Στρασβούργου. Ὁ Μῦθος μέ συνεπαίρνει. Ἡ μυθική γλώσσα συνάζει μέρη καί μέλη ὅλου τοῦ σώματος τῆς δημιουργίας· θεραπεύει μετεωρισμούς καί διασκορπισμούς. Ὁ ζωτικός ἱστός τῆς μυθικῆς γλώσσας ἁπλώνεται  μακροσκοπικά, διαπροσωπικά, ἐρωτικά μέσα στό κοινό σῶμα. Ἡ λογική τεμαχίζει τά πάντα καί τά ἐρευνᾶ. Τούτη ἡ κατά φύση λειτουργία τῆς ὕπαρξης γίνεται καταστροφική, ἄν ἀπομονωθεῖ, ξεκκομμένη ἀπό κάθε σχέση καί ἐστιασμένη στά στενότατα ὅρια τῆς ἐγωκεντρικότητας. Μυθική γλώσσα καί λογική, μέ τό ἀντίστοιχο περιεχόμενο ζωῆς, συγκροτοῦν τήν ὑπαρξιακή ἑνότητα, πού μόνο αὐτή ἐντάσσεται κατά φύση στό κοινό σῶμα, καί ἔτσι μπορεῖ νά ὑπάρχει, νά ἀληθεύει, νά δημιουργεῖ καί νά ζωογονεῖ.