της Ελισάβετ Δημοπούλου
"Οι ελέγχοντες βελτίους φανούνται επ' αυτούς ήξει ευλογία."
(Παροιμίαι Σολομώντος)
"Ο σήμερον Έλλην κληρονόμησε παρά μεν των προγόνων αυτού μέγα όνομα ,
παρά δε των πατέρων γωνίαν γης ελευθέραν.
Αποκοιμηθείς δούλος και ανατολίτης ,εξύπνησεν ελεύθερος και ευρωπαίος.
Επόμενον άρα ήτο να καταληφθή υπό κατεχούσης πάντας τους νεαυξήτους μέθης."
Αγάλια αγάλια έπαιρνε το κατηφόρι το φεγγοβόλο αστρί της μέρας και βυθίζονταν στ΄ αρχιπέλαγο, πίσω απ' τ' αρχοντόσπιτα και τα σκαρφαλωμένα στις πλαγιές καλύβια των συντοπιτών. Όλο και χάνονταν στα πλάγια της λοφοκορφής με τη μορφοκλησιά του Σαν Τζώρτζη, κείνη με το κωδωνοστάσι το θαμαστό στην "απάνω μεριά".
Από ώρα είχε δώσει το στερνό της μέρας χαιρετισμό στ' αερολίθια, στα βράχια με την αποτομιά και στα δροσάτα τα σπηλιαρούδια κι έδινε τώρα τα τρυφερά του γλυκοφιλήματα στην ισιάδα και τη χλωρασιά...κει κάτω, κατά το νοτιά...
Οι κορφές δίχως κλαρί, δίχως φυτειά, ροδοβάφονταν σα σε παρθενικό πύρωμα του ηλιού του ερωτεμένου, σα νάνιωθαν κάποια νιότικη ζωή στο φυλλοκάρδι τους, σα νάθελαν να δείξουν πως δε γεράζουν τούτοι οι τόποι, ότι ανυπόταχτα και λεβέντικα ανεμίζει ο χτύπος της καρδιάς τους στο φανέρωμα μιας ονειροφαντασιάς, κείνης της λαμπηδόνας που λες ότ' είναι το φως τ' αθάνατο κι η λάμψη η ιερή, που περιχύνουν οι αιώνες οι φορτωμένοι θρύλους κι ιστορίες του πελάγους του μεγάλου, με τη νεροστωσιά της αγάπης και της αντάρας, με την αρμύρα της γλύκας και της απαντοχής.
Δυο γραμμές αντικρυστές, πελαγίσιες, που κινούν απ' τ' ακρωτήρι της Αττικής γης, γιομάτες από μικρούς και μεγάλους πετρότοπους, βλογημένους...ολοτρίγυρα απ' τον άφαντο βράχο που ορθώθηκε μεσοπέλαγα, για ν' ακουμπήσει πάνω του...το μισοσκόταδο...η κόρη η τιτανογέννητη, η Λητώ...η Λατόνα,η Κοιογένεια, η Φυστίη, η Εκδυσία...ν' αγκαλιάσει τη ριζικάρα φοινικιά και να χαρίσει στη ζωή το φως και το σκοτάδι...
Κυκλάδες τούτοι οι πετρότοποι, Δήλος το λικμάρι των φεγγοβόλων Διδύμων...και λίγο παραδίπλα, στο κατάμεσο, ένα νησάκι δοξασμένο, πρωτεικό, κατοικημένο πρώτα από μεγάλους θαλασσοπόρους, που αντίκρυσαν τα βραχοτόπια του και τόπαν "Σούρη","Οσούρα'...βράχο...Σύρο. Κι ο χιώτης ,ο τυφλός τραγουδιστής, τόπε, στο μεγάλο του τραγούδι, "Συρίη".
Κρήτες,Μυκηναίοι,Ίωνες,Σαμιώτες,Μακεδόνες,Ρωμαίοι,Βυζαντινοί,Φράγκοι,Βενετο,Οθωμανοί...χνάρια φανερά κι αφανέρωτα...κι ύστερα, στους χρόνους των μεγάλων καημών...Μικρασιάτες και νησιώτες , καταδιωγμένες ψυχές προσφυγομάνες, απ' τα Ψαρά, τη Χίο, την Κάσο, την Κρήτη, τη Ρόδο, τη Σμύρνη, τ΄ Αιβαλί...,απαγκιασμένες στο βραχονήσι με τα χαρίσματα της μάνας φύσης, την απανεμιά του λιμανιού και τα στέρια ξερολίθια, που μ' ορθάνοιχτη την αγκάλη αποδέχτηκαν στις πλαγιές τους τα χαμόσπιτα και τα φτωχοκάλυβα όλων κείνων των λαβωμένων... με το φόρτωμα της αρχοντιάς και της περηφάνειας.
Μεσοκαλόκαιρο του 1836...ο Αλωνάρης είχε 28 κι εκεί, μέσ' στο αποκάρωμα της μέρας, με το κάμα κείνου του Ιούλη, μια αρχόντισσα, η Κορνηλία Ροδοκανάκη, κοιλοπονούσε ώρες πολλές κι οι γιατροί, που έφερε ο σύμβιος, ο Δημήτρης ο Ροίδης απ' το Λιβόρνο, βεβαίωναν πως σύνταχα θα λευτερώνονταν, φέρνοντας στον κόσμο ένα ροδαλό μωρό...το Μανώλη, ένα μωρό γεννημένο στα πλούτια και τα μαλάματα, μιας κι η φαμελιά του, με τις ρίζες τις χιώτικες, από μάνα και πατέρα, είχε προκόψει ,καιρό τώρα, απ' το εμπόριο κι είχε πια τα πλούτια...σωρό
Τα πέντε του πρώτα χρόνια τα πέρασε στη Σύρα ο Μανώλης...και στα 1841,πατέρας,μάνα και μοναχογιός, προς ώρας, εγκαταστάθηκαν στη Γένοβα, όπου ο πατέρας είχε διοριστεί εκεί διευθυντής μεγάλου "εμπορικού οίκου" και λίγο αργότερα...γενικός επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας.
Δεν θάκουε πια γύρα του ο μικρός Μανώλης τη γλώσσα της μάνας του, δε θάτρεχε λαχταρώντας το παιχνίδι στα δρομάκια, τα καινουργιοφτιαγμένα και τις πλατειούλες της Σύρας. Τώρα πια ζούσε σε μια μεγάλη πολιτεία, με παλάτια, με μουσεία και μεγάλους δρόμους. Ζούσε σ' ένα αρχοντικό ζωσμένο από καστανιές αποσκιαδερές...κι ύστερα από χρόνια θα χαιρότανε τις φημισμένες τραγουδίστριες και χορεύτριες, που ξετρέλαιναν τον κόσμο...κι ακόμα ...ακόμα τη μουσική την αλλιώτικη, που αγγίζει το κατάβαθο...Μπελλίνι, Ντονιτσέττι, Ροσσίνι!
Οχτώ ολάκερα χρόνια έμεινε στη Γένοβα ο Μανώλης, με βαθιές, ολόγλυκες θύμησες, που αργότερα θα τις αναπολήσει στα γραψίματά του.
Κι ήρθανε ώρες δύσκολες ,στα 1849 κι η όμορφη Γένοβα έπεσε στα χέρια των Βερσαλιέρων ,ύστερα από ανελέητο βομβαρδισμό, ενάντιο σε κάθε συνθήκη πολέμου...αιτία σοβαρή να γυρίσει στη Σύρα το ακριβοπαίδι του άρχοντα Ροίδη, για να τελειώσει τις σπουδές του στο ξακουστό, στα χρόνια κείνα, Λύκειο του Ευαγγελίδη...στη ζεστή αγκαλιά της θείας Ευτέρπης...Τα γονικά του στη Ρουμανία πια, ακολουθώντας τα χνάρια τα εμπορικά του πατέρα, που οδηγούσαν σε μεγάλο πλούτο.
Η Σύρα, μέσα σε τούτα τα χρόνια, είχε αλλάξει πολύ. Καινούργια όλα της...δρόμοι, πλατείες, ομορφόσπιτα πέτρινα κι εργοστάσια και μαγαζιά και το λιμάνι γιομάτο απ' τη ζωή και τη χαρά των εμπορευάμενων, μιας και δεν παράλλαζε πια από πόλη ευρωπαική. Κι είχε αίθουσα για θεατρικές παραστάσεις και λέσχη κι εφημερίδες και περιοδικά και σχολειά...οι συναναστροφές για χαρτοπαιξία έδιναν κι έπαιρναν...και χοροεσπερίδες κι αμάξια.
Οι άντρες δε φορούσαν πια βράκες και φέσες, παρά κοστούμια ευρωπαικά κι οι γυναίκες, σωστές ευρωπαίες, πέταξαν στην άκρια τα κοντογούνια και τα τσεμπέρια.
Σ'όλα τούτα τα φανερώματα, τα όμορφα, έριχνε κοφτερό το εφηβικό του βλέμμα ο Μανώλης...τίποτα δεν του ξέφευγε, μάζωνε μέσα του εικόνες βαρύτιμες, που ύστερα από χρόνια θα γίνουν το υλικό του το λογοτεχνικό. Τα μαθητικά του χρόνια...ήρεμα. Σαλέματα της ψυχής του βαθύτερα, στοχασμοί του εσώτεροι, της εφηβείας και της πρότερης νιότης του, δεν πέρασαν σε κανένα του γραφτό. Ο νους του γυροφέρνει σ' ό,τι κεντά την ξυπνημένη κιόλας σατιρική του διάθεση και χαίρεται τη συντροφιά των ξεπατρισμένων Ιταλών, που ζούσαν κείνα τα χρόνια στη Σύρα. Ζωγράφοι, γλύπτες, χοροδιδάσκαλοι...οι σύντροφοι της νιότης του, που μιλάν μια γλώσσα που την αγαπούσε και την ήξερε και ζωντάνευε στο λογισμό του ανθρώπους κι εικόνες της Γένοβας. Μεγάλη του αγάπη...τα ζώα. Ακριβός του φίλος ο σαλτιμπάγκος και θαυματοποιός Γιαμβατίστας, με το μεγάλο σγουρό σκυλί του και το μικρό του γιό, που την ιστορία τους θ' απλώσει στα γραψίματά του...στην "ιστορία ενός αλόγου", μιά ιστορία σπάνιας αγάπης ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζωντανό του, ανάμεσα σ' ένα παιδί κι ένα άγριο άλογο, που ημέρευε ,όλο χάδι, κοντά στο μικρό του σύντροφο.
Το Λύκειο Ευαγγελίδη είχε και μια ναζιάρα γατούλα...τη Σεμίρα, που καλοχαιρότανε το κρεββάτι του Μανώλη με τα πούπουλα και τα μετάξια. Χοροί στη Λέσχη, συριανές βαρκάδες, όμορφα φαγητά, χαρούμενες συντροφιές...στο Νησάκι, στα Βαπόρια, στη Ντελαγκράτσια...όλα φανέρωμα κι αίσθηση του πόσο σπάνια δείχνουν την αληθινή θωριά τους οι άνθρωποι...κι ύστερα πάσχισμα να μαντέψει...τι είναι η γυναίκα...Όμως τον καθάριο, τον ξάστερο ουρανό του, άρχισε κιόλας να τον μαυρίζει το σύννεφο, που πύκνωσε αργότερα και που στο τέλος τούκρυψε ολάκερο τον ουρανό...η βαρυκοία. Νόμιζε πως το πρόβλημά του έπαιρνε γιατρειά και βρέθηκε στο Βερολίνο, ακολουθώντας μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας, κάνοντας θεραπεία, που αντί να τον ωφελήσει, χειροτέρεψε την κατάστασή του. Μάταιος κόπος, μάταιες κι οι ελπίδες. Οι γονείς του τον ήθελαν έμπορο, δίπλα στον πατέρα του στη Ρουμανία. όπου ανταμώθηκε με τον ξάδερφο της μάνας του, το Δημήτρη Ροδοκανάκη, άνθρωπο μορφωμένο και φιλοπρόοδο. Κι ήταν αυτός που ανακάλυψε στο συρτάρι του Μανώλη μια χειρόγραφη μετάφραση του "Οδοιπορικού" του μεγάλου Γάλλου ρομαντικού στοχαστή Σατωβριάνδου. Έτσι, ο Μανώλης, προς μεγάλη του χαρά, βρέθηκε στην Αθήνα. Ύστερα από λίγους μήνες κυκλοφορούσε η μετάφραση ολόκληρου του "Οδοιπορικού", μαζί με αποσπάσματα από δύο άλλα έργα του μεγάλου φιλέλληνα..."Το πνεύμα του Χριστιανισμού" και ολόκληρο "το τελευταίο των Αβερσεράγων". Η μετάφραση προσέχτηκε πολύ και παινέθηκε. Ο σπόρος είχε δώσει το πρώτο του δροσάτο φύτρο.
Ο Μανώλης αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Αθήνα και να αφιερωθεί στη λογοτεχνία. Είναι πια άντρας και κάνει τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία, αλλά τα βράδυα....γράφει, γράφει, γράφει...
...Και να! Ένα έργο δικό του, στα 1866, που σημάδεψε τον τόπο και το χρόνο ταυτισμένο απόλυτα με το δημιουργό του..."Η Πάπισσα Ιωάννα". Έχει πρόλογο, μεγάλη εισαγωγή και πλήθος σημειώσεις, που μας δίνουν όλες τις πληροφορίες για το πώς πρωτάναψε στη φαντασία του η μορφή της θρυλικής Πάπισσας. Μια ιστορία ακουσμένη σε μια αποθήκη της Γένοβας-σε κείνο το μεγάλο γενοβέζικο βομβαρδισμό-από δυό γέρους καθισμένους αντικρυστά σε δυό βαρέλια...ένας μοναρχικός αββάς κι ένας δημοκράτης κι αντικληρικός συντάκτης εφημερίδας...άρχισαν να κουβεντιάζουν για βασιλιάδες, πρόοδο και παποσύνη. Κι εκεί...όλα κείνα τα παράδοξα ακούσματα έδιωξαν απ' τα βλέφαρα του νεαρού τον ύπνο. Οι "βρωμιές" των παπών φοβερές...κι όχι μονάχα των αρσενικών, αλλά κι εκείνης της θηλυκιάς...της Πάπισσας Ιωάννας. Κι άκουγε...κι άκουγε, τους έρωτές της και τη μητρότητα, αλλά και το γεννοβόλι της, μέρα μεσημέρι, μπρος στα χιλιάδες απορημένα μάτια .
Πώς πρωτοσκέφτηκε ν' ασχοληθεί με την "Πάπισσα'" ο Ροίδης, δεν το ξέρουμε και πώς αυτή η πρώτη σκέψη κινήθηκε και μέστωσε μέσα του. Ένα είναι βέβαιο...ότι στο Βερολίνο διάβασε ό,τι οχτώ αιώνες είχε γραφτεί για την 'Πάπισσα', καθώς και τα σχετικά με την ιστορία του μεσαίωνα και όταν γύρισε στην Αθήνα, συνέχισε τις μελέτες του. Αν και στην εισαγωγή του βιβλίου του, ο Ροίδης αφήνει υπονοούμενα για...μυθοπλασία, στο καθαυτό του κείμενο φαίνεται πεισμένος, ότι είχε ζήσει κι είχε καθίσει στο θρόνο τον παπικό μια γυναίκα...η Ιωάννα...Το βιβλίο της "Πάπισσας" έκανε πάταγο. Ποτέ πριν -και ίσως και ποτέ μέχρι σήμερα-βιβλίο ελληνικό δεν διαβάστηκε τόσο στην Ελλάδα ,όσο κι έξω απ' αυτήν, όσο η "Πάπισσα Ιωάννα" του Ροίδη...Όμως, οι κριτικοί το "χτύπησαν" με βία, βιβλίο και συγγραφέα κι η επίσημη εκκλησία το αφόρισε. Αυτές οι επιθέσεις ,όπως πάντα συμβαίνει, εμοιαζαν με...μασκαρεμένα εγκώμια και κίνησαν ακόμα πιο δυνατά το ενδιαφέρον του κοινού για το...'δηλητηριώδες κι ανούσιο έργο." Κι όταν ήρθε κι ο αφορισμός, το ενδιαφέρον, όχι μόνο κορυφώθηκε, αλλά δίνονταν μάχες για την απόκτηση ενός αντίτυπου.
Τον αφορισμό προκάλεσε ,με άρθρο του, ένας πεισματάρης κι αυταρχικός ανώτερος κληρικός. Η Εκκλησία δεν μπορούσε να σωπάσει. Κάλεσε την Ιερά Σύνοδο κι εκείνη "παρέδωσε στο ανάθεμα το βιβλίο."
"ΜΥΘΙΣΤΌΡΗΜΆ ΤΙ ΕΠΙΓΡΑΦΟΜΕΝΟΝ Η 'ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ",ΕΚΔΟΘΕΝ ΕΝΑΓΧΟΣ ΕΝΤΑΥΘΑ ΥΠΟ ΕΜΜ,ΡΟΙΔΟΥ,ΓΕΜΕΙ ΠΑΣΗΣ ΑΣΕΒΕΙΑΣ,ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΣΧΡΟΤΗΤΟΣ,ΔΙΟΤΙ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ ΖΗΛΩΣΑΣ ΤΗΝ ΔΟΞΑΝ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΜΩΝ ΠΙΣΤΕΩΣ,ΔΟΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΙΕΡΑΣ ΤΕΛΕΤΑΣ ΚΑΙ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΑΥΤΗΣ ΧΛΕΥΑΖΕΙ ΑΠΡΕΠΩΣ...ΟΘΕΝ ΑΠΕΚΗΡΥΞΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙ ΟΥ Ο ΛΟΓΟΣ ΒΙΒΛΙΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΔΩΚΕΝ ΑΥΤΟ ΤΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ..."
Στις εκκλησίες "έδιναν κι έπαιρναν" τα κηρύγματα προς τους πιστούς, πως "έπρεπε να το σιχαίνονται αυτό το βιβλίο σαν αρρώστια μιασματική, ακόμα και να το καίνε, για....να μην τους κάψει τους ίδιους η αιώνια φωτιά της κόλασης..."
Αυτή η βίαιη ομως και βαριά ενέργεια δεν μπορούσε ν' αφήσει αδιάφορο το Ροίδη. Απάντησε λοιπόν στους Συνοδικούς με τέσσερα γράμματα ενός ,δήθεν, Αγρινιώτη, προς τον εκδότη της "Αυγής', πρώτα σε τόνο ευτράπελο κι ύστερα, πιο άμεσα, σε τόνο σοβαρότερο και δηκτικότερο. Στα γραφτά του αυτά, γεμάτα παραπομπές σε εκκλησιαστικούς και άλλους συγγραφείς, δείχνει ότι με την "Πάπισσα" χτυπάει τα "αισχρά" κι όχι τα"άγια", τους νοθευτές της θρησκείας κι όχι τη θρησκεία, ότι η σάτιρα δεν είναι ανήθικη, αλλ' αντίθετα υπερασπίζεται τις αξίες, αφού με το γέλιο ξεσκεπάζει κι ευτελίζει την ανοησία και την κακία κι όπως λέει..."τριαντάφυλλο χωρίς αγκάθια, σκορδαλιά χωρίς σκόρδο, έτσι και σάτιρα δίχως ελευθεροστομία δεν μπορεί να εννοηθεί..."
"Οι σατιρικοί, κύριε εκδότα, ώσιν εν τω κακώ, ως οι βάτραχοι εν ταις λίμναις, αλλά καθώς οι ήρωες τούτοι του Αριστοφάνους αναγκάζονται να υψώνωσιν εκ διαλειμμάτων την κεφαλήν υπεράνω του βορβορώδους ύδατος, ίνα αναπνεύσωσιν, ούτω και πας τίμιος σατιρικός, αφού χλευάσει την κακίαν, αισθάνεται την ανάγκην ν' αναπαύση προς παρηγορίαν του την όρασιν επί του καλού, κράζων μετά του Αριστοτέλους...<Ω αρετά πολύμοχθε γένει βροτίω, θήραμα κάλλιστον βίω, σας πέρι,παρθένε ,μορφάς και θανείν ζηλωτός παρ' Έλλησι πότμος>.
Ο μύθος αυτός αποτελεί για το συγγραφέα απλή μόνο αφετηρία, απλή αφορμή, για να οικοδομήσει το έργο του με υλικά παρμένα απ' το φεουδαρχικό δυτικό μεσαίωνα και τον παπισμό. Στην ουσία όμως, η σάτιρά του είναι ζωντανή διακωμώδηση του κατεστημένου της εποχής του...το πρώτο καίριο χτύπημα κατά του ρομαντισμού στον τόπο μας. Και τούτο γίνηκε αισθητό από την πρώτη στιγμή, από τους επικριτές του,κι απόδειξη είναι πως, ενώ το βιβλίο αναφέρεται σε μια πολεμική ενάντια στον παπισμό, κανείς δε μίλησε γι'αυτό, αλλ' αντίθετα μίλησαν για..."κίνδυνο καθεστηκυίας τάξεως". Η στάση του Ροίδη απέναντι στην παπική Εκκλησία είναι καθαρά η στάση του αστού Ευρωπαίου στην εποχή της αστικής ανόδου. Στην ελληνική πραγματικότητα της πεζογραφίας κομίζει τα ιδανικά των ατομικών και συνταγματικών ελευθεριών, την αποστροφή του προς το θεοκρατικό πνεύμα και την προτίμησή του στις θριαμβεύουσες θετικές επιστήμες. Η αλήθεια είναι πως το έργο αυτό, μνημείο στα ελληνικά γράμματα,άποτελεί πιο πολύ άρνηση,παρά θέση...αλλά το να "γκρεμίζεις" ,εκείνη τη γιομάτη "τρικυμίες" εποχή, υπήρξε μια πολύ βαριά ευθύνη.
Όλα αυτά τον κούρασαν αφάνταστα το Ροίδη ,τόσο που στα επόμενα οχτώ-δέκα χρόνια έγραψε πολύ λίγα...τίποτα ισάξιο της "Πάπισσας".
Είναι νέος και πλούσιος, πολύ πλούσιος, και θέλει να χαρεί ,ξέγνοιαστος απ' τα γραψίματα, που "του παίρνουν τον καιρό και τα νιάτα του". Τώρα είναι ευτυχισμένος,όσο μπορεί ένας άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος, με το αγιάτρευτο "κουσούρι" της ακοής του.Η ζωή του πια έχει τον αέρα της ζωής ενός άρχοντα. Θρέφει άλογα, κάνει ιππασία, ταξιδεύει, ερωτοτροπεί...δέχεται. Απ'το αρχοντικό του ,στην οδό Φιλελλήνων ,περνά ο πιο διαλεχτός, σε κοινωνική σειρά και μόρφωση, κόσμος της Αθήνας.
Η Αθήνα, μικρή πολιτεία τότε, είναι ο τόπος που ο Ροίδης περνά μια πολύ όμορφη και άνετη ζωή..."συνοδεύει", μετά την παράσταση, πριμαντόνες και μπαλλαρίνες, περνώντας ευχάριστα. Τα κοσμικά ζαχαροπλαστεία....της "κυρίας Ρομπέρ" και "η ωραία Ελλάς" γίνονται τα στέκια του κι ύστερα τα βιβλιοπωλεία του Νάκη, του Περή...λίγο κουτσομπολιό καλοπροαίρετο, ή μη, περίπατοι καλοκαιρινοί και χειμωνιάτικοι...Νέο Φάληρο, Αμπελόκηποι, Κολοκυνθού, Πεδίο του Άρεως...όλα χαρούμενα κι όλα ξέγνοιαστα χρόνια. Αλλά σε τούτα του τα "κοσμικά" χρόνια ,είχε και τα διαβάσματά του ο Ροίδης...πάμπολλα και ποικιλότατα.
...Είχε και "σκαλαθύρματα"...γραψίματα, ιστορικοθρησκευτικές. και άλλες μελετούλες, κριτικές φιλολογικές, άρθρα σε ελληνικές και ξένες εφημερίδες...και τέλος τις καλλιτεχνικές του απασχολησεις, το φλάουτο, τα σχέδια, τις καρικατούρες του, που ομως, παρά το ταλέντο του, έμεναν πάντα ερασιτεχνικές. Θαυμαστής της Επτανησιακής Σχολής, διατηρεί γόνιμη κριτική αλληλογραφία με τον ακριβό του φίλο,τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.
Στα 1873,μέσα στη μεγαλύτερη "βράση" των "Λαυρεωτικών", της μανίας που είχε πιάσει τους Αθηναίους με τις μετοχές της Εταιρείας Λαυρίου, διάφοροι φοιτητές, μάγειροι, χρυσικοί, μπαρμπέρηδες, τσούρμο ολάκερο, κατάφεραν να του "φάνε" πάνω απ' τα τρία πέμπτα της περιουσίας του, ξέχωρα απ' τα μεγάλα προβλήματα που ακολούθησαν αυτή την καταστροφή, που επηρέασε βαθιά το χαρακτήρα του και τις ιδέες του για τον άνθρωπο και τη ζωή την ελληνική.
Λίγο αργότερα ,σημείωσε σ'έ να απ'τα τετράδιά του το φοβερό εκείνο...
"Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Βλαχία την ακρίδα, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας και η Ελλάς τους Έλληνας."
Και πραγματικά από δω και μπρός, μέχρι το τέλος της ζωής του,σ' όποιον αγώνα κι αν κάνει ο Ροίδης, πολιτικό, φιλολογικό, γλωσσικό, αισθανόμαστε ,όχι μόνο το γεννημένο σατιρικό, αλλά και τον πληγωμένο άνθρωπο, που η οικονομική του καταστροφή κι ένας άτυχος έρωτας, κάνουν ακόμα οξύτερη τη σατιρική του διάθεση.
Να και το "μεγάλο του ξεθύμασμα"!...1875...το βδομαδιάτικο, χιουμοριστικό, σατιρικό περιοδικό "Ασμοδαίος'. Γράφει με το ψευδώνυμο "θεοτούμπης" και με λογής λογής άρθρα, αρθράκια, δελτία, τις περίφημες "σκνίπες", κάνει όλο του τον πολιτικό αγώνα ενάντια στα κόμματα,στη θεσιθηρία, στους νόμους...άλλοτε αγανακτισμένα κι άλλοτε πιο μαζεμένα, απλώνει εδώ τον καυτερό, τον τσουχτερό του λόγο. Τον Ιούλιο του 1876 παύει την έκδοσή του το περιοδικό κι ο Ροίδης, αφού έχει φύγει απ' τη μέση ο μισητός Βούλγαρης κι έχει αναλάβει ο Τρικούπης,-με το ελπιδοφόρο μήνυμα της αλλαγής-κόβει κάθε δεσμό με την πολιτική.
Στο τελευταίο άρθρο του "Ασμοδαίου" γράφει..."Εν πάση λοιπόν ταπεινότητι ομολογούμεν, ότι ο πράγματι άσκοπος σήμερον "Ασμοδαίος", τότε μόνον δύναται να έχη πρακτικόν τινά σκοπόν όταν δυνηθή να στρατολογήση αναγνώστας μεταξύ της τάξεως, υπέρ ης συνηγορεί, αντί εκείνης υφ' ης αναγνώσκεται...."
Στη λογοτεχνία αχνοφαίνονται τα προμηνύματα μιας Άνοιξης ,με τους πρώτους χυμούς, που φανερώνουν ότι έρχονται "νέοι καιροί'. Όμως, μέχρι τα 1876 ,τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά στην πνευματική ζωή της Ελλάδας. Και τούτη τη χρονική στιγμή, στα 1877,ο αντιφατικός κι απρόβλεπτος Ροίδης εκφωνεί ,σε ποιητικό διαγωνισμό του "Παρνασσού' ,τον...επικήδειο της νεοελληνικής ποίησης και δηλώνει ,ότι "ποίησιν η Ελλάς δεν δύναται, επί του παρόντος ,να ελπίζη, αφού τα μεν πάτρια ήθη απηρνήθη,του δε διανοητικού βίου των νεωτέρων εθνών εισέτι δεν μετέχει, ουδέ την εμπνέουσαν τους ποιητάς αυτών νόσον του αιώνος νοσεί,την έλλειψιν δηλαδή και την δίψαν του ιδανικού. Πανταχού και πάντοτε οι ποιηταί ουδέν άλλον υπήρξαν ή κάτοπτρα πιστώς αντανακλώντα τα αισθήματα των συγχρόνων, καθότι ποιητής είναι αδύνατον να γεννηθεί εκτός μιας οιασδήποτε περιρρεούσης αυτόν ποιητικής ατμοσφαίρας..."Με άλλα λόγια...νεοελληνική ποίηση δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί αυτή είναι καθρέφτης της κοινωνίας, που έχει χάσει τη σύνδεσή της με τις παραδοσιακές αξίες, έχει αρνηθεί τη συνέχεια του λαικού πολιτισμού και της εθνικής της ιστορίας. αποζητά με μανία τον υλικό πλούτο και την κοινωνική προβολή, με το βλέμμα στραμμένο σε μιαν Ευρώπη, που δεν μπορεί να πλησιάσει, από πεποίθηση ή ανικανότητα να νιώσει τη μεγάλη πολιτιστική συνεισφορά, σε επίπεδο φιλοσοφίας, αισθητικής και κριτικής.
Έτσι ,την αδύναμη ποιητική παραγωγή την παρακολουθεί μια ισάξια αδύναμη κριτική..."Ο ποιητής πρέπει να ομοιάζει την δρυν, ήτις όσον υψηλότερα αίρει την κεφαλήν προς τον ουρανόν, τόσον βαθύτερον βυθίζει την ρίζαν εις την γην".
...Κι όπως ήταν φυσικό ,οι αντιδράσεις ,σε οξυμμένο τόνο και με πικρόχολα σχόλια, ήταν τόσο έντονες, που ξεκίνησε μια τεράστια συζήτηση, στο όριο της διαμάχης, μεταξύ Ροίδη και Αγγ. Βλάχου συγκεκριμένα. Τελικά η πολεμική αυτή αναμέτρηση, η μεταξύ δύο αντιλήψεων περί ποίησης, οδήγησε στην αλλαγή κατεύθυνσης της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Όλα αυτά, αυτή η...συζήτηση, περί του αν ο ποιητής γεννιέται ή γίνεται,σε σύνδεση με τις έννοιες της φυλής, του έθνους, των ιδανικών, του περιβάλλοντος...η περίφημη "περιρρέουσα ατμόσφαιρα" του Ροίδη, όπως και ο προβληματισμός για το ρόλο της κριτικής, φαντάζουν σήμερα τόσο επίκαιρα, όσο ποτέ. Απ' αυτήν τη μεγάλη, ωστόσο γόνιμη διαμάχη, γεννήθηκε η νέα λογοτεχνική γενιά του 1880,άσχετα απ'τις αντιφάσεις του Ροίδη σε κάποιες "συνιστώσες" της.
Κι ετούτη η "έρις", που βάσταξε πάνω από ένα χρόνο, έδωσε αφορμή στο Ροίδη να γράψει τις δύο πιο σημαντικές κριτικές του μελέτες,,, "Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής "και ' Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως", που τον καθιέρωσαν οριστικά σαν...το 'μεγάλο κριτικό' της λογοτεχνίας μας. Κι έβγαινε τώρα αληθινός και σωστός ο λόγος του Κοραή....ότι "τα αχώριστα από την ανθρωπίνην φύσιν πάθη, τότε μάλιστα βράζουν και ταράσσονται, ότε μεταβαίνουν οι άνθρωποι από παλαιάν εις νέαν κατάστασιν".
Θ' αργήσει κάμποσο ν'ανακατωθεί σ'άλλον αγώνα ο Ροίδης...κι ο αγώνας του ο "γλωσσικός",στα1885,,με τον πρόλογο των "Παρέργων" κι ακόμα πιο έντονα, στα 1893,με τη δημοσίευση των "Ειδώλων ",θα είναι ο τελευταίος της ζωής του.
Κάποια χρόνια πριν, στα 1880 ,είχε διοριστεί "έφορος' της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που του στοίχισε πολλούς κόπους και έγνοιες, με αρκετά και μεγάλα διαλείμματα. Ωστόσο, τη φιλολογική του παραγωγή δεν την έχει ακόμα πυκνώσει, κάτι που θα συμβεί στη δεκαετία 1890-1900.
Στον πρόλογο των "Παρέργων",αναλυτικά και έντονα, ιστορεί το δράμα του έλληνα λογοτέχνη, του υποχρεωμένου να μεταχειρίζεται ένα γλωσσικό όργανο, όπου άλλη γλώσσα εκφράζει τα διανοήματα κι άλλη τα αισθήματα, θεωρώντας "συμφορά" μεγάλη τη διγλωσσία...μία γλώσσα των λογίων και μία του λαού. Κι είναι μεγάλη καταδίκη οι ίδιοι οι άνθρωποι ,που έχουν μια γλώσσα ολοζώντανη, να γράφουν και να μιλούν σε κάθε επίσημο μέρος μια γλώσσα, που αδυνατεί να εκφράσει πάθη και αισθήματα.
Τούτη η διγλωσσία είναι "πνίξιμο στα σπάργανά της" κι είναι αδύνατο να τρανέψει και να μεστώσει η φιλολογία ,όσο δεν ανταμώνουν ομιλούμενη και γραπτή γλώσσα.
Το θεμελιώδη νόμο της "αισθητικής επιστήμης", δηλαδή τη μη διχοτόμηση της προσοχής του αναγνώστη στη λέξη ,ως λέξη και ανάμεσα στην έννοια ,που παρασταίνει η λέξη, τον είχε τσαλαπατήσει βάναυσα ο ελληνικός γραπτός λόγος των αρχαιστών.
' Ετσι εγκαινιάζει το "γλωσσικό " του αγώνα ο Ροίδης και θα τον συνεχίσει ,ακόμα πιο έντονα, με την έκδοση των "Ειδώλων"...στα 1893.
Στα 1888,που φανερώνεται το "ΤΑΞΙΔΙ" του Ψυχάρη, ο Ροίδης έχει έτοιμη τη μελέτη του πάνω σ'αυτό ,που τη δημοσιεύει στην εφημερίδα 'Εστία",,μιας και οι απόψεις του ψυχάρη του ήταν γνωστές απ'τα 1886.Κι από δω και πέρα -και με τον ίδιο του το γραπτό λόγο-ο Ψυχάρης γίνεται για το Ροίδη η πιο ζωντανή σύνθεση της γλωσσικής προβληματικής του.Στα "ΕΙΔΩΛΑ' όμως, πέντε χρόνια μετά την έκδοση του "Ταξιδιού',βρίσκουμε, αναλυτικές και τεκμηριωμένες όλες τις απόψεις του Ροίδη και τις αντιθέσεις του προς τον Ψυχάρη." Γραπτή γλώσσα μας, προς το παρόν, δεν μπορεί να είναι η δημοτική, αλλά η καθαρεύουσα, ζωντανεμένη, καθαρισμένη, με τον καιρό, "από τα ασυμβίβαστα προς τον προφορικόν λόγον νεκρά στοιχεία". Οι λέξεις δύο γλωσσών μπορούν να ανακατωθούν, δεν μπορούν όμως να ανακατωθούν τα τυπικά τους. Οι γλώσσες γεννιούνται, αναπτύσσονται και πεθαίνουν με δικούς τους νόμους, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. Άλλη μια μεγάλη χάρη της νεοελληνικής ομιλουμένης είναι η ενότητά της. Υπάρχει μια δημοτική πανελλήνια, μια αληθινή "κοινή", με την οποία μπορούν να συνεννοηθούν οι Έλληνες όλων των τύπων.
Ο Ροίδης θεωρεί, οτι ο Ψυχάρης αφήνει άλυτο το πρόβλημα και πιστεύει σ' ένα είδος συνάντησης, "εις το μέσον της κλίμακος", αυτή ακριβώς που ονειρεύονταν κι ο Κοραής.
Μετά τα "Είδωλα",δεν θα απασχολήσει πια καθόλου το Ροίδη το γλωσσικό ζήτημα. 'Εχει πια κάπως προχωρημένη ηλικία κι εκείνο ,που χαρακτηρίζει την ύστερη αυτή περίοδο της ζωής του ,είναι η αίσθηση μέσα σ'ένα μόνιμο κλίμα θλίψης, που ακουμπά στον ερχομό των πικρών γηρατειών, στις οικονομικές στεναχώριες, στη βαρηκοία, που έχει γίνει πια ''κουφαμάρα", αλλά και στο βαθύ πεσσιμισμό του.
Η σωματική του πάθηση δυναμώνει και τη μισανθρωπία του...τη φυγανθρωπιά του κι αρχίζουν τα λόγια του και τα γραφτά του...να τσούζουν και να ζεματάνε, χωρίς έλεος. Η αθυμία του κι η απογοήτευσή του τον χαρακτηρίζουν πια κι είναι το φανέρωμα κι η σύνοψη όλης της φιλοσοφίας, της πείρας και της ζωής του. Ό,τι έγραφε όμως, ακόμα κι έτσι, ήταν "φιλολογικόν γεγονός'
Ο υλιστής αυτός, που υποστηρίζει πως η ύλη είναι πάνω απ'τις ιδέες, ο γεννημένος άπιστος, έχει ,από νέος, τη χειρότερη ιδέα για τον άνθρωπο και τη ζωή...ο άνθρωπος "πλάσμα ανήμερον και κτηνώδες"..."ζωή και δυστυχία ...το ίδιο πράγμα. Τα νιάτα, η ομορφιά;..."Κατέβαλε την πανδαμάτειρα ο πανδαμάτωρ, μεταβαλών εις το οικτρόν εκείνον άθροισμα ρυτίδων, επιχρισμάτων, μωρών αξιώσεων...εις αντικείμενον γέλωτος ".Κι ο έρωτας;" Μια απλή πρόσπαυσις επιδερμίδων..."Οι γυναίκες...παλιός καημός...απ' την "Πάπισσα Ιωάννα" ακόμα είχε δείξει πόσο αντιπαθούσε "το σκληρόν κι άπιστον γένος" των γυναικών ο Ροίδης...αιτία κι ένας άτυχος σφοδρός έρωτας...Διάβασμα, γράψιμο, οι "ωνητές" γυναίκες, το κουβεντολόι στο σπίτι του με φίλους και θαυμαστές...όλα τούτα ήταν αρκετά να περάσει τα τελευταία του χρόνια ο αλλόκοτος τούτος άνθρωπος. Όταν δε γράφει από ανάγκη, η σκέψη του ...απογειώνεται κι εκείνο που κυριαρχεί ,στη στερνή αυτή περίοδο της ζωής του, είναι τα διηγήματα κι οι μεταφράσεις. Όλα του τα διηγήματα ,λίγα στον αριθμό, είναι αφηγήματα πλασμένα με υλικό απ' τα παιδιάτικα κι εφηβικά του χρόνια.,,το καλύτερό του η "Ψυχολογία συριανού συζύγου".Η πτυχή της συγγραφικής προσωπικότητας του Ροίδη, η διηγηματογραφική, παραμένει αδιερεύνητη. Του έλειπε βασικά, υποστασιακά, το χάρισμα της φαντασίας, όχι σα δύναμη συνδυαστική, αλλά καθαρά δημιουργική, με το πιο πολύτιμο νόημα της λέξης. Τα "διηγήματά" του είναι ιστορήματα στην ουσία, όπου ο αφηγητής έχει χάρες ακριβές...παραμένει όμως αφηγητής..."Το ξεστούπωμα","Πανανδαμάτειρα και Πανδαμάτωρ","Τα ευτυχήματα της αρρώστιας", "Τα εφήμερα", "Η αμφίβολος ζωή", "Ιστορία μιας γάτας", "Ιστορία ενός σκύλου", "Ιστορία ενός αλόγου", όλα στην καθαρεύουσα κι ένα τρυφερό παραμύθι..."Η Μηλιά", το μόνο γραμμένο στη δημοτική, ένα παραμύθι συντρόφεμα στα παιδιά και στους μεγάλους, που νιώθουν παιδιά... Κι ύστερα, τα σπουδαία του χρονογραφήματα και διάφορα άλλα κομμάτια, που δεν ξέρεις ακριβώς σε ποιο είδος να τα κατατάξεις...όλα σχεδόν αυτοβιογραφικά, με θύμησες μαζωμένες απ' τους αμέτρητους μακρυνούς του περιπάτους.
Ρικνός, με τη ρεντιγκότα του, τη λιγάκι ξασπρισμένη και τριμμένη, με βήμα αργό, ακουμπώντας στο μπαστουνάκι του, τριγυρίζει εδώ κι εκεί, γύρω απ' το σπίτι του...κι ακόμα πιο πέρα, πάντα σ' εξοχές μοναχικές, σχεδόν απόκοσμες. Συλλογιέται τη δεινή κατάσταση της Ελλάδας, την πτώχευση του 1893,τη θέση του στη Βιβλιοθήκη, που δεν ήταν ποτέ σιγουρεμένη, τα ψυχρά και σκληρά λόγια κάποιων λογοτεχνών ,τ' αγκυλώματα του νου και του κορμιού του, το ατύχημά του με την άμαξα και τις οδυνηρές συνέπειές του με το σπάσιμο του σαγονιού του,τον άδικο χαμό του μονάκριβου αδερφού του,τις αναγκαστικές στερήσεις της αρχόντισσας μάνας του,τη διαμάχη του, που άναψε μεγάλη φωτιά στο γυναικείο "συνάφι', με τις "γράφουσες" ελληνίδες, ειδικά με την Καλιρρόη Παρρέν ,που στο τέλος τον ανάγκασε να πάρει πίσω πολλά απ'τα τσουχτερά του λόγια...και το τραγικό κορύφωμα ...τη συμφορά με τον πόλεμο του 1897.
Όλα τον ενοχλούν το Ροίδη τα τελευταία χρόνια...η πολιτική "αδηφάγον φυτόν'",οι χρηματομεσίτες κι οι τραπεζίτες "γκάνγκστερς φραγκοφορεμένοι",τα νοθευμένα τρόφιμα, οι φιλέλληνες, οι ηθογράφοι λογοτέχνες, που με το πρόσχημα ότι ζωγραφίζουν, τάχατες,τ η γνήσια χωριάτικη ζωή,με τις "γλυκανάλατες μονοτονίες" τους, μιλανε για στάνες , στρούγγες, φλογέρες ,λημέρια...και "κολλήγας λεβέντηδας και ζηλεμένας κόρας"...ο ανύπαρκτος ,γι' αυτόν,πολιτισμός...όλα...
...Αστός ριζοσπάστης, από πάντα του, δεν ξεχνά ο Ροίδης κι έναν άλλο, παλιό του εχθρό...τη θρησκεία, που τώρα μάλιστα, με μια διάθεση σοσιαλιστική σχεδόν, την παρουσιάζει σα φύλακα-άμισθο-των προνομίων και των χρημάτων των πλουσίων. Θρησκεία όμως δεν είναι μόνο η εκκλησία και οι λειτουργοί της, είναι, προπάντων, το βαθύ εκείνο αίσθημα, που δίνει νόημα στέρεο, αληθινό, σ' όλη τη ζωή...η πίστη. Και τώρα που ζυγώνει το τέλος του "ΣΥΜΠΟΣΊΟΥ", αισθάνεται ο Ροίδης ,ότι δεν του λείπει μονάχα "το αρχαίον μάννα της πίστεως", που δεν μπόρεσε να το αντικαταστήσει "ο ξηρός άρτος της επιστήμης", αλλά κάθε πίστη, που ο ίδιος άλλωστε θεωρεί πως "οιαδήποτε πίστις εις οιονδήποτε πράγμα είναι άκαμπτος πανοπλία ,ήτις διατηρεί τον άνθρωπον ορθόν, καίτοι πληγωμένον".
Παρόξυνση της απιστίας του είναι κι ένα απ' τα τελευταία του άρθρα..."Διατί δεν έχει η σημερινή Ελλάς φιλολογίαν",ό,τι πιο αρνητικό κι άδικο, ακόμα και για τον ίδιο, έγραψε...στο ξεχείλισμα πια της πικρής του γλώσσας.
Ο κύκλος της ζωής του όλο και συμμαζεύεται και κλείνεται στο σπίτι του, όχι πια στην οδό Φιλελλήνων, με τη συντροφιά της πάντα καρτερικής και κεφάτης,παρ'όλα της τα γεράματα, μητέρας του και ακόμα δυό συντρόφων...όλοι τον έχουν αποξεχάσει.
Σιδερένια υγεία δεν είχε ποτέ του ο Ροίδης ...οι δυνάμεις του τον αφήνουν μέρα με τη μέρα. Το τέλος ξαφνικό, αναπάντεχο...καρδιακή προσβολή...7 Γενάρη στα 1904...,στα 68 του χρόνια.
Τα ψηφίσματα, οι λόγοι ,τα συλλυπητήρια γράμματα έκαναν το γύρο τους δυο-τρεις μέρες, γύρω απ' τ' άψυχο κορμί ...ο μάταιος θόρυβος ,που γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις...
Αλλ' εκείνου η τυραγνισμένη ψυχή ,εκεί που τον κατάκαιγε μια στυγνή, ψυχρή κι αλύγιστη λογική, είχε φύγει πια μακρυά...ΚΙ ΕΔΩ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΕ...ΛΙΓΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ...
''Σήμερον απεδήμησεν εις τας αιωνίους Μονάς ο Μέγας άνθρωπος των ελληνικών Γραμμάτων, προγεγραμμένος του ιερατείου, για την ελευθεροφροσύνη του και το ανεξάρτητο και αντιδογματικό του πνεύμα ,συγγραφέας της "Πάπισσας Ιωάννας" ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ.
Κάτοχος, όσο λίγοι ,της παγκόσμιας φιλολογικής παραγωγής, εξαιρετικός στυλίστας της καθαρεύουσας, πνεύμα καλλιεργημένο και πλατύτατα εγκυκλοπαιδικό, στυγνά ορθολογιστής και βαθύτατα ειρωνικός, αριστοκρατικός στις προτιμήσεις του, εργαστηριακός ως προς τον τρόπο της δημιουργικής λογοτεχνικής του δουλειάς, αποκομμένος από το πλήθος και διατηρώντας αμείλικτη κριτική στάση απέναντι στα νεοελληνικά προβλήματα, καλλιέργησε σ' ολόκληρη την φιλολογική του ζωή το πάθος να γκρεμίζει με την περίτεχνη κακεντρέχειά του. Μυκτηρίζοντας κοινωνικές καταστάσεις, φιλολογικές σχολές και πρόσωπα, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στα νεοελληνικά γράμματα και υπήρξε ο κύριος πρόδρομος της φιλολογικής μας αναγέννησης. Το έργο του λιγοστό, γεμάτο από φιλολογικές απηχήσεις των μεγάλων ευρωπαικών υπογραφών, καταλυτικό και εποικοδομητικό ,στάθηκε η πρώτη "πετριά' στα φιλολογικά βαλτόνερα του ρομαντισμού, το πρώτο ρασιοναλιστικό χτύπημα στη γλυκερότητα και τον πεισιθανατισμό, κατ' εξοχήν αντιδιανοητικά στοιχεία, που δυνάστευαν τη λογοτεχνική ζωή της μικρής μας πρωτεύουσας..."
Σ'αυτές τις αράδες, τις δημοσιευμένες σε εφημερίδα της εποχής, κλείνεται "ο μεγάλος άνθρωπος των ελληνικών γραμμάτων που διάλεξε την "άρνηση και το γκρέμισμα", σα στάση της ζωής του και που τον ακολουθεί ,σαν ηχώ, απ'το κατάβαθο του αρχιπελάγους ,ο στίχος του ποιητή του μεσοπολέμου Θανάση Κυριαζή..ισως πικραμένος απ΄ τα λόγια ...του Μανώλη της Σύρας ,της ακούραστης "μέλισσας",απ' όπου τρύγησε ,στα χρυσά χρόνια της εφηβείας του το αρχοντόπουλο με τις ρίζες τις χιώτικες,το μυρωδάτο ανθό της αφροντισιάς και της ευτυχίας.
''Να μου μιλήσεις, άνθρωπε. Θ' ακούσω και θα κρίνω.
Μα βλέπω λάζο πως βαστάς, ενώ μπορούσες κρίνο!''
Ο ...ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΡΟΙΔΗΣ...ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΑ.
Κάπου στα 15 μου χρόνια έπεσε ξαφνικά στα πόδια μου απ΄ την πατρική βιβλιοθήκη, που πάλευα να...ξεσκονίσω, ένα βιβλίο, κάπως παλιό, κάπως παρατημένο για καιρό...η "Πάπισσα Ιωάννα"...ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΊΔΗΣ ο συγγραφέας της...δεν τον ήξερα. Μαζεύτηκα στη γωνιά μου κι άρχισα να διαβάζω ,με μεγάλη περιέργεια. Όμως, γρήγορα κουράστηκα απ' τον τεράστιο πρόλογο, τα πολλά και μπερδεμένα ονόματα και τη δυσκολία της γλώσσας...το παράτησα και το ξέχασα.
Πέντε χρόνια αργότερα, καθισμένη στα χαμηλά έδρανα της αίθουσας "Παππαρηγόπουλου" της Φιλοσοφικής Σχολής...εκεί στην οδό Σίνα, άκουγα αποσβολωμένη, όπως όλοι άλλωστε, το μεγάλο δάσκαλο της Φιλοσοφίας Ευάγγελο Μουτσόπουλο, το γνωστό σαν "φιλόσοφο της καιρικότητας', να μιλάει για κάποια ρεύματα φιλοσοφικά, όπως υλισμό, θετικισμό, βιταλισμό...και ν' αναφέρεται στο συγγραφέα της "Πάπισσας'', το Ροίδη, αναλύοντας, με το γνωστό του πάθος, τις φιλοσοφικές συνιστώσες του έργου του μεγάλου λογοτέχνη.
Γυρίζοντας στο σπίτι, αναζήτησα εκείνο το αποξεχασμένο βιβλίο κι άρχισα με λαχτάρα να το διαβάζω, με πολλές ενοχές, φέρνοντας στο νου μου τα λόγια του δασκάλου...ότι το έργο αυτό αποτελεί "μνημείο" στα ελληνικά γράμματα. Τώρα πια δε με δυσκόλευε ούτε η γλώσσα, ούτε η ιστορία η μεσαιωνική, ούτε τα νοήματα.
Όλο κείνο το βράδυ το πέρασα παλεύοντας να...ξαναζήσω το μύθο τον αλλόκοτο κείνης της κοπελιάς...της Ιωάνννας και το μεγάλο της έρωτα με το καλογαιροπαίδι...το Φρουμέντιο.
Πέρασαν από τότε πολλά πολλά χρόνια ...κι η ψυχή μου τώρα ένιωσε την ανάγκη να γράψει γι' αυτόν τον άνθρωπο των Γραμμάτων μας ...και να... οι παρακάτω γραμμές...συμπύκνωμα της σκέψης μου.
Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ είναι ο πιο πνευματώδης εκπρόσωπος της σάτιρας κι ο "εκλεκτός", σε παραλληλία με την είσοδο των νέων επιστημονικών γνώσεων στη λογοτεχνία, όπως και τις άλλες κοινωνικές του αντιδράσεις ,στο τελείωμα του προπερασμένου αιώνα. Είναι ενήμερος των εξελίξεων στην επιστήμη και τη φιλοσοφία. Μαθαίνει τα νέα της Εσπερίας, εγκολπώνεται κάποια απ' αυτά, διαφωνεί, αποδέχεται, απορρίπτει, αναζητά, μελετά επίμονα και βαθιά. Προσπαθεί να διαλέξει μέσες λύσεις και αμφιταλαντεύεται.
Θα δεχθεί τον υλισμό...την επικράτηση της ύλης πάνω στο πνεύμα κι ότι η ζωή προκύπτει από πολύπλοκες φυσικο-χημικές διεργασίες... και θ' απομακρυνθεί απ' αυτόν, θ' ακουμπήσει το θετικισμό...το δόγμα το φιλοσοφικό πως μία πρόταση, ή ένας φυσικός νόμος αληθεύει, μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος και δίνει έμμεσα ,αλλά αληθινά συμπεράσματα. Καθετί υπερβατικό, μεταφυσικό, κάθε εικασία σχετική με τη φύση της πραγματικότητας, ασύλληπτα κι ανύπαρκτα για τη νόηση, είναι απόλυτα μη αποδεκτά. Η γνώση βασίζεται στα θετικά στοιχεία της εμπειρίας, στον εμπειρισμό, όπου η παρατήρηση κι η μέτρηση αποτελούν τον πυρήνα κάθε επιστημονικής προσπάθειας. Βαθύς γνώστης της φιλοσοφίας όμως, θυμάται, κάπου κάπου, τις ρίζες της θεωρίας, που βρίσκονται στους αρχαίους στοχαστές...τον Πυθαγόρα, τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς, πως υπάρχει μια" ζωτική αρχή", διακριτή απ' τις φυσικές δυνάμεις και εξηγεί τη ζωή (Βιταλισμός-vita-ζωή).
Στο τέλος όμως, θα γίνει εμμονικός αρνητής των πάντων. Στο παραπάνω πλαίσιο ,θ' ασπαστεί νεότερες ανακαλύψεις για τον εγκέφαλο και θ' αποδώσει το γλωσσικό ζήτημα στις φυσικές επιστήμες. Θα επιχειρηματολογήσει με πάθος υπέρ της καθιέρωσης της δημοτικής ,αλλά ο ίδιος θα "διακονήσει" την καθαρεύουσα.
Φανατικός υπέρμαχος των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων, θα τροφοδοτήσει μ' αυτές τη σάτιρα και την πολεμική του, με την ικανότητα μιας πραγματικής ιδιοφυίας.
Μια σύνθεση πολλαπλών κι αντιθετικών στοιχείων, όπου η "θέση" μέσα σε μια στυγνή "άρνηση", η σάτιρα κι η κριτική σκέψη συνυπάρχουν, με μια αίσθηση...σχεδόν δαιμονική. Παραδοξολογεί με επιμονή, τον ενδιαφέρει η υπεράσπιση κάθε υπόθεσης ,που μπορεί να συντελέσει στη διαμόρφωση μιας νεας συνείδησης στον κόσμο των Γραμμάτων. Βρίσκεται στο πλευρό του Παλαμά και των άλλων αναμορφωτών της δεκαετίας του 1880.
...Και το ύφος του Ροίδη; Μα τι άλλο από ...μια παρομοίωση..."Επροσπάθησα να εξορκίσω τα χάσματα...περιβάλλων εκάστην ιδέαν δι' εικόνος, στολίζων δια θυσσάνων, κροσσίων και κωδωνίσκων, ως ποδιάν Ισπανής χορευτρίας..."
Η στρατηγική της γραφής του επιβάλλει να χρησιμοποιείται ως "ανθυπνωτικόν φάρμακον κατά της απαθείας του Έλληνος αναγνώστου ένα σύνολο από τεχνάσματα γλωσσικά, που ενεργούν ωσάν χτυπήματα της κεφαλής δια ξηράς κολοκύνθης..."Αυτή είναι η σατιρική οπτική του Ροίδη.
Τον κατηγόρησαν για ολιγογραφία, δυστοκία, τελειομανία, περιορισμένη φαντασία...Κι όμως, ο Ροίδης έγραψε και δημοσίευσε επώνυμα, ανώνυμα και ψευδώνυμα πολύ περισσότερα ,απ'ό,τι περιέχονται στα "'Απαντά" του. Το βασικότερο στοιχείο, για το οποίο ξεχωρίζουν τα πεζά του Ροίδη είναι η γλωσσική τέχνη. το ιδιαίτερο και μοναδικό της ύφος, οι λεπτοδουλεμένες φράσεις, η απαράμιλλη ικανότητά του να δημιουργεί μεγάλες ενότητες, με εύφορη διάθεση ,που προκαλείται απ'τα δηλητηριώδη βέλη της σάτιράς του., αλλά κι απ' τους αστραπιαίους εύστοχους συνειρμούς του.
Ο Ροίδης δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα παιδί...ένα μεγάλο παιδί ,που λαχταρούσε τις οπτασίες των παιδικών του χρόνων.Κι όσο πιο απόμακρη ένιωθε την παιδιάτικη αγνότητα, τόσο λαχταρούσε να ψηλαφήσει και το πιο αχνό λείψανό της, να σκύψει ακόμα μια φορά στην ανάβρα της τη μαγική ,απ'όπου πρόσμενε την πνοή ,ως την ύστερη ώρα, την πιο αγαλλιασμένη δροσούλα φερμένη ,με το μαιστράλι, απ'τις ανθοβολιές κείνου του ανθόκηπου της λατρεμένης του Σύρας...του φωτερού ,του καρπερού, του γιομάτου απ' τους χυμούς τους αστήρευτους της μοναδικής του ψυχής.
"Στον κήπο μου γελούσανε τα ρόδα, οι μενεξέδες κάτου από πέπλους μου έστελναν δροσοχαιρετισμούς.
Και πέρασα.Οι αμύριστοι στοχαστικοί πανσέδες με κοίταζαν ασάλευτοι. Και στάθηκα σ' αυτούς..."- (ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ).
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ.1.Εμ.Ροίδου έργα, εκδόσεις ΦΕΞΗ.2.Οι αφορισμένοι και το κατεστημένο, εκδόσεις ΜΠΟΥΖΑ.3."Η Πάπισσα Ιωάννα', εκδόσεις ΜΠΟΥΖΑ.
4.Τα αγαπημένα μου διηγήματα, εκδόσεις ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΗ.5.ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ, Βασική Βιβλιοθήκη, εκδόσεις ΑΕΤΟΣ.6.Εγκυκλοπαιδικό λεξικό "ΗΛΊΟΥ"
7."Η εκκλησία, η Πάπισσα, ο Ροίδης-Άλκης Αγγέλου, εκδόσεις ΕΠΟΧΕΣ.8.ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ, Α. ΑΝΔΡΕΆΔΗΣ, εκδόσεις ΦΕΞΗ.9.Ο ΕΜ.ΡΟΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΗ, Θ. Καραβάτος, εκδόσεις ΣΥΝΑΨΕΙΣ.10.Νεοελληνική βιβλιοθήκη, ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΣΤΑ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΟΥΡΑΝΗ.11.ΙΣΤΟΡΙΆ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ,Ν.ΜΠΙΝΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου