Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου
Ἐδῶ καί καιρό βρίσκεται σέ ἐξέλιξη μιά συζήτηση πού ἀφορᾶ τό ἐρώτημα ἂν στίς σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες ἡ θρησκεία ἀνήκει στήν ἰδιωτική σφαίρα ἢ ἂν ἡ θέση της εἶναι στό δημόσιο χῶρο. Πρόκειται γιά διεθνή συζήτηση δύσκολη, πού τίθεται μέ διαφορετικούς ὃρους στόν δυτικό κόσμο καί μέ ἂλλους στά καθ’ ἡμᾶς, ἀλλά μέ κοινούς παρονομαστές.
Ἡ ὑπόθεση ὃτι ἡ θρησκευτική πίστη εἶναι ἰδιωτική ὑπόθεση καί μόνο, καί ὃτι συνεπῶς δέν πρέπει νά ἒχει λόγο ἐκεῖ πού διαμορφώνονται οἱ προσανατολισμοί τῆς κοινωνίας ὡς κοινότητας, ἀναπτύχθηκε στήν Εὐρώπη ὡς βασική θέση τοῦ μαχητικοῦ ἀντιθρησκευτικοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὁ ἐκκλησιαστικός δεσποτισμός πού προηγήθηκε στήν Γηραιά Ἢπειρο, ἒχει σοβαρό λόγο γέννησης αὐτῆς τῆς ἀξίωσης.
Στήν Ἑλλάδα ἡ ἂποψη τοῦ στριμώγματος τῆς Θρησκείας στόν ἰδιωτικό χῶρο ἐμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα, μέ πιό ἀπαιτητικό τρόπο πού προσδιορίζεται γενεαλογικά μετά τήν μεταπολίτευση, βασισμένη στήν ἂποψη ὃτι ὁ Δημόσιος χῶρος εἶναι κρατικός ὁργανισμός.
Ὁ Δημόσιος χῶρος εἶναι τό πεδίο ὃπου ζυμώνεται ἡ κοινωνία, ὃπου κυκλοφοροῦν, διασταυρώνονται, ἐκτίθενται συζητοῦν καί λογοδοτοῦν οἱ προτάσεις νοηματοδότησης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Κάθε ὀπτική ἡ ὁποία ἐμπνέει στάσεις ζωῆς, ὂχι μόνο δικαιοῦται, ἀλλά ὀφείλει νά βρίσκεται ἐκεῖ, στό φῶς καί στήν βάσανο τοῦ κοινοῦ βίου -ἂν φυσικά συνεχίζουμε νά μιλάμε γιά κοινωνία καί ὂχι γιά κονιορτό! Αὐτό σημαίνει ὃτι κομίζεις τήν ἀλήθειά σου σέ μια συνάντηση, γιατί ὂχι σέ μια ἀναμέτρηση, σέ ἒναν διάλογο, διατυπώνοντάς την σέ γλώσσα κοινή στούς ἑταίρους αὐτοῦ τοῦ γεγονότος.
Εἶναι διαφορετικό πρᾶγμα ἀπό τήν κρατικοποίηση μιᾶς θρησκείας καί ἀπό τήν ἐρωτοτροποῦσα μέ τόν ὁλοκληρωτισμό πεποίθηση ὃτι ἐκκλησιαστική κοινότητα καί ἐν γένει κοινωνία αὐτομάτως συμπίπτουν ἢ ὑποχρεοῦνται νά συμπίπτουν. Καί ὁπωσδήποτε εἶναι διαφορετικό πρᾶγμα ἀπό τό φαινόμενο στό ὁποῖο ἒχουμε ἀναφερθεῖ κατά καιρούς, νά εἰσέρχεται ἓνας ἐκκλησιαστικός ταγός στόν δημόσιο χῶρο ἐπικαλούμενος τήν Δημοκρατία προκειμένου νά ἐκφέρει δημόσιο λόγο, ἀλλά ἐνδόμυχα νά τήν μισεῖ καί νά εὒχεται τήν κατάλυσή της προκειμένου νά φιμωθοῦν ὃλοι οἱ ἂλλοι. Ἀλλά ἂν ἀπό τήν μιά διάφοροι ἐκκλησιαστικοί ἂνθρωποι διακρίνονται γι’ αὐτήν τήν θεμελιώδη ἀνικανότητα κατανόησης τοῦ δημόσιου χώρου, ἀπό τήν ἂλλη οἱ ἀντιθρησκευτικοί θιασῶτες τῆς ἰδιωτικοποίησης τῆς θρησκείας οὐδαμῶς ὑστεροῦν σέ ἐπιδόσεις περί αὐτήν τήν ἀνικανόητα. Στήν πλειονότητα τους ζοῦν μιά προηγούμενη ἱστορική φάση, ὑπό τήν ἒννοια ὃτι δέν παρακολουθοῦν τούς τρέχοντες προβληματισμούς στήν διεθνή συγκυρία, ἡ ὁποία βρίσκει τόν θρησκευτικό προβληματισμό στό προσκήνιο σοβαρῶν συζητήσεων.
Δειλά δειλά σήμερα προβάλλεται ἀπό προχωρημένης σκέψης θεολόγους ὃτι ἡ Θρησκεία δέν εἶναι μιά ἐπιλογή προσωπική, δηλαδή περίκλειστη στήν ἰδιωτική σφαίρα, ἀλλά πρόκειται γιά ὑπόθεση πού ἀφορᾶ τόν δημόσιο χῶρο. Αὐτό σημαίνει ὃτι θρησκευτική ταυτότητα εἶναι κατά πρῶτον ζήτημα προσωπικό, ἀλλά αὐτόχρημα διαποτίζει τήν δημόσια σφαίρα, μέ τό πιό σπουδαῖο τήν ἒμπνευση στάσεων ζωῆς τοῦ ἀνθρώπινου-ὑποκειμένου στόν συλλογικό βίο καί διαμορφώνει ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήματα πού ἀφοροῦν τόν προσανατολισμό τῆς κοινωνίας.
Φυσικά εἶναι γνωστό ὃτι κάθε θρησκευτική ταυτότητα διαθέτει ἢ ἐπιβάλλει, ἂν θέλετε, τά δικά της κριτήρια τό δικό της ἦθος,. Ἒτσι ἐξηγεῖται ἡ συνάντησή μας μέ πλῆθος ταυτοτήτων φωτεινῶν καί σκοτεινῶν, τῆς προκοπῆς καί τῆς καταστροφῆς. Ὃπως καί νά ἒχει πάντως στήν χριστιανική ὀπτική, ἡ παρουσία τῆς πίστης στόν δημόσιο χῶρο δέν παραχωρεῖ τήν ἐλάχιστη θέση στήν θεοκρατία, ἢ τήν μετατροπή τῆς Ἐκκλησίας σέ κρατικό βραχίονα. Πρόκειται γιά συμμετοχή στίς διαβουλεύσεις τῆς κοινωνίας, μέ γλώσσα ἡ ὁποία δίνει μέν μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς ὀπτικῆς, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι καί ἡ κοινή γλώσσα τῆς κοινωνίας.
Κυρίαρχο χαρακτηριστικό τοῦ Δυτικοῦ δημόσιου χώρου εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση. Μιά ὑπενθύμιση: Ὁ ὃρος ἐκκοσμίευση φέρει ἂλλο νόημα θεολογικά καί ἂλλο κοινωνιολογικά. Θεολογικά σημαίνει ἡ ἀπώλεια τῆς Ἐκκλησίας τῶν Εὐαγγελικῶν κριτηρίων, αὐτά μέ τά ὁποῖα ὀφείλει νά μεταμορφώνει τόν κόσμο. Κοινωνιολογικά ἐκκοσμίευση σημαίνει τό νά μή διέπεται στό ἐλάχιστο ἡ κοινωνία ἀπό κάποια θρησκευτική πίστη, καί ἡ πολιτεία νά μήν δομεῖται στήν βάση θρησκευτικῶν κανόνων. Ἡ πορεία τῆς ἐκκοσμίκευσης ἒχει ὑπάρξει πολυειδής, ἀπό ἀνοχή πρός τήν θρησκεία μέχρι στρίμωγμά της στήν ἰδιώτευση ἢ καί ἐχθρότητα ἀπέναντί της. Σέ αὐτό τό σκηνικό ὡστόσο ἒχει ἰδιαίτερη σημασία ἡ εἲσοδος δύο τάσεων:
Πρώτη τάση ἡ κατάθεση τῆς πεποίθησης, διανοητῶν, πολιτικῶν ἐπιστημόνων, (ἂθεοι οἱ περισσότεροι) ὃτι ἡ θρησκεία, ἰδιαίτερα ἡ χριστιανική, εἶναι σημαντικό κομμάτι, ἂν ὂχι τό σημαντικότερο τῆς ἀνθρώπινης ὓπαρξης καί καθόλου ἀμελητέα συνιστῶσα τοῦ δημόσιου χώρου. Ἡ θρησκεία δηλαδή κρατᾶ στήν κονωνία ἐναργῆ τήν πολύτιμη αἲσθηση ὃτι κάτι λείπει. (ἐνδεικτικά Ernst Bloch, & Th,W. Adorno Κάτι λείπει. Μτφρ. Α. Στέφανος Ροζάνης Ἒρασμος Ἀθήνα, σ.31).
Δέν ἀμφισβητεῖται πλέον ὃτι στίς ἡμέρες μας συμβαίνει ἐπιθετικά ἡ παγκοσμιοποίηση τοῦ Καπιταλισμοῦ ἀλλά καί τῶν ἀξιῶν τοῦ φιλελεύθερου δικαιωματισμοῦ, σέ συνδυασμό μέ τήν ὀξείδωση τῆς ἐθνοκρατικῆς βάσης γιά τήν συνοχή τῶν δημοκρατικῶν κοινωνιῶν καί τήν ἀνάδυση νέων ἰσχυρῶν φανατικῶν ἰσλαμιστικῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων. Τό φαινόμενο τῶν ταλιμπάν, ἡ ἰσλαμική δημοκρατία στό Ἰράν, ἀλλά και ἡ ἰσλαμική συμπάγεια ἐντός τῶν πολυπολιτισμικῶν κοινωνιῶν
Οἱ καθηγητές στήν Κοινωνιολογική Σχολή τοῦ Στρασβούργου, ἐκεῖ στήν δεκαετία τοῦ’70, ἀναφανδόν ὑποστήριζαν, τήν ἀναπόδραστη κατίσχυση τῆς ἐκκοσμίκευσης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία προϊούσης τῆς κοινωνικῆς-κοσμικῆς προόδου, ὄχι μόνο θά ὐφίστατο συρρίκνωση τῆς θρησκείας ἀλλά καί ὁ,τιδήποτε θρησκευτικό θά ἀποσυρόταν στό περιθώριο τῆς δημόσιας ζωῆς, κάτι πού θά συνέβαλλε στήν περαιτέρω πρόοδο τῆς Οἰκουμένης.
Σήμερα προσωπικά ἐκτιμῶ πώς στήν πραγματικότητα ἡ θρησκεία δέν ἒχει ἀπουσιάσει ποτέ ἀπό κανένα δημόσιο χῶρο, ἦταν, εἶναι καί θά παραμείνει παροῦσα μέ τόν ἓνα ἢ τόν ἂλλο τρόπο.
Σέ πλήρη σχεδόν ἀντίθεση μέ τά παραπάνω, στήν πατρίδα μας ὁ κυρίαρχος λόγος πολιτικῶν, δημοσιογράφων καί διανοουμένων έξακολουθεῖ σέ μεγάλο βαθμό νά ἐμπνέεται ἀπό τό παρελθόν, μέ βάση κυρίως τό γαλλικό μοντέλο ἐπιθετικοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν κοινωνία καί τό κράτος, καί νά προωθεῖ ἰδεολογικά καί θεσμικά τήν ἐκκοσμίκευση, παρουσιάζοντας μάλιστα κάτι τέτοιο ὡς περίπου συνώνυμο τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καί ἐκδημοκρατισμοῦ τῆς Χώρας, μέ σύσσωμο τόν ἱστορικό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας νά διαφωνεῖ, τασσομένη κατά.
Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὃμως ὃτι ἡ ἐκκοσμίκευση προέκυψε ὡς λύση γιά τά προβλήματα μιᾶς ἂλλης ἐποχῆς, καί προφανῶς δέν μποροῦμε νά ἀντιμετωπίσουμε τίς προκλήσεις τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος ἀντιγράφοντας λύσεις τοῦ παρελθόντος. Στούς χρόνους τῆς μετα-εκκοσμίκευσης χρειαζόμαστε μιά νέα συμφωνία, πού θά φέρνει διαρκῶς σέ γόνιμο καί δημιουργικό διάλογο τήν χριστιανική παράδοση μέ τήν μετα-νεωτερικότητα. Φαίνεται ότι εἶναι πλέον καιρός νά ξανασκεφτοῦμε και νά ξανασυζητήσουμε τό ζήτημα μέ νέους, καλύτερους ὃρους. Μήν μᾶς διαφεύγει ὃτι ἡ τότε Εὐρώπη δέν ἀντιμετώπιζε τήν ἀθρόα ἀνεξέλεγκτη εἰσβολή λαῶν μουσουλμανικῆς παιδείας, μέ ἒντονη τήν ἐπιθετική τακτική ἐπιβολῆς τους.