της Ελισάβετ Δ. Δημοπούλου
" Δεν είναι για χαροκοπιές και για τα πανηγύρια
οι φουστανέλες, τ' άρματα, η φέρμελη η χρυσή .
Τ' άγιασε το αίμα κι η φωτιά,
φέρτε λιβανιστήρια, τάχτε τους στα κονίσματα
κι ανάφτε τους κερί... "
( " Το πανηγύρι του ψαρά " - ΚΑΗΜΟΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ).
" Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς, που είχε τη μανία να ζωγραφίζει.
Τον έλεγαν Θεόφιλο.
Τα " πινελέλια " του και τις " μπογιούδες" του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, κει δα ολόιδια που
οι λεβεντογεννημένοι του πρόγονοι έθεταν μ' ευλάβεια πρωτεική τις πιστόλες και τις μαχαίρες τους. Και κείνους τους μαχητές, πότε με τη λερή, πότε με το λευκούργημα, της θέρμης του λογισμού του, φουστανέλας, τους ιστορούσε σε κάθε γωνιά, σε κάθε ντουβάρι κι αποντούβαρο ... σε κάθε σανίδι κι αποσάνιδο, με το λιανό του το χεράκι και την καθάρια ψυχούλα του " σοφού -τρελού ", την παραδομένη στ' ανόθευτο όνειρο μιας Ρωμιοσύνης αγιασμένης κι ανάλγευτης στην κακία του κόσμου ετούτου... σε κάθε κακία, κει που η παυσόλυπη, αγγελόχτιστη Παναγιά μαντηλούσα, με λαιλαπίζουσα την κεφαλοδεσιά της στον τόπο και το χρόνο και με την αγκάλη ορθάνοιχτη, παράστεκε, αντάμα με την γλαυκομάτα Παλλάδα, το δίκιο για τη λευτεριά τούτου του βραχολίβαδου, που το καματίζει και το καταγλυκάζει ολοχρονίς ο αμαξηλάτης της ζωής,
" ο ήλιος, ο παντήλιος "... ο παντελεήμονας.
( Μια ιδέα παρμένη απ' το ταπεινό πόνημα της τρυφερής νιότης μου " Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ "... ΤΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΛΕΣΒΙΑΚΗΣ ΓΗΣ.)
ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΓΥΜΝΩΣΙΑ.
Στην αρχή έγινε φως κι αχνοφάνηκε, στο μέλλοντα χρόνο, ένα δάκρυ αγέννητο ακόμα στου ματιού την άκρια. Και πέρασε καιρός... μάλλον πολύς... κι η ιαχή της λάμψης της φωτερής αρχίνησε να παίρνει κίνηση, ράθυμη, τελετουργική σ' έναν ρυθμό ανέγνωρο κι ύστερα να καταφαντάζεται κι άλλη...κι άλλη λαμπηδόνα, αρπαγμένη από μια σκέψη που νέεται στη λογγοκορφή, αναλογιέται κι ανακαλεί το άνυδρο, που ορθρίζει απ' της νυχτιάς τ' απόσταγμα μια στάλα... κι ύστερα πάλι, σερνάμενη, ξεβγαίνει στον αγέρα τα πάθια της τα μύρια κι ερατίζεται με μια φεγγοβολή εύθραυστη, ευειδή, εύβουλη, αυθύπαρκτη, διαπρεπή κι ειδάλιμη... μια γέννα... ένα γέννημα... αρσενικό...
Σε κείνο το δουλειό του απείρου... χώμα υγρό αντάμα με το φως, σε πλέξιμο θεικό, σμιλεύτηκε το θνητό τούτο κορμί. Μια δράκα χώμα, που ρίγησε σύγκορμη σαν φύσηξε στα στήθια, τ' ανίδεα, το πνέμα.
Άξαφνα, η βαθιογερμένη στον ύπνο σιγή έγινε λαλιά μεγαλόφωνη... κι έτσι παιδοκοπήθηκε, μέσα στα ροδοπέταλα, η πρώτη ανάσα, η πρώτη ζωή... και γύρω ακούγονταν οι εκρήξεις του καινούργιου στην ερημιά του σύμπαντος.
Κι εκειδά... κατά το κλείσιμο της μέρας, με το σκληρό της δουλοκόπι, ήρθε κι ένα πλάσμα αέρινο... γυναίκα τόπε ο σμιλευτής... και κράταγε στ'αβρό της κρινοδάχτυλο ένα κλουβάκι σμηλευτό με κρίνα κι αγκαθιές... μέσα του στο κατάμεσο, σε τρυφερό κλαράκι, ένα αηδονάκι ηδύλαλο.
Τ' ανθισμένο ροδόκλαδο του παραδείσου αγκάλιασε τ' αηδονοκλουβάκι, που απ' τη πορτούλα της ψυχής αντιθωρούσε τη νια συντρόφισσα να συγυρίζει τα σκοτάδια απ' τους φεγγίτες τ' ουρανού,
ν' αποδιώχνει με χαρά τον πολτό της αυλογυριάς της, ν' αποθέτει στοργικά θυμίαμα στου άντρα το πλευρί τ' ανοιγμένο και να στολίζει με τις χάντρες απ' το κρουστάλλινο δάκρυ της τον ανέγγιχτο λαιμό. Σαν απόκαμε και στάλισε σε μια γωνίτσα τ' αποσταμού, αφουγκράστηκε απ' όλα τα λούλουδα του ομορφομπαξέ της τραγούδια μελιστάλαχτα και φωνούλες μελωμένες, τα μάζωξε, τ΄απόθεσε στα χείλια της τα άλικα και... τότε, μέσα στην σιγαλιά τη βοερή, ακούστηκε η πρώτη φράση στον κόσμο...
" Σ' ΑΓΑΠΩ ". Την αγάπησε και τον αγάπησε πολύ... ΑΓΑΠΗ, το αιώνιο παναρμόνιο τραγούδι. Ένας οφιδιός φαρμακερός, πλεγμένος στον καταπράσινο κισσό, ακολασταίνει μέσα τους και τυλίγεται ολοτρίγυρα στο νου τους. Λαχτάρησαν να πλέξουν στα μαλλιά τους ρόδα και μήλα κι αρώματα,να τα σωριάσουν γύρω τους και να ξαπλώσουν πάνω τους την όλη τους αγάπη. Κάποια σμίλη μυστική λάξεψε μέσα τους κι ανθρωποποίησε όγκους μαρμάρων στη ραχοκοκκαλιά τους, μ' ένα ρίγος πρωτόγνωρο.
Κι ήταν τότε που όλες οι απέραντες θάλασσες έμειναν ασάλευτες, τα νέφαλα πήραν αλλόκοτο σχήμα κι έτρεχαν στον ουρανό και κατέβαιναν στον ορίζοντα κι ολομεμιάς σκοτείνιασαν οι μεγάλοι ήλιοι βασιλεύοντας... και στο ζόφο του σκοταδιού... να... μια γύμνια πρωτοφανέρωτη κι ύστερα...μια ντροπή...
"Εδώ ειν' αριά κι αταίριστα,
λεκιάσματα τα δέντρα,
κρασί είν' ο κόσμος άκρατο,
εδώ η γύμνια Αφέντρα...
...όλα γυμνά τριγύρω μας,
όλα γυμνά εδώ πέρα,
κάμποι, βουνά, ακροούρανα
ακράταγη είν' η μέρα....
( " ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ - Ο ΣΑΤΥΡΟΣ " - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ).
" Ο Θεός - σμιλευτής έδωσε το σύνθημα της μάχης κι όρμησαν κι αυτοί στην έφοδο, αποδιωγμένοι και τρεμάμενοι, κατέβηκαν στη γης γιομάτοι σπόρο, σαν τον καρπό τον ώριμο που πέφτει απ' το δεντρί.
Κι η πνοή τους οργάνωσε νέα κορμιά κι αυτά κι άλλα... κι άλλα... και γιόμισε κορμιά η γης, που συνεχίζουν τη μάχη. Καβαλλάρηδες οδεύουν στο λιοπύρι ή κάτω απ' τη σιγανή βροχή... αυτοί κι Θεός τους κουβεντιάζουν, τραχιά είν' η αγάπη τους, κάθουνται στο ίδιο τραπέζι, πίνουν το ίδιο κρασί... στη χαμηλή τούτη ταβέρνα της γης.
Βαθιά, απροσμέτρητη η αξία του ρεούμενου τούτου κόσμου... απ' αυτόν πιάνεται ο Θεός κι ανεβαίνει κι απ' αυτόν θρέφεται και πληθαίνει στο σταυροδρόμι, το θερμό, τ' αγαπημένο, το γνώριμο... το Σύμπαντο.
Έρωτας μαζί και Πόλεμος, σφοδρή ανησυχία, επιμονή κι αβεβαιότητα...
Σε μια βίαιη αστραπή ξεχωρίζω ν' αγκαλιάζονται τα πιο στερνά αντρόγυνα... ο ΤΡΟΜΟΣ κι η ΣΙΓΗ... κι ανάμεσό τους μια ΦΛΟΓΑ... " ("ΑΣΚΗΤΙΚΗ" - ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ).
Η ΘΕΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ... ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΧΟΙΚΟ " ΕΝΔΥΜΑ ".
" Κόσμος γενάρχαις / πικρά συνθρηνησάτω / βρώσει γλυκεία / συμπεσών πεπτωκόσι ".
Η Φλόγα κατάκαψε τους λευκόλαμπρους χιτώνες... " διηνοίχθησαν αυτών οι οφθαλμοί και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν " κι οι τάλαινες πλάνητες απίθωσαν την ύπαρξή τους στη γη των κόπων, των δακρύων, της λύπης και του κλαυθμώνα, φορώντας χιτώνες φαιούς και δερμάτινους... ταλανισμός κι εγκαρδίωση αντάμα, στο ωδίνημα το τευκτό, το φορτωμένο... αιέν και αιέν... με τη σπόδια αίσα του δουλοκόπου.
" Και εποίησεν Κύριος ο Θεός αυτοίς χιτώνας δερματίνους και ενέδυσεν αυτούς... και οι πότε δόξαν αθανασίας ημφιεσμένοι , της νεκρώσεως την δοράν ως θνητοί ελεεινώς περιφέροντες... "
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ...
Μυθολογεύσαμε πιο πάνω... με τα δικά μας λόγια, τα παράταιρα ίσως για την περίσταση, μιαν ιστορία, που σίγουρα δεν αποτελεί γέννημα του Έλληνα Λόγου, αλλά - όπως και νάχει- αυτήν την ιστορία " διδάσκονται ", (η ιερά, αλλά και η άλλη... η θύραθεν συνυπάρχουν στα ελληνικά σχολεία), τα ελληνόπουλα, δύο αντικρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές, για την γέννηση και την ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου πάνω στη γη. Aπ' τη μια η θρησκεία κι απ' την άλλη η επιστήμη.
Επιστήμονες... παλαιοντολόγοι, παλαιοανθρωπολόγοι, ανθρωπολόγοι, αρχαιολόγοι, βιολόγοι, γενετιστές, ανατόμοι, γεωλόγοι... καταθέτουν τα αποτελέσματα της επιστάμενης κι επίπονης έρευνάς τους και δηλώνουν, πως το πρωτοφανέρωμα κι η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους είναι μια απίστευτα μακρά διαδικασία εκατομμυρίων ετών... πρώιμοι ανθρωπίδες, αυστραλοπίθηκοι... γένος Homo... habilis, erectus, neanderthalensis, sapiens... κρίσιμοι παράγοντες: ο διποδισμός, η εγκεφαλική ανάπτυξη κι η πολιτισμική εξέλιξη.
Δικαιολογούμε αυτή τη μικρή μας " παρέκκλιση ", με σκοπό να ερευνήσουμε το χρόνο και τον τρόπο " ένδυσης " του ανθρώπινου είδους, ώστε χρησιμοποιώντας τη λογική συλλογιστική της απαγωγικής μεθόδου, να φτάσουμε στον αρθμό που θα μας συνδέσει με το θέμα της παρούσας εργασίας.
Τα πρώτα λοιπόν ενδύματα δημιουργήθηκαν κατά την Παλαιολιθική εποχή, τότε που οι άνθρωποι, εκτός απ' τη διακόσμηση του δέρματός τους με σχέδια και χρώματα, κάλυπταν το σώμα τους με δέρματα ζώων, γούνες και φύλλα από δέντρα.
Κατά τη Νεολιθική εποχή δημιουργήθηκε η υφαντική, με την εφεύρεση του αργαλειού. Έτσι, άρχισαν να κατασκευάζονται τα πρώτα υφάσματα.
Ο τρόπος διαμόρφωσης της ενδυμασίας στους πολιτισμούς της Υφηλίου ακουμπά σε πολυποίκιλους παράγοντες... πολιτισμικούς, θρησκευτικούς, ιστορικούς, λειτουργικούς, προσαρμογής στις καιρικές συνθήκες, αισθητικούς και πλήθος άλλους, που δεν είναι ουσιαστικό να μας απασχολήσουν αυτή τη στιγμή.
Θα εστιάσουμε όμως, προοικονομώντας το ζητούμενο της έρευνας, στην αρχαία Ελληνική ενδυμασία.
Αυτή αποτελούνταν από ορθογώνια υφάσματα, που φορούσαν και τα δύο φύλα και τα οποία τύλιγαν με διάφορους τρόπους γύρω απ' το σώμα τους, δημιουργώντας πτυχώσεις.
Τα κυριότερα ήταν ο χιτώνας, που φοριόταν κατάσαρκα και ραβόταν στους ώμους και το ιμάτιο, που χρησίμευε σαν πανωφόρι.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι, λοιπόν, φορούσαν ρούχα απλά, λειτουργικά και πρακτικά, που αντανακλούσαν το φωτεινό, διαχρονικό, οικουμενικό, πρωτοποριακό, ορθολογικό, φιλοσοφικό, αρμονικό, καλαίσθητο, πολυδιάστατο και ελεύθερο πνεύμα του αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού.
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ... Τ' ΑΗΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ...
Η ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ είναι εκείνη η επιστήμη , που πασχίζει να κάνει γνωστά τα πιο ελκτικά θέματα του Ελληνικού Λαικού Πολιτισμού και μ' αυτόν τον τρόπο της... άμεσης γνωριμιάς... να κάνει τους " πολλούς " ν΄ αγαπήσουν τη λαική παράδοση και τον υπέροχο πλάστη και δημιουργό της, τον πολύπαθο, πολυμήχανο, μαχητή, ατίθασο, αδάμαστο, άφθιτο, γκαρδιωμένο, ευθύγνωμο, ευρηματικό, ευφρόσυνο, φιλακόλουθο της γνώσης, φερέσβιο, εύτολμο, υπέρθυμο, αξιοθαύμαστο κι αξιολάτρευτο λαό μας.
Η Ελληνική Λαογραφία, σα σύνολο μορφών κι εκδηλώσεων του Λαϊκού Πολιτισμού, μοιάζει μ' ένα πελώριο " κύβο ", που έχει έξι τετράγωνες επιφάνειες... η πάνω επιφάνειά του αντιπροσωπεύει τη νεοελληνική πραγματικότητα. Όλος ο χώρος της επιφάνειας αυτής αντιστοιχεί με τη γεωγραφική έκταση, πάνω στην οποία έχει ζήσει και κινηθεί αδιάσπαστος ο Ελληνισμός. Περιλαμβάνονται όμως σ' αυτή την έκταση, εκτός απ' τη σημερινή Ελλάδα, η Κύπρος και ακόμα μεγάλες περιοχές της Μικράς Ασίας και της λοιπής Βαλκανικής.
Άφθονο λαογραφικό υλικό, δουλεμένο από φλογερές, διάπυρες και παράφορες ψυχές λαογράφων επιστημόνων, αλλά και απλών ανθρώπων, που το πλησίασμα της λαικής παράδοσης τους γαληνεύει και τους φτερώνει την ψυχή την ελληνική, την ταξιδεύτρα με τ' ονειροπόλημα της αξίωσης, με την προσθεώρηση της ζήδωρης πηγής " τ'αθάνατου νερού ", που δροσολογάει αιώνες κι αιώνες τις ρίζες απ' το δεντρί το ζωντανό του πορέματος, στη διαχρονία, του Έλληνα Λαού, με το ριζοβόλημά του το βαθύ σε τούτο το πέτρινο ακρωτήρι, εράτισμα, κεμέριασμα, επαύρισμα κι εντρύφημα θαμαστό κι ανεκτίμητο.
Άφθονο υλικό παραμένει ακόμα αδημοσίευτο, ένα υλικό πολύμορφο και πολύκλαδο που εξισώνεται μ' έναν απροσμέτρητο " εθνικό θησαυρό ".
Υπάρχει όμως κι ένα κομμάτι αυτού του " οδοιπορικού ", που είναι τόσο δύσκολο, όσο και γοητευτικό.
Όλο το πλούσιο λαογραφικό υλικό, που έχει βλαστήσει κι έχει καρπίσει πάνω στην επιφάνεια του " μεγάλου κύβου ", έχει τις ρίζες του σε χρονικά στρώματα, που βρίσκονται μέσα στον " κύβο ", σε βαθύτερα ή και πολύ βαθύτερα κομμάτια... φανερώματα τρανά αιώνων και χιλιετηρίδων... πάμπολλα κι αλλεπάλληλα.
Κι είν' ανάγκη, επιγραμματικά, να κάνουμε μια απαρίθμηση των κυρίαρχων αυτών στρωμάτων, για να γίνει μπορετή η κατανόηση όλων όσων παρακάτω θα ιστορήσουμε: 1. Πάνω πάνω... η εποχή του 1821 και της τουρκοκρατίας. 2. Το σπουδαίο εδαφολογικό στρώμα ολόκληρης χιλιετηρίδας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 3. Ακολουθούν οι Ελληνιστικοί χρόνοι και η κοσμοπολίτικη Ελληνιστική Εποχή, ως το δημιουργό της, το Μέγα Αλέξανδρο. 4.Και πιο κάτω έρχεται η ένδοξη Αρχαιότητα των Κλασικών και των Αρχαικών χρόνων, προχωρώντας χρονικά μέσα στα βάθη του " εθνικού κύβου ", μέχρι τον Όμηρο και τον Ησίοδο, όπου τελειώνει η γραπτή ελληνική φιλολογική παράδοση... με τη σημερινή περίπου μορφή της.
Όμως, με σιγουριά, υπάρχουν ακόμα μέσα στα βάθια του " πελώριου κύβου " κι άλλα βαθύτερα στρώματα, που ίσως αποδειχθούν πολυτιμότατα για την ελληνική λαογραφία, αρκεί να βρεθούν εκείνοι οι εύψυχοι ερευνητές με τη λαχτάρα για τη μεγάλη αυτή " λαογραφική ανασκαφική αποκάλυψη ".
Κι αυτά τα στρώματα δεν ειν' άλλα, απ' το Μυκηναικό, το Μινωικό και τελευταίο κάτω κάτω... σαν πελώρια βάση όλου του εθνικού βίου, το Νεολιθικό στρώμα της τρίτης, τέταρτης, ακόμα και πέμπτης π.Χ χιλιετίας.
Και πάλι στο νου μας τα χρόνια της σπουδής, του αγκαλιάσματος με λαχτάρα ανώλεθρη κι ανόθευτη το κλέος της Γλώσσας της Ελληνικής, το πρόκομα το ήδυμο και την πολύκλαδη ανέλιξη του Έλληνα Λαού, απ' το βάθος της ύπαρξής του, δίχως αμφιρρέπεια καμιά, με μονάχη αποδοσιά τη βαθιά γνώση και την κατανόηση του ελληνόψυχου γένους, με τα έργα και τις ημέρες του, με το σεισμοσάλεμα του λογισμού, των χεριών του τον κάματο σ' έργα αιώνια και κείνο το ψύχωμα, το " γεννήτορα των πάντων ", αλλά και τη Φύση , την ωριόμορφη " πανμήτορα "... όλα κείνα που ο χρόνος, (που γεννά και φθείρει), δε στάθηκε μπορετό ν' αφανίσει. Όλα αυτά που ακουμπούν τον ΕΛΛΗΝΑ, κάθε στιγμή που η ματιά του θολώνει απ' της απελπισιάς το δάκρυ στο αντάμωμα του σημερινού ζόφου, όταν το κεφάλι του, γεμάτο από απουσίες ορθόψυχες, καρφώνει τη σελήνη στο προσκεφάλι, μήπως κι ονειρευτεί ήχους, θροίσματα, παφλασμούς, την πατρίδα " που φωνάζω Ελλάδα μου ", τη χώρα της πυράς, του αγέρα, του πόντου, της ελιάς και των αμπελώνων, κείνης που κρατεί ζερβά της τον ήλιο και στα δεξά της τη σελήνη... της πηγής της αστέρευτης του ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΝΕΡΟΥ της ψυχής μας.
Τόπος και πάλι το ιστορικό αμφιθέατρο " Παπαρρηγόπουλου ", με την αλησμόνητη ευωδιά του παλιωμένου ξύλου και της σκόνης - της πανταχού παρούσας - , πνοή και μύρωμα στην βαθιά ανάγκη της εκεί παρουσίας.
Μάρτης του 1977... μάθημα πολυφίλητο, η Λαογραφία. Στο μεγάλο μαυροπίνακα στεριωμένη μια εικόνα ενός Μωραίτη αγωνιστή του 21, που φοράει με καμάρι τη μακρυά του φουστανέλα, την πλουμιστή τη φέρμελη, ζωσμένος με τ΄ασημοπίστολά του... το " λογείον " ακόμα αδειανό...
( Κι ο νους, ο παντοτινός " ταξιδευτής " στη σωρειά της μνήμης, που καταλγεί βασανιστικά τούτη την ώρα την ψυχή, αναθυμιέται πως η Λαογραφία ήταν η ίδια μεγάλη αγάπη του λατρεμένου γονιού, κείνου του χωριατόπαιδου, του ακριβοδίκαιου διδάχου, του εμπνευσμένου ποιητή, του αρχοντόκαρδου, του ποθεινού, του ερατινού, με τον καθάριο λογισμό και το λεύτερο ψύχωμα, που φιλοστοργούσε και μελέταγε βαθιά κάθε γωνίτσα του φτωχικού του χωριού, του μωραίτικου βραχότοπου, που τον παιδοκόπησε, κάθε μορφή... μετάξια και βελούδα... τη μάνα τη βασανισμένη, με τα σκαμμένα μάγουλα, τ'αποκαμωμένα χέρια, τα δακρυστερεμένα όμορφα καστανά μάτια, σκιές του βάσανου και του καημού, τ' αδέρφια, ξεπεταρούδια με τ' όποιο μπορετό φθίνασμα των άξιων χεριών και το νου στο λυτρωμό απ' τη φτώχια, τις κοπελούδες αδερφάδες, με τον κεφαλόδεσμο και τις βαρέλες φορτωμένες στα κακοπαθημένα ζα, για το κουβάλημα του δροσερού νερού της μακρυνής πηγούλας... και μέχρι το λιόγερμα, ο σκληρός αγώνας του παλέματος της μέρας... , τους συγγενάδες όλους τους λατρεμένους, τους χωριανούς, κάθε ζωντανό του κατωγιού του, κάθε ζούδι της αυλίτσας του, κάθε βλαστάρι του κηπαράκου του, τ' αγαπημένο του δεντρί με την κουρελού κατάχαμα, όπου στάλιαζε να "ρουφήξει" παράφορα κάθε καταλεγμένο στο χαρτί, κάθε κουβέντα, κάθε πράξη, ακουμπισμένα τα πάντα στην ψυχή τη λαική, σε χαρά και γλεντοκόπι, σε θρήνο και σε καημό, σε μόχθο για το λιγοστό φαγάκι, το τριμμένο ρούχο, το λασπωμένο ποδάρι, τ' ανυπόδητο του δουλευτή της γης, το τραγούδι τ' αργαλειού, το νυχτέρι με το γαργαριστό κουβεντολόι, το τέχνημα του προικιού στο φως του λυχναριού και της φτωχιάς λαμπίτσας... Κι ήταν η ώρα της αρχοντομάνας κυρά-Λισάβως, κείνη η ώρα που έκανε τ' αηδόνια να σωπαίνουν στα λιανόκλαδα, το παιδολόι, γελούμενο, να μαζώνεται κατάχαμα γύρα απ' το σοφρά κι ανασαμιά κι απόσταμα της ψυχής... το πρωταρχίνισμα του τραγουδιού, με κεια τη γάργαρη, κελαρυστή φωνή, αερίνισμα και φώτισμα γλυκόλαλο στο φτωχικό το δώμα, που αλάργευε τον κάματο της μέρας. Κι ύστερα, η σπορά του βλογημένου σπόρου, που βλασταίνει αείποτες με το δάκρυ του Θεού και το δρωτάρι τ' ανθρώπου, η μυρωδιά του ζυμαριού, με την προσμονή για το ψύχωμα του κορμιού με το γλυκό ψωμί, η Κυριακάτικη λειτουργιά, τα πανηγύρια της Αγια - Τριάδας και του 'Αη - Γιώργη...
Όλα τούτα... κι άλλα... κι άλλα... μα πάνω απ' όλα η προσμονή, με πεθυμιά φλογάτη, της μεγάλης Μαρτιάτικης γιορτής του Γένους, απόγονος περήφανος κι ο ίδιος πρωτοπαλίκαρου του Γέρου του Μωριά... του πάππου Γιαννακόπουλου... του " χιλίαρχου ", με " το χαρτί και τη βούλα " του Όθωνα, του πρώτου βασιλιά της λεύτερης Ελλάδας. Και κατά πώς μολογούσαν οι αδερφάδες του, κάθε τέτοια ολόλαμπρη μέρα... του τρανού ξεσηκωμού... ο λεβέντης δασκαλάκος άνοιγε την προγονική κασέλα, τη μυρωμένη με δαφνόφυλλα και λεβαντιάς κλωνιά κι έβγαζε από μέσα, μ' ευλάβεια, την ιστορική φορεσιά, ευωδιασμένη κι ευλογημένη απ' τ' αναψύχωμα των προγόνων... κι οι σκιές τους τον παράστεκαν ολοτρίγυρα... ανάβρα, περιλάμπισμα κι εγκόλπισμα, αγνισμένα απ' τ' αντιφέγγισμα του αγώνα.
Φέρμελη, (κεντημένο γιλέκο), υποδήτης, ( ποκαμίσα), φάριο με φούντα, (φέσι), γονατάρες, (κάλτσες και καλτσοδέτες), ζωνάρι δερμάτινο, τσαρούχια με μαύρη φούντα... αλλά, προ πάντων, η φουστανέλα, με τα πολλά πολλά πτυχώματα, όσα και τα χρόνια της σκλαβιάς, κατά πώς λεν τα παραμύθια... Στολίζουνταν ο νιος λεβέντης κι έβγαινε στο μειντάνι ν' αταμωθεί με τα συντρόφια του τα γκαρδιακά, τα γιομάτα καμάρι κι εκείνα... νιάτα, ομορφιά, λεβεντιά, ψύχωμα μωραίτικο.
Και σήμερα, το μόνο που απομένει απ' την αλλοτινή αλκή, για να το νοτίσει το δάκρυ της πρωτοκόρης, είναι μια ξεθωριασμένη φωτογραφία του αιθροβόλου φουστανελά, ν' ανταμώνει μ' όλα κείνα τα στοιχειά, που αφήνονται στη δύναμη του ανελέητου Κένταυρου χρόνου...)
( Ετούτη η παρενθετική " απόκλιση ' απ' το θέμα, ανάγκεμα της ψυχής μου, σαν λυσίπονο ανάθημα, διατελής λιβανωτός, στη μνήμη την ακίβδηλη του πατέρα, που λείπει 60 σωστούς χρόνους από κοντά μας.)
Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑΣ.
ΚΩΣΤΑΣ ΡΩΜΑΙΟΣ... ο μεγάλος δάσκαλος και φιλόλογος, ο σπουδαίος λαογράφος, ένας απ' τους σημαντικότερους μελετητές του λαικού πολιτισμού και του δημοτικού τραγουδιού, ο ματέπειτα Ακαδημαικός, ο παραστατικός, ο ενθουσιώδης, η φλογερή καρδιά, ο μειλίχιος... παρών στο " λογείον ".
" Φουστανέλα με γαζί, που την έραψε η μάνα ,
για το γιο, το λεβεντογιό, πούναι μέσ' στα κλεφτοχώρια...
Άσπρη σαν το χιόνι με γαζί και με σειρές,
φουστανέλα μου ιερή στων γενναίων τις καρδιές."
Οι πρώτες λέξεις του αισθαντικού δασκάλου και... γιόμισε ο τόπος ανθοβολιές και μαιστράλια με κειό το συχνοφανέρωμα - στο μάθημά του - της αφέντρας, ξελογιάστρας ποίησης της δημοτικής, το τραγούδι του Έλληνα Λαού, μέσα στην προσμονή του Μαρτιάτικου γιορτασμού της Φυλής , αυτής που αποτελούνταν πάντοτε από έναν λαό " ευάριθμο ", έναν λαό ψυχωμένο που δε σκιάζονταν τη θανή, γιατί απ' τα πανάρχαια χρόνια ήξερε, " πως το θαύμα του υπάρχειν εκμυθεύεται φιλοσοφικώς, καλλιτεχνικώς και θρησκευτικώς "... ολάκερη η ζωή μια μελέτη θανάτου, και μια μελέτη ζωής ο θάνατος.
" Εμείς ήμασταν πάντοτε λίγοι. Και μας τρώγανε και μας τρώνε όλα τα θεριά και πάντοτε μένουμε και λίγη μαγιά κι απ' αυτή τη μαγιά, απ' αυτό το προζύμι, ξαναγεννιόμαστε... έτσι θα κάνουμε και τώρα .Όσοι μείνουν κι απ' αυτούς του λίγους, που θα μείνουν, η λευτεριά θα ξανάρθει στον τόπο. "
" Παιδιά μου, πάνω σ' αυτό το " ευάριθμον " των Ελλήνων κι απάνω στα παραπάνω λόγια του στρατηγού Μακρυγιάννη βασανίστηκε, εδώ και μέρες, ο νους μου, να βρώ ένα θέμα να μοιραστώ μαζί σας, που να ταιριάζει στην περίσταση.
Κι όπως σας λέω πάντα, τα θέματα που μελετά η Λαογραφία, σαν αυτό της " καταγωγής της φουστανέλας ", που θα εξετάσουμε μαζί σήμερα, είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, καθώς και με το πρόβλημα της καταγωγής τους και μοιάζουν με τις Σειρήνες της Οδύσσειας, που με γλυκό τραγούδι σε προσκαλούν να τα πλησιάσεις. Σαν αναγνώστης, δε θα μετανιώσεις και σαν ερευνητής, δε θάχεις τη δύναμη ν' απομακρυνθείς, ίδια με τους αρχαίους θαλασσοπόρους, που έμεναν δίπλα - κατάδιπλα στις Σειρήνες, γοητευμένοι και πιστοί μέχρι θανάτου.
Το τελικό αποτέλεσμα της σημερινής μας έρευνας παραμένει αμετακίνητο: Κυριότερο χαρακτηριστικό του θέματός μας είναι η αδιάσπαστη ενότητα, ανάμεσα σε αρχαία και νεοελληνικά στοιχεία, η εκπληκτική έκτασή τους σε χρονικό βάθος και γεωγραφικό πλάτος, η γοητεία και η ειδολογική πολυμορφία των συμπερασμάτων και μαζί μ' όλα αυτά, οι απεριόριστες δυνατότητες της επιστημονικής έρευνας.
Γνώρισα στα πολύ τρυφερά μου νεανικά χρόνια, (κάπου στα1930), ΤΗ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ, την απλοική και καθημερινή, την ανόθευτη από όποια σκόπιμη επίδειξη, αυτήν που ήταν φτιαγμένη από σκούρο δίμιτο γερό πανί , του αργαλειού, μονοκόμματη, με κολλημένο δηλαδή το πανωκόρμι, όπως ακριβώς τη φορούσαν τότε οι χωρικοί, ιδίως οι τσοπάνηδες στις ορεινές περιοχές, στην Αρκαδία, τη Δυτική Ρούμελη και σε πολλά μέρη της Αττικής. Ήταν μια πολύ πρακτική ποκαμίσα, με ραμμένη στη μέση μια απλή ζώνη.
Μπροστά, στο απάνω μέρος του κορμού, η ποκαμίσα είχε άνοιγμα, (που έκλεινε με κουμπιά), για να βγαίνει και να φοριέται πιο εύκολα. Το κάτω μέρος της είχε αρκετές πτυχές, όχι περίτεχνες, που ο σκοπός τους ήταν ξεκάθαρα πρακτικός, επειδή φοριόταν από πληθυσμούς κυρίως ποιμενικούς , που έπρεπε να μην εμποδίζονται από στενό ένδυμα, κάθε φορά που χρειαζόταν να δρασκελούν χαντάκια, ή να περπατούν σε ανώμαλα μονοπάτια με πέτρες, ή να σκαρφαλώνουν σε ανηφοριές και βράχους, ή ακόμα κι όταν η βιαστική ανάγκη τους επέβαλλε να τρέξουν, " για να στομώσουν τα γίδια ".
Η άσπρη φουστανέλα, που είναι ανεξάρτητη, μόνο απ' τη μέση του κορμιού και κάτω, οφείλεται σε μεταγενέστερη εξέλιξη, ενώ η αρχική πάντα ήταν η σκούρα φουστανέλα, η ποιμενική, αφού επέζησε με τους πληθυσμούς αυτούς τον περισσότερο χρόνο.
Στην πραγματικότητα δηλαδή, η ενδυμασία αυτή... η ποκαμίσα, ήταν ένας χιτώνας, στην κυριολεξία του, που χρησιμοποιείται εύκολα κι απλά, όπως ακριβώς ο αρχαιοελληνικός χιτώνας. Η ζώνη, που έπρεπε πάντοτε να υπάρχει, ράφτηκε κάποτε - με διπλά γαζιά - πάνω στον ίδιο το χιτώνα, με λουρίδα απ' το ίδιο ύφασμα κι ήταν πια εύκολο να γίνουν και λίγες πτυχές παραπάνω, για μεγαλύτερη πρακτικότητα.
Ακριβώς, οι ίδιοι πρακτικοί λόγοι έχουν επιβάλει και στη φούστα της Σαρακατσάνας να είναι κι εκείνη σκόπιμα πολύπτυχη, για να διευκολύνει την ποιμενική ζωή της.
Με τον καιρό όμως, οι αρχικές πτυχές άρχισαν να γίνονται περισσότερες και με μεγαλύτερη επιμέλεια... εδώ πια υπεισέρχεται το νέο στοιχείο της " επίδειξης ". Οι φουστανελάδες θέλουν να καμαρώνουν τις Κυριακές, προκαλώντας το θαυμασμό. Όσες περισσότερες πτυχές είχε η φουστανέλα, τόσο πιο περίτεχνη και θαυμαστή γινόταν. " Μαννούλα " ονομαζόταν απ' το λαό η κάθε πτυχή της φουστανέλας.
Πιο σωστά όμως, " μαννούλα " ονομαζόταν το μέρος του υφάσματος, που στένευε ψηλά, ενώ προχωρώντας προς τα κάτω δημιουργούσε μιαν όλο και περισσότερο άνετη αναδίπλωση.
Το μεγαλύτερο μέρος του υφάσματος ονομαζόταν " η μάνα ". Όπως ξέρετε, τα μνημεία αποτελούσαν πάντα αποδεικτικά στοιχεία ιστορίας και πολιτισμού. Σήμερα, η λαική τέχνη έχει περισώσει εικονογραφημένες αρχαικές μαρτυρίες αυτού του αρχαικού χιτώνα, με τη ζώνη στη μέση και κάτω απ' τη ζώνη πολύπτυχο ύφασμα.
Ποιά είναι όμως η καταγωγή αυτού του ενδύματος, που έχει αναδειχθεί σε σύμβολο του νεότερου Ελληνισμού και γιατί οναμάστηκε έτσι;
Η ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ οφείλει το όνομά της στη λατινική λέξη fustana... fustano και το υποκοριστικό -ella. Ετυμολογικά, υποστηρίζουν οι ειδικοί, ότι προέρχεται από την αραβική λέξη Fustat, το όνομα του προαστίου του Καίρου, όπου υφαίνονταν ένα ορισμένο είδος βαμβακερού υφάσματος, για τη χρήση του ως πανιού στα κουρσάρικα πλοία ( fusta), απ' όπου προήλθε και το τούρκικο fistan.
Κι όπως είπαμε, πρόκειται για ένα ένδυμα γνήσιας λαικής καταγωγής, συνήθως ορεινής, οπωσδήποτε όμως για ένα ένδυμα της αγροτικής υπαίθρου, ιδίως της ποιμενικής.
Παρόμοια " πρακτική διασκευή " είναι φυσικό και εύλογο να δεχτούμε, ότι μπορούσε να έχει επικρατήσει σε όλη σχεδόν τη δυτική ορεινή περιοχή της Χερσοννήσου του Αίμου, άρα ανάμεσα και στους Έλληνες και τους Ιλλυριούς. Όσο για τα αντίθετα που έχουν γραφτεί, για δήθεν καταγωγή της φουστανέλας απ' το ρωμαικό στρατιωτικό ένδυμα, είναι περίπλοκα και δεν αληθεύουν, απλά και μόνο γιατί αυτή η "ανακάλυψη" της πολύπτυχης μορφής της ανήκει αποκλειστικά στους αρχαίους Μακεδόνες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.
Όλοι, όσοι ασχολήθηκαν με πραγματική επιστημοσύνη κι αγάπη με το θέμα τούτο, θα πρόσεξαν, ότι το ένδυμα το συγκεκριμένο προυπήρχε, τουλάχιστον, στους Ελληνιστικούς αιώνες.
ΤΡΑΝΗ ΑΠΌΔΕΙΞΗ ΚΙ ΥΠΕΥΘΥΝΗ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΤΟΥ ΕΝΔΥΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΤΈΧΝΗ.
Επιβεβαιώνουν αυτήν την αλήθεια ποικίλα έργα, άλλα ανάγλυφα, άλλα ολόγλυπτα και άλλα που υπάγονται στον κύκλο της ζωγραφικής.
Θα αρκεστώ, για την οικονομία του χρόνου, να απαριθμήσω πέντε μόνον, απ' τις πάμπολλες σημαντικές περιπτώσεις, που ισοδυναμούν με ατράνταχτες αποδείξεις.
1. Στα Λευκάδια Μακεδονίας, στον εύφορο κάμπο, λίγο πιο κάτω απ' τη Βέροια, ανάμεσα σε δάσος από καρπερές μηλιές, έχουν βρεθεί μεγάλοι και σπουδαίοι Μακεδονικοί τάφοι της αυτοκρατορικής περιόδου, που βρίσκονται βαθιά μέσ' στη γη κι έχουν το σχήμα ναού. Ανάμεσα στα πολλά σπουδαία στοιχεία, είναι κι η ζωγραφική τους διακόσμηση, που σώζεται σχεδόν ανέπαφη.
Σε έναν από τους τάφους αυτούς, " του Λύσωνος και του Καλλικλέους ", σώζεται μια μεγάλη πολύχρωμη τοιχογραφία, που παριστάνει τα μακεδονικά όπλα της εποχής εκείνης.
Εκτός όμως απ' τα περίφημα όπλα... ξίφη,περικεφαλαίες, περικνημίδες, ασπίδες, προβάλλουν δύο μεγάλοι μακεδονικοί θώρακες, ίσως δερμάτινοι, επιβλητικά ζωγραφισμένοι, που φέρουν στους ώμους του μεταλλικά ελάσματα, έχουν στη μέση τους ζώνη , δεμένη σφιχτά, ενώ αμέσως μετά τη μέση πέφτει προς τα κάτω ένας πλούσιος χιτώνας, γεμάτος από πολλές κάθετες πτυχές... τις υπολόγισα περίπου στις 40. Και γεννιέται το αναπόφευκτο ερώτημα:
Φορούσαν λοιπόν τέτοιες " φουστανέλες ", με ισάριθμες μάλιστα πτυχές, ο Λύσων και ο Καλλικλής;
Για μένα, δεν υπάρχει αμφιβολία.
2. Μετά τη μάχη του Γρανικού ποταμού, (334 π.Χ), ο Μέγας Αλέξανδρος έδωσε παραγγελία στο μεγάλο γλύπτη Λύσιππο να φιλοτεχνήσει 26 έφιππους χάλκινους ανδριάντες, ισάριθμους με τους "εταίρους" του, (που σκοτώθηκαν στη μάχη εκείνη ). Ο 26ος ανδριάντας παρίστανε τον ίδιο τον Αλέξανδρο.
Ένα χάλκινο αγαλμάτιο, του Μουσείου της Φλωρεντίας, παριστάνει έφιππο τον Αλέξανδρο και θεωρείται πιστό αντίγραφο του έργου του Λυσίππου, που στήθηκε τότε στο Δίον, την ιερή πόλη των Μακεδόνων. Κι είναι πολύ σημαντικό να προσέξουμε, σε τούτο το έκθεμα, ειδικά το ντύσιμο του Μεγάλου Στρατηλάτη. Η " φουστανέλα " του Αλέξανδρου, με τις πολλές κι αλλεπάλληλες αρμονικές πτυχές, που έντονα προβάλλει, δεν έχει όμοιά της. Χαρακτηριστικό της μάλιστα είναι, ότι φέρει
τρεις οριζόντιες, έντονες ραφές, έτσι που χωρίζεται η επιφάνεια του μακεδονικού χιτώνα σε τρία οριζόντια τμήματα... απαράλλαχτα με τη φούστα της σημερινής Σαρακατσάνας.
Η λεπτομέρεια αυτή σημαίνει, ότι ο Λύσιππος "αντέγραψε" την πραγματικότητα απ' τη φορεσιά του Μακεδόνα Βασιλιά .
3.Ξεκινώντας με υπεύθυνα στοιχεία, που προέρχονται από ανάλογες αρχαίες απεικονίσεις, προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε ένα στρατιωτικό τμήμα της περίφημης "μακεδονικής φάλαγγας", τη στιγμή ακριβώς της επίθεσης. Οι "πεζέταιροι" κρατούν προτεταμένες τις μακεδονικές σάρισσες και προχωρούν με σύμμετρους διασκελισμούς. Κάτω από το θώρακα και ψηλά στους μηρούς των πολεμιστών ανοίγουν, με ελαστικότητα, οι κοντές, αλλά πολύπτυχες " φουστανέλες " τους.
Αν αφαιρέσει κανείς τις περικνημίδες τους, σχηματίζει την εντύπωση, ότι βλέπει νεοέλληνες τσολιάδες του πολέμου 1912 - 1913, οπλισμένους με κόκκινα μακεδονικά κράνη και μακρά δόρατα.
4. Στη μεγαλόπρεπη σαρκοφάγο των Ελληνιστικών χρόνων, που βρέθηκε στη Σιδώνα και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, υπάρχει στις εξωτερικές της πλευρές μια σειρά από επιβλητικές ανάγλυφες μορφές. Ξεχωρίζουν δύο μορφές Ελλήνων στρατιωτών με χιτώνα, που απ' τη μέση και κάτω είναι γεμάτος με αλλεπάλληλες και αρμονικά σύμμετρες πτυχώσεις, όμοιες, με απόλυτο τρόπο, μ' εκείνες τις απίθανες " μανούλες " της νεοελληνικής φουστανέλας.
Ο ένας μάλιστα πολεμιστής ορμάει τόσο έντονα κατά του εχθρού, που το αριστερό του πόδι προβάλλει σε στάση έντονου δισασκελισμού. Είναι η στιγμή του χιτώνα του πολύπτυχου, που ανοίγει ακτινωτά και διευκολύνει απίστευτα το διασκελισμό. Στην ίδια σαρκοφάγο, υπάρχει ανάγλυφη και μια άλλη σκηνή μάχης, όπου επίσης ο ορμητικός πολεμιστής φορεί κράνος και μάχεται με δόρυ, ενώ γύρω απ' το κορμί του ξεδιπλώνεται και πάλι μια... κοντή φουστανέλα... ίδια, ολόιδια με τη νεοελληνική.
5. 'Ενα χάλκινο αγαλμάτιο, προερχόμενο από την Ήπειρο, βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και παριστάνει Ηπειρώτη πολεμιστή της εποχής του Πύρρου, ( 3ος αιώνας π.Χ ).
Φοράει κι αυτός μια πολύπτυχη κι αρκετά κοντή φουστανέλα, σαν αυτές που φορούσαν βέβαια οι σύγχρονοί του .
Θα πρέπει να πούμε απαραίτητα σ'αυτό το σημείο, ότι συμπλήρωμα της νεοελληνικής φουστανέλας είναι οι δύο μάλλινες κάλτσες... " οι γονατάρες ", ή " τα τουζλούκια ", ή " οι χολέβες ", όπως ονομάζονται απ' το λαό, που σκεπάζουν μόνο τα πόδια.
Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι, όπως η φουστανέλα, στην εξέλιξή της, έχει συνδεθεί αμεσότερα με τον πολεμικό θώρακα των αρχαίων Ελλήνων - και τη συνέχειά του προς τα κάτω -, όμοια κι οι μάλλινες αυτές κάλτσες, σκέπτομαι, ότι οφείλουν την καταγωγή τους στις περικνημίδες των αρχαίων πολεμιστών.
Κλείνοντας τη σημερινή έρευνα, που μοιράστηκα μαζί σας, συνοψίζω στο συμπέρασμα, ότι η φουστανέλα πρέπει να έχει διαμορφωθεί τουλάχιστον πριν απ' τον 5ο αιώνα π.Χ.Κι αρκούν, γι' αυτή μου την παραδοχή, λίγα αποδεικτικά στοιχεία, που χρονολογούνται γύρω στα 440 με 525 π.Χ.
α) Στη ζωφόρο του Παρθενώνα, έργο απαράμιλλης τέχνης του Φειδία, εικονίζεται ένας Αθηναίος πολεμιστής, έφιππος, ενώ ο πέτσινος θώρακάς του αποτελεί θαυμάσιο δείγμα πολύπτυχης φουστανέλας. Στην ίδια ζωφόρο, στη δυτική πλευρά του ναού, ένας άλλος ιππέας διακρίνεται ξεκάθαρα με την ίδια ακριβώς φορεσιά.
β).Αρχαιότερα όμως δείγματα της φουστανέλας συναντούμε στα γλυπτά του Θησαυρού των Σιφνίων, του 525 π.Χ, που βρίσκονται στο Μουσείο των Δελφών. Συγκεκριμένα, στο αριστερό τμήμα της ζωφόρου, εικονίζονται οι Ολύμπιοι θεοί, που παρακολουθούν τη μάχη Ελλήνων και Τρώων.
Και... ένα θαύμα πραγματικά... στην άκρη αριστερά εικονίζεται ο θεός του πολέμου, ο " χρυσεοπήληξ " Άρης, καθιστός και φορώντας την πολύπτυχη φουστανέλα του!
...Αυτά τα ταπεινά για σήμερα παιδιά μου...
.κι εσείς ας γίνετε...οι " άλλοι ", που θα πατήσουν , όπου δε φτάνουμε σήμερα εμείς. "
( Περίληψη από τις φοιτητικές μου σημειώσεις εκείνης της μέρας.)
Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟ... ΕΥΖΩΝΑΚΙ ΓΟΡΓΟ
"Της πιο ελληνικής λεβεντιάς χαροκαμένη γέννα,
σας χαιρετώ...
Το διάβα σας μου ξεγελάει το νου
κι απ' τα κορμιά σας τα μαρμαροχυμένα,
κυματιστό κι ολόδροσο κατεβαίνει τ' αγέρι του βουνού.
Θέλτε Σπαρτιάτικο γοργόφτερο παιάνα
Βυζαντινού μοναστηριού γλυκόηχη καμπάνα.
Ό,τι κι αν πει ο στίχος, θάναι μικρό... λειψό ".
( " ΟΙ ΕΥΖΩΝΟΙ" - ΟΜΗΡΟΣ ΜΠΕΚΕΣ).
Η ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ καθιερώθηκε ως επίσημη εθνική ενδυμασία της Ελλάδας το 1836 από το βασιλιά Όθωνα, καθώς μεγάλη του επιθυμία ήταν να κερδίσει την αποδοχή των Ελλήνων και να τονώσει το εθνικό τους φρόνημα, φορώντας κι ο ίδιος την τιμημένη φουστανέλα των ηρώων της Επανάστασης, των αρματολών και των κλεφτών. Μ ' αυτόν ακριβώς τον τρόπο, θέλησε να συνδέσει το νέο ελληνικό κράτος με την ηρωική παράδοση του Αγώνα του 21.
Η Ιστορία καταγράφει το γεγονός, ότι στο τέλος του 1835 έφτασε στην Ελλάδα ο πατέρας του Όθωνα και βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α', γνωστός για το φιλελληνισμό του και την μεγάλη του αγάπη στην ιστορία και τους αγώνες των Ελλήνων. Το παλάτι του στη Βαυαρία ήταν γεμάτο από πίνακες εμπνευσμένους απ' την Ελληνική Επανάσταση. Πίστευε, ότι όλοι οι Έλληνες φορούσαν φουστανέλα κι όταν είδε το γιό του με " φράγκικα " ρούχα, προβληματίστηκε πολύ , γιατί φοβήθηκε, ότι ο νεαρός βασιλιάς δεν θα γινόταν ποτέ αποδεκτός κι αγαπητός.
Έτσι, κινητοποιήθηκε ολόκληρος " μηχανισμός " , για να βρεθεί ο καλύτερος ράφτης... Κρεμμύδας,
με τ' όνομα από το Ναύπλιο και... στην επέτειο των τρίτων του " αποβατηρίων ", ο Όθωνας εμφανίστηκε με την εξαίσια καινούργια του φορεσιά του, τη χρυσοκέντητη, με τη μακρυά Μωραίτικη φουστανέλα. Αγάπησε τόσο πολύ όμως αυτή τη φορεσιά ο νεαρός βασιλιάς, που ακόμα κι όταν ταξίδεψε στο Μόναχο, για το γάμο του με την Αμαλία, πήγε μ' αυτήν.
Απ' το 1847 κι ύστερα, το νεαρό ζευγάρι των πρώτων βασιλιάδων του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους εμφανίζονταν μόνο με εθνικές ενδυμασίες. Ακόμα κι όταν εγκατέλειψε, αποδιωγμένος, την Ελλάδα ο Όθωνας, φορούσε τη φουστανέλα και τον έθαψαν μ' αυτήν, υπακούοντας στην τελευταία του επιθυμία.
Στις μέρες μας, " ΕΥΖΩΝΟΙ " ονομάζονται οι στρατιώτες της Προεδρικής φρουράς, οι οποίοι εκτελούν αποστολές συμβολικού χαρακτήρα, με κύρια τη φύλαξη του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη.
Η ιστορία τους ξεκινά απ' το 1867, με κεντρική τους αποστολή τη φύλαξη της μεθορίου.
Η ένδοξη δράση των ΕΥΖΩΝΙΚΩΝ ΤΑΓΜΑΤΩΝ, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, καθώς και των υπολοίπων πολεμικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα, υπήρξε καταλυτική κι έγιναν ο φόβος και ο τόμος των επίβουλων. Οι σκληροτράχηλοι μάλιστα Γερμανοί τους ονόμαζαν..." το ασκέρι του διαβόλου".
ΑΡΑΓΕ, ΠΟΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΙΓΟΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕΙ, ΜΕ ΚΑΜΑΡΙ, ΤΟ...
" ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΓΩ , ΕΥΖΩΝΑΚΙ ΓΟΡΓΟ!!!"
ΛΑΓΚΙΟΛΙΑ ΚΑΙ ΛΙΠΟΣ ΧΟΙΡΙΝΟ... Η ΛΕΡΗ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Ο λαός μας λέει, ότι τα κομμάτια τρίγωνου υφάσματος, ( λαγκιόλια), που αποτελούν τη φουστανέλα, μπορεί να φτάσουν τα 400, συμβολίζοντας τα χρόνια της σκλαβιάς. Η μυθοπλασία αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία, (άλλωστε ο λαός μας πάντα γοητεύονταν απ' τα σύμβολα), αλλά αποτελεί μια " επινοημένη παράδοση ", που έχει σκοπό να ενσταλάξει με " εύσχημο " τρόπο, μέσα απ' τ' αγαπημένα σύμβολα, αξίες και ιδανικά και να τονίσει τη συνέχεια του δοξασμένου ιστορικού παρελθόντος.
Στο ίδιο πνεύμα, το " λευκό " της χρώμα, που τραγούδησε ο λαός κι οι ποιητές μας, συμβολίζει τον " άσπιλο και άχραντο " αγώνα ενάντια στον κατακτητή.
Η ηρωική φουστανέλα όμως των μεγάλων αγωνιστών, των ηρώων του αίματος και της θυσίας, κάθε άλλο παρά λευκή ήταν. Κι είναι ξεκάθαρα τιμή - ατίμητη να πολεμάνε " οι αντάρτες και καταλυτές... διδάχοι κι οικοδόμοι, με του οίστρου τα κεντήματα και της σοφίας τα μέτρα και της Φυλής και της φωνής καρδιά, τραγούδι, λόγος, του Γένους φυλακάτορες, μαυριδεροί, μοσκόβολοι μπαρούτι και θυμάρι... κάθε πατέρας και βωμός... κάθε βωμός πατέρας ", με μια βρώμικη και λιγδιασμένη, με χοιρινό λίπος, φορεσιά, βροχή και κακοπάθεια να μην τους αγγίζει.
Κι είναι δα γνωστό - κι απ' τ' απομνημονεύματά τους τα γραφτά -, ότι οι φουστανελοφόροι χρησιμοποιούσαν τις δίπλες της φουστανέλας, για να σκουπίζουν τα χέρια τους , σε κάθε περίσταση, αλλά και σαν πατσαβούρα, για να καθαρίζουν το χαρμπί και τις μαχαίρες τους.
ΥΜΝΟΣ ΑΝΑΠΟΣΒΕΣΤΟΣ ΚΙ ΑΦΘΑΡΤΟ ΜΕΛΗΓΟΡΗΜΑ ΤΙΜΗΣ, ΣΤΗ ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΛΕΡΗΣ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΗΣ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑΣ.
" Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρείς κι όπως το δεις , να μην το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο, όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις
και να του φέρεις το νερό τ' αγνό της βρυσομάνας
κι αν αγαπάς τ' ανθρωπινά κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν
και τη ζωντάνια σπείρε του μ' όσα γερά, δροσάτα.
ΓΙΝΕ ΟΡΓΟΤΟΜΟΣ , ΦΥΤΕΥΤΗΣ , ΔΙΑΦΕΝΤΕΥΤΗΣ... "
( " ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ " - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ.)
ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΣΤΗ ΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ, ΠΟΥ ΦΤΕΡΩΝΕΙ ΚΑΙ ΠΛΗΓΩΝΕΙ...
" Ας μη βρέξει ποτέ το σύννεφον
κι ο άνεμος σκληρός ας μη σκορπίσει
το χώμα το μακάριον που σας σκεπάζει.
...Ω γνήσια της Ελλάδος τέκνα!
Ψυχαί που επέσατε εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα Ηρώων, καύχημα νέον....
...Αλλ' αν τις απεθάνη διά την πατρίδα,
η μύρτος είναι φύλλον ατίμητον
και καλά τα κλαδιά της κυπαρίσσου...
...Έλληνες, της πατρίδος και των προγόνων άξιοι.
Έλληνες σεις, πώς ήθελεν από σας
προκριθείν άδοξος τάφος;
( ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ - " ΩΔΑΙ ". )
Τούτες τις μέρες γιορτάζει η πατρίδα... τη μεγάλη Γιορτή.
Μέσα απ' τη γη, τη φτωχή κι ακριβοχώματη γη, τινάζεται κι ανεβαίνει στο φως, πλεγμένη και πνιγμένη στ' αστερόφωτο ποτάμι της αφθαρσίας, η μορφή της Φυλής μας, αυτής της Φυλή, που την έθρεψαν οράματα, τη στεφάνωνε κάθε φορά η αιματόχρωμη μαρμαρυγή της δύσης και τη λίκνιζε... πάλι με χρόνια και καιρούς... η ανάσταση της ανατολής.
Παιχνιδίζει τούτη την ώρα μέσα στην αγκαλιά της άνοιξης η δόξα με το θρήνο, η ελπίδα κι η σφαγή κι η θυσία. Ανασαλεύουν και ροδαμίζουν στις βραγιές και τα διάσελα μαρμαρωμένοι κι αχάλαστοι πόθοι. Μορφές και σκιές και γιγάντια βήματα... ήρωες και διδάχοι και ψάλτες... βουερή λιτανεία και πομπή.Τινάζουν τις πλάκες των τάφων κι εγείρονται, ξεφράζουν τις μπασιές και την έξοδο της γαλήνιας κοιλάδας κι ορμάνε στην απάνου γης. Αντρειωμένων χοροστάσι, όπου ορδινιάζουν κυκλωτικούς χορούς τα κλεφτόπουλα και τραγούδια βαθυνόητα πλημμυρίζουν τον τόπο του μαρτυρίου. Αστράφτει βαθιά στον ορίζοντα κι ακούγεται αλάργα ο κρότος κι ο βόγγος... ΕΙΝΑΙ ΤΟ 21... ο Γέρος, ο Νικηταράς, ο Φλέσσας, ο Διάκος, ο Μάρκος, ο Κίτσος, ο γιός της καλόγριας που ξεψυχάει στη γιορτή τ' Άη Γιιώργη, το Σούλι, οι Σουλιώτισσες, ο Σαμουήλ, ο Κατσαντώνης, η Φροσύνη, η Μπουμπουλίνα, η Μαντώ, ο Κωσταντής στο μπουρλοτιέρικο, ο Δυσσέας στη φυλακή... τόσοι και τόσοι... αμέτρητοι, λίπασμα αγιασμένο αραδιαστά, καταπάτι κι απήθημα γηθόσυνο στο λιανοχόρταρο της μάνας γης.
Κι είναι το σφυρί και τ' αμόνι, η φουστανέλα, η κλεφτουριά και τ΄αρματολίκι... κι είναι, προ πάντων κι εκείνο το ψηλό αλωνάκι με τον ανάρματο μεσολογγίτη, τον πικραμένο, η πείνα, η γύμνια, το περίζωμα τ' αλλόφυλο, το δυσλέκτοτο, τ' ανεξίλαστο, τ' άτλητο... κι η ζωούλα η ελληνόψυχη... ολάκερη ένα φθίνασμα, μια ίσχνανση στην άμωμη, διατελή κι αίδια φρεσκάδα της άνοιξης... της πότνιας κόρης, που φαντάζει ακόμα μετέωρη, εμπαιγμός στις ψεκάδες του ατελεύτητου χρόνου, του ωγμού της θανής, του ωμοργή κι ωμόφρονα αγώνα... του ξολοθρευτή, που ψυχοπαραδίνει λεβέντικα κορμιά , δροσάτα.
...400 χρόνοι συγκρατητοί, παντού δυστυχιά, παντού σφαγή, παντού φωτιά και έργνυμα... τα δεντριά αφανισμένα απ' τα ριζώματα, τα βουνά σκοτειδιασμένα απ' το μαράζι, τα ποτάμια στερεμένα απ' του καημού το κάμα, η φύση ολάκερη αγριασμένη, μανιασμένη... η θάλασσα αφροκοπούσα και δυσπαθούσα, μήτε σπίτια, μήτε παιδόπουλα της χαράς, μήτε σχολειά, μήτε νόμοι...νόμος..." το θέλημα του Οθωμανού "... όλα τουρκιά και σκοτίδι...του Θεού, λες, η κατάρα...
Κι άμποτες ν' αξιώσει ο Μεγαλοδύναμος να ξημερώσει μια μέρα αγιασμένη... κι αυτή ξημέρωσε... μέρα Μαρτιού... κι ο ραγιάς ανασήκωσε ψηλά τα μάτια, καταπρόσωπα στο θρονί του Θεού και ξεστόμισε έναν όρκο φοβερό, μια αρειά, μια πτόηση... ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ.
Κι έτσι άρχισε ο σηκωμός, τ' αρχαίο φάσγανο, το προγονικό, βγήκε απ' το θηκάρι... αύλακας ορμητικός το αίμα κι η ΛΕΥΤΕΡΙΑ, λάμπρισμα μεγαλόφρονο, σέμνυμα αγέρωχο, ψηλοπάτημα μεγαλήγορο, μεγάλισμα διασοβούμενο, στάλιασε και πάλι στο χώμα το ελληνικό, που γονοκρατιέται από παλιούς καιρούς και στεφάνωσε μ' ακρόκλαρα δάφνης και μυρτιάς τη λεβεντογέννα γη.
Από τότε, λάμπει ο Ήλιος, λουλουδίζει η Άνοιξη, γερανίζουν τα κύματα, γλυκοκελαηδούν τα πετούμενα στις ρεματιές... και κάθε Απρίλη... το Γένος γιορτάζει την Ανάσταση του Χριστού, την ανάταση της ψυχής και το ξαναγέννημα της μάνας Φύσης, της πρωτόγενης, της αιθέριας, της φυσίζωης... λεύτερα, τιμημένα και περήφανα.
ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΣΤΟΥΣ ΣΕΜΝΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΑΝ, ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥΣ, ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ ΜΑΣ.
Η Επανάσταση γίνεται με αίματα και με λαβωματιές στο στήθος.
Μια μονάχα έγινε με σαράντα πήχες δίμιτο λινό, αλέκιαστο και λευκό
σαν το χιόνι στα όρη.
Είναι η Ελληνική Επανάσταση με τη ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑ...
...Πού ξανακούστηκε τέτοιο ανήκουστο, να πολεμάς ντυμένος στα λευκά!!!
( ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ.)
" Η ΔΥΝΑΜΗ ΣΟΥ ΠΕΛΑΓΟ ΚΙ Η ΘΕΛΗΣΗ ΜΟΥ ΒΡΑΧΟΣ..."
...ΚΙ ΕΦΩΝΑΖΑ: " Ω ΘΕΙΚΙΑ ΚΙ ΟΛΟ ΑΙΜΑΤΑ ΠΑΤΡΙΔΑ..."
( ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ.)