Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Ὁ λόγος λαξεύεται καί λαξεύει.

 

 Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

 

Από τότε πού θυμᾶμαι τόν ἑαυτό μου, ὃλα μέ συναρπάζουν τό ἲδιο, μοῦ διδάσκουν πολλά. Μοῦ μαθαίνουν πῶς νά ζῶ.  Πῶς νά ὁδηγοῦμαι στόν ἐπιθυμητό στόχο. Θυμᾶμαι π.χ. συχνά τά παιδιά πού κλαῖνε κατά  τήν βάπτισή τους, πού παραπέμπει στό γοερό κλᾶμα τῆς γἐννας τους. Αὐτό σημαίνει ὃτι ζοῦν. Μήπως  ὃταν κλαῖμε στήν ζωή μας δέν εἶναι σημάδι ζωῆς; Ἡ ψυχανάλυση θά ἐπιβεβαιώσει αὐτή τήν θέση πού ἒρχεται ἀπό τά  βάθη τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας.  Ἡ ζωή εἶναι ὢση ἐπιβίωσης.  Ἡ ζωή θέλει ζωή. Πρωταρχική ἒκφραση τοῦ ἐξανθρωπισμοῦ τῆς ζωῆς εἶναι  ἡ γοερά κραυγή. Αὐτοῦ τοῦ εἲδους ἡ κραυγή ἐκφράζει τήν ἀνάγκη τῆς ζωῆς νά εἰσέλθει στήν τάξη τοῦ νοήματος, νά ἐκφράζει τήν ζωή ὡς κάλεσμα πού ἀπευθύνεται στόν Ἂλλον. Ἡ ζωή μπορεῖ νά εἰσέλθει στήν τάξη τοῦ νοήματος μόνο ἂν ἡ κραυγή εἰσακουστεῖ ἀπό τόν Ἂλλο, μόνο ἂν δεσμεύσει τήν προσοχή του. Μόνο ἂν κλάψει  τό  παιδί τό ἀκούει ἡ μάνα. Γιά ὃλους μας ὑπάρχει κάποιος Ἂλλος πού μᾶς ἀκούει, ὃπως  γιά τόν Ἂλλο δυνητικά εἲμαστε ἐμεῖς.

 

   Στέκομαι κατά καιρούς στούς Ἐσπερινούς καί Λειτουργίες πού παρακολουθούσαμε μέ τά παιδιά τῆς Ἱερατικῆς. Τί παράξενο σκεπτόμουν! Ὑμνοῦμε τόν Θεό, πού ἒζησε καί πέθανε ὡς ἂνθρωπος. Στήν ἀναμέτρηση τῶν μαθητῶν τῆς Σχολής μέ τό νόημα, συναντοῦσαν τήν ἀπροθυμία μου νά προσφέρω  σαφεῖς  ἀπαντήσεις στίς συχνές ἰδιαιτέρως  ἐνδιαφέρουσες  ἐρωτήσεις τους. Δέν  καταλάβαιναν γιατί συμβαίνει  ὃ,τι συμβαίνει. Δέν καταλάβαιναν π.χ. τό νόημα τῆς προσευχῆς. Τό κατάλαβαν ὃταν ὀ γέρο-Χαράλαμπος τούς εἶπε: «Προσευχή εἶναι    ἐπικοινωνία μέ  τόν Θεό, αὐτή ἀκριβῶς πού νιώθουν δύο ἐρωτευμένες ψυχές. Οὒτε παρακάλια, οὒτε παρακλήσεις. Ἐμπιστοσύνη».  Δέν  μποροῦσαν νά  καταλάβουν ἐπίσης γιατί ὁ  Δημόπουλος δέν ἀπαντᾶ  στίς ἀπορίες τους. «Δέν θέλω νά συμφιλιώσω  πράγματα πού δέν μποροῦν  νά συμφιλιωθοῦν» μοῦ ξέφευγε κάποιες φορές, ὂντας σίγουρος ὃτι δέν γίνομαι κατανοητός. Ἂλλες, σπάνια, στά μεγαλύτερα ἒλεγα «δέν μοῦ ἀρέσουν καί τόσο οἱ ἐξηγήσεις μου». Δέν ἦταν τόσο ἡ ἂγνοια ἢ ἡ ὑποτίμηση τῶν ἐρωτημάτων ὃσο ἡ φιλαλήθεια. Θυμᾶμαι μιά φορά στό Ἃγιο Ὂρος, σἐ κάποια  σιγουριά ἐξηγήσεων ἑνός μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπό ’δῶ τό εἶχε ἀπό ’κεῖ τό  πήγαινε, ὃλο γύρω ἀπό  τό σεξουαλικό τό ’φερνε, τούς εἶπα περίπου τά ἑξῆς:  Λυπᾶμαι ἂν σᾶς  ἀπογοητεύω, γιά πολλοστή φορά. Ἂν προσπαθήσω νά σᾶς ἐξηγήσω, δέν θά πίστευα ὃσα σᾶς ἒλεγα. Αὐτό σημαίνει ὃτι θά σᾶς ἒλεγα ψέματα, δέν εἶναι ἒτσι; Ὃμως φοβᾶμαι τό ψέμα. Πραγματικά δέν νομίζω ὃτι  πρέπει νά ψεύδονται οἱ δάσκαλοι. Εἰδικά  σέ ὃτι ἀφορᾶ  τήν πίστη μας. Προσέξτε: Ἒχουμε μιλήσει μέ τόν πατέρα Παΐσιο, τό πατέρα Γεράσιμο, (Ἃγιοι τώρα), τόν ἐπίσκοπο  Ροδοστόλου, τόν γέρο-Θωμᾶ….αἰσθανθήκατε τά  λόγια τους πόσο  μᾶς ἠρεμοῦσαν. Καί μόνο ἡ καλημέρα τους, ἡ ματιά τους   μᾶς ἠμέρευε. Συζητήσεις γιά σημαντικά καί ἀσήμαντα, ἒξω ἀπό συνθλίψεις καί παθιασμένες ὑπερβολές, κουβέντες ἀσήκωτες καί πανάλαφρες, γεμᾶτες πάθος καί φωτιά πού ξεχειλίζουν ἀπό μέσα τους. Θυμᾶστε τήν ἀποστροφή  τοῦ Παναγιώτη Νέλα στήν τραπεζαρία τῆς Ἱερατικῆς: Ὃταν ἒγραφα τό «Ζῶον Θεούμενον»  ἒστελνα τά διάφορα κεφάλαια στόν π. Βασίλειο, τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, ὁ ὁποῖος στήν ἑνότητα γιά τόν γάμο μοῦ τήν ἐπέστρεφε πίσω κάμποσες φορές ζητώντας μου νά κάνω τό κείμενο «πιό φιλάνθρωπο, πολύ φιλάνθρωπο». Οὒτε σεξουαλικές ἐμμονές οὒτε ἀπωθημένες ἀναφορές· ἁπλᾶ, φιλόκαλα και εὐαίσθητα. Μοῦ ἂρεσε δέ νά τούς διηγοῦμαι μιά ἱστορία τοῦ Γεροντικοῦ: Κάποτε δύο μοναχοί πού εἶχε κοντά του ὁ  Ἀββᾶς Ματώης, ἐπισκέφθηκαν μιά διπλανή σκήτη πού ζοῦσαν πολλοί μοναχοί. Γυρίζοντας τοῦ εἶπαν ἐνθουσιασμένοι: «Ἀββᾶ  οἱ σκητιῶτες ἒχουν ξεπεράσει καί τόν λόγο τῆς Γραφῆς. Ἀγαποῦν τούς ἐχθρούς τους περισσότερο καί ἀπό τόν ἑαυτό τους». Καί ὁ σοφός γέροντας τούς ἀπάντησε: «ἐγώ πάντως τόσα χρόνια στήν ἒρημο καί αὐτόν πού μέ ἀγαπάει δέν μπορῶ νά  τόν ἀγαπήσω σάν τόν ἑαυτό μου».

  Προσωπικά κρίνω αὐτή τήν ἀπάντηση ὡς ἀρκετά παρηγορητική γιά ὃλους ἐμᾶς πού δέν μποροῦμε νά ἐφαρμόσουμε αὐτή τήν ἐντολή. Συνεχίζω νά τηρῶ  αὐτή τήν ἂποψη, στήν μέχρι τώρα ζωή μου. Ἂν κάπου πιό  ἐμφατικά φανερώνεται μιά ἀκράδαντη πίστη μου εἶναι ὃταν ἀναφέρομαι στήν κόλαση, ἀποδεχόμενος πλήρως τήν ἂποψη τοῦ Ὠριγένη, τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ  Θεόδωρου Μομψουστίας (+428)  τοῦ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου (7ος  αἰῶνας). Εἶναι ἀληθινή ἡ σωτηρία ἐπειδή σώζει τούς πάντες. Ἐάν δέν δοθεῖ ἡ δυνατότητα νά σωθοῦμε ὃλοι, δέν σώζεται κανείς.

  Μοῦ ἀρέσει ἡ ἀναφορά σέ  αὐτό τό θέμα στό ἒργο τῆς Marilynne Robinson, Λάιλα, μτφρ. Κατερίνας Σχινά. Μεταίχμιο, Αθἠνα 2016. Ἂν τό εἶχα ἐκείνη τήν ἐποχή, θά  τό διάβαζα τακτικά στά παιδιά. Θά τούς διάβαζα τήν ἂποψη τοῦ  γέρου ἱερέα Ἒιμς γιά τήν κόλαση:

  «Ἐγώ πιστεύω σέ ἂλλα πράγματα. Πιστεύω ὃτι ὁ Θεός ἀγαπάει τόν κόσμο. Ὃτι ὁ Θεός  εἶναι φιλεύσπλαχνος. Δέν μπορῶ νά συμφιλιώσω, ξέρεις, τήν κόλαση καί ὃλα τά σχετικά μέ τά   πράγματα πού  ἀληθινά πιστεύω. Καί τά ὁποῖα, κατά κάποιον τρόπο, νιώθω ὃτι τά καταλαβαίνω. Κι ἒτσι  δέν μιλάω γιά τά ἂλλα πάρα πολύ. Τό νά σκέφτομαι τήν κόλαση  δέν μέ βοηθάει νά ζήσω μέ τόν τρόπο πού θέλω. Πιστεύω πώς αὐτό ἰσχύει γιά τούς περισσοτέρους ἀνθρώπους. Καί μόνο τό νά σκέπτομαι ὃτι κάποιοι  ἂνθρωποι μπορεῖ νά πᾶνε στήν κόλαση μοῦ φαίνεται διαβολικό, πολύ βαρύ ἁμἀρτημα. Κι ἒτσι δέν θέλω νά ἐνθαρρύνω κανέναν νά σκέφτεται μέ αὐτόν τόν τρόπο. Ἀκόμη καί νά μήν μπορεῖς νά  ξέρεις  τήν προσωπική πορεία τοῦ καθενός ξεχωριστά, παραμένει πρόβλημα νά ἀντιμετωπίζεις τούς ἀνθρώπους ἐν γένει σάν νά εἶναι ἀναπόδραστο κάποιοι νά πᾶνε στήν Κόλαση. Ἂν τό κάνεις αὐτό, δέν μπορεῖς νά δεῖς τόν κόσμο μέ τόν τρόπο  πού θά ’πρεπε. Κάθε κρίση αὐτοῦ τοῦ εἲδους ἀποτελεῖ, συνιστᾶ μεγάλη ἰταμότητα. Καί ἡ ἰταμότητα εἶναι πολύ βαρύ ἁμάρτημα. Πιστεύω ὃτι αὐτό, μέ  τόν τρόπο  του, συνιστᾶ  ἀκλόνητη θεολογία».      

 

  Σἠμερα μιλᾶμε γιά πνευματική κρίση. Δέν προσπαθοῦμε νά ἐπουλώσουμε τίς  πληγές, δέν βιώνουμε τήν ἀποτυχία ἀλλά καί τήν ἐλπίδα, σημάδια ἀνάγκης γιά ἀλλαγή.

  Εἶναι δύσκολο  νά εἶναι κανείς χριστιανός. Εἶναι πολύ βαρύ τό ρῆμα «εἶμαι». Δυσκολία εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὃλα, ὁ Χριστιανός  νά ἀντέξει τό Εὐαγγέλιο. Νά μήν ἀναπαυθεῖ, δηλαδή, στήν εὐκολία οἱασδήποτε εἰδωλολατρίας. Δυσκολία εἶναι νά ἐπιμένεις  ὃτι εἶναι ἂφρων ἐκεῖνος τόν ὁποῖο τό σύστημά  μας θεωρεῖ ὡς τόν κατ’  ἐξοχήν  σώφρονα. (παραβολή ἂφρονος πλουσίου). Δυσκολία τό νά ἒχεις ὡς χριστιανός κορώνα στό κεφάλι του τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης, παρ’ ὃλο πού αὐτή ἀκούγεται ἐξωπραγματική στίς κοινωνίες. Σέ ὃλες  τίς   ἐποχές, τό μίσος εἶναι εὐκολότερο, καί τό  ἂνευ ἀγάπης δίκαιο εἶναι  λογικότερο.     

  Μόνο ἂν κλονιστεῖ ἡ ψυχή μας γιά χάρη  κάποιου ἂλλου, θά βροῦμε τόν δρόμο μας. Ἡ ἐπικοινωνία εἶναι προσευχή, αὐτή κι ἂν εἶναι προσευχή. Ὁ Ἰησοῦς ἐπικοινωνοῦσε μέ  πόρνες καί τελῶνες. Δέν θά συναντήσουμε ποτέ διδακτισμό καί ἐπικρίσεις στά λόγια του παρά μόνο πρός τούς Φαρισαίους ὑποκριτές.

  Ἡ ἰδανική ἀγάπη εἶναι σάν τοῦ Θεοῦ: ἀγαπᾶ τούς πάντες, ἐξ ἲσου, δοξάζοντας τόν ἐνάρετο καί ἐλεῶντας τόν φαῦλο. (Ἐκ. αγ. Ι, κε΄ Ἐκατοντάδες περί αγάπης. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ).

 

  Πιστεύω ὃτι ἡ λογοτεχνία και ἡ θεολογία δέν εἶναι δύο ἀλληλοϋποβλεπόμενοι κόσμοι. Ἡ Μέριλιν Ρόμπινσον, ὁ Ρίτσος, ὁ Ἐλύτης, ἡ Δημουλᾶ, ὁ Σεφέρης, ὁ Λειβαδίτης καί τόσοι ἂλλοι μᾶς βοηθοῦν νά τίς δοῦμε ὡς δύο παράλληλες δραστηριότητες πού μᾶς  βοηθοῦν νά  εἰσχωρήσουμε στό μυστήριο πού  ὀνομάζεται ζωή, γιά νά μποροῦμε, ζώντας σ’ αὐτό τόν τραγικό   κόσμο, νά ἐπιβιώνουμε δίχως ἐξηγήσεις λογικές, ἒχοντας ἐμπιστοσύνη στό ἀνεξιχνίαστο  μέλλον πού ἒχει σχεδιάσει   κάποιος  Ἂλλος.

 

  Ὑστερόγραφο:

Ὃταν καμμιά φορά μέ κολάκευαν κάποιοι μαθητές τούς ἒκανα γνωστή τήν  ἀτάκα τοῦ Βίκτωρα Οὐγκώ, στόν ἒντονα δικαιολογημένο θαυμασμό τῶν ἀναγνωστῶν του: Δάσκαλε νά εὐλογεῖς τήν πένα σου. Κι αὐτός τούς ἀπαντοῦσε: τήν γομολάστιχά μου εὐλογῶ πού διορθώνει τά λάθη μου.  Γνώριζε ὁ σοφός γέρος τί σημαίνει κολακεία ἀλλά καί «γλείψιμο». Πιστεύω ὃτι ὑποστηρικτικά μιλᾶμε σέ μαθητές, μέχρι τό Λύκειο. Μετά ἀπό αὐτή τήν ἡλικία ἡ ὁποιαδήποτε κολακεία δέν χωράει στήν ἀξιοπρέπεια τοῦ προσώπου. Λόγια ὑποστηρικτικά ναί.

 

 

 

 

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Ἐσωτερικότητα τοῦ Ἐγώ καί ἐσωτερικότητα τοῦ Ἂλλου. Δύναμη καί Ἂνοιξη.

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

 «Σήμερον ἒαρ μυρίζει, καί καινή κτίσις χορεύει…» Ἐξαποστειλάριον τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀντίπασχα.

  Ἡ Βασιλεία  τοῦ Θεοῦ  εἶναι ἢδη ἐδῶ·  κυριότητά Του καταπάνω στόν θάνατο παροῦσα καί  ἐναργής. Ὃ,τι εἶναι νά γίνει, εἶναι ἢδη ἐδῶ. Ὁ  ἐπίγειος Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἁναστημένος Ἰησοῦς. Ἡ Δόξα  τοῦ Θεοῦ εἶναι παροῦσα  συνεχῶς· ὃλα εἶναι εἰσηγμένα στόν  χρόνο τους.

  Ὃ,τι εἶναι νά  συμβεῖ στό τέλος, εἶναι διαρκῶς παρόν ἀπό τήν ἀρχή. Ὁ Ἰησοῦς θαυματουργός καί βασιλέας, μελλοθάνατος κι ἀναστημένος ταυτόχρονα. Ὃ,τι γιορτάστηκε κι ὃ,τι θά  ἑορταστεῖ, εἶναι ἢδη ἐδῶ. Σπάει  ἡ ἀλυσίδα τῶν γεγονότων καί τό τώρα συγχωνεύεται μέ τό πρίν καί τό μετά. Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου ὁ δρακί τήν πᾶσαν ἒχων κτίσιν…, ψάλουμε τά Χριστούγεννα, Σήμερον τῶν ὑδάτων ἁγιάζεται  ἡ φύσις… τά Θεοφάνεια, Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον… στόν Εὐαγγελισμό, Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου… τήν Μεγάλη Πέμπτη.

 

  Τό νά εἶναι κανείς χριστιανός στήν Ἑλλάδα, εἶναι αὐτονόητο. Γεννηθήκαμε ἀπό χριστιανούς γονεῖς, καί μᾶς βάπτισαν ὂντας ἀκόμη νήπια· εὒκολο καί ἁπλό ὡς γεγονός. Φυσικά ἡ βάπτιση δέν ἀποτελεῖ κάποια  μαγική τελετουργία. Παραμένει ἢ ὂχι κάποιος  χριστιανός ἀποδεχόμενος ἢ ἀπορρίπτοντας τό μυστήριο.

 Τό νά γίνει κανείς κληρικός καί αὐτό εἶναι εὒκολο καί ἁπλό. Τό νά  ἀναλάβει ὃμως τήν εὐθύνη νά διατυπώσει τό προσωπικό τῆς ἀλήθειας βίωμα εἶναι  δρόμος ἐσωτερικός, μέ συνεχῆ ὑπαρξιακή ἀγωνία  καί ἒλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ γιά τήν εἰλικρίνειά του, τήν συνέπειά του, πραγματικά δυσβάσταχτος, κάποιες φορές ἀβάσταχτος, ἀλλά εἶναι  ὁ μόνος δρόμος.

   Ὁ Ἰησοῦς μᾶς καλεῖ, κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς, νά  σταθοῦμε στήν κοινωνία θυσιαστικά, νά ὑπάρξουμε συνειδητά, νά δοῦμε, νά ἀγαπήσουμε τόν  ἑαυτό μας  καί τόν ἂλλον, πρό παντός  τόν ἐχθρό μας, ἀντί νά κυνηγᾶμε φαντάσμτατα καί νά προσκυνοῦμε εἲδωλα.

  Ὁ κληρικός μπορεῖ νά καλλιεργήσει τήν ἐνορία σέ αἰσθήματα καί βαθύτερη σκέψη ἢ νά τήν ὁδηγήσει  στόν εὒκολο τῆς παραίτησης δρόμο, ὃπου οἰ ἂνθρωποι παύουν  νά νιώθουν τήν παραμικρή ἀνάγκη γιά τό ὡραῖο ἢ τό πνευματικό καί καταναλώνουν τίς συνάξεις σάν χαμένο  χρόνο. Ἀκόμη  καί τά λάθη του, οἱ ἀδυναμίες του μπορεῖ νά  ἒχουν ἐνδιαφέρον, ἀρκεῖ νά  εἶναι εἰλικρινής γιατί ἀντιπροσωπεύουν τήν  πραγματικότητα τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς. Ἐξ ἂλλου κατέχει κανείς ὃλη τήν ἀλήθεια;

  Ὁ κληρικός χρειάζεται λόγο λιτότητας, ἁπλότητας,  ἒχει καθῆκον  νά διατηρεῖ ἠρεμία στόν ἀγῶνα του, νά μήν ἐκφράζει συναισθήματα μέ ἒντονο τρόπο, νά μήν ἀδειάζει τήν ψυχή τοῦ πιστοῦ. Μέ αὐτό τόν τρόπο ὃλοι ἒχουμε τήν δυνατότητα νά  ἀκούσουμε τήν δική μας ψυχή. Αὐτό ἐκτιμῶ πώς εἶναι δεῖγμα σεβασμοῦ πρός  τήν ἐλευθερία καί τήν δική του καί τήν δική μας.

 Ὁ κληρικός ἐκτιμᾶ ἂπαντες καί ἀπᾶσας, τούς  κρίνει  ἱκανούς ὃλους καί ὂλες νά  ἀναλάβουν ὃ.τι τούς ἀναλογεῖ, καί τούς θεωρεῖ ἐλεύθερους καί ὑπέθυνους γι’ αὐτό. Δέν ἀναλογιζόμαστε κάτι τέτοιο κάθε  φορά πού κάποιος μᾶς «βάζει  δύσκολα»;  Ἒργο του δέν εἶναι νά  ἐκφραστεῖ  ἀτομικά, ἀλλά νά ἐργαστεῖ γιά τόν πνευματικό  δεσμό μέ τούς  ἂλλους, γιά τήν ἑνότητα. Ἒνταση καί ἀρμονία, ἀσχήμια καί ὀμορφιά συνυπάρχουν στήν ζωή καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα, ἡ Ἐνορία,  καλεῖται νά τά δέσει σέ λειτουργική ἑνότητα.

   Ἱερέας: πρόκειται γιά πρόσωπο ἐξαιρετικά χαρισματικό πού ὑπηρετεῖ τήν Ἐκκλησία μέ πλήρη ἀφοσίωση, τόν ἂνθρωπο, τό νόημα τῆς ὓπαρξης, τό Θεῖο, ἀνυποχώρητος μέχρι τό τέλος του παρά τις ἀντιξοότητες, τά ἐμπόδια, τίς ματαιώσεις. Ἲσως χωρίς  αὐτά νά μήν μπορεῖ νά φανεῖ τό χάρισμά του σ’ ὃλο του τό μεγαλεῖο.

 

  Γνώρισα κάποιους κληρικούς, ἐν μέρει τούς θαύμασα, τούς  συμπόνεσα, τούς εὐχαρίστησα μυστικῶς  γιά τόν δρόμο πού διανύουν, πού διήνυσαν, μέ πείσμα καί πόνο, ὣστε νά μοιραστοῦν μέ σύγχρονους  καί ἐπόμενους, τήν ἀγωνία τοῦ ἀγῶνα καί τήν αἲσθηση τῆς εὐθύνης τοῦ νά μείνει ἀναμμένη ἡ φλόγα πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός.  Πού ἒχουν ἰδιαίτερη σχέση μέ τήν φύση, μέ  τήν ἀγάπη, ἐξωτερικά στατικοί ἀλλά  ἐσωτερικά φορτισμένοι μέ  ξέφρενο πάθος  πού ὑπάρχουν συνειδητά, πού σχετίζονται οὐσιαστικά, πού προλαβαίνουν καί βλέπουν καί ἀγαποῦν τόν ἑαυτό τους καί τόν ἂλλον. Πού βιώνουν ἐρεθίσματα, πού στέκονται στά οὐσιαστικά καί τά αἰώνια τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πού συνήθως τά προσπερνᾶμε, ἂν καί ἀπό  αὐτά ἐξαρτᾶται ἡ μοίρα μας, ὂντας  ἀπασχολημένοι στό κυνήγι φαντασμάτων καί στήν προσκύνηση εἰδώλων. Πρόκειται γιά τόν Ἀναστάσιο Ἀλβανίας, τόν πάπα Φραγκίσκο, τόν Ροδοστόλου Χρυσόστομο, τόν γέρο-Χαράλαμπο, τόν παπά-Κοσμᾶ, τόν παπά-Διονύση…

  

  Ὃμως σήμερα περισσότερο ἀπό ποτέ, κληρικοί καί λαϊκοί, ἀποποιούμεθα τῆς εὐθύνης μας ἀπέναντι στήν ζωή καί τήν ψυχή μας. Ἡ ἐξωτερική μας κίνηση συχνά ἀκυρώνει τήν ἐσωτερική, καί κάποιες φορές χρησιμοποιεῖται ἀκριβῶς  γιά μήν μένουμε   μέ τόν ἑαυτό μας καί συναντήσουμε ἀμείλικτα ὑπαρξιακά ἐρωτήματα. Φοβόμαστε νά ἀποκτήσουμε συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Δέν ὑπάρχει ἂλλος δρόμος ἀπό  αὐτόν τῆς εὐθύνης γιά τόν ἑαυτό μας καί τόν κόσμο. Κάθε ἀπόπειρα νά ἀποκαταστήσουμε τήν ἁρμονία στόν κόσμο βασίζεται στήν ἀνανέωση τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης. Ὃλη μας ἡ ζωή, πιστεύω, εἶναι μιά πορεία αὐτογνωσίας, δηλαδή μιά διαρκής ἀναζήτηση τοῦ ὑπαρξιακοῦ νοήματος. 

  Θά καταφέρουμε νά διαχειριστοῦμε τήν πνευματική κρίση; Ἀγωνιζόμαστε μέσα σ’ αὐτό τό θλιβερό ξερό  τοπίο, τό γεμᾶτο ἐρείπια νά  φθάσουμε μέ ἀναμμένο κερί ἀπέναντι; Σώζουμε τήν φλόγα, τήν ἀκουμπᾶμε στό χέρι τοῦ παιδιοῦ μας;  Μπορεῖ νά εἲμαστε ἀδύναμοι ἂνθρωποι ἀλλά παραμένουμε πάντα μέ τήν ἐλπίδα τῆς νίκης. Ἡ ἐλπίδα ἒρχεται μέ  τήν ταπείνωση, «σιγαλά καί ταπεινά». Δέν σωζόμαστε ἀτομικά  ἀλλά συλλογικά, ὂχι μεμονωμένα παρά ὃλοι μαζί, ἀπό τήν  ἀνελέητη παράνοια τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Ἡ ἐλπίδα ἒρχεται μέ τήν ἀγάπη καί τό κρυμμένο θαῦμα.

 

 Ἐσωτερικότητα τοῦ Ἐγώ καί ἐσωτερικότητα τοῦ Ἂλλου: στήν πρώτη περίπτωση ἐπιβεβαιώνεται ἡ εὐφυΐα, ὁ συναισθηματισμός, ἡ ἐπιτυχία καί τά ὃμοια, καί στήν δεύτερη ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἂσκηση, ἡ  ὑπομονή, ἡ ἀγάπη τό δόσιμο, ἡ θυσία. Δύναμη καί Ἂνοιξη.    πρώτη μέ καλεῖ σέ συνεχεῖς ἀναμετρήσεις καί μέ κλείνει· ἡ δεύτερη μοῦ ζητάει διαθεσιμότητα καί μέ ἀνοίγει.  Ὁ Ταρκόφσκι στήν τελευταία του ταινία τήν «Θυσία», ὁ πρωταγωνιστής, ἓνας ἁπλός ἂνθρωπος, τήν ὓστατη ὣρα, ἀναλαμβάνει ἑκούσια τήν εὐθύνη νά θυσιάσει ὃ,τι ἀποτελεῖ τήν ζωή  του, γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος. Ὁ κόσμος σώζεται, ἐκεῖνος σηκώνει τό μαρτύριο μέσα σέ σπαρακτική ὀδύνη, σέ κατάσταση «τρέλας», μά σιωπῶντας…Ταυτόχρονα ἀκούγεται ἡ καταπληκτική  ἂρια, «Ἐλέησέ μας Κύριε», ἀπό τά «Κατά Ματθαῖον Πάθη» τοῦ Μπάχ. Ἀπό τήν ἀβάσταχτη τραγικότητα ἡ ψυχή τοῦ θεατή ἁρπάζεται στό μεγαλεῖο πού ξεπερνάει τά κοινά ἀνθρώπινα μέτρα: Σταυρός καί Ἀνάσταση!

  Ἀλήθεια, εὐαισθησία, ἀγάπη, θυσία, εὐθύνη, ὁ ἂξονας  τῆς ζωῆς καί τοῦ ἒργου τοῦ κάθε χριστιανοῦ, λαϊκοῦ καί κληρικοῦ. Ἀργά, μυστικά, ἀπόκοσμα  καί λυτρωτικά, χαράζουν δρόμο ἀνάμεσα στό «ἐδῶ» καί στό «ἐκεῖ», ἲσως τό μεγαλύτερο ὂνειρο ὃλης τῆς Χριστιανοσύνης, Ὀρθόδοξης, Καθολικῆς, Προτεσταντικῆς καί Ἀγγλικανικῆς.