Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Ὑπομονή, σιγανά καί ταπεινά.

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου  

  Τό λεξικό τῆς Αρχαιοελληνικής τῶν Λίντελ-Σκώτ, ἀποδίδει στό ρῆμα ὑπομένω τίς ἒννοιες «μένω πίσω», «μένω στήν ζωή», «περιμένω κάποιον ἐναντίον μου», «ὑποτάσσομαι ἀδιαμαρτύρητα», «μένω σταθερός στήν θέση μου», «περιμένω νά ένεργήσω», «ἐπιμένω», «περιμένω κάτι».  Ὡς ἀφηρημένο πάλι οὐσιαστικό, ἡ ὑπομονή δηλώνει ἀντίστοιχα τό γεγονός τῆς ἀνοχῆς, αἲφνης ὑβριστικῶν λόγων, τῆς ἀντοχῆς λχ πόνων. ἢ τῆς παραμονῆς σέ  ὁρισμένο σημεῖο π.χ. «Ἐν τῆ Σπάρτη ὑπομένει Δημάρατος».

   Ἡ σημασία παρουσιάζει τοπολογικό χαρακτῆρα ἀκόμη καί στήν περίπτωση ὑπομονῆς στόν πόνο, στήν ὁποία τόπος γίνεται μεταφορικά το ἲδιο τό ὑποκείμενο, ἐφ’ ὃσον αὐτό ὑπομένει κάτι ἐκτός τῆς τάξεώς του. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά ἐσωτερική κατάσταση, ἀλλά γιά σχέση ἐπιβάρυνσης καί άντοχῆς ἑνός τόπου ἀπό ἂλλον. Καί οἱ Ο΄ συνδέουν στήν περίπτωση τοῦ Ἰώβ τήν ὑπομονή μέ τήν ἀντοχή σέ θλιψη ἐξωτερικῆς προέλευσης. Τό ἲδιο συναντᾶμε καί στήν Καινή Διαθήκη ὃπου προστίθεται κυριαρχικά στά ἢδη γνώριμα, καί ἡ διάσταση τῆς ἀπαντοχῆς. Τό μέν ρῆμα ὑπομένω διατηρεῖ τόν παλαιό ἐνεργητικό του χαρακτῆρα, ὃμως τό οὐσιαστικό του, ἡ ὑπομονή, τρέπεται σέ πάθος ψυχικό, αὐτοδύναμη ἐσωτερική πραγματικότητα, ὡς ἐσωτερική κατάσταση καί ὂχι ἐνέργεια ἐξωτερική.

 Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ὑπομονή νά μελετηθεῖ συγκριτικά καί μέ ἂλλες γλῶσσες. Στά λατινογενῆ ἢ τά λατινοτραφῆ ἡ ὑπομονή κατανοεῖται ὡς ἀνθεκτικότητα στίς παροδικές ἢ διαρκεῖς πιέσεις τῆς ζωῆς, εἲτε ὡς ἱκανότητα καί συνεπῶς ἀρετή  ἑνός  ἀνθρώπου νά πράττει ἀβίαστα,  μ’ ἐπιμονή στίς λεπτομέρειες. Ὁ Ἰταλός λέει pazienza, ὁ Γάλλος patience,  ὁ Ἂγγλος patience  ὃλα παράγωγα τοῦ λατινικοῦ patior, πού ἀνάγεται στό ἑλληνικό πάσχω. 

   Διαφέρει κατά πολύ τό ὑπομένω ἀπό τό ὑποφέρω. Τό μένω χαρακτηρίζεται ἀπό τήν διάρκεια ἐνῶ τό φέρω  παραπέμπει στήν σημασία βαστῶ, σηκώνω, κομίζω. Τό ὑπομένω περιγράφει μιά σχέση πού βασίζεται σέ παθητική διάθεση, πού ἐπιτρέπει ἓνα βίωμα τῆς πρόθεσης «ὑπό» σέ χρόνο διαρκείας, ἀδιάκοπο· ἐνῶ στό ὑποφέρω ὁ χρόνος διακόπτεται κάθε στιγμή τῆς πράξεως, καί μέ τόν τρόπο αὐτό περνᾶ.

  Ὁ Ἀρχαῖος δέν ἒκανε ὑπομονή γενικά· ὑπέμενε θλίψεις, βία, πόνους καί ἂλλα. Πιό συγκεκριμένα τό ρῆμα  ὑπομένω συνοδευόταν ἀπό  ἀντικείμενο σαφῶς διακεκριμένο τοῦ  ὑποκειμένου. Με τούς πρώτους ὃμως χριστιανικούς χρόνους, ἡ ἐμπειρία τῶν διωγμῶν καί τοῦ μαρτυρίου ἀνέδειξαν τήν ὑπομονή σέ χάρισμα, παθητικότητα πού προηγεῖται τοῦ πάθους καί άποτελεῖ καθαρά ἠθική δύναμη, ψυχικό σθένος. Εἶμαι ἂρρωστος καί  κάνω ὑπομονή δέν συμπίπτει τό πάθος τῆς ἀσθένειας μέ τό γεγονός ὃτι τό βαστάζω.

   Γινόμαστε ἀνυπόμονοι ἰδιαίτερα σήμερα κρατῶντας τό ρολόι  μέσω τοῦ κινητοῦ στό χέρι ἢ στήν τσέπη μας, πιστεύοντας ὃτι ἒχουμε τόν χρόνο στό «τσεπάκι» μας ἢ  ὁ χρόνος εἶναι  τοῦ χεριοῦ μας, μέ τήν ψευδαίσθηση ὃτι ἐλέγχουμε ὃλες τίς  ὑπαρξιακές μας παραμέτρους. Προφανῶς ἡ ἀνυπομονησία συνορεύει  ἂμεσα μέ τόν ἀπελπισμό. Ἒτσι ἐξηγεῖται ὁ πανικός καί ἡ  ἀπελπισία τοῦ  ἀνυπόμονου. Ἡ ἐλπίδα  συνδέεται μ΄ ἓναν χρόνο καινούργιας ζωῆς καί ὂχι μέ ἓναν χρόνο πού τρέχει: Ἡ ἐλπίδα εἶναι ὁ ἐσχατολογικός τρόπος  ὓπαρξης ἐν τῆ ὑπομονῆ.

  Τό βράδυ τῆς ἡμέρας αἰσθανόμαστε τήν μελαγχολική ἀνακωχή ἀφήνοντας νά ἀναφανεῖ κάτω ἀπό τήν μονοτονία τῆς δυστυχίας μας, μιά ὑπομονή δίχως μέλλον. «Γεμᾶτοι ἀπανθρωπιά καί κατάθλιψη», γίναμε ἀγρίμια πού ἐκφραζόμαστε μέ ἀπουσία ἀντίδρασης στίς συγκινήσεις μας. Γίναμε ἀλαργινοί, ἀπόμακροι γιά τόν δίπλα μας, γιά τόν κόσμο ὃλο, καί δυστυχῶς καί γιά τόν ἑαυτό μας.  Συνθέσαμε ἓναν κόσμο ἀποκλειστικά ὑλικοῦ ἂπληστου συμφέροντος, ἒναν κόσμο πού μοιάζει χωρίς σκοπό καί μέλλον, ἓναν κόσμο πνιγηρῆς ἐπανάληψης καί μονοτονίας, ἓναν κόσμο σιωπῶν τῶν κρυφῶν πληγῶν, σκιάζοντας ἐπιμελῶς τίς  προκλήσεις τῆς ζωῆς. 

   Ἡ ἀσκητική ὑπομονή δέν ἒχει καμμία σχέση μέ τήν παθητικότητα.  Δύναμη τῆς ὑπομονῆς τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου εἶναι ἡ ἐλπίδα καί πίστη σ’ ἓναν χρόνο τελικό καί ἒσχατο. Χωρίς τελικό χρόνο ἡ ἐλπίδα γίνεται ἁπλή  ἀναμονή, παράταση ἐναγώνιος τοῦ ὑπολογισμένου χρόνου, μετεωρισμός στό ξαφνικό κενό. Τό τέλος τοῦτο δέν βρίσκεται σ’ ἓνα ἀπώτατο μέλλον· τό τέλος τοῦ χρόνου βρίσκεται στό παρόν τοῦ Θεοῦ, πού ἒχει ἒρθει καί ἒρχεται. Μόνο ἡ  παρουσία τοῦ Θεοῦ μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ἀκλόνητα πώς ἡ δικαιοσύνη Του ἐπέρχεται. Ἐάν δέν ζοῦσε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ  ὁ Ἰώβ ἢ ἡ γνωστή  μας Μάρτυσσα Διακόνισσα δέν θά πίστευαν, οὒτε θά ὑπέμεναν τά πάνδεινα στό ὂνομά Του. Θά ἒχαναν τήν ὑπομονή καί τήν πίστη τους. 

Τί θέση μπορεῖ νά καταλάβει στήν ζωή μας ἡ ὑπομονή τοῦ μοναχοῦ; Σίγουρα δέν γίνεται νά μεταφέρεται ἡ ἂσκησή του στήν καθημερινότητά μας, καί οὒτε  ἒχει νόημα  ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας. Ποῦ θά ὁδηγοῦσε πχ μιά οἰκονομική δραστηριότητα χωρίς κέρδος ἢ ἓνας ἒρωτας, αὐτή ἡ βίαιη καί ἀνεξέλεγκτη δύναμη τῆς ζωῆς, πού ξεπερνᾶ τό ἁπλό βλέμμα, χωρίς ἀνταπόκριση, χωρίς πλησιάσματα καί ὁλόπλευρα ἁπλόχερα δοσίματα καί ἀγγίγματα;

 Τότε τί νόημα ἒχει νά μιμηθοῦμε τόν κανόνα τοῦ μοναχοῦ στόν κόσμο μας. Μιμούμεθα τήν σημασία τῶν ἒργων τοῦ μοναχοῦ καί κρατοῦμε ὡς ἀλήθεια κοινή,  τόν βαθύτερο λόγο: τίποτα τό οὐσιαστικό  δέν ἐπιτυγχάνεται ἀθυσίαστα, ἂν δέν παραιτηθοῦμε ἀπό κάποια εὐχαρίστηση ἢ ἱκανοποίηση κάποιου θελήματός μας. Ἂν ἀφαιρέσουμε τόν λόγο τῆς νηστείας τοῦ ἀσκητή δέν διαφέρει σέ τίποτα ἀπό τήν νηστεία τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά φροντίσει τήν ἐμφάνισή του. Μέ τήν νηστεία ὀ ἀσκητής ἀναζητάει τήν ἐσωτερική ἂνοιξη, ἐνῶ στήν δεύτερη τά πάντα, ὡραΐζονται στό σφίξιμό τους, καθαγιάζονται στήν γοητεία καί τήν δύναμη.

  Μοναχοί καί λαϊκοί, κληρικοί καί μοναχές, ὃλοι εἲμαστε ἀσκητές, ὃλοι ἀγωνιστές, ὃλοι συνοδοιπόροι καί συνοδίτες. Ἀνατέλλει ὁ χρόνος συνέχεια, χωρίς νά δύει ποτέ.. Ἒχει ὑλικότητα ἀφοῦ εἶναι δημιούργημα, καί φυσικά δέν μπορεῖ νά χωρέσει σέ κανένα ρολόι, σέ κανένα χρονόμετρο.   Ὂθεν ἡ ὑπομονή  ἀναδεικνύεται σέ συν-κίνηση τοῦ χρόνου. Ἀντέχουμε τήν διάρκεια τοῦ χρόνου καί ὂχι τό πέρασμά του.

  Στήν ἐποχή τῆς ἂκοπης ἐλπίδας, πού τά  θέλουμε ὃλα ἐδῶ καί τώρα, χωρίς ἲχνος ἱδρῶτα  καί μόχθο, πού  ψάχνουμε τρόπους νά «σκοτώσουμε» τήν ὢρα μας, στήν ἐποχή τοῦ πῶς θά ἀποκτήσω περισσότερα καί γρήγορα ἒστω καί βρόμικα, μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά  ὑπομονή καί μέχρι ποίου σημείου;

    Μέσα μας, μέσα μας βαθιά, καίει διακριτικά  μιά μικρή φλόγα, ἡ  ὁποία δέν ἐπιτρέπει νά ἀγνοήσουμε τήν ἰδιαίτερη σημασία πού ἀποκτοῦν τά βλέμματα, ὁ χρόνος ὡς δημιούργημα καί αὐτός, οἱ μυρουδιές  τῆς ἀγαπημένης μας, τῆς βροχῆς, τῆς  ἀρμύρας τῆς θάλασσας,.. Εἶναι αὐτά πού μᾶς πείθουν ὃτι ἡ ἐλπίδα καί σέ μεγάλο βαθμό, ἡ εὐτυχία, παραμένουν σέ τοῦτο τόν κόσμο, ζητῶντας μας νά παραχωρήσουμε κάποιο, ἒστω καί ἐλάχιστο χῶρο στήν ὑπομονή.

  Ὃλοι γνωρίζουμε τί εὐχάριστο εἶναι νά μπαίνει στήν ψυχή μας, ὃταν τήν ἒχουμε ἀνοιχτή, ἡ μυρουδιά τῆς νύχτας καί τῶν λουλουδιῶν, καί ὃλοι  μας στήν ἐπαρχία ἒχουμε  χαρεῖ,  χαζεύοντας τόν οὐρανό πού σκοτεινιάζει, τό νεῦμα μιᾶς ὑπόσχεσης βροχῆς, πού  παραχωρεῖται πλούσια ὡς χάρισμα, σέ ἀνυπόμονους καί καρτερικούς, ἐξ  ἲσου, ἁπλόχερα, ὡς ἀνακωχή στήν μελαγχολία μας.

   Συχνά πυκνά στέκομαι στόν ἑλληνικό μῦθο τοῦ Σίσυφου, στόν βαθύ συμβολισμό του, τοῦ παράλογου αὐτοῦ ἣρωα  πού τόσο μᾶς μοιάζει, πού μᾶλλον εἲμαστε εἰκόνα του, στά πάθη καί τά βάσανά του, στήν ἀγάπη  του γιά τήν ζωή, στό μίσος του γιά τόν θάνατο, τό ἀνείπωτο μαρτύριο πού δέν τελειώνει ποτέ.

  Ὁ πρός τήν κορυφή καθημερινός ἀγῶνας του, τοῦ ἀρκεῖ γιά νά ὁπλίζει  τήν καρδιά του μέ ἀποφασιστικότητα, αἰσιοδοξία, ἀντοχή ὑπομονή, καρτερία.  Ὁ ἀγῶνας καί μόνο ἀρκεῖ γιά νά γεμίσει μία ἀνθρώπινη καρδιά. Φαντάζομαι τόν Σίσυφο, τόν ἂνθρωπο  ὃλων τῶν ἐποχῶν, εὐτυχισμένο ὂταν κάθε  πρωί ἀτενίζει τήν κορυφή,  καί τόν βράχο μπρός τά πόδια του.

 Οἱ μῦθοι φτιάχνονται γιά νά τούς ζωογονεῖ ἡ φαντασία. Στόν μῦθο τοῦ Σίσυφου τῶν προγόνων μας «βλέπουμε ὅλη τήν προσπάθεια ἑνός τεντωμένου κορμιοῦ ν' ἀνασηκώσει τήν πελώρια πέτρα, νά τήν γυρίζει σπρώχνοντάς την πρός τήν κορυφή,  σέ μιά πλαγιά πού τήν ἔχει ἀνεβοκατέβει ἀμέτρητες φορές. Βλέπουμε τό συσπασμένο πρόσωπο, τό κολλημένο πάνω στήν πέτρα μάγουλο, τόν ὦμο  πού δέχεται τόν λασπωμένο ὄγκο, τό πόδι πού τόν στηρίζει, τήν διαστολή τῶν  μυώνων, τήν ἀνθρώπινη σιγουριά δυό χεριῶν γεμάτων γῆ. Στό ἔπακρο αὐτῆς τῆς  τρομερῆς προσπάθειας, τῆς μετρημένης μέ τό χωρίς οὐρανό διάστημα καί τόν χωρίς βάθος χρόνο, ὁ σκοπός ἐκπληρώνεται. Ὁ Σίσυφος τότε, κοιτάζει τήν πέτρα νά κατηφορίζει σέ μερικές στιγμές πρός αὐτόν τόν χαμηλό κόσμο ἀπ' ὅπου θά πρέπει νά τήν ἀνεβάσει πάλι στήν κορυφή. Ξανακατεβαίνει στήν πεδιάδα καί πάλι ἀπό τήν ἀρχή.(Καμύ).

  Ὁ Σίσυφος εἶναι ὑπέροχος, στήν προσπάθειά του εὐτυχισμένος.  Ἡ ὑπομονή του  τόν κάνει πιό δυνατό ἀπό τόν βράχο του. Ἡ ἐπιθυμία τῆς εὐτυχίας, κάνει τόν ἲδιο δυνατό σάν τόν βράχο.  Ποιός ἀμφιβάλλει ὃτι οἱ ἀβάσταχτες ἀλήθειες  κάνουν τίς νύχτες τῆς Γεσθημανῆς μας ὑποφερτές, μόνο ὃταν ὑπομένουμε.

  Πέραν τοῦ ἀτομικοῦ ὑπάρχει μιά ἂλλη διάκριση, ἓνας ἂλλος τρόπος ξεχασμένος ἀπό τόν σύγχρονο ἐγωτικό  ἂνθρωπο. Αὐτός τῆς συμμετοχῆς τοῦ πολίτη, στόν κοινό βίο, στίς προσπάθειες, τίς ἀγωνίες, τούς πόνους, τίς διαβουλεύσεις καί τίς ἀναμετρήσεις τῆς Κοινότητας. Συμμετοχή ἐμπνεόμενη ἀπό τά κριτήρια  ἐκεῖνα πού κάνουν τήν ταυτότητα καί τήν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου κοινοτική, καί ταυτόχρονα κρίνουν κατά πόσον ἡ ταυτότητα καί ἡ παρουσία του εἶναι πράγματι κοινοτική. Εἶναι ἓνα ζητούμενο πού κάθε τόσο πρέπει νά νιώθουμε τό χρέος νά συνεχίσουμε νά τό κάνουμε, ἀγωνιστικά καί καρτερικά, μέ ὑπομονή και ἐπιμονή.

 

 

 

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Καλωσόρισμα στόν Οὒγκο Ντίξον ὡς νέο δημότη Τήνου· λόγος ὑποδοχῆς.

 


Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

Εἰσαγωγικά: Τίς προάλλες σέ ξενοδοχεῖο τῶν Ἀθηνῶν ὁ φίλος Οὒγκο Ντίξον, θέλησε νά ἑορτάσει τήν ἀπόκτηση τῆς  Ἑλληνικῆς ἰθαγένειας, ἒχοντας καλέσει συγγενεῖς, φίλους καί συνεργάτες, άναθέτοντάς μου, ἐξαιρετικά τιμῶντας με, τήν ἐκφώνηση λόγου ὑποδοχῆς στήν ἑλληνική οἰκογένεια.

 Ἂς ἐκληφθεῖ αὐτή ἡ ἀνάρτηση ὡς φιλόφρων προϋπάντηση-ὑποδοχή τοῦ φίλου Οὒγκου  στήν τοπική κοινότητα, δεδομένου ὃτι ἠ ἀπόκτηση τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοόητας, συνοδεύτηκε καί μέ τήν ἀπόφασή του νά πολιτογραφηθεῖ πολίτης Τἠνου.

 

 Κύριε πρώην Πρωθυπουργέ, κύριοι πρώην Ὑπουργοί, κυρία καί κύριοι βουλευτές, κυρίες καί κύριοι,

 

  Ὁ Ἓλληνας μᾶς δίδαξε ὃτι ὁ κόσμος εἶναι κάτεργο τοῦ πνεύματος καί ὃτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀγυρτεία. Τό Πνεῦμα οὒτε νομοθετεῖται, οὒτε φυλακίζεται ἀπό καμμιά ἐξουσία, οὒτε καταφεύγει σέ τυπωμένο χαρτί. Τό  πνεῦμα εἶναι ἀκατάλυτο καί ἡ  ἐλευθερία τοῦ πνεύματος γενναιοδωρία Θεοῦ. 

  Ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος νοητός. Δέν ἒχει σύνορα καί οὒτε  ἒχει  ἀνάγκη ἀπό μνημεῖα. Μπορεῖ νά ὁρίσει ὁ χάρτης τήν ἀτοπία; Πῶς περιλαμβάνεται τό ἀκατανόητο σέ κάποιο χῶρο;

  Πρῶτος ὁ Ἓλληνας μίλησε γιά τό νόημα τοῦ κόσμου. Μᾶς ἒμαθε, μεταξύ τῶν ἂλλων, ὃτι Ἀπόλυτο εἶναι τό ἂλλο τοῦ κόσμου, αἰώνιο, ἀπερινόητο, καί ἀκατάληπτο. Τό ἂλλο τοῦ κόσμου στόν κόσμο μας εἶναι ἡ Ἑλλάδα.

  Ἡ Ἑλληνικότητα τοῦ κόσμου βρίσκεται μακριά ἀπό τήν τυπική ἀπομίμηση δεδομένων, ρυθμῶν, σχημάτων, ἢ ἐντυπώσεων σέ οἰκεῖες μορφές. Εἶναι στερέωση τῆς ὓπαρξής του σ’ ἒνα φῶς ὑπερούσιο καί ἀγάπη δημιουργίας.

 

 Τό καλύτερο πού μπορεῖ κανείς νά συνεισφέρει σέ μιά παράδοση, δέν εἶναι νά τήν ὑπερασπίζεται ἂνευ ὃρων, ἀλλά νά τήν κοιτᾶ κατάματα. Ὁ Οὒγκο τήν  κοιτᾶ ὃχι μόνο κατάματα ἀλλά καί διαπεραστικά, γι’ αὐτό ἐπιστρέφει.

  Ἡ ἑλληνική μας ἐμπειρία ἀρχίζει μέ τόν Ὂμηρο. Ἡ  ὀμηρική ποίηση ἀναφέρεται  στόν γυρισμό.  Ἡ Ὀδύσσεια  εἶναι ἒργο γιά  τόν γυρισμό· ἒργο τοῦ γυρισμοῦ. Ὁ γυρισμός στά ἀρχαῖα λέγεται νόστος, παράγωγο τοῦ ρήματος νέομαι, ἒρχομαι, ἐπιστρέφω, ἐπανεστιάζομαι. Ὁ νόστος λοιπόν, ἡ ἐπιστροφή, ἡ ἐπάνοδος, συνδέεται μέ τήν γλύκα, ὣστε σήμερα νά ὀνομάζουμε νόστιμο, τό εὐχάριστο, τό γλυκό, τό εὒγευστο.

  Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁ γυρισμός. Αὐτό σημαίνει: Οἱ Ἓλληνες μόνο γυρίζουν.  Δέν ἐπιλέγονται ἀπό τό πεπρωμένο τους· ἀνάγουν τήν ἐπιλογή σέ πεπρωμένο τους. Ὁ Οὒγκο ἐπέλεξε τό πεπρωμένο του. Ἐπέστρεψε στήν Σαμαρίνα του, ἐκεῖ ὃπου άνήκει. Ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ γυρισμοῦ ὀνομάζεται Ὀδύσσεια. Ὁ Οὒγκο τί κι ἂν δέν γεννήθηκε στήν Σαμαρίνα. Εἶναι γηγενής, αὐθεντικός καί ἐπιστρέφει στήν γενέτειρά του.

 

  Ἡ ἑλληνική γλῶσσα  εἶναι ἡ ἰθαγένειά μας. Σ’ αὐτή τήν γλῶσσα  πού βρίσκεται στίς ρίζες καί στά πέρατα τοῦ κόσμου, γράφεται ἡ μοίρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀκόμη καί τό γλωσσικό μας πρόβλημα εἶναι πρόβλημα δημιουργίας καί ὂχι γραμματικῆς. Πρόκειται γιά  διαιώνιση τῆς δημιουργίας στίς μετουσιώσεις μιᾶς καί τῆς αὐτῆς γλῶσσας. Ἡ ἐλληνική γλῶσσα εἶναι ἒργο ποιητικό. Ὁ λόγος τῶν Ἀρχαίων προγόνων μας εἶναι ἂσβεστο ἡφαίστειο, ρίζες πού σκίζουν τά βράχια καί φωτιές πού καῖνε τόν οὐρανό. Εἶναι τό βαρύτιμο παγκόσμιο ἂμφιο. 

 

   Κάθε λαός ἒχει ἓνα θησαυρό, τήν ἰθαγἐνειά του,  μέ τόν ὁποῖο συνδέει τήν τιμή του καί τήν πίστη του. Ἐκείνη τήν συνείδηση ἑνότητας  πού δέν ἀφήνει τόν Γάλλο νά γίνει Ἂγγλος, οὒτε τόν Ρῶσο Γερμανό.

  Ὁ Οὒγκο, πολιτογραφημένος Ἂγγλος, γεννήθηκε Ἓλληνας. Φυλάει τόν θησαυρό τῆς ἰθαγένειάς του, ἀλλά στήν οὐσία αἰσθἀνεται φυλασσόμενος, διότι χωρίς αὐτόν τόν θησαυρό δέν  νιώθει συγκροτημένος. Τόν ἒχει ἀποθέσει σέ κιβώτιο βαρύτιμο καί πορεύεται ἐδῶ καί κάποια χρόνια, ἀφ’ ὃτου αἰσθάνθηκε ὃτι ἀσφαλίζεται καλύτερα, στόν Χατζηρᾶδο τῆς Τήνου. 

  Σέ ἓνα τοπίο, μιά Τῆνος πού καταπίνει, πρός τό παρόν, ὃλες τίς ἀσχήμιες μας, πού ἀπορροφᾶ τήν βαναυσότητά μας, πού ἀντέχει τἠν ἀγριότητα καί συγχωρεῖ τήν ἀσέβειά μας, βλέπει κανείς τόν Οὒγκο νά κατηφορίζει  ἀπό μιά μικρή πλαγιά γεμάτη σχίνα, συκιές, λυγαριές, δεντρολίβανα, σπάρτα, ἀπούρανους, ἀκάριωνες, κι ἀσπάλαθους, νά προσπερνᾶ ἀμμουδιές, νά δρασκελίζει τούς μέ τέλειο περίγραμμα κόλπους κι ἀγκάλες, καί νά λούζεται στά οὐράνια  νερά τῶν  Γαστριῶν, αἰσθανόμενος  τό μέτρο τῆς θείας δωρεᾶς στήν νοτισμένη ἀπό ρίγανη, θυμάρι, καί μέλι ψυχή του. Διαστάσεις ὑπερβατικές, Ἡ ἰθαγένεια ἀνακατεμένη μέ  τόν ἣλιο καί τήν θάλασσα.  Ὁ Οὒγκο γεύεται τήν αἰωνιότητα, ἰσοκρατῶντας τόν δεόμενο παπά Σπύρο τῆς Ἁγίας Τριάδας τοῦ Χατζηράδου: «Κύριε τά Ἒθνη πράϋνον, τόν κόσμου εἰρήνευσον…ὑπέρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καί καιρῶν εἰρηνικῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

 

  Ἀποπεραιώνω μέ ἓνα ποίημα τοῦ Βαγγέλη Καλλικάκη,  ὁ ὁποῖος  μαζί μέ τήν ἀγαπημένη του Μισέλ θά ἢθελαν νά εἶναι στό σημερινό συναπάντημα. Ὁ λόγος του σκίζει ἂξαχα, προσκομίζει κάτι νέο, μυρίζει κόπο, ἒχει ἱδρῶτα. Σέ μιά ἐποχή πού τά πάντα καταβροχθίζονται βιαστικά, ἀκόμη καί ὁ ἒρωτας, καί πού ὁ ἂνθρωπος βυθίζεται σέ μιά συνήθεια,  ὁ ποιητικός λόγος τοῦ Καλλικάκη ἀφἠνει ψηλαφητό ἐλπίδας ἀποτύπωμα.  

 

Βραδιάζει στόν Κάβο Γαστριά

 

 Κύματα, βλέμματα, θυμάρια

κι ἓνα ἀκρωτήρι, τό κορμί σου

ντυμένο τίς τελευταῖες ἡλιαχτίδες.

Στά  πόδια σου, ἓνας ἂνεμος κλέφτης

παίζει   μ’ ἓνα ψάθινο καπέλλο·

ἡ κορδέλα του, λυτή, ἀνεμίζει.

Καί τ’ ὂνομά του, κρυφό κοχύλι·

πῶς νά τό μαντέψω, νηρηΐδα;

 Σκοτάδι, ρῖγος, ἁλμύρα