Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Ἐσωτερικότητα τοῦ Ἐγώ καί ἐσωτερικότητα τοῦ Ἂλλου. Δύναμη καί Ἂνοιξη.

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

 «Σήμερον ἒαρ μυρίζει, καί καινή κτίσις χορεύει…» Ἐξαποστειλάριον τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀντίπασχα.

  Ἡ Βασιλεία  τοῦ Θεοῦ  εἶναι ἢδη ἐδῶ·  κυριότητά Του καταπάνω στόν θάνατο παροῦσα καί  ἐναργής. Ὃ,τι εἶναι νά γίνει, εἶναι ἢδη ἐδῶ. Ὁ  ἐπίγειος Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἁναστημένος Ἰησοῦς. Ἡ Δόξα  τοῦ Θεοῦ εἶναι παροῦσα  συνεχῶς· ὃλα εἶναι εἰσηγμένα στόν  χρόνο τους.

  Ὃ,τι εἶναι νά  συμβεῖ στό τέλος, εἶναι διαρκῶς παρόν ἀπό τήν ἀρχή. Ὁ Ἰησοῦς θαυματουργός καί βασιλέας, μελλοθάνατος κι ἀναστημένος ταυτόχρονα. Ὃ,τι γιορτάστηκε κι ὃ,τι θά  ἑορταστεῖ, εἶναι ἢδη ἐδῶ. Σπάει  ἡ ἀλυσίδα τῶν γεγονότων καί τό τώρα συγχωνεύεται μέ τό πρίν καί τό μετά. Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου ὁ δρακί τήν πᾶσαν ἒχων κτίσιν…, ψάλουμε τά Χριστούγεννα, Σήμερον τῶν ὑδάτων ἁγιάζεται  ἡ φύσις… τά Θεοφάνεια, Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον… στόν Εὐαγγελισμό, Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου… τήν Μεγάλη Πέμπτη.

 

  Τό νά εἶναι κανείς χριστιανός στήν Ἑλλάδα, εἶναι αὐτονόητο. Γεννηθήκαμε ἀπό χριστιανούς γονεῖς, καί μᾶς βάπτισαν ὂντας ἀκόμη νήπια· εὒκολο καί ἁπλό ὡς γεγονός. Φυσικά ἡ βάπτιση δέν ἀποτελεῖ κάποια  μαγική τελετουργία. Παραμένει ἢ ὂχι κάποιος  χριστιανός ἀποδεχόμενος ἢ ἀπορρίπτοντας τό μυστήριο.

 Τό νά γίνει κανείς κληρικός καί αὐτό εἶναι εὒκολο καί ἁπλό. Τό νά  ἀναλάβει ὃμως τήν εὐθύνη νά διατυπώσει τό προσωπικό τῆς ἀλήθειας βίωμα εἶναι  δρόμος ἐσωτερικός, μέ συνεχῆ ὑπαρξιακή ἀγωνία  καί ἒλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ γιά τήν εἰλικρίνειά του, τήν συνέπειά του, πραγματικά δυσβάσταχτος, κάποιες φορές ἀβάσταχτος, ἀλλά εἶναι  ὁ μόνος δρόμος.

   Ὁ Ἰησοῦς μᾶς καλεῖ, κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς, νά  σταθοῦμε στήν κοινωνία θυσιαστικά, νά ὑπάρξουμε συνειδητά, νά δοῦμε, νά ἀγαπήσουμε τόν  ἑαυτό μας  καί τόν ἂλλον, πρό παντός  τόν ἐχθρό μας, ἀντί νά κυνηγᾶμε φαντάσμτατα καί νά προσκυνοῦμε εἲδωλα.

  Ὁ κληρικός μπορεῖ νά καλλιεργήσει τήν ἐνορία σέ αἰσθήματα καί βαθύτερη σκέψη ἢ νά τήν ὁδηγήσει  στόν εὒκολο τῆς παραίτησης δρόμο, ὃπου οἰ ἂνθρωποι παύουν  νά νιώθουν τήν παραμικρή ἀνάγκη γιά τό ὡραῖο ἢ τό πνευματικό καί καταναλώνουν τίς συνάξεις σάν χαμένο  χρόνο. Ἀκόμη  καί τά λάθη του, οἱ ἀδυναμίες του μπορεῖ νά  ἒχουν ἐνδιαφέρον, ἀρκεῖ νά  εἶναι εἰλικρινής γιατί ἀντιπροσωπεύουν τήν  πραγματικότητα τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς. Ἐξ ἂλλου κατέχει κανείς ὃλη τήν ἀλήθεια;

  Ὁ κληρικός χρειάζεται λόγο λιτότητας, ἁπλότητας,  ἒχει καθῆκον  νά διατηρεῖ ἠρεμία στόν ἀγῶνα του, νά μήν ἐκφράζει συναισθήματα μέ ἒντονο τρόπο, νά μήν ἀδειάζει τήν ψυχή τοῦ πιστοῦ. Μέ αὐτό τόν τρόπο ὃλοι ἒχουμε τήν δυνατότητα νά  ἀκούσουμε τήν δική μας ψυχή. Αὐτό ἐκτιμῶ πώς εἶναι δεῖγμα σεβασμοῦ πρός  τήν ἐλευθερία καί τήν δική του καί τήν δική μας.

 Ὁ κληρικός ἐκτιμᾶ ἂπαντες καί ἀπᾶσας, τούς  κρίνει  ἱκανούς ὃλους καί ὂλες νά  ἀναλάβουν ὃ.τι τούς ἀναλογεῖ, καί τούς θεωρεῖ ἐλεύθερους καί ὑπέθυνους γι’ αὐτό. Δέν ἀναλογιζόμαστε κάτι τέτοιο κάθε  φορά πού κάποιος μᾶς «βάζει  δύσκολα»;  Ἒργο του δέν εἶναι νά  ἐκφραστεῖ  ἀτομικά, ἀλλά νά ἐργαστεῖ γιά τόν πνευματικό  δεσμό μέ τούς  ἂλλους, γιά τήν ἑνότητα. Ἒνταση καί ἀρμονία, ἀσχήμια καί ὀμορφιά συνυπάρχουν στήν ζωή καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα, ἡ Ἐνορία,  καλεῖται νά τά δέσει σέ λειτουργική ἑνότητα.

   Ἱερέας: πρόκειται γιά πρόσωπο ἐξαιρετικά χαρισματικό πού ὑπηρετεῖ τήν Ἐκκλησία μέ πλήρη ἀφοσίωση, τόν ἂνθρωπο, τό νόημα τῆς ὓπαρξης, τό Θεῖο, ἀνυποχώρητος μέχρι τό τέλος του παρά τις ἀντιξοότητες, τά ἐμπόδια, τίς ματαιώσεις. Ἲσως χωρίς  αὐτά νά μήν μπορεῖ νά φανεῖ τό χάρισμά του σ’ ὃλο του τό μεγαλεῖο.

 

  Γνώρισα κάποιους κληρικούς, ἐν μέρει τούς θαύμασα, τούς  συμπόνεσα, τούς εὐχαρίστησα μυστικῶς  γιά τόν δρόμο πού διανύουν, πού διήνυσαν, μέ πείσμα καί πόνο, ὣστε νά μοιραστοῦν μέ σύγχρονους  καί ἐπόμενους, τήν ἀγωνία τοῦ ἀγῶνα καί τήν αἲσθηση τῆς εὐθύνης τοῦ νά μείνει ἀναμμένη ἡ φλόγα πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός.  Πού ἒχουν ἰδιαίτερη σχέση μέ τήν φύση, μέ  τήν ἀγάπη, ἐξωτερικά στατικοί ἀλλά  ἐσωτερικά φορτισμένοι μέ  ξέφρενο πάθος  πού ὑπάρχουν συνειδητά, πού σχετίζονται οὐσιαστικά, πού προλαβαίνουν καί βλέπουν καί ἀγαποῦν τόν ἑαυτό τους καί τόν ἂλλον. Πού βιώνουν ἐρεθίσματα, πού στέκονται στά οὐσιαστικά καί τά αἰώνια τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πού συνήθως τά προσπερνᾶμε, ἂν καί ἀπό  αὐτά ἐξαρτᾶται ἡ μοίρα μας, ὂντας  ἀπασχολημένοι στό κυνήγι φαντασμάτων καί στήν προσκύνηση εἰδώλων. Πρόκειται γιά τόν Ἀναστάσιο Ἀλβανίας, τόν πάπα Φραγκίσκο, τόν Ροδοστόλου Χρυσόστομο, τόν γέρο-Χαράλαμπο, τόν παπά-Κοσμᾶ, τόν παπά-Διονύση…

  

  Ὃμως σήμερα περισσότερο ἀπό ποτέ, κληρικοί καί λαϊκοί, ἀποποιούμεθα τῆς εὐθύνης μας ἀπέναντι στήν ζωή καί τήν ψυχή μας. Ἡ ἐξωτερική μας κίνηση συχνά ἀκυρώνει τήν ἐσωτερική, καί κάποιες φορές χρησιμοποιεῖται ἀκριβῶς  γιά μήν μένουμε   μέ τόν ἑαυτό μας καί συναντήσουμε ἀμείλικτα ὑπαρξιακά ἐρωτήματα. Φοβόμαστε νά ἀποκτήσουμε συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Δέν ὑπάρχει ἂλλος δρόμος ἀπό  αὐτόν τῆς εὐθύνης γιά τόν ἑαυτό μας καί τόν κόσμο. Κάθε ἀπόπειρα νά ἀποκαταστήσουμε τήν ἁρμονία στόν κόσμο βασίζεται στήν ἀνανέωση τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης. Ὃλη μας ἡ ζωή, πιστεύω, εἶναι μιά πορεία αὐτογνωσίας, δηλαδή μιά διαρκής ἀναζήτηση τοῦ ὑπαρξιακοῦ νοήματος. 

  Θά καταφέρουμε νά διαχειριστοῦμε τήν πνευματική κρίση; Ἀγωνιζόμαστε μέσα σ’ αὐτό τό θλιβερό ξερό  τοπίο, τό γεμᾶτο ἐρείπια νά  φθάσουμε μέ ἀναμμένο κερί ἀπέναντι; Σώζουμε τήν φλόγα, τήν ἀκουμπᾶμε στό χέρι τοῦ παιδιοῦ μας;  Μπορεῖ νά εἲμαστε ἀδύναμοι ἂνθρωποι ἀλλά παραμένουμε πάντα μέ τήν ἐλπίδα τῆς νίκης. Ἡ ἐλπίδα ἒρχεται μέ  τήν ταπείνωση, «σιγαλά καί ταπεινά». Δέν σωζόμαστε ἀτομικά  ἀλλά συλλογικά, ὂχι μεμονωμένα παρά ὃλοι μαζί, ἀπό τήν  ἀνελέητη παράνοια τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Ἡ ἐλπίδα ἒρχεται μέ τήν ἀγάπη καί τό κρυμμένο θαῦμα.

 

 Ἐσωτερικότητα τοῦ Ἐγώ καί ἐσωτερικότητα τοῦ Ἂλλου: στήν πρώτη περίπτωση ἐπιβεβαιώνεται ἡ εὐφυΐα, ὁ συναισθηματισμός, ἡ ἐπιτυχία καί τά ὃμοια, καί στήν δεύτερη ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἂσκηση, ἡ  ὑπομονή, ἡ ἀγάπη τό δόσιμο, ἡ θυσία. Δύναμη καί Ἂνοιξη.    πρώτη μέ καλεῖ σέ συνεχεῖς ἀναμετρήσεις καί μέ κλείνει· ἡ δεύτερη μοῦ ζητάει διαθεσιμότητα καί μέ ἀνοίγει.  Ὁ Ταρκόφσκι στήν τελευταία του ταινία τήν «Θυσία», ὁ πρωταγωνιστής, ἓνας ἁπλός ἂνθρωπος, τήν ὓστατη ὣρα, ἀναλαμβάνει ἑκούσια τήν εὐθύνη νά θυσιάσει ὃ,τι ἀποτελεῖ τήν ζωή  του, γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος. Ὁ κόσμος σώζεται, ἐκεῖνος σηκώνει τό μαρτύριο μέσα σέ σπαρακτική ὀδύνη, σέ κατάσταση «τρέλας», μά σιωπῶντας…Ταυτόχρονα ἀκούγεται ἡ καταπληκτική  ἂρια, «Ἐλέησέ μας Κύριε», ἀπό τά «Κατά Ματθαῖον Πάθη» τοῦ Μπάχ. Ἀπό τήν ἀβάσταχτη τραγικότητα ἡ ψυχή τοῦ θεατή ἁρπάζεται στό μεγαλεῖο πού ξεπερνάει τά κοινά ἀνθρώπινα μέτρα: Σταυρός καί Ἀνάσταση!

  Ἀλήθεια, εὐαισθησία, ἀγάπη, θυσία, εὐθύνη, ὁ ἂξονας  τῆς ζωῆς καί τοῦ ἒργου τοῦ κάθε χριστιανοῦ, λαϊκοῦ καί κληρικοῦ. Ἀργά, μυστικά, ἀπόκοσμα  καί λυτρωτικά, χαράζουν δρόμο ἀνάμεσα στό «ἐδῶ» καί στό «ἐκεῖ», ἲσως τό μεγαλύτερο ὂνειρο ὃλης τῆς Χριστιανοσύνης, Ὀρθόδοξης, Καθολικῆς, Προτεσταντικῆς καί Ἀγγλικανικῆς.

 

 

 

 

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Εκ της αυλής ταύτης

 

Του π. Βασιλείου Θερμού, παιδοψυχιάτρου.

  Η πλειονότητα των πιστών βιώνουν επώδυνο αδιέξοδο. Κοιτούν γύρω τους και βλέπουν αρχιμανδρίτες, νά πασχίζουν νά εκλεγούν επίσκοποι τόν μητροπολίτη τους νά νοιάζεται μόνο γιά φιέστες και στολές, τους εφημερίους νά ανεβάζουν διαρκώς φωτογραφίες και βίντεο από τις δραστηριότητές τους, ακόμη και τίς πιό στοιχειώδεις. Παράλληλα μαθαίνουν γιά τά σκάνδαλα των Θεολογικών Σχολών, ενώ ακούν κηρύγματα παιδαριώδη και συμβουλές τερατώδεις από εκείνους που φοίτησαν σ’ αυτές. Θρηνώ που κοιτάζω δίπλα μου, και δυσκολεύομαι να ανακαλύψω άδολους μαθητές Χριστού… 

  Γαντζωμένοι στο τσόφλι παρά στην ουσία, ανίκανοι να διακρίνουμε πια τι είναι ουσία της Ορθοδοξίας και τι οι τοπικές και επικαιρικές μορφές της, καταμπερδεμένοι στα κριτήριά μας και ανυποψίαστοι στα κίνητρά μας, διατελούμε αφάνταστα επαρχιωτικοί και συνάμα ανυπόφορα αυτάρεσκοι. Φοράμε στους Αφρικανούς κληρικούς καλυμμαύχια και καλούμε στρατιωτικά αγήματα να συνοδεύσουν κάθε Μεγάλη Παρασκευή την εκφορά του νεκρού Χριστού. Ντύνουμε τους επισκόπους μας βυζαντινούς αυτοκράτορες απέναντι σε νέους που χαρακώνονται για να νοιώσουν ζωντανοί, χειροτονούμε περιφερόμενα «ανέκδοτα» για να ποιμάνουν ψυχές που μετράνε τις νύχτες την απελπισία τους σε δάκρυα ή σε χάπια, μηχανορραφούμε για τα τίμια ωσάν για τσιφλίκι μας πατώντας ένα χώμα που οι άλλοι Ορθόδοξοι επιμένουν να τρέμουν σαν το ιερό βήμα της Χριστιανοσύνης.

Την ίδια στιγμή σε κάθε γωνιά του κόσμου ταξιδεύουν ψυχές που αναζητούν κάτι, συχνά χωρίς να γνωρίζουν τι, που καλοπροαίρετα προσπαθούν και χτυπιούνται στοχεύοντας λάθος, με τις αγωνίες τους, τα βάσανά τους, τους πόνους και τις χαρές τους, τις πίκρες και μικρότητές τους, τις ελπίδες και καλωσύνες τους. Είναι όλοι τους άνθρωποι σαν κι εμάς, συμμέτοχοι της ίδιας ανθρώπινης ταλαιπωρημένης φύσης. «Έρχεσαι, την φύση των ανθρώπων την περιπλανώμενη στους έρημους λόφους, να την ξαναφέρεις μέσα σε τροφή ανθισμένη, Συ, η έγερση των εθνών» (ιαμβικός κανόνας Χριστουγέννων, ωδή η΄).

 Δεν μας φταίνε οι διάφοροι «πολέμιοι» της Εκκλησίας· ο σκληρότερος εχθρός της είμαστε τα μέλη της. Όσοι εξόμωσαν  στους μάρτυρες του Ιεχωβά, μέσα στην αβυσσαλέα άγνοια και αφέλειά τους λένε μιαν αλήθεια: ότι κανείς δεν τους είχε προσεγγίσει νωρίτερα για να τους πείση ότι στο Ευαγγέλιο θα εύρισκαν εκείνο που ακαθόριστα και αδέξια ζητούσαν, διότι οι καθ' ύλην αρμόδιοι ασχολούνταν με την βιομηχανία των ιεροπραξιών. Το «άλας» δεν συντηρεί και δεν νοστιμίζει πια, το φως έχει σβηστεί κι ο κόσμος προχωρεί στα τυφλά. Τουλάχιστον αυτός έχει συναίσθηση ότι βαδίζει στα τυφλά, πράγμα που του επιτρέπει ν αναζητά ακόμα. Εμείς οι «εντός» ζούμε στην ψευδαίσθηση μιας αετίσιας όρασης και γινόμαστε περίγελως από τα σκοντάμματα και τις πληγές.

  Όμως αρκετοί γύρω μας προχωρούν, περισσότεροι απ όσους νομίζουμε. Σε πείσμα της εγκατάλειψής τους από μας, μπερδεμένοι και σκανδαλισμένοι, επιμένουν να βαδίζουν. και φυσικά πέφτουν και ματώνουν. Επιμένουν ν' αναζητούν τον Χριστό που τους κρύψαμε κάποιοι που, παρά τις βαρύγδουπες διακηρύξεις μας περί Ορθοδοξίας, αναρωτιέσαι αν πιστεύουμε καν σε Θεό. Πολλοί δεν περιμένουν τίποτε από μας γι' αυτό και έχουν πάψει πλέον να διαμαρτύρονται. Κι αυτό είναι το χειρότερο.

  Δεν γνωρίζουμε σε τι τοπίο θα ξημερώσουμε ύστερα απ’ αυτή τη νύχτα. Ένα μόνο ξέρουμε: πως κάμποσοι απ’ όσους αναζητούν θά' χουν βρει μόνοι τους τον δρόμο, αγνοώντας τους αφώτιστους «Χριστιανούς» που τους αγνόησαν. «Νέμων εκείσε την απόρρητον χάριν ου πλείον εξήνθησεν η αμαρτία» (ωδή ε΄). Μετάφραση: Ο Θεός θα μοιράση την ανείπωτη Χάρη του εκεί που πιο πολύ φύτρωσε η αμαρτία....

  

 

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Κηρυγμα τήν Κυριακή 8 Μαρτίου 1970, του εκ Κωνσταντουπόλεως επισκόπου Μελίτωνος Χατζή, εκφωνηθέν στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.

 

Τίποτε δεν καυτηρίασε ο Κύριος τόσο πολύ, όσο την υποκρισία. Και ορθώς, εις αυτήν είδεν, ότι υπάρχει πάντοτε ο μεγαλύτερος παραπλανητικός κίνδυνος, δηλαδή το εωσφορικόν αγγελοφανές φως. Είναι πράγματι φοβερή η δύναμις της υποκρισίας. Τόσο γι  αὐτὸν που τη ζη και την ασκεί, όσο και γι  αὐτοὺς που την υφίστανται. Και είναι επικίνδυνη η υποκρισία, διότι ανταποκρίνεται προς βαθύτατον ψυχολογικόν αίτημα του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος θέλει να φανή αυτός που δεν είναι. Ακόμη και ενώπιον του εαυτού του και ενώπιον του θεού. Και έτσι ξεφεύγει από την αλήθεια και την απλότητα και φυσικά και από την μετάνοιαν και την σωτηρίαν

Σε λίγες ώρες έξω από αυτόν τον ναόν, έξω από την γαλήνην του, εις τους δρόμους αυτής της Πολιτείας, θα παρελάση ο Καρνάβαλος. Μη τον περιφρονήσετε και μη τον χλευάσετε και μη με κατακρίνετε, που τον αναφέρω αυτή τη στιγμή. Δεν είναι καθόλου άσχετος με το μέγιστο πρόβλημα της υποκρισίας. Να τον προσέξετε εφέτος τον Καρνάβαλο με σεβασμό και βαθύ στοχασμό. Είναι πανάρχαιο το φαινόμενο και είναι φαινόμενο βαθυτάτου και αγχώδους αιτήματος της ψυχής του άνθρωπου, να λυτρωθή από την καθημερινή του υποκρισία με μίαν έκφρασιν ανωνύμου, διονυσιακής νέας υποκρισίας.

  Είναι τραγική μορφή ο Καρνάβαλος. Ζητεί να λυτρωθή από την υποκρισίαν υποκρινόμενος. Ζητεί να καταλύση όλες τις ποικίλες προσωπίδες, που φορεί κάθε μέρα με μία νέα, την πιο απίθανη.

Ζητεί να εκκενώση ό,τι υπάρχει απωθημένο μέσα στο υποσυνείδητό του και να ελευθερωθή, αλλά ελευθερία δεν υπάρχει, η τραγωδία του Καρνάβαλου παραμένει άλυτη. Το βαθύτατο αίτημά του είναι να  μεταμορφωθεῖ.

Εδώ, λοιπόν, είναι η θέσις της Εκκλησίας, κοντά στον Καρνάβαλο. Σ  αὐτὸν που ζητεί μεταμόρφωση, το κεντρικό κήρυγμα της Ορθοδοξίας. Την μεταμόρφωση.

Να μη τον καταδικάσουμε, λοιπόν, τον Καρνάβαλο, αλλά να σταθούμε και κάτω από την προσωπίδα του να ακούσωμε την αγωνία του, την έκκλησί του και το δάκρυ του.

Επαναλαμβάνω, της Ορθοδοξίας το βαθύτερο κήρυγμα ζητεί ο Καρνάβαλος, περιφερόμενος εις τους δρόμους της Πολιτείας: Τη μεταμόρφωση.

Και είναι ο ειλικρινέστερος και εντιμότερος των υποκριτών.

Ίσως θα νομίσετε, ότι αστειεύομαι. Απολύτως όχι. Δεν υπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αύτη την ώρα δια την Εκκλησίαν. Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων.

Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ημών.

Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: «Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον». Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει.

Ποιος μπορεί υπευθύνως να μας πη, ότι είναι έξω κάθε ιστορικής, εξελικτικής πραγματικότητας όλα αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα και φαινόμενα της νέας γενεάς της ανθρωπότητος, η έξαλλος μουσική, οι έξαλλοι χοροί, η έξαλλος επένδυσις, όλη αυτή η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας; Αν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριός της εν μέσω ενός νέου κόσμου, που έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, που αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από εμάς έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πη με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της ιστορίας.

Τα νομιζόμενα έξαλλα δι’ ημάς τους παλαιούς, όταν λάβωμεν υπ  ὄψιν το φοβερόν γεγονός, ότι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας είναι η τεραστία απόστασις, που υπάρχει στη διαδοχή των γενεών, δηλαδή η γενεά, η οποία έρχεται έπειτα από εμένα έχει απόστασιν τριών γενεών. Πως έχομεν την αξίωσιν να την κατανοήσωμεν ημείς αυτήν την νέαν γενεάν, που έρχεται, εάν δεν είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπίζομενη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα.

Δεν θα επιζήσωμεν ως χριστιανικαί επί μέρους Εκκλησίαι και Ομολογίαι του κύματος αυτού των επερχομένων, εάν δεν ενωθώμεν όλοι εν Χριστώ Ιησού. Είναι πλέον η ώρα να λυτρωθώμεν εκ της αντιπατερικής ιδέας, ότι η Εκκλησία μόνον μέχρις ενός ορισμένου σημείου της Ιστορίας ήτο δυνατόν να ερμηνεύση την θείαν Αποκάλυψιν. Πρέπει, επί πλέον του πατερικού πνεύματος, να αναλάβωμεν ως Εκκλησία την θείαν υπευθυνότητα και τόλμην και γενναιότητα των Πατέρων και να θεολογήσωμεν τον Χριστόν, το Ευαγγέλιον και την Εκκλησίαν. Όχι με νομοκρατικήν φαρμακίδειον, φερ’ ειπείν, σωματειακήν αντίληψιν της Εκκλησίας, αλλά της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού, ζώντος εν τη αναστάσει.

Αδελφοί μου,

Τώρα εισερχόμεθα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν και στο βάθος μας αναμένει το δράμα, το θαύμα και το βίωμα της Αναστάσεως, το κατ’ εξοχὴν βίωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ας πορευθώμεν προς αυτό το όραμα και βίωμα, όχι ασυγχώρητοι, όχι μη συγχωρήσαντες, όχι εν νηστεία απλώς κρέατος και ελαίου, όχι εν υποκρισία, αλλά εν θεία ελευθερία εν πνεύματι και αληθεία. Εν τω πνεύματι της αληθείας, εν τη αληθεία τού πνεύματος.

[Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυρού Μελίτωνος, Λόγοι και Ομιλίαι, 1991, εκδ. Πανσέληνος]

Η Ψυχανάλυση και η Κοινωνική Ανθρωπολογία θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τις οξυδερκείς αυτές παρατηρήσεις.