Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Κάτι πολύ ἐλαφρύ, ὃμως ἐξ ἲσου βαρύ.

 


 

Ἡ νέα ἐκδοχή τῆς κοκκινοσκουφίτσας  ὃπως  αὐτή προτείνεται ἀπό τό ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς στό πλαίσιο τοῦ προγράμματος «Ἀνάπτυξη ἀνθρώπινου δυναμικοῦ, ἐκπαίδευση καί διά βίου μάθηση 2014-2020». Συγχρηματοδοτήθηκε ἀπό τήν Ἑλλάδα καί τήν Εὐρωπαϊκή Ἓνωση.

 

  Η μητέρα της Κοκκινοσκουφίτσας τής ζήτησε «να πάει ένα καλάθι με φρέσκα φρούτα και μεταλλικό νερό στο σπίτι της γιαγιάς της – όχι επειδή ήταν δουλειά της γυναίκας, να θυμάστε, αλλά επειδή η πράξη ήταν γενναιόδωρη και βοηθούσε να δημιουργηθεί ένα αίσθημα κοινότητας». Στο δάσος συναντά τον Λύκο. Της είπε: «Ξέρεις, αγαπητή μου, δεν είναι ασφαλές για ένα μικρό κορίτσι να περπατά μόνο μέσα από αυτά τα δάση». Η Κοκκινοσκουφίτσα, όμως, δεν πτοείται: «Θεωρώ ότι το σεξιστικό σας σχόλιο είναι προσβλητικό στο έπακρο, αλλά θα το αγνοήσω εξαιτίας της παραδοσιακής κατάστασής σας ως αποκλεισμένου από την κοινωνία, το άγχος της οποίας κατάστασης σας έκανε να αναπτύξετε τη δική σας, εντελώς ιδιόρρυθμη κοσμοθεωρία». Στη συνέχεια, η Κοκκινοσκουφίτσα αλλάζει φύλο: «Το Red Ridin g Hood περπάτησε στο κεντρικό μονοπάτι, αλλά ο Λύκος ήξερε μια πιο γρήγορη διαδρομή προς το σπίτι της γιαγιάς. Μπήκε ορμητικά στο σπίτι και έφαγε τη γιαγιά, κάτι που ήταν μια απολύτως προβλέψιμη πράξη για ένα σαρκοφάγο όπως ο ίδιος. Τότε, απαλλαγμένος από άκαμπτες, παραδοσιακές αντιλήψεις περί αρρενωπότητας και θηλυκότητας, φόρεσε το νυχτικό της γιαγιάς και χώθηκε στο κρεβάτι». Η Κοκκινοσκουφίτσα ξαναλλάζει φύλο. «Ο Red Riding Hood είπε: “Ω, ξέχασα ότι η όρασή σου είναι σαν της νυχτερίδας. Γιαγιά, τι μεγάλα μάτια έχεις!”».

   Η συνέχεια: «Η Κοκκινοσκουφίτσα έβαλε τις φωνές, όχι λόγω του παράξενου ντυσίματος του Λύκου, αλλά λόγω της εσκεμμένης εισβολής του στον προσωπικό της χώρο. Οι κραυγές της ακούστηκαν από ένα άτομο που περνούσε και του οποίου η ασχολία ήταν να κόβει κούτσουρα, αλλά προτιμούσε να τον αποκαλούν τεχνικό καυσίμων. Ορμησε στο σπίτι, είδε τη μάχη και προσπάθησε να παρέμβει. Αλλά καθώς σήκωσε το τσεκούρι του, η Κοκκινοσκουφίτσα και ο Λύκος σταμάτησαν. “Και τι νομίζεις ότι κάνεις;” τον ρώτησε η Κοκκινοσκουφίτσα. Τα μάτια του ξυλοκόπου ανοιγόκλεισαν και προσπάθησε να απαντήσει, αλλά δεν του ήρθε καμία λέξη. “Ορμάς εδώ σαν Νεάντερταλ, αναθέτοντας στο όπλο σου να σκεφτεί για σένα!” φώναξε. “Σεξιστή! Ρατσιστή! Πώς τολμάς να υποθέσεις ότι μια γυναίκα και ένας λύκος δεν μπορούν να λύσουν τα δικά τους προβλήματα χωρίς τη βοήθεια ενός άνδρα! Όταν άκουσε την παθιασμένη ομιλία της εγγονής της, η γιαγιά πήδηξε από το στόμα του Λύκου, πήρε το τσεκούρι του ξυλοκόπου και τού  έκοψε το κεφάλι του. Μετά από αυτή τη δοκιμασία, η Κοκκινοσκουφίτσα, η γιαγιά και ο Λύκος αισθάνθηκαν δεμένοι με έναν κοινό σκοπό.

  Αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα εναλλακτικό νοικοκυριό με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό και τη συνεργασία, και έζησαν μαζί στο δάσος ευτυχισμένοι για πάντα».

 

Τήν διόρθωση τοῦ Περρώ τήν ὑπογράφει ἡ Λίλυ Ἐξαρχοπούλου.

 

 

  Θύμα του εκσυγχρονισμού δεν είναι μόνον η, το ή ο Κοκκινοσκουφίτσα. Είναι και ο Ροβινσώνας Κρούσος. «Πρόκειται για μια κατεξοχήν πατριαρχική αφήγηση, που εξαίρει την ανδρική ανεξαρτησία και ευφυΐα, την επιμονή, την εργατικότητα και την πίστη». Αν δεν το έχετε αντιληφθεί, καιρός να το αντιληφθείτε πριν να είναι αργά». Εξάλλου, βάσει του εγχειριδίου, υπάρχει και η εναλλακτική της Ροβινσωνίτσας: «Εδώ, η μικρή ηρωίδα, Ροβινσωνίτσα, έχει μια τελείως διαφορετική καθημερινότητα. Πού βρίσκει την τροφή της; Πού κατοικεί; Πώς περνάει την ώρα της; Υπάρχουν σημεία του κειμένου που εξαίρονται οι ικανότητές της; Πώς απέφυγε τον κίνδυνο του φιδιού; Πώς κρίνετε αυτές τις επιλογές και τι υπαινίσσονται για τη γυναικεία συμπεριφορά σε σύγκριση με το πρωτότυπο κείμενο του Ροβινσώνα Κρούσου;»

 

 

  Παρέμβαση.

  «Τά  μόνα γένη πού ἀναγνωρίζουμε, εἶναι αὐτά τῆς γραμματικῆς», ἀποφαίνονται κατά καιρούς ἑνώσεις γονέων καί ἐκπαιδευτικῶν σέ Εὐρώπη καί ἰδίως σέ Ἀμερική. Μάλιστα στήν Ἀμερική ἀπαιτοῦν ἐμμονικά  νά ἀφαιρεθεῖ τό Συμπόσιο τοῦ Πλάτωνα,  ἀπό ὃλα τά ἐπίπεδα σπουδῶν, ἢ τοὐλάχιστον νά ἐξαλειφθοῦν οἰ  ἀναφορές του σέ φύλα, ταυτότητες καί σεξουαλικό προσανατολισμό, καθ’ ὃτι αὐτά ἀντιβαίνουν στήν ὀρθή ἰδεολογία, τήν πολιτική ὀρθότητα,  τῆς Δύσης.

  Woke ἂποψη δέν εἶναι μόνον ἡ ἀποδοχή τοῦ γάμου τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν. Τό θέμα ἐξ ἂλλου ἒχει ὁριστικά λυθεῖ πολιτειακά, καί παραμένει εὐρέως ἀποδεκτό. Τό  ἰδεολόγημα τοῦ woke ἀπό καιρό ἒχει βρεῖ θέση καί στήν ἐκπαίδευση, μέ πρώτη τήν ἐμφανή ἐπέμβαση σέ παραδοσιακά κείμενα, ὃπως τά παραπάνω.  

  Εἶναι πλέον εὐδιάκριτη μιά ἀπολυταρχική  νοοτροπία τῆς woke ἀτζέντας. Τί ἂλλο σημαίνει ἡ λογοκρισία τοῦ  Πλάτωνα, ἡ προκρούστεια νοοτροπία τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας. ἡ λογοκρισία τῆς ἱστορίας τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ἡ προσπάθεια  ὑποβάθμισης τῶν κλασικῶν σπουδῶν,  ὁ ἀλαζονικός ναρκισσισμός αὐτῆς τῆς σύγχρονης ἂποψης, πού δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει ἂλλες ἀξίες ἐκτός ἀπό τίς δικές της. Δέν ἒχω τήν δυνατότητα νά κρίνω αὐτή τήν ἂποψη γιατί δέν διαθέτω παρόμοια βιώματα. Τά σέβομαι, πολύ περισσότερο ὂταν βλέπω συμπολίτες μας νά αἰσθάνονται ὠραῖα σ’ αὐτήν τήν περιοχή.

  Οἱ  περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς θά εἶδαν τήν ἐναρκτήρια τελετή τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων στό Παρίσι. Εἶχε κατά τήν γνώμη μου ὃλα τά χαρακτηριστικά τοῦ φανταστικά ὡραίου. Τό μεγάλο ἀρνητικό της, τό τεράστιο, πού θά τήν χαρακτηρίζει πλέον, ἦταν μιά σκηνή πού κάλυψε μέ ἀποκλειστικό τρόπο τήν ἐρωτική ἀναφορά:  Εἲδαμε τήν καινούργια αἲθουσα τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ρισελιέ νά γίνεται σκηνικό τύπου «ἦρθε γιά νά διαβάσει –» (μέ ἒμφαση στήν παύλα), μέ κοπέλα πού κάνει ἐργασία συγκρίνοντας Πώλ Βερλαίν καί Ἀννί Ἐρνώ, νά καταλήγει σέ τριγωνικό φλέρτ μέ δυό κουίρ ἀγόρια.

    Ὑπάρχουν πολύ δυνατοί σκηνοθέτες Γάλλοι, ἰκανοί νά συνθέσουν μιά παρατακτική, ὑπαινικτική ἐρωτική σκηνή πού θά παραπέμπει σέ σύνθεση ἀνυψωτική. Μέχρι τότε, καταγράφω τήν δική μου:  ὁ ψιθυρισμός γύρω ἀπό τόν λαιμό, τό αὐτί, «ἀφήνομαι σέ σένα», ὁ δεξιός ὧμος τοῦ θηλυκοῦ ὁλόγυμνος, τήν ὣρα πού γεύονται καί οἱ δύο τήν τρικυμία τῆς αἰωνιότητας,  μέ τό τρέμουλο καρδιάς στό στόμα, σέ ἓνα σελαγισμό δικό τους, νιώθοντας ὁ καθένας τό βάρος τῆς ψυχῆς τοῦ ἂλλου, μιά δαγκωματιά στ’ ἀχείλι, στό λαιμό μιά ρουφηξιά,  μιά νυχιά βαθιά στήν πλάτη, γευόμενοι τήν ἀλήθεια, αὐτή  πού ρυθμίζει βῆμα  καί σφιγμούς, αὐτή πού πλάθει ὂλον τόν Κόσμο καί φυσικά τόν Ὀλυμπιακό κλασικό ἀθλητισμό.  Ἡ σεξουαλική  ἐπιθυμία εἶναι σάν τήν σκέψη, δέν σταματᾶ ποτέ· μέχρι τά 150!

 Ἀντιμετωπίζοντας ἀδιάφορα βιαστικά καί μονόπλευρα, ἢ καί ἀμυνόμενοι, σημαντικά θέματα ζωῆς ὃπως τόν ἒρωτα  βυθιζόμαστε ὃλο καί πιό πολύ  στό τέλμα.  Εἶναι ὡραῖο νά ἀγαπάει κανείς καί νά γνωρίζει ὃτι ἀγαπιέται, νά θέλει νά ἀκουμπήσει ὁ ἓνας στήν ἀνάσα τοῦ ἂλλου. Φυσικά σέβομαι τίς ἐρωτικές προτιμήσεις τοῦ διπλανοῦ μας, ἀλλά νά βλέπω δύο ἂντρες νά φιλιοῦνται δημόσια ἐρωτικά, μοῦ προκαλεῖ ἓνα σφίξιμο. Ἂς  ἀφήσουμε ὃμως τήν ἐπιλογή τοῦ καθενός ἐλεύθερη χωρίς παρεμβάσεις.

  Βιώνουμε τό  μεταίχμιο μιᾶς ἐποχῆς. Προσπαθοῦμε νά βροῦμε τόν δρόμο μας σ’ ἓναν  κόσμο ὃπου οἱ παλαιοί κανόνες δέν ἰσχύουν πιά καί τά πράγματα δείχνουν κάπως χαοτικά. Αὐτό εἶναι χαρακτηριστικό ἐξαιρετικά σημερινό. Δέν ἐπιτρέπονται πλέον οἱ ἀπόλυτα ὁριοθετημένες ταυτότητες φύλου, οἱ μεταβάσεις ρόλων στά φύλα κερδίζουν ἒδαφος, ἀκούς πλἐον θαρραλέα ὃτι μιά γυναῖκα ἐγκαταλείπει τόν ἂνδρα της γιά μια ἂλλη γυναῖκα, ἓνας ἂντρας τήν γυναίκα του  γιά ἒναν ἂλλο  ἂντρα, καί τά ὁμόφυλα ζευγάρια πλέον ἒχουν νομική δυνατότητα υἱοθεσίας.

  Αὐτό δέν σημαίνει ὃτι δέν ὑπάρχει ὡς δεδομένο φυσικό τό ἀρσενικό καί τό θηλυκό, αὐτό πού συνθέτει, αὐτό πού δημιουργεῖ, αὐτό πού γεννᾶ,  αὐτό πού παραδίδει τήν σκυτάλη στήν ἑπόμενη γενιά.  

 

 Γιῶργος Δημόπουλος

 

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ἀπό τό πρῶτο πληθυντικό στό πρῶτο ἑνικό.


 

   Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

   

Ἡ ἑλληνική φιλοσοφική παιδεία διαπερνᾶ πλήρως τόν τρόπο πού σκέφτεται καί γράφει ὁ σημερινός ἂνθρωπος. Εἶναι  τά ἲδια φιλοσοφικά ἐρωτήματα πού  καθοδηγοῦν τήν σύγχρονη Δυτική σκέψη.

  Φυσικά προκύπτει τό  προσωπικό εἶδος γραφής, τό ἲδιον στοχαστικό γραπτό δοκίμιο ἢ κρίση, ὁ προσωπικός   δημόσιος ἰδιαίτερος   χαρακτῆρας τοῦ λόγου, προφορικοῦ  ἢ γραπτοῦ.

 Ἡ ὑποκειμενική ὀπτική στά κείμενα τοῦ ὂποιου συντάκτη  ἒχει διάφορες καί διαφορετικές λειτουργίες. Τό «Ἐγώ» ὑπηρετεῖ τήν εἰλικρίνεια. Δηλώνει: αὐτό μπορῶ να μαρτυρήσω, αὐτό μόνο ἒχω ζήσει· ἢ ἐδῶ δέν εἶμαι βέβαιος, ἐδῶ δέν ἒχω σαφῆ εἰκόνα, ἐδῶ ἒχω νιώσει κάτι δυνατό, ἐκεῖ αἰσθάνομαι ἐνοχή, ἲσως ἡ τοποθέτησή μου νά δείχνει τήν δική μου εὐαλωτότητα… Ἂλλοτε τό «Ἐγώ» ὑπηρετεῖ τήν διαφωνία καί τήν ἀντίσταση. Δηλώνει: δέν θά ἀφήσω τόν ἑαυτό μου νά ἐκφοβιστεῖ, δέν θά προσαρμόσω τήν σκέψη μου στά ἀνθρώπινα  προσωπικά μου συμφέροντα ὂποια καί νά εἶναι αὐτά, δέν θά κιοτέψω, δέν θά κάνω ὑπολογισμούς, δέν θά σιωπήσω γιά τό  ποιό  εἶναι τό πιστεύω μου. Κάποιες φορές τό «Ἐγώ» εἶναι σέ  προσπάθεια ἀναζήτησης μιᾶς προσωπικῆς φωνῆς,  ἰδίως  σέ ἐποχές ὃπως ἡ σημερινή, ὃπου στόν δημόσιο λόγο κυριαρχοῦν μόνο σκληρές, δογματικές ἀντιπαραθέσεις συλλογικῶν στρατοπέδων.

   Κάποιοι θά θεωρήσουν τίς ὃποιες γραμμές τοῦ συντάκτη φυσικές, ἂλλοι ἀνεχτές, βαρετές, ἀνάξιες… Ἓνας χρονικογράφος δέν μπορεῖ νά παίρνει ὑπόψη του οὒτε διχογνωμίες, οὒτε άντιγνωμίες, οὒτε κολακεῖες. Δέν παίρνει ὑπ’ ὂψιν του τό κοινό αἲσθημα γιά ὁτιδήποτε, ἒχει μόνο γνώμονα τήν ἀδέσμευτη ἒκφραση τῆς γνώμης του καί τήν  συνείδησή του, ¨Ο ρόλος του εἶναι νά πεῖ μέ ψυχραιμία ὃτι αὐτό συμβαίνει, αὐτή εἶναι ἡ γνώμη μου σ’ αὐτά  πού διαδραματίζονται,  αὐτή  εἶναι ἡ θέση μου ὃσον ἀφορᾶ τά τεκταινόμενα,  καί ὃτι αὐτό ὂντως συνέβη, ὃτι αὐτό ἐπηρεάζει τήν ζωή τῆς μικρῆς  ἢ μεγάλης Κοινότητας, καί ὃτι θά ὑπάρξουν κάποιοι μάρτυρες πού θά ἐκτιμήσουν πολύ βαθιά καρδιακά τήν ἀλήθεια τῶν λόγων του.

Χωρίς πίεση τῶν γεγονότων δέν ἀναμειγνύεται κανένας σέ καμμία καταγραφή δεδομένων. Σέ μιά δημόσια παρέμβαση ὁ συντάκτης ἀναλαμβάνει τό ρίσκο. Ἂν ἒπεσε ἒξω, ἒπεσε ἒξω, δέν τό συζητᾶμε. Ὃμως πρέπει δημόσια νά προχωρήσει στήν ἀνάκληση. Ἀλάνθαστος δέν εἶναι κανένας. Κρίσιμο εἶναι τό διαβιβαζόμενο περιεχόμενο, ἡ ζήτηση τοῦ νοήματος, τό ὁποῖο ἐκτίθεται πάντα μέ τόν δικό του τρόπο.  Εἶναι γνωστό πώς ὃταν κάποιοι ἀφηγοῦνται κατά τόν ἲδιο τρόπο κάποιο περιστατικό, ἀναγνωρίζεται τό ψευδές τῆς κατάθεσής τους.

   Ὑπάρχουν ναί πού δέν θέτουν ἀπαιτήσεις στόν αναγνώστη, ἀλλά προϋποθέτουν κάποιες γνώσεις ἢ ἓναν σημαντικό βαθμό προσοχῆς προκειμένου νά γίνουν κατανοητά. Ὑπάρχουν κι ἐκεῖνα που θέτουν ὡς ἀπαίτηση ἀπό τόν ἀναγνώστη νά ἀποστασιοποιηθεῖ ἀπό τίς ἲδιες του τίς θέσεις, προκαταλήψεις, τήν ιδεολογία κτλ., πρίν ἀκόμη τά πιάσει στά χέρια του.

Ὃ,τι λέμε τὸ χρωστᾶμε στοὺς Ἀρχαίους. Ὅσα θαυμάσαμε στοὺς νεώτερους καὶ ὅ,τι νομίσαμε πὼς ἀνεκάλυψαμε μόνοι μας τὰ συναντοῦμε ἀργότερα σὲ παλιὲς γραφές. Μετὰ τὸν Πλωτῖνο ἡ φιλοσοφία δὲν ἔχει τίποτα νὰ πεῖ, ὅπως μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ ζωὴ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κερδίσει. Δὲν ἔχουμε οὔτε πρωτοτυπία οὔτε φιλοδοξίες πρωτοτυπίας. Τὸ καλύτερο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε, καὶ τὸ βρίσκω σπουδαῖο καὶ δύσκολο, εἶναι νὰ ποῦμε μὲ δικά μας λόγια ἀλήθειες παμπάλαιες. Ἡ πιὸ δυνατὴ πρωτοτυπία εἶναι ἡ οἰκειοποίηση. Μὴ μᾶς διαφεύγει ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους δάνειο καὶ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καινούργιοι.

Μποροῦμε νά ἒχουμε ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας χωρίς νά τοῦ δίνουμε καί μεγάλη σημασία. Αὐτό μᾶς βοηθάει νά ἐντοπίζουμε μέ τόν χρόνο καί μέ τήν δουλειά, τά πλεονεκτήματα  καί μειονεκτήματά  μας, νά βλέπουμε τό λάθος μας καί νά τό διορθώνουμε. 

  Σέ ἕναν κόσμο πού πολεμᾶ νά λυτρωθεῖ ἀπό τό βάρος τῶν  πραγμάτων προβάλλει ἀπαιτητικά νά ὑπάρξει σημαντικός χῶρος γιά τήν φιλοσοφία, τήν ψυχολογία, τήν  τέχνη, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομία καί ἐξαιρετικά σήμερα τήν οἰκολογία, καθ’ ὅτι  ἡ φύση ἀντανακλᾶ τόν  βαθμό τρυφερότητάς μας στόν διπλανό μας. 

 

Ὀφειλομένη διευκρίνηση 

 Σέ δημόσιο ἐπίπεδο  χρησιμοποιοῦνται τίτλοι οἱ ὁποῖοι παραπέμπουν σέ συγκεκριμένες σπουδές καί ἐπαγγέλματα καί οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται  στήν κοινωνική εὐθύνη τοῦ  προσώπου: δάσκαλος, θεολόγος, φιλόλογος, μαθηματικός, γιατρός… Μόνο οἱ μεγάλοι δέν ἒχουν ἀνάγκη τίτλων καί ὑπογράφουν μόνο μέ τό ὂνομά τους· Ἐύτης, Ρίτσος, Βίκτωρ Οὐγκώ…

  Φυσικά ὑπάρχουν καί ἂτομα προικισμένα ἀπό τήν φύση,  τά ὁποῖα ἒχοντας δίψα γνώσης καί διακεκριμένη ἱκανότητα συγκρίνονται  ἂνετα μέ ἱκανούς περί τό συγκεκριμένο ἀντικείμενο. Λόγου χάριν, ὁ συμπατριώτης μας Βαγγέλης Καλλικάκης φυσιολογικά θά μποροῦσε νά σταθεῖ ἂνετα ὡς πανεπιστημιακός σέ τμῆμα τῆς κλασικῆς φιλοσοφικῆς, παρά τό γεγονός ὃτι δέν γνώρισε σχετικά φοιτητικά ἀμφιθέατρα,  ἀλλά ποτέ δέν ἒκανε χρήση κάποιου ἀνύπαρκτου τίτλου.

 Δυστυχῶς στίς μέρες μας κάποιοι, καταφεύγουν σέ ψευδεῖς τίτλους. Ἒρευνες ἒχουν δείξει τήν χρήση πλαστῶν ἐγγράφων, ἀπό ἂντρες καί γυναῖκες, γιά διορισμό, ἢ γιά προαγωγή,  ἀκόμη καί γιά θέσεις  στελεχῶν σέ κρίσιμους τομεῖς τοῦ Δημοσίου. Κατά καιρούς ἒχουν ἐντοπιστεῖ πλαστοί τίτλοι, Πτυχίων Πανεπιστημίου, διδακτορικῶν,  μέχρι ἀπολυτήρια Λυκείου καί Δημοτικοῦ, μέ ἐμπλεκόμενους δημόσιους ὑπάλληλους, χαμηλόβαθμους καί ὑψηλόβαθμους, ἀλλά καί πολιτευτές ὃλων τῶν ἐπιπέδων: περιφερειάρχες, βουλευτές καί ὑπουργούς.

 Τό φαινόμενο δέν περιορίζεται μόνο στήν Ἑλλάδα, καθώς ἒχουν ἀναφερθεῖ περιπτώσεις ὃπου πολιτικοί στήν Εὐρώπη ἀναγκάστηκαν νά ἐπανεξετάσουν ἢ να διορθώσουν τα βιογραφικά τους μετά την αποκάλυψη ἀνακριβειῶν! σχετικά μέ τούς τίτλους. Μόνο στήν Γερμανία τά τελευταῖα χρόνια ἒγινε γνωστό σκάνδαλο δύο διδακτόρων ὑπουργῶν, μέ διδακτορικά σέ μεγάλη ἒκταση ἀντιγραφή ἀπό ἂλλες ἐπιστημονικές ἐργασίες. 

  Ἡ παρέμβασή μου αὐτή, σχετίζεται μέ μιά πρόσφατη δημοσίευση, σέ ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, ἂρθρου μου, συστήνοντάς με στό ἀναγνωστικό της κοινό, ὡς φιλόσοφο, καί πρώην μορφωτικό ἀκόλουθο τῆς Πρεσβείας μας στό Παρίσι.  

  Τό προσωπικό μου Curriculum Vitae, ἒκανε ἀναφορά στήν θεολογική μου ἰδιότητα, σ’ αὐτήν τοῦ διδάκτορος τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Στρασβούργου,  περιελάμβανε τριετή διδασκαλία Φιλοσοφίας στό Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας,  καθώς καί τό πέρασμά μου ἐπί τρία χρόνια στήν Πρεσβεία μας στό Παρίσι,  ὡς μορφωτικός  ἀκόλουθος.

 Προσωπικά  ὃποτε ἒχει χρειαστεῖ νά  χρησιμοποιήσω τόν τίτλο τοῦ Θεολόγου ἀπὀ  τήν μιά τό κάνω ὡς  παρρησία καί ἀπό τήν ἂλλη μέ συστολή,  γιατί στήν  παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ τίτλος «Θεολόγος» εἶναι ἐξαιρετικά τιμητικός καί ἒχει ἀπονεμηθεῖ ἐπισήμως μόνο σέ τρεῖς Πατέρες, οἱ ὁποῖοι διακρίθηκαν γιά τήν ἀκριβή θεολογία τους σχετικά μέ τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τήν ἐνσάρκωση του Υἰοῦ: Ἃγιος Ιωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός καί ὁ Ἃγιος Συμεών ὁ Νέος.  Ὃσον ἀφορᾶ τόν τίτλου τοῦ φιλοσόφου αἰσθάνομαι   ὡς φιλόσοφος τόσο ὃσο φιλοσοφεῖ ὃλος ὀ κόσμος. 

  Ὃταν εἶσαι ἀνάμεσα στά μισά τῆς ὂγδοης δεκαετίας τῆς ζωῆς σου καί στόν  θάνατο, εἶναι ἀνόητο νά καταφεύγεις στήν πλαστικούρα. Δέν ὑπάρχει ὁ παραμικρός χῶρος γιά φιλοδοξίες, οὒτε πολύ περισσότερο γιά κενοδοξίες,  καί καλλιέργεια  ματαιοδοξίας. Τό κηπαράκι μου τό Χατζηραδιανό μοῦ εἶναι ὑπεραρκετό  ὃταν μάλιστα αὐτό συμπληρώνεται ἀπό τήν Ἀντοψία. Αὐτή εἶναι φιλοσοφημένη προσωπική στάση, προπαντός ὃταν τά ὃποια ἀτομικά μου δεδομένα, δημόσια ἢ ἰδιωτικά, εἶναι στάση ζωῆς, ἂποψη, καί ὂχι  ἀνάγκη.