Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου
Ἀγαπῶ τό γράψιμο, ἰδίως αὐτό τό μεῖγμα δοκιμίου, ἐξομολόγησης, ἐμπειρίας καί χρονικοῦ, ἀλλά αὐτό εἶναι κάτι ἂλλο ἀπό τό νά συνειδητοποιεῖς κάποια στιγμή, ὃτι δέν ἒχεις πιά φρέσκες ἰδέες. Ἦρθε ἡ ὣρα μετά ἀπό τρεισήμισι χρόνια Ἀντοψίας «νά σπάσω τἠν πένα μου». Πάντα ὑπάρχει ἡ τελευταία φορά σέ ὃλα.
Ὃταν αἰσθάνεσαι ὃτι στό ἐξῆς ἐμφωλεύει ὁ κινδυνος τῆς ἐπανάληψης νομίζω ἡ σωστή ἀπόφαση εἶναι ἡ ἀπόσυρση. Είπα αὐτά πού εἶχα νά πῶ. Δέν ὑπάρχει τίποτα πιό ἀποκαρδιωτικό, πνευματικά μιλώντας, ἀπό τήν εἰκόνα ἑνός ἐπιφυλλιδογράφου, νά κουτσογράφει δίχως σταματημό, ἀπό ἒναν ποδοσφαιριστή νά κουτσοπαίζει…
Ὃταν κρίνεις ὃτι οἱ ιδέες σου δεν ἒχουν κάτι ἰδιαίτερα διαφορετικό ἀπό τίς προηγούμενες δέν έχει νόημα ἡ δημόσια κατάθεσή τους. Ἡ ὃποια ἐπανάληψη εἶναι ἀνούσια ἂσχημη.
Ὃλα ἒρχονται, ἂσχημα, εὐχάριστα, ἀδιάφορα, πάντα μέσα στήν ἀταξία τῆς ζωῆς, μέσα στίς σχέσεις πού δέν ἒχουν «εἰπωθεῖ» πλήρως, σέ στιγμές πού συνεχίζονται. Ἡ σκέψη εἶναι ἀχαλίνωτα ἐλεύθερη· εἶναι θράσια. Δέν περιορίζεται σέ γραμμές.
Κάποιος, κάποια, κάποια πράγματα, κάποιες ἀποφάσεις, μπαίνουν στήν σκέψη σου ἀπό τό πουθενά χωρίς εἰδοποίηση, κρατᾶνε λίγο ἢ χρόνια, κάποιοι, κάποιες, κάποια πράγματα ἀποχωροῦν ἀπό τήν ζωή σου σταδιακά ἢ ξαφνικά, χάνονται γιά πολλά χρόνια καί ξάφνου κάποιες ἐμφανίζονται. Ὃταν ἀνασύρεται κάτι στήν μνήμη σου, ἐνεργοποιοῦνται συγκεκριμένες συνάψεις. Αὐτή εἶναι μία ἀπό τίς μελαγχολικές ἀλήθειες ὃσο περνᾶ ὁ χρόνος.
Ὃμως ὃσα ἀκοῦς ἀπό τούς γύρω σου, ὃσα διαδραματίζονται δίπλα σου ἀλλά καί μακριά σου, συνεχίζουν νά γίνονται «ὑλικό» μέσα σου. Αὐτό πού μετά ἐπιθυμεῖς εἶναι νά δώσεις μορφή, σχῆμα σ’ αὐτό τό «ὑλικό», εἲτε γραπτά εἲτε προφορικά. Αὐτή εἶναι μιά ἐμμονή ἀπό τήν ὁποία δέν γλιτώνεις – καί δέν γλιτώνουν καί κάποιοι ἀπό τούς ἀνθρώπους πού κινοῦνται δίπλα σου, μέ αὐτή τήν ἒννοια. Ἐξ οὗ καί ἡ ρήση τοῦ Μίλος: «Ἒπειτα, οἱ ἂνθρωποι πάντοτε θά βρίσκουν κάτι ἀπό τήν ζωή τους σέ αὐτό πού γράφεις – ἀκόμη καί ὃταν δέν τό συνειδητοποιοῦν ὃτι κάτι τούς ἒκλεψες».
Μέ κάποιους καί κάποιες τά σύγχρονα μέσα ἐπικοινωνίας κρατᾶνε εὒκολη τήν ἐπαφή, πότε μέ viber πότε μέ τό email καί πιό ἀριά ἡ φιλική τηλεδιάσκεψη.
Τίς προάλλες, τήν περασμένη Κυριακή, σέ μιά τέτοια ἐπικοινωνία μέ τούς τῆς τότε ἐποχῆς συμφοιτητές στό κοσμοπολίτικο Στρασβοῦργο τί δέν θυμηθήκαμε. Ἡ ἡλικία μας ἒζησε σέ πιό γενναιόδωρη ἐποχή, ἀπ’ ὃτι τά παιδιά μας.
Σέ κάποια στιγμή ὁ Gustave θυμἠθηκε ὃτι ἡ Eliane σέ φοιτητικό μπιστρό κατέθεσε πρός διαβούλευση τήν ἐρώτηση: ἂν θά μποροῦσαν νά ὑπάρξουν δύο τελείως διαφορετικοῦ χαρακτῆρος ἂνδρες, οἱ ὁποῖοι ὃμως νά κάνουν ἒρωτα κατά τόν ἲδιο ἀκριβῶς τρόπο.
Ἡ Eliane ἀπάντησε ἀκαριαῖα: «Δέν θυμᾶμαι νά ἒχω πεῖ κάτι τέτοιο, οὒτε νά τό ἒχει πεῖ κάποιος ἂλλος αὐτό, καί γιατί νά μήν πῶ, πῶς δύο διαφορετικοί χαρακτῆρες γυναικῶν. Ἐκεῖνο πού καταθέτω τώρα, εἶναι κάπως παραπλήσιο. Κάποια κείμενα τοῦ Γιώργου στήν Ἀντοψία θά μποροῦσα, θά ἢθελα νά τά ἒχω γράψει ἐγώ, γιά τούς κλοσάρ λόγου χάριν… τό διαφορετικό τῶν ἰδιοτήτων τῆς προσωπικότητάς μας, δέν σημαίνει καί διαφορετικό πλησίασμα τῶν γεγονότων. Ἓνα ὡραῖο φαγητό ἓνας ὡραῖος πίνακας, μιά ὡραία λεκτική ἢ γραπτή παρέμβαση, ἀπολαμβάνονται στήν ἲδια ἒνταση ἀπό διαφορετικούς μεταξύ τους χαρακτῆρες, φυσικά καί τῶν δύο φύλων.
Δέν μπορεῖς νά προβλέψεις τίποτα. Ναί, εἶσαι μόνος ὃταν γράφεις, βγαίνει ἀπό μέσα σου κάτι πού ἐκτιμᾶς ὡς ἐνδιφέρον, καί μέ ἓναν θαυμαστό τρόπο φτάνει σέ κάποιον ἂλλο. Ἐγὠ μἐνω στόν Μέλανα Δρυμό, ἀλλά ὃταν διαβάζω τά κείμενα τοῦ Γιώργου στήν Ἀντοψία, μέ τήν αὐτόματη μετάφραση, αἰσθάνομαι ὃτι ἒτσι εἶναι καί ἡ ζωή μου ἐδῶ στόν Μέλανα Δρυμό μέρα, νύχτα.
Ἒχεις ἓνα κείμενο, μιά ἱστορία, ἀλλά ἒχεις καί τό αἲσθημα πού ἀναδύουν αὐτές οἱ γραμμές. Μιά κατάθεση ζωῆς, στήν ὁποία μερικές φορές οἱ ἂνθρωποι ἀναγνωρίζουν τούς ἑαυτούς τους.
Καί γιά νά ἀπαντήσω στήν πρόθεσή του νά διακόψει, τήν δημοσιογραφική συμβολή τῆς Ἀντοψίας προσωπικά δέν ἒχω διακρίνει κόπωση ἂλλά ἐπανάληψη ναί, κάπου πλεονασμούς καί κάποιους πλατειασμούς… συμφωνῶ λοιπόν μέ τήν ἀποφασή σου νά διακόψεις ἒγκαιρα…».
Ἂν καί ζοῦμε σέ μιά ἐποχή ὑλιστικῆς τραχύτητας καί πνευματικῆς ἀκηδίας, δέν ἒχουμε πρόβλημα νά συνυπάρξουμε ἀκόμη καί μέ ὃλως διόλου διαφορετικές ἀπόψεις θέλησης, διότι ἒχουμε ἐκπαιδευτεῖ στήν γόνιμη ἀνάκραση τῶν ἰδιοσυγκρασιῶν.
Οἱ παραπάνω γραμμές, ὃπως τίς ἀντιλαμβάνομαι προσωπικά, διατυπώνονται μ’ ἓνα κάπως ὀξύ καφκικό τρόπο: «δέν ἀξίζει νά γραφεῖ τίποτα, ἂν αὐτό δέν ἀνοίγει κεφάλια. Ἂλλο θέμα πόσο εἶναι σέ θέση ν’ ἂνοίξει κεφάλια». Στήν περίπτωση τῆς ἀντοψίας ἡ πρόθεση μετράει.
Γνωρίζω ὃτι εἶμαι μέλος μιᾶς ζωῆς καί ἑνός σώματος καί ἑρμηνεύω τήν ζωή πού ζῶ. Τίποτα δέν γίνεται ἀπό παρθενογένεση. Πρωτοτυπία σημαίνει ἀφομοίωση καί ἒκφραση κοινῶν καί ὂχι ἲδιων ἀγαθῶν.
Ὁ Σεφέρης λέει κάτι θαυμαστό: «πολλές φορές χαίρομαι ὃταν κάτι πού πιστεύω ὑψηλό, ἒρχεται νά μοῦ δείξει πώς δέν εἶμαι πρωτότυπος. Ἡ πρωτοτυπία εἶναι μιά νεανική διασκέδαση πού πρέπει κάποτε νά μείνει πίσω». Ὑπάρχει τό κοινό σῶμα, πού πορεύεται στό μέλλον. Πορευόμαστε ἀνανεωτικά χωρίς ἐγκλωβισμούς καί διαγραφές κομματιῶν, ὃλοι μας.
Ἀκατάμαχητο καλοκαίρι σέ ὃλους
Ὑστερόγραφο: Εὐχαριστῶ ὃλους ὃσους ἐνίσχυσαν τήν προσπάθεια τῆς Ἀντοψίας, μέ τόν ἐνεργό δημοσιογραφικό ρόλο τους, καθώς καί τούς ἐπώνυμους καί ἀνώνυμους ἀναγνῶστες.
Στατιστικά: οἱ ἀναρτήσεις τῆς Ἀντοψίας ἒτυχαν καλῆς ὑποδοχῆς: οἱ περισσότερες παρεμβάσεις, σύμφωνα μέ τόν ἐσωτερικό μετρητή, κυμάνθηκαν ἀπό 350 ἒως 400 ἐπισκέψεις. Κάποιες ἒτυχαν εὐρύτερης ἀνάγνωσης, καθ’ ὃτι ἀναμεταδόθηκαν ἀπό πιό ἀποδοχῆς διαύλους: Συγκεκριμένα ὁ βίος τῆς Ὁσίας ἡμῶν διακόνισσας τῆς Τηνίας 1169, Ἡ κραυγή ἀγανάκτησης ἑνός ὑπερήλικα ἐρασιτέχνη κτηνοτρόφου τοῦ Σάββα Ἀπέργη, καθώς καί ἡ συνέντευξη τῆς Μαργαρίτας Ἀπέργη κοντά τίς 800, ἡ δέ δική μου παρέμβαση μέ τόν τίτλο Ὑποταγή 22 ἐπισκέψεις.