Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Κεχροβούνι τό ἀγαπημένο

 

Ἰουλιανῆς Ἡγουμένης

 

Στἠ διακονία τῆς Ἀγάπης ἀπ’ τό

πρωί, μόλις ἀκουστεῖ τό  ἂνοιγμα

τῆς πόρτας ἀπ’ τόν σιδερένιο

σύρτη!

 

… καί ὃλη μέρα μέ τήν

εὐχή τοῦ Ἰησοῦ!

 

…καί μερικοί τό καταλαβαίνουν

καί τό ἐκφράζουν:

Τί ὂμορφα πού εἶναι ἐδῶ:

 

Κεχροβούνι μου,

Στήν ἀπλωσιά τῆς αὐλῆς σου

μέ τόσο  φῶς, πόσοι προσευχήθηκαν,

πόσοι γονάτισαν,

πόσοι δάκρυσαν,

πόσοι μετανόησαν.

Κεχροβούνι… ἰστορία αἰώνων !

 

Κεχροβούνι μου

Δέν ἦταν ὂνειρο.Ἦταν πορεία!

Μια πορεία ἀτέλειωτη μέσα στό

χρόνο.

Μέ τόσο ἢλιο! Μέ πολύ Φῶς!

Μέ δεμάτια σταριοῦ στό σαλόνι.

Μιᾶς συγκομιδῆς τραχειᾶς… ἀλλά

πάντα κάτω ἀπό τό χαμόγελο τοῦ

Θεοῦ, γιατί μποροῦσες νά βιώνεις

«οὐ τί ἐγώ θέλω ἀλλά τί σύ» (Μαρκ.14,36-37)

 

Κεχροβούνι μου,

Μόνο ἐσύ μποροῦσες νά συν-

διάσεις τό γέλιο τῶν παιδιῶν

τ’ ἀπόσπερνο,

 

ἐκεῖ στ’ ἀνθισμένα ἀγιοκλήμα-

τα μέ τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ στοῦ κελλιοῦ

τή σιωπή.

 

Μόνο ἐσύ θά μποροῦσες νά

τιθασεύσεις τό ὀνειροπόλημα

τῶν παιδιῶν γεμίζοντας τίς

φοῦχτες τους μικρολούλουδα

ἀπό τούς κήπους τῶν Ἁγίων.

Μόνο ἐσύ! Γιατί ἐσύ Κε-

χροβούνι μου, εἶσαι κομμάτι

τ’ οὐρανοῦ, πού ἂραξες ἐδῶ γιά

νά μᾶς θυμίζεις τόν Παράδεισο

πού λαχταροῦμε.

 

Κεχροβούνι τό ἀγαπημένο

 

  Βηματίζω στά δρομάκια σου καί εἶναι σάν νά βηματίζω πίσω στούς αἰῶνες.

Ἀχνοπερπατησιές μοῦ δίνουν τήν αἲσθηση τῆς πορείας πρός τό ἂπειρο. Ψηλαφῶ τούς ὑγρούς τούχους τῶν  κατωγιῶν  πού μυρίζουν λιβάνι καί τρισαΐ καί ἀφουγκράζομαι  τήν εὐχή… καί μετά  τό ἁπαλό φτερούγισμα τῆς μετάνοιας.

Προσπαθῶ, μέ τ’ ἀκροδάχτυλα νά,  μαντέψω τό ὑλικό πού στερεώνει τούς πέτρινους τοίχους σου. Εἶναι κοκκινόχωμα τό βλέπω, ἀλλά μυρίζει αἰωνιότητα.

Γι’ αὐτό  ἂντεξες Κεχροβούνι μου.

Περπάτησες σιωπηλά.  Τά χνάρια σου καί οἱ πατημασιές σου χάνονται στούς χωμάτινους δρόμους τῆς λησμονιᾶς.

Πότε ξεκίνησες τήν πορεία αὐτή; Κανείς δέν τό θυμᾶται!

Κεχροβούνι μου πτωχό, ἀτίμητη κληρονομιά, πῶς περπάτησες, μέσα στούς αἰῶνες καί δέν ρημάχτηκες ἀδύναμο και μόνο; Πόση ἦταν ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς σου!

Πῶς γεφύρωσες στό τότε μέ τό σήμερα, τόσο πού νομίζουμε ὂτι σήμερα ζοῦμε τό τότε;

  Ποῦ καί πῶς διατήρησες ἀξίες μοναδικές καί γνήσιες, πού δίνουν στή ζωή τῶν μοναχῶν τήν ἐγκυρότητα πώς ἡ πορεία εἶναι ἀπαρασάλευτη  στούς κανονισμούς αὐτῆς τῆς ζωῆς γιατί μόνο ἒτσι μπορεῖ κανείς νά θυσιάσει τό θέλημα στό βωμό τῆς ἀγάπης.

……. 

Δέν εἶχες τήν ἀξίωση και δέν προβλήθηκες ποτέ σάν πρότυπο γιατί ὑστεροῦσες στις προτιμήσεις τῶν σύγχρονων «γεροντάδων» πού ὂχι μόνο σέ ἀγνοοῦσαν ἀλλά δέν ἀποδέχονταν ὃτι ἒχεις κάτι πού σέ ξεχωρίζει, γιατί Κεχροβούνι μου γιά σένα νόημα ἒχει ἠ σιωπή,  έκεῖ θάβεται τό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ζωῆς.

……

Σ’ αὐτά τά κελλιά πού τα διέκρινε τό ταπεινό ὓφος και τά θώπευε τό λιβανωτό τῆς πτωχείας, «αἰ ἀδελφαί παριστάνουσι ἀνθρωπίνας σκιάς, καί ὁ ἀήρ καί τό νερό εἰσέρχονται εἰς τά σεσαθρωμένα αὐτῶν κελλία» περνοδιάβαινε ἀπ’ τούς φεγγίτες καί τά ὑπέρθυρα ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ.

Αὐτή ἦταν ἡ ἀέναη δύναμη σ’ ἓνα δρόμο θυσίας μέ στερήσεις. Αὐτή ἡ δύναμη τίς ὡθοῦσε νά βιώνουν καθημερινά τό μυστήριο τῆς ὐπακοῆς καί τῆς ἀναπάντεχης ὀμορφιᾶς πού ἀπορρέει μέ τήν ὐποταγή στό θέλημα τοῦ ἂλλου. «Οὐ τί ἐγώ θέλω ἀλλά τί Σύ» (Μαρκ. 14, 36-37) καί «ἰδού ἠ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου» (Λουκ.1,38).

…….

Ἀποποιήθηκες  νά οἰκειοποιηθεῖς ὀνόματα ἀπιπλέοντα σέ τεχνητές λίμνες.  

Σεβάστηκες τήν παράδοση, γιατί ἡ  παράδοση εἶναι ἐγγύηση. Μέ δέος ἒσκυψες τό κεφάλι στό ὂνομα «Κεχαριτωμένη» ξέρεις ὃτι ἀνήκει μόνο  σέ Κείνη.  Σ’ αὐτή τή φρικτή ἐπιλογή ἀναρωτήθηκες: Πῶς εἶναι δυνατόν!

 

Κεχροβούνι μου!

 

Περπάτησες μέσα στούς αἰῶνες.  Φιλοξένησες στήν αὐλή σου τό ἡλιοφῶς! Ἡ ἐπίσκεψη τῆς «Κυρίας τῶν Ἀγγέλων» γέμισε τά δρομάκια σου λεμονανθούς, καί κεῖ σ’ ἓνα ταπεινό κελλί ξεχύθηκε ἡ χάρις τ’ οὐρανοῦ…καί ἡ Κυρία τῶν Ἀγγέλων ἒγινε καί «Κυρία τοῦ νησιοῦ».

 

Κεχροβούνι μου στό ἀχνοπερπάτημα τῶν αἰώνων μια ἀτέλιωτη ἀλυσίδα μοναχῶν ἑνώνει τό τότε μέ τό σήμερα.

 

Μήν ἀνησυχεῖς ἡ θεία πορεία θά συνεχίζεται. Θά περνᾶ μέσα ἀπό ἀνθισμένους κάμπους, σπαρμένα χωράφια, δύσβατα ρουμάνια… άλλά θά πορεύεται!

Τό φωτεινό κελλί  τῆς ἁγιότητας θά ἐκπέμπει πάντα τό μήνυμα ἐκείνης τῆς νύκτας. «Εὐαγγελίζου, γῆ χαράν Μεγάλην».


 

Ἡ πόρτα τῆς Μονῆς ἒκλεισε.

Ἡ διακονία τῆς ἀγάπης

συνεχίζεται.

Ἡ προσευχή στό κελλί

ὑπερίπταται τῆς γῆς, καί

φθάνει στό θρόνο τοῦ Θεοῦ.

 

«Κύριε μή μᾶς ξεχνᾶς» 

 

 Κεχροβουνιώτισσα

 

 

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Τό τελευταῖο δεῖπνο (Κατά Μάρκον 14, 17-31)

   Ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει πλέον ὂτι βαδίζει πρὀς τόν θάνατο.  Γνωρίζει τί θά ἐπακολουθήσει ὂχι  ὡς μάντης πού σκηνοθετεῖ καί παίζει τό δρᾶμα του, ἀλλά ἐπειδή πρόκειται γιά συνέπεια τῶν ἐπιλογῶν του, οἱ ὁποῖες δείχνουν θυσιαστικά καί ἀναστάσιμα τό νόημα ζωῆς καί τοῦ ἒργου του. Ἀντί νά ἒρθει κάποτε ἂνωθεν ἡ μεσσιανική Βασιλεία,- ὁ Ἰησοῦς ταυτιζόμενος μέ τόν ἀνώνυμο πάσχοντα δοῦλο τοῦ Ἠσαΐα (53) ὁ ὁποῖος παίρνει ἐπάνω του τήν ἐνοχή ἂλλων-, τήν ἐκπληρώνει ἐδῶ καί τώρα προσωπικά, εἰσάγοντας νέα ἀντίληψη τῆς ἐσχατολογικής προσδοκίας ὡς θυσιαστικῆς πράξης.   βουλή τοῦ Κυρίου καί θυσιαστική ἀντιλήψῃ τοῦ τέλους συμπίπτουν. Ἀντί ἀναμονῆς τοῦ ἐσχάτου Ἰησοῦς ἀναλαμβάνει τήν πρωτοβουλία νά βιάσει τήν ἒλευσή του εἰσάγοντας το στήν ἱστορία.( Μτ.11,12 ἀπό δέ τῶν ἡμερῶν ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν. πρβλ. ἐπίσης καί Λκ,16,16 νόμος καί οἱ προφῆται ἕως ᾿Ιωάννου· ἀπό τότε βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται, καί πᾶς εἰς αὐτήν βιάζεται). Τό τίμημα τῆς ἐπιλογῆς Του εἷναι προφανές: ὅ,τι καί νά συμβεί θά φέρει ἴδιος τό βάρος τῆς εξιλέωσης.  περιοδεία στήν Καισάρεια τοῦ Φιλίππου καί Μεταμόρφωση ἀποτελοῦν τό κρίσιμο κομβικό σημείο, τόν συνδετικό κρίκο τῆς ἐσχατολογικῆς ἐνσάρκωσης καί τό ζωντάνεμα  τῆς προσδοκίας μέ τό αἷμα του. Τό νόημα τοῦ δείπνου θά ἀναδειχθεῖ σαφέστερα ἐάν διακρίνουμε τήν ἴδια τήν ἐσωτερική ἐκπλήρωση ἀπό τά παρεπόμενά της.

   προδοσία τοῦ Ιούδα δεν εἷναι μία ἱστορία τόσο διαφανής ὃσο νομίζουμε. κρατοῦσα ἐπί αἰῶνες παράδοση, στηριγμένη στόν Ματθαῖο  τόν θέλει προσωποποίηση τῆς παθολογικῆς φιλαργυρίας καί κακίας, ὁποῖος ὑπέκυψε στίς τύψεις του. (Μτ. 27, 3-5: Τότε ἰδών ᾿Ιούδας παραδιδούς αὐτόν ὃτι κατεκρίθη, μεταμεληθείς ἀπέστρεψε τά τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καί τοῖς πρεσβυτέροις  λέγων· ἥμαρτον παραδούς αἷμα ἀθῷον. οἱ δέ εἶπον· τί πρός ἡμᾶς; σύ ὄψει.  καί ῥίψας τά ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καί ἀπελθών ἀπήγξατο). Λουκᾶς ἐκφράζει διά στόματος Πέτρου διαφορετική ἂποψη. (Πράξεων 1,18: οὗτος μέν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ μισθοῦ τῆς ἀδικίας, καί πρηνής γενόμενος ἐλάκησεμέσος, -έσκασε στην μέση- καί ἐξεχύθη πάντα τά σπλάγχνα αὐτοῦ).

    Κατά τόν Μᾶρκο Ἰησοῦς δεν ἀποκαλύπτει, οὔτε  κἄν  ὑπαινίσσεται τήν ταυτότητα τοῦ προδότῃ μαθητή. Δηλώνει ἁπλᾶ ὅτι «καθώς γέγραπται» (14,21), σύμφωνα με τήν Παλαιά Διαθήκη, Μεσσίας θά προδοθεῖ ἀπό πολύ δικό του ἂνθρωπο. (πρβλ. Ψαλμ. 40,10: καί γάρ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὅν ἤλπισα, ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾿ ἐμέ πτερνισμόν). Ἀλλά ἅς αφήσουμε τό θέμα αὑτό στούς  καινοδιαθηκολόγους.

  Πάντως εἷναι δύσκολο νά δεχθοῦμε ὡς περιεχόμενο τῆς προδοσίας τήν ἁπλή ὑπόδειξη ἐκ μέρους τοῦ Ιούδα ἑνός προσώπου πασιγνώστου, ὅπως γνωστός ἦταν καί τόπος στόν οποίο διανυκτέρευσε Ἰησοῦς κατά τίς ἑορτές τοῦ Πάσχα χωρίς νά κρύβεται ἀπό κανέναν. Τό κρίσιμο ήταν κατηγορία μέ τήν ὁποία θά συνελάμβαναν καί θά δίκαζαν τόν Ἰησοῦ. Ἰησοῦς ἦταν ἐνοχλητικός καί ἀπροσάρμοστος, ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι δέν εἶχαν κατορθώσει νά ἐντοπίσουν σέ τί ἀκριβῶς ἀπέβλεπε. Καί τό χειρότερο: τά λόγια του καί οἱ τρόποι του δέν ἂφηναν  ἀδιάφορο κανένα. Ἀλλά ὃποτε ἐπιχείρησαν νά τόν παγιδεύσουν, τούς  ξέφευγε. Παραδείγματα μεταξύ πολλῶν ἄλλων τά θαυματουργικά σημεῖα πού τοῦ ζητοῦσαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ Σαδδουκαῖοι (Μκ. 16,1-4), ἀπάντησή του στό ἐρώτημα τῶν ἀρχιερέων καί τῶν πρεσβυτέρων «ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καί τίς σοι ἔδωκε τήν ἐξουσίαν ταύτην;» (Μτ. 21,23-27) στό ἐρώτημα τῶν Φαρισαίων καί τῶν Ἠρωδιανῶν ἄν πρέπει νά πληρώνουν οἱ Ἰουδαῖοι φόρο στόν Καίσαρα (Λκ 20,20-26). Ἑπομένως χρειαζόταν κάποιος νά γνωρίζει τά πράγματα ἐκ τῶν ἔσω, ὥστε διατύπωση τοῦ κατηγορητηρίου νά μήν ἐπιτρέπει τίς ὑπεκφυγές, νά θίγει τόν βαθύτερο σκοπό τοῦ Ἰησοῦ, ὁπότε ἐκεῖνος νά μήν εἶναι σέ θέση νά τόν αρνηθεί χωρίς νά ἀποκηρύξει τόν ἑαυτό του.

  Ὅμως γιά  ποιόν λόγο ἆραγε  Ἰούδας νά πρόδωσε; Μόνο στήν σφαίρᾳ τῆς καθαρῇς εἰκασίας μποροῦμε νά στραφοῦμε. Καταγόταν ἀπό τό Καριώθ, πολίχνη κοντά στήν Καπερναούμ, καί ἦταν ἰδιαίτερα εὐαίσθητος στήν τάξῃ τοῦ Νόμου. Γιά νά γίνει  ὅμως μαθητής τοῦ Ἰησοῦ καί νά τόν ἀγαπήσει πρέπει νά ἦταν ἀρκετά ἀνήσυχος. Πίστεψε ἴσως σέ ἀναμόρφωση τοῦ Νόμου καί τῆς παράδοσης καί γιαὑτό ἐπεδίωξε κάποιον συμβιβασμό. Διαψεύστηκε οἰκτρά. Νόμος δεν εἶχε ἄλλο αἴσθημα ἀπό τά αὐτόματα ἀντανακλαστικά τῆς διάρκειάς  του καί τῆς ἐπιβολῆς του. Δέν  ἒχασε ἁπλᾶ: ὁδήγησε στόν θάνατο αὐτόν πού ἀγαποῦσε καί ἒτσι αὐτοκτόνησε.  Τό δρᾶμα του εἷναι καί δικό μας, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι βρισκόμαστε συνεχῶς στό δίλημμα νά διαλέξουμε ἀνάμεσα στόν συμβιβασμό καί τήν ανάληψη τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης, ὅτι αντιμετωπίζουμε κάθε ἡμέρα τό δίλημμα νά διακινδυνέψουμε γιά νά κερδίσουμε τόν ἑαυτό μας νά συντριβοῦμε ὑπό τό βάρος τῶν δισταγμῶν, νά προδώσουμε τήν βαθύτερή μας ἐπιθυμία καί νά ἰσοπεδωθοῦμε ὑπό τό  βάρος τῶν ἐνοχῶν.

  Ἄν Ἰούδας ἀμφέβαλλε γιά τήν δύναμη τῆς ἀγάπης, πού τόσο ἐμφαντικά ὑπογράμμιζε Ἰησοῦς, ἐπειδή ὑπολόγιζε καί τόν Νόμο, Πέτρος δέν ἀμφέβαλλε διόλου, καθώς εἶχε παραδοθεῖ ἄνευ ὄρων στόν Ἰησοῦ. Πέρα ὅμως ἀπό τίς διαφορετικές προσωπικές περιπτώσεις τους,  πέραν τοῦ ἀτομικοῦ τους προβλήματος,  ἀκριβῶς τήν ὤρα πού οἱ μαθητές περιστοιχίζουν τόν Ἰησοῦ, μετά  τήν ἀποθεωτική του είσοδο στά Ἱεροσόλυμα, τήν ἴδια ὤρα ἐκεῖνος μένει μόνος του, ἀφοῦ εἲτε δεν τόν καταλαβαίνουν εἲτε τόν προδίδουνε εἲτε τόν ἀπαρνοῦνται. Εἰδικά φλογερή πίστη τοῦ Πέτρου φέρει τό βάρος συναισθηματικῆς  ἐπιπολαιότητας. Τό «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» τῆς Μεταμόρφωσης ἔλεγε ἤδη πολλά. Ὃσο αὐθόρμητα δίνεται, τόσο ὑπαναχωρεῖ Πέτρος βιαστικά. Ἔχει ἕναν ἐνθουσιασμό κινουμένης ἄμμου πού τόν κάνει νά μήν ζυγίζει τίς συνέπειες καί τίς εὔθυνες τῆς ἐπιλογῆς του. Ἀπό τήν μία ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία καί ἀπό τήν ἄλλη τοῦ δίνει συμβουλές συμβιβασμοῦ πού κάνουν τόν Ἰησοῦ νά  ἐξοργίζεται (Μκ 8,33 ἐπετίμησε τῷ Πέτρῳ λέγων· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων). Δέν εἷναι τυχαῖο ὅτι χρειάστηκε ὅραμα καί φωνή ἐξ οὐρανοῦ γιά νά κλονιστοῦν οἱ ἀντιλήψεις του  περί διατροφικῆς καί ἐθνοθρησκευτικῆς καθαρότητας. (Πράξ. 10,9-16 καί 28-29), χωρίς τό θέμα νά κλείσει μέσα του ὁριστικά, ἀφοῦ κατά τήν μαρτυρία τοῦ Παύλου (Γαλάτας 2,11-21) δέκα ὁλόκληρα χρόνια μετά τήν Ἀνάσταση δεν εἶχε ἀκόμη  χωνέψει πώς σωτηρία ἔρχεται ἀπό τήν πίστη καί όχι ἀπό τά ἔργα τοῦ Νόμου, πώς πίστη καί όχι τό αἷμα κάνει τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ. ἀντιφατικότητα του ματαίωνε τήν πίστη ἕως ὅτου βγήκε ἀπό τό  βαρυτικό  πεδίο τοῦ ἑαυτοῦ του καί παρέδωσε μαρτυρικά τήν πίστη στό συναίσθημα. Πλέον νόμος τῶν μελῶν του δέν μποροῦσε νά  αἰχμαλωτίζει τόν νόμο τοῦ νοῦ καί νά κάνει τό θέλημά του εύθραυστο. πίστη ἑνώνει ἀδιάσπαστα τούς κόσμους τοῦ πνεύματος καί τοῦ σώματος, τῆς ἰδέας καί τῶν βιοτικῶν της παραιτήσεων, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί τῆς ἀνθρώπινής της ἒκφρασης.

 Τά περί Ιούδα καί  Πέτρου ὑποβάλλουν ἀνάλογη προσέγγιση τοῦ λεγομένου τελευταίου ἤ μυστικοῦ δείπνου στήν προοπτική πάντα τῆς Σταύρωσης.  Ἐπικρατεῖ ἀτμόσφαιρα ἀπογοήτευσης καί ἀντί χαρμόσυνης προσδοκίας κυριαρχεῖ στό τραπέζι θλιμμένη ἀναμονή πού  μοιράζονται ἐξ ἴσου ὁ Ἰησοῦς  καί  οἱ δώδεκα. Περίμεναν τήν Βασιλεία καί ἔρχεται ὁ θάνατος. Ἀνήμερα γιά τούς Συνοπτικούς παραμονή τοῦ Πάσχα γιά τόν Ιωάννη, χωρίς νά συνδέεται ὀργανικά μέ τήν γιορτή τοῦ δείπνου ἤ ἡ πνευματικότητά του νά ὑφαίνεται μέ τήν ἴδια τήν γιορτή. Θα μποροῦσε νά ἔχει  λάβει χώρα μία ὁποιαδήποτε ἄλλη στιγμή καί ὑπ’ αὑτῇ τήν ἔννοια τά εὐχαριστιακά δρώμενα νά ἔχουν αὐτοτελῆ τήν σημασία. Στό ἀνώι ἑνός φιλικοῦ σπιτιοῦ, μακριά ἀπό τόν κόσμο καί τήν χαρά τῆς γιορτής, χωρίς ἀρνί, σέ ἓνα τραπέζι μέ πικρά χόρτα καί τήν  εἰδική σάλτσα πού τούς έβαζαν (ὅπως ὑποδηλώνει τό βούτηγμα τοῦ ψωμιοῦ στό πιάτο), ψωμί καί κρασί, ὁ Ἰησοῦς σάν ἄλλος ἀρχηγός τῆς οἰκογενείας εὐλόγησε  καί μοίρασε τό ψωμί στούς μαθητές, προσθέτοντας: λάβετε φάγετε· τοῦτο ἐστι τό σῶμα μου. Στην συνέχεια τούς έδωσε τό κρασί συμπληρώνοντας: τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον. Πρόκειται γιά τήν νέα διαθήκη πού γράφει καί ὑπογράφει ὁ Ἰησοῦς με τό σῶμα του (ἄρτος) καί τό αἷμα του (οἶνος), για νά τήν συνδέσει στήν συνέχεια μέ τήν καινούργια –ἀναστάσιμη- ζωή τῆς Βασιλείας: ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μή πίω ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίνω καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος δέν εἷναι ἁπλή ὑπόμνηση ἀλλά ἔφοδος στο μέλλον. 

 Πλησιάζει τό τέλος. Ἰησοῦς ἀφήνει τόν κόσμο καί τούς μαθητές του παραμένοντας ἑνωμένος μαζί τους μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του. Στόν πόνο τῆς θυσίας του καί κάθε θυσίας γράφεται καινή διαθήκη, νέα συμφωνία μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Μοιραζόμενοι τόν ἂρτο καί τόν οἶνο μετέχουμε στήν  ἱερή τροφή τῆς ἀντιπροσφοράς καί τήν λυτρωτική δύναμη τοῦ θανάτου του. Βιάζοντας τήν ἒλευση τῆς Βασιλείας μέ τό σῶμα καί τό αἷμα του Ἰησοῦς μᾷς πληροφορεῖ ὅτι Μεσσίας μόνο θυσιαστικά ἐπιτελεῖ τό έργο του. θυσιαστικός του πόνος μεταμορφώνει τήν σχετικότητά μας καί τό μηδέν πού τήν περιχωρεῖ, ἀντί νά προσαρμόζεται σέ ἐξωτερικές χρονικές ἀρμονίες. Μιλᾶμε γιά κοινωνία θυσίας, μετοχή στήν θυσία του μέ τήν  δική μας θυσία,  για προέκταση τοῦ Σταυροῦ σέ ἔνα καινούργιο κόσμο. Ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια τό στάρι καί τό σταφύλι ἦταν σύμβολα ἀναγέννησης, πού οἱ ἄνθρωποι έβαζαν πλάι στούς νεκρούς. Ὅπως τό στάρι μέ τόν θάνατό του  ζωοποιεῖ καί τό  κλίμα ξαναβγάζει σταφύλι, θάνατος εἷναι γιά τήν ζωή. Αὑτό υπενθυμίζουν τά κόλλυβα. εὐχαριστιακός θάνατος  γίνεται ἀναστάσιμος, ὕλη πού μετουσιώνει πραγματικά σέ σάρκα καί αἷμα Χριστοῦ, μέ τήν πίστη τοῦ λαμβάνοντος. ἀνάμνηση τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ δέν ἔχει σχέση με τό παρελθόν εἷναι δεξίωση τοῦ μέλλοντος, ἀποτελεῖ γεγονός δωρεᾶς πού ἀναδεικνύει ὡς οὐσία τῆς ὑπάρξῃς τήν χάρη. Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί ἓνωση μέ τόν Θεό εἷναι μ’ ἄλλα λόγια προσφορά καί χάρισμα. Προσφέροντας τό σῶμα καί τό αἷμα του ὁ Ἰησοῦς ἐξέφρασε τήν ἐσχάτη του ἐπιθυμία: Θεός νά ὑπάρχει μέσα στόν κάθε ἔνα. Ζήτησε δηλαδή νά μοιραστοῦμε ὅλοι τήν ἐλευθερία του  για νά ἐλευθερωθεῖ κόσμος ἀπό τήν ἀγωνία καί τό βάρος τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Τό νόημα δεν μπορεί νά εἷναι ἐνοχή· τό νόημα εἷναι Ἂνοιξη.