Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ἀπό τό πρῶτο πληθυντικό στό πρῶτο ἑνικό.


 

   Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

   

Ἡ ἑλληνική φιλοσοφική παιδεία διαπερνᾶ πλήρως τόν τρόπο πού σκέφτεται καί γράφει ὁ σημερινός ἂνθρωπος. Εἶναι  τά ἲδια φιλοσοφικά ἐρωτήματα πού  καθοδηγοῦν τήν σύγχρονη Δυτική σκέψη.

  Φυσικά προκύπτει τό  προσωπικό εἶδος γραφής, τό ἲδιον στοχαστικό γραπτό δοκίμιο ἢ κρίση, ὁ προσωπικός   δημόσιος ἰδιαίτερος   χαρακτῆρας τοῦ λόγου, προφορικοῦ  ἢ γραπτοῦ.

 Ἡ ὑποκειμενική ὀπτική στά κείμενα τοῦ ὂποιου συντάκτη  ἒχει διάφορες καί διαφορετικές λειτουργίες. Τό «Ἐγώ» ὑπηρετεῖ τήν εἰλικρίνεια. Δηλώνει: αὐτό μπορῶ να μαρτυρήσω, αὐτό μόνο ἒχω ζήσει· ἢ ἐδῶ δέν εἶμαι βέβαιος, ἐδῶ δέν ἒχω σαφῆ εἰκόνα, ἐδῶ ἒχω νιώσει κάτι δυνατό, ἐκεῖ αἰσθάνομαι ἐνοχή, ἲσως ἡ τοποθέτησή μου νά δείχνει τήν δική μου εὐαλωτότητα… Ἂλλοτε τό «Ἐγώ» ὑπηρετεῖ τήν διαφωνία καί τήν ἀντίσταση. Δηλώνει: δέν θά ἀφήσω τόν ἑαυτό μου νά ἐκφοβιστεῖ, δέν θά προσαρμόσω τήν σκέψη μου στά ἀνθρώπινα  προσωπικά μου συμφέροντα ὂποια καί νά εἶναι αὐτά, δέν θά κιοτέψω, δέν θά κάνω ὑπολογισμούς, δέν θά σιωπήσω γιά τό  ποιό  εἶναι τό πιστεύω μου. Κάποιες φορές τό «Ἐγώ» εἶναι σέ  προσπάθεια ἀναζήτησης μιᾶς προσωπικῆς φωνῆς,  ἰδίως  σέ ἐποχές ὃπως ἡ σημερινή, ὃπου στόν δημόσιο λόγο κυριαρχοῦν μόνο σκληρές, δογματικές ἀντιπαραθέσεις συλλογικῶν στρατοπέδων.

   Κάποιοι θά θεωρήσουν τίς ὃποιες γραμμές τοῦ συντάκτη φυσικές, ἂλλοι ἀνεχτές, βαρετές, ἀνάξιες… Ἓνας χρονικογράφος δέν μπορεῖ νά παίρνει ὑπόψη του οὒτε διχογνωμίες, οὒτε άντιγνωμίες, οὒτε κολακεῖες. Δέν παίρνει ὑπ’ ὂψιν του τό κοινό αἲσθημα γιά ὁτιδήποτε, ἒχει μόνο γνώμονα τήν ἀδέσμευτη ἒκφραση τῆς γνώμης του καί τήν  συνείδησή του, ¨Ο ρόλος του εἶναι νά πεῖ μέ ψυχραιμία ὃτι αὐτό συμβαίνει, αὐτή εἶναι ἡ γνώμη μου σ’ αὐτά  πού διαδραματίζονται,  αὐτή  εἶναι ἡ θέση μου ὃσον ἀφορᾶ τά τεκταινόμενα,  καί ὃτι αὐτό ὂντως συνέβη, ὃτι αὐτό ἐπηρεάζει τήν ζωή τῆς μικρῆς  ἢ μεγάλης Κοινότητας, καί ὃτι θά ὑπάρξουν κάποιοι μάρτυρες πού θά ἐκτιμήσουν πολύ βαθιά καρδιακά τήν ἀλήθεια τῶν λόγων του.

Χωρίς πίεση τῶν γεγονότων δέν ἀναμειγνύεται κανένας σέ καμμία καταγραφή δεδομένων. Σέ μιά δημόσια παρέμβαση ὁ συντάκτης ἀναλαμβάνει τό ρίσκο. Ἂν ἒπεσε ἒξω, ἒπεσε ἒξω, δέν τό συζητᾶμε. Ὃμως πρέπει δημόσια νά προχωρήσει στήν ἀνάκληση. Ἀλάνθαστος δέν εἶναι κανένας. Κρίσιμο εἶναι τό διαβιβαζόμενο περιεχόμενο, ἡ ζήτηση τοῦ νοήματος, τό ὁποῖο ἐκτίθεται πάντα μέ τόν δικό του τρόπο.  Εἶναι γνωστό πώς ὃταν κάποιοι ἀφηγοῦνται κατά τόν ἲδιο τρόπο κάποιο περιστατικό, ἀναγνωρίζεται τό ψευδές τῆς κατάθεσής τους.

   Ὑπάρχουν ναί πού δέν θέτουν ἀπαιτήσεις στόν αναγνώστη, ἀλλά προϋποθέτουν κάποιες γνώσεις ἢ ἓναν σημαντικό βαθμό προσοχῆς προκειμένου νά γίνουν κατανοητά. Ὑπάρχουν κι ἐκεῖνα που θέτουν ὡς ἀπαίτηση ἀπό τόν ἀναγνώστη νά ἀποστασιοποιηθεῖ ἀπό τίς ἲδιες του τίς θέσεις, προκαταλήψεις, τήν ιδεολογία κτλ., πρίν ἀκόμη τά πιάσει στά χέρια του.

Ὃ,τι λέμε τὸ χρωστᾶμε στοὺς Ἀρχαίους. Ὅσα θαυμάσαμε στοὺς νεώτερους καὶ ὅ,τι νομίσαμε πὼς ἀνεκάλυψαμε μόνοι μας τὰ συναντοῦμε ἀργότερα σὲ παλιὲς γραφές. Μετὰ τὸν Πλωτῖνο ἡ φιλοσοφία δὲν ἔχει τίποτα νὰ πεῖ, ὅπως μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ ζωὴ δὲν ἔχει τίποτα νὰ κερδίσει. Δὲν ἔχουμε οὔτε πρωτοτυπία οὔτε φιλοδοξίες πρωτοτυπίας. Τὸ καλύτερο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε, καὶ τὸ βρίσκω σπουδαῖο καὶ δύσκολο, εἶναι νὰ ποῦμε μὲ δικά μας λόγια ἀλήθειες παμπάλαιες. Ἡ πιὸ δυνατὴ πρωτοτυπία εἶναι ἡ οἰκειοποίηση. Μὴ μᾶς διαφεύγει ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους δάνειο καὶ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καινούργιοι.

Μποροῦμε νά ἒχουμε ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας χωρίς νά τοῦ δίνουμε καί μεγάλη σημασία. Αὐτό μᾶς βοηθάει νά ἐντοπίζουμε μέ τόν χρόνο καί μέ τήν δουλειά, τά πλεονεκτήματα  καί μειονεκτήματά  μας, νά βλέπουμε τό λάθος μας καί νά τό διορθώνουμε. 

  Σέ ἕναν κόσμο πού πολεμᾶ νά λυτρωθεῖ ἀπό τό βάρος τῶν  πραγμάτων προβάλλει ἀπαιτητικά νά ὑπάρξει σημαντικός χῶρος γιά τήν φιλοσοφία, τήν ψυχολογία, τήν  τέχνη, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομία καί ἐξαιρετικά σήμερα τήν οἰκολογία, καθ’ ὅτι  ἡ φύση ἀντανακλᾶ τόν  βαθμό τρυφερότητάς μας στόν διπλανό μας. 

 

Ὀφειλομένη διευκρίνηση 

 Σέ δημόσιο ἐπίπεδο  χρησιμοποιοῦνται τίτλοι οἱ ὁποῖοι παραπέμπουν σέ συγκεκριμένες σπουδές καί ἐπαγγέλματα καί οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται  στήν κοινωνική εὐθύνη τοῦ  προσώπου: δάσκαλος, θεολόγος, φιλόλογος, μαθηματικός, γιατρός… Μόνο οἱ μεγάλοι δέν ἒχουν ἀνάγκη τίτλων καί ὑπογράφουν μόνο μέ τό ὂνομά τους· Ἐύτης, Ρίτσος, Βίκτωρ Οὐγκώ…

  Φυσικά ὑπάρχουν καί ἂτομα προικισμένα ἀπό τήν φύση,  τά ὁποῖα ἒχοντας δίψα γνώσης καί διακεκριμένη ἱκανότητα συγκρίνονται  ἂνετα μέ ἱκανούς περί τό συγκεκριμένο ἀντικείμενο. Λόγου χάριν, ὁ συμπατριώτης μας Βαγγέλης Καλλικάκης φυσιολογικά θά μποροῦσε νά σταθεῖ ἂνετα ὡς πανεπιστημιακός σέ τμῆμα τῆς κλασικῆς φιλοσοφικῆς, παρά τό γεγονός ὃτι δέν γνώρισε σχετικά φοιτητικά ἀμφιθέατρα,  ἀλλά ποτέ δέν ἒκανε χρήση κάποιου ἀνύπαρκτου τίτλου.

 Δυστυχῶς στίς μέρες μας κάποιοι, καταφεύγουν σέ ψευδεῖς τίτλους. Ἒρευνες ἒχουν δείξει τήν χρήση πλαστῶν ἐγγράφων, ἀπό ἂντρες καί γυναῖκες, γιά διορισμό, ἢ γιά προαγωγή,  ἀκόμη καί γιά θέσεις  στελεχῶν σέ κρίσιμους τομεῖς τοῦ Δημοσίου. Κατά καιρούς ἒχουν ἐντοπιστεῖ πλαστοί τίτλοι, Πτυχίων Πανεπιστημίου, διδακτορικῶν,  μέχρι ἀπολυτήρια Λυκείου καί Δημοτικοῦ, μέ ἐμπλεκόμενους δημόσιους ὑπάλληλους, χαμηλόβαθμους καί ὑψηλόβαθμους, ἀλλά καί πολιτευτές ὃλων τῶν ἐπιπέδων: περιφερειάρχες, βουλευτές καί ὑπουργούς.

 Τό φαινόμενο δέν περιορίζεται μόνο στήν Ἑλλάδα, καθώς ἒχουν ἀναφερθεῖ περιπτώσεις ὃπου πολιτικοί στήν Εὐρώπη ἀναγκάστηκαν νά ἐπανεξετάσουν ἢ να διορθώσουν τα βιογραφικά τους μετά την αποκάλυψη ἀνακριβειῶν! σχετικά μέ τούς τίτλους. Μόνο στήν Γερμανία τά τελευταῖα χρόνια ἒγινε γνωστό σκάνδαλο δύο διδακτόρων ὑπουργῶν, μέ διδακτορικά σέ μεγάλη ἒκταση ἀντιγραφή ἀπό ἂλλες ἐπιστημονικές ἐργασίες. 

  Ἡ παρέμβασή μου αὐτή, σχετίζεται μέ μιά πρόσφατη δημοσίευση, σέ ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, ἂρθρου μου, συστήνοντάς με στό ἀναγνωστικό της κοινό, ὡς φιλόσοφο, καί πρώην μορφωτικό ἀκόλουθο τῆς Πρεσβείας μας στό Παρίσι.  

  Τό προσωπικό μου Curriculum Vitae, ἒκανε ἀναφορά στήν θεολογική μου ἰδιότητα, σ’ αὐτήν τοῦ διδάκτορος τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Στρασβούργου,  περιελάμβανε τριετή διδασκαλία Φιλοσοφίας στό Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας,  καθώς καί τό πέρασμά μου ἐπί τρία χρόνια στήν Πρεσβεία μας στό Παρίσι,  ὡς μορφωτικός  ἀκόλουθος.

 Προσωπικά  ὃποτε ἒχει χρειαστεῖ νά  χρησιμοποιήσω τόν τίτλο τοῦ Θεολόγου ἀπὀ  τήν μιά τό κάνω ὡς  παρρησία καί ἀπό τήν ἂλλη μέ συστολή,  γιατί στήν  παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ τίτλος «Θεολόγος» εἶναι ἐξαιρετικά τιμητικός καί ἒχει ἀπονεμηθεῖ ἐπισήμως μόνο σέ τρεῖς Πατέρες, οἱ ὁποῖοι διακρίθηκαν γιά τήν ἀκριβή θεολογία τους σχετικά μέ τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τήν ἐνσάρκωση του Υἰοῦ: Ἃγιος Ιωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός καί ὁ Ἃγιος Συμεών ὁ Νέος.  Ὃσον ἀφορᾶ τόν τίτλου τοῦ φιλοσόφου αἰσθάνομαι   ὡς φιλόσοφος τόσο ὃσο φιλοσοφεῖ ὃλος ὀ κόσμος. 

  Ὃταν εἶσαι ἀνάμεσα στά μισά τῆς ὂγδοης δεκαετίας τῆς ζωῆς σου καί στόν  θάνατο, εἶναι ἀνόητο νά καταφεύγεις στήν πλαστικούρα. Δέν ὑπάρχει ὁ παραμικρός χῶρος γιά φιλοδοξίες, οὒτε πολύ περισσότερο γιά κενοδοξίες,  καί καλλιέργεια  ματαιοδοξίας. Τό κηπαράκι μου τό Χατζηραδιανό μοῦ εἶναι ὑπεραρκετό  ὃταν μάλιστα αὐτό συμπληρώνεται ἀπό τήν Ἀντοψία. Αὐτή εἶναι φιλοσοφημένη προσωπική στάση, προπαντός ὃταν τά ὃποια ἀτομικά μου δεδομένα, δημόσια ἢ ἰδιωτικά, εἶναι στάση ζωῆς, ἂποψη, καί ὂχι  ἀνάγκη.