Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2023

Τοῖς ἐντευξομένοις

 

π. Ε. Μ.

  Τι να γράψει κανείς για το Taizé;

 Εμπειρία αποκαλυπτική. Τι μου έμεινε... ή μάλλον καλύτερα τί μπορεί να ειπωθεί...

1.Κανείς δεν έκρινε κανέναν.

  Άνθρωποι απ' όλες τις ηπείρους του κόσμου, με διαφορετικές γλώσσες, πολιτισμό, ντύσιμο, ηθική, και κυρίως (αυτό μας ενδιαφέρει)... διαφορετική εκκλησία! Κανείς δεν έκρινε τις θεολογικές απόψεις ή την πίστη του άλλου! Σας το εξομολογούμαι, ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που το συνάντησα αυτό σε θρησκευτικό περιβάλλον! Λυπηρό όντως!

2.Υπήρχε ένα πνεύμα μαθητείας και ταπείνωσης.

  Είδα ανθρώπους "που έστηναν αυτί"  για να ακούσουν τί έχει να πεί  ο συνομιλητής τους. Ήθελαν να πάρουν κάτι, ένιωθαν ότι τους έλλειπε κάτι. Για πρώτη φορά είδα τέτοιο επίπεδο διαλόγου μεταξύ χριστιανών και τέτοια λεπτότητα στις μεταξύ μας διαφωνίες, ώστε να μην πληγωθεί ή έρθει σε δύσκολη θέση ο συνομιλητής.

3. Ρεαλισμός σε αυτό που λέγεται "ενότητα των χριστιανών".

  "Όταν σε έναν σπίτι υπάρχουν διαφωνίες -ακόμα και σε καίρια θέματα- πόσο μάλλον σε διαφορετικές εκκλησίες με τόσο διαφορετικό υπόβαθρο η κάθε μία. Το ξέρουμε ότι δεν θα επιτύχουμε ποτέ πλήρη ταύτιση στις θεολογικές μας απόψεις, όμως αυτό δεν θα πρέπει να μας αποθαρρύνει  από το να συνεχίσουμε να συμπορευόμαστε". Αυτό μου είπε μια σοφή ψυχή από εκεί και με άγγιξε. Στην Ορθόδοξη εκκλησία δίνουμε έμφαση σε ανεξάντλητους θεολογικούς διαλόγους, τους οποίους θεωρούμε προτεραιότητα για να φτάσουμε στο κοινό ποτήριο.     Προτεραιότητα είναι μια θεωρητική συμφωνία απόψεων κατ' αρχήν. Εκεί είδα το αντίστροφο. Αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης και έμφαση στην έμπρακτη αγάπη και αποδοχή του άλλου ώστε να ξεπεραστεί η διαίρεση. Εκεί για την συμμετοχή στην ευχαριστία δεν ήταν απαραίτητη η συμφωνία σε όλα τα θεολογικά ζητήματα που μας διαιρούν. Εκεί η συμμετοχή στην ευχαριστία γινόταν αφορμή υπέρβασης αυτής της διαίρεσης. Ξέρω πως χωράει πολύ θεολογική συζήτηση για το πως η Ορθόδοξη εκκλησία φρονεί για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Έχει νόημα να γίνει αυτή η συζήτηση. Αλλά και αυτοί ατελείωτοι θεωρητικοί θεολογικοί διάλογοι δεν ξέρω που  οδηγούν τελικά! Χρειάζεται κάτι έμπρακτο...

   Δυστυχώς η Ορθόδοξη εκκλησία αντιμετωπίζει πολύ αποστασιοποιημένα, ενίοτε φοβικά αυτό που γίνεται στο Taizé. Κατά διαστήματα υπάρχει κάποια Ορθόδοξη παρουσία( μέσα από πολλά ορθόδοξα φίλτρα βέβαια ) αλλά για να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους, λάμπουμε με την απουσία μας! Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην  πράξη δεν ενδιαφέρεται για την ενότητα των χριστιανών. Μένει εγωιστικά εγκλωβισμένη στον εαυτό της επαναλαμβάνοντας την γνωστή φράση "η ορθοδοξία είναι η μόνη αλήθεια". Θα συμφωνήσω ότι η ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία διαφύλαξε το δόγμα καθαρό και άσπιλο μέσα στους αιώνες. Όμως έχασε κάτι βασικό. Την αγάπη! Γίνεται όμως να σταθεί η αλήθεια χωρίς την αγάπη; Είναι το ερώτημα μου.

  Υ. Γ Ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου, κληρικού της αδελφότητας θεολόγων η "Ζωή". Είχε ματιά πλατιά ο π. Ηλίας και έβλεπε χωρίς "γυαλιά ηλίου"! Μέσα  από τον εκείνον  μάθαμε  και για το Taizé και για το ότι υπάρχουν και άλλοι χριστιανοί στην δύση που ζούν και κινούνται και κάνουν και πράγματα αξιοθαύμαστα ενίοτε!

 

 

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

Κλάμα καθάρσιο

 

 Στόν τρίτο τόμο τῆς  Φιλοκαλίας, περιλαμβάνονται  οἱ πενήντα ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Μακαρίου. Τίς ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου χαρακτηρίζει ἡ πνευματικότητα τοῦ αἰσθήματος τῆς  καρδιάς. Θά σταθῶ λίγο στήν ὂγδοη ὁμιλία, καί συγκεκριμένα στόν 2ο και 3ο στίχο: Βιώνουμε τήν χάρη  ἀτομικά καί  πολύμορφα.

  Ὁ ἂνθρωπος κλαίει  ἀπό πόνο, ἀλλά κλαῖμε καί ἀπό γέλιο, ἀπό θυμό ἢ παραμυθητικά καί καθάρσια.  Τό κλᾶμα εἶναι παλιό ὃσο καί ὁ  ἂνθρωπος. Κλαῖμε πρῶτα καί μιλᾶμε ἀργότερα. Ἡ ὓπαρξη ἀρχίζει μέ τό κλᾶμα ἑνός γενέθλιου ξερριζώματος, πού ἐξηγεῖ ἲσως τό βάρος τῆς νοσταλγίας στήν ζωή τῆς ψυχῆς. Τραῦμα τῆς ψυχῆς εἶναι  ὁ χωρισμός μας ἀπό τό ἂχρονο, τό πέρασμα στήν ἀγωνία τοῦ χρόνου, καί θεραπεία της ἡ ἀνάληψη τοῦ χωρισμοῦ μέ ἀναμορφωτικό χρόνο. Ἡ συνάντηση τῶν δύο χρόνων λέγεται συγκίνηση, πού φέρνει μέ τήν σειρά της κλᾶμα.  Τό γέλιο ἒρχεται ἀπό ἐγγύτητα· στό κλᾶμα νεύει  ἡ ἀπόσταση, εἲτε στέρηση εἶναι εἲτε θάνατος εἲτε χωρισμός. Δέν γελάμε ἀπό λύπη κλαῖμε ὡστόσο ἀπό χαρά καἰ βιώνουμε τό «δακρυσμένο γέλιο» σάν μυστική συμφιλίωση μέ τά ὃρια τοῦ κόσμου. Τό κλᾶμα ἀνεβάζει τήν ψυχή  στό πρόσωπο, τήν κάνει τόπο διαφάνειας.  Κλαῖμε ἐπειδή δέν ἀντέχουμε νά κρύβουμε τό βάρος τοῦ ἐντός, ὁπότε γυμνωνόμαστε μέ ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια.  Ὁ μορφασμός τοῦ ψυχικοῦ πόνου, τό ἀναφιλητό, ὁ λυγμός προσθέτουν στό δάκρυ μας ἓνα αἲσθημα πού  τό τρέπει σέ κλᾶμα – τό κάνει «δάκρυον ἐκτενές». Σπαράζουμε, ἂρα κλαῖμε. Ἐξ οὗ καί ἀρμόδιο ρῆμα γιά τό κλᾶμα εἶναι τό «ἀναλύομαι», πού διακρίνει ἀποφασιστικά τήν αἲσθηση ἀπό τό αἲθημα, κάτι πού ἀγνοεῖ ὃποιος ζεῖ φυσικά τό ὑπερφυσικό. Ἀναλυόμαστε σέ δάκρυα ἀντί νά ἀναλύουμε καταστάσεις καί πράγματα ὀρθώνοντας πανταχόθεν περίφραξη. Σέ ἀντίθεση μέ τά ζῶα κλαῖμε ἐπειδή ἀκριβῶς διακρίνουμε τήν πραγματικότητα ἀπό τό αἲσθημά της. Εἶναι θεμιτό νά σκεπτόμαστε τά κλᾶμα ὡς ψυχο-ἀνάλω(λυ)ση, μέ τήν διαφορά ὃτι ἐδῶ τό παρόν ἀναλύεται σέ δάκρυα, μαλακώνει καί μαζί του ἀνοίγει τό Ἐγώ. Ἂρα δέν πρόκειται γιά ἒνδειξη ἀδυναμίας ἀλλά γιά ἒκφραση εὐγένειας ὃπου ἡ ψυχή σκορπίζει σάν χάρη τόν συμπαγή της ἑαυτό καί λιώνει τό σκληρό ὑλικό τοῦ παρελθόντος. Κατεβαίνει στήν ὓπαρξή μας ὁ Θεός καί ἐμεῖς ἀνασταινόμαστε στό ὓψος του.  

 

·  

 

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2023

‘’Αναστορήματα από το ημερολόγιο ενός… αδέξιου ιεροσπουδαστή της Εκκλησιαστικής Σχολής Τήνου’’

 

Του Βασίλη Δαμιανάκη

 Από νωρίς το απόγευμα φύσαγε. Τόσο πολύ φύσαγε, που από την πόρτα του θυρωρείου είδα το γέρο Θανασάκη, έναν άπορο, κοκαλιάρη ηλικιωμένο, που φιλοξενούνταν στο ίδρυμα της Μεγαλόχαρης, να πηγαίνει με τα τέσσερα έξω στο δρόμο. Να σηκώνεται και να τον ρίχνει ξανά κάτω ο αέρας. Έπαιρνε τον κόσμο αυτός ο αέρας ο τηνιακός, ο αναποδιάρης και μονόμπαντος. Μονόμπαντος γιατί τα δέντρα στην Τήνο τα έχω στο νου μου να γέρνουν προς μια κατεύθυνση λες και έχουν συνεννοηθεί να ξανοίγουν όλα σε μια μεριά. Με το παράωρο φύσημα του αέρα οι πόρτες της σχολής τρίζανε και τα βράδια οι μικροί μαθητές φοβούνταν να πάνε στις τουαλέτες ασυνόδευτοι. Πιο τρομακτική γινότανε η ατμόσφαιρα, όταν τα τριξίματα από τον φοβερό αέρα συνοδεύονταν από τη μουσική υπόκρουση και το τραγούδι του Ψαραντώνη που έπαιζε στο κασσετόφωνο μου εκείνον τον παλιό καιρό…

  Το πρωί ξέσπασε μπόρα. Θα χάναμε την εκδρομή στον Αϊ Φωκά. «Πάλι μορέ βρέχει;», ακούστηκε η φωνή του Παπουτσάκη. Εγώ αυτό το ….πάλι βρέχει δεν τολμούσα να το πω, γιατί η μάνα μου με συμβούλευε από όταν ήμουν μικιό κοπέλι με το παρακάτω δίστιχο:

«Απού’ κλασε στην εκκλησιά κι απου’πε …πάλι βρέχει,

κι απού βλαστήμηξε παπά πάλι σωσμό δεν έχει».

Με το …πάλι βρέχει ήτανε σαν να τα’ βανες με τον Θεό κι αλίμονό σου μετά…

Κι αφού χάσαμε την εκδρομή, συμφωνήσαμε να πάμε στον Αϊ Φωκά την Κυριακή

μετά την εκκλησία κατά την πρωινή έξοδό μας.

 

  Όντας ξεκίνησε η παρέα των Κρητικών που δεν χαμπάριαζε και πολύ εκείνη την ανοιξιάτικη Κυριακή του 1992. Ο Δερμίτζος ήξερε από χόρτα και μας εκπαίδευε πώς να τα ξεχωρίζουμε. Εκεί που προχωρούσαμε πέσαμε πάνω σε μερικά πρόβατα. Σβέλτος όπως ήτανε ο Δερμίτζος, με τη βοήθεια του Μαθιού του Καραταράκη, πιάσανε μια προβατίνα. Λέει ο Δερμίτζος του Μαθιού: « Βάστα μου τηνε». Ξαπλώνει αυτός από κάτω από την προβατίνα κι άρχισε να την αρμέγει, τσιρώντας το γάλα προς το στόμα του. « Μορέ κουζουλέ δε φοβάσαι μη πάθεις πράμα; Άβραστο γάλα θα πιεις;» , ακούστηκε βροντερή η φωνή του Μαθιού. « Χάνεις που δεν πίνεις κι εσύ…», απάντησε ο Νεκτάριος, που δεν έλεγε να σταματήσει να αρμέγει την προβατίνα και φαινόταν να απολαμβάνει το φρεσκότατο γάλα ξαπλωμένος κάτω από τα μαστάρια της. Ήμασταν όλοι σίγουροι πως κάτι θα πάθαινε με το άβραστο γάλα που ήπιε, μα εκείνος δεν έπαθε τίποτα.

  Όταν επιτέλους φτάσαμε στην παραλία του Αϊ Φωκά, ο πιο τολμηρός της παρέας, ο Μαθιός, βούτηξε στα κρύα νερά της γαλήνιας θάλασσας με τη μία, ενώ οι υπόλοιποι μείναμε να τον κοιτάμε με ανοιχτό το στόμα. Οι αδερφοί Φραγκάκηδες, ο Βαλάντης και ο Γιώργος, βγάλανε τα μεζεκλίκια που τους είχε στείλει η μάνα τους από το Ηράκλειο και που είχαν παραλάβει τα ξημερώματα από το πλοίο Άνεμος . Φάγαμε, ήπιαμε και πήραμε το στρατί της επιστροφής για τη σχολή. Το βράδυ φάγαμε από τις βρούβες που είχε βράσει ο Νεκτάριος και που είχαμε μαζέψει στην εξοχή, μιας και το δείπνο τις Κυριακές στο οικοτροφείο ήταν πολύ λιτό και δε θα χορταίναμε.

  Βγαίνοντας από την κουζίνα, στο πίσω μέρος της βιβλιοθήκης, βρήκα τον Κουκ (Χρήστο Θεοδωρόπουλο) να πίνει μόνος του ρετσίνα και να τρώει ψαροκονσέρβες. Έμεινα να του κάνω παρέα και την κάναμε καλή…Ήταν ο Κουκ μοναδικός…

 Τα πιο αγαπημένα κι αχώριστα αδέρφια που συνάντησα στο διάβα της ζωής μου, ήταν οι Αφοί Φραγκάκη. Ο Βαλάντης και ο Γιώργος. Στην έξοδο μαζί, στο θάλαμο δίπλα δίπλα, στην τραπεζαρία μόνο που δεν τάιζε ο ένας τον άλλο… Αυτό που ξεχώρισα πιο πολύ στους… Φράγκους ήταν που είχαν μια μοναδική αρχοντιά που σπάνια τη συναντάς σε αυτές τις ηλικίες και μάλιστα σε οικοτροφιακές συνθήκες.

  Είχαν μάθει να μοιράζονται τα πάντα. Επί παραδείγματι… Τους έστελνε η μάνα τους δέμα με το πλοίο της γραμμής, το άλλοτε κραταιό Άνεμος, που έκανε το δρομολόγιο Ηράκλειο- Θεσσαλονίκη κάνοντας στάση και σε κάποια νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Τήνος. Το πλοίο έφτανε στην Τήνο ξημερώματα Κυριακής γύρω στις 04:00. Κατέβαιναν οι Φράγκοι στο λιμάνι και παραλαμβάνανε το πολυπόθητο για όλους μας δέμα. Ξημερώματα Κυριακής αμαρτάναμε, γιατί πριν τον εκκλησιασμό στη Μεγαλόχαρη την κάναμε …ταράτσα. Κιοφτέδες, μυζηθρόπιτες και την παραγγελία του Παχιού (Φραγκίσκος Δασκαλάκης)…λαχανοντολμάδες. Φώναζε το Παχιό:« Ω! Βαλάντη! Ντουλομάδες! ». Φούσκωναν τα ροδοκοκκινισμένα μαγουλάκια του, που σου ερχότανε να του τα ζουλήξεις…Την τελευταία φορά θυμάμαι που στο δέμα η ευλογημένη μάνα των …Φράγκων είχε βάλει και φάγαμε σαβρίδια τηγανισμένα στο ελαιόλαδο, σβησμένα με ξίδι και με πολύ αρισμαρί (δεντρολίβανο). Είχαμε πιει και ρετσίνα. Τα ρεψίματα και οι καούρες στη Μεγαλόχαρη κατά τον πρωινό εκκλησιασμό μας, με έκαναν να αισθάνομαι ενοχές, μιας που δε φημιζόμουν και για καλοφαγάς. Οι καούρες στο στομάχι ήτανε πολύ ενοχλητικές και θεώρησα ότι ήταν καμπανάκι από την Παναγία που αξημέρωτα τρώγαμε τον …αγλέορα από τα καλούδια των… Φράγκων. Από τότε δεν ξαναπήγα ποτέ στην εκκλησία φαγωμένος. Δοτικοί, καλοσυνάτοι, μα προπάντων πονόψυχοι και ελεήμονες οι …Φράγκοι. Ό, τι και να πεις για τη μεγαλοψυχία τους εκείνο τον καιρό θα είναι λίγο.

  Το ακριβώς αντίθετο σε σχέση με τους Φράγκους ήταν ένας Αθηναίος μαθητής, ο Τσιλιμπόκος ή αλλιώς Τσιλιμπούρδας, όπως μας άρεσε να τον αποκαλούμε. Και ιδού η απόδειξις…

  Ένα βράδυ μες στον ύπνο μου άκουγα χαρχαλητά (θόρυβο) μέσα από μια ντουλάπα στο θάλαμό μας. Οι υπόλοιποι κοιμούνταν και δεν είχανε πάρει χαμπάρι. Κι ενώ το χαρχαλητό συνεχίζονταν, μου πέρασε από το μυαλό πως ίσως στην ντουλάπα είχε μπει κανένας ποντικός. Σηκώνομαι και με το λιγοστό φως που είχε, αφού εντόπισα τη ντουλάπα που ακούγονταν ο θόρυβος, άνοιξα την πόρτα της ντουλάπας απότομα, έτοιμος να κάνω επίθεση με το σκουπόξυλο στο υποτιθέμενο τρωκτικό που πίστευα ότι ήταν μέσα και ροκάνιζε…Τι να δω όμως; Ο αρουραίος ήταν ο …Τσιλιμπούρδας, που καταβρόχθιζε μες στα μαύρα μεσάνυχτα τα φιστίκια Αιγίνης από το δέμα που του είχε στείλει η μάνα του. Ο μονοφαγάς τίποτα δεν έδινε, γι’ αυτό κι εγώ στην καντίνα που ήμουν υπεύθυνος, του έκανα απίστευτους χωρατάδες. Όταν ήτανε να πάρει ρέστα για παράδειγμα πέντε δραχμές, δεν του τις έδινα και τον είχα να με παρακαλεί για κάμποση ώρα. « Δαμιανάκη ή μου δίνεις τα ρέστα ή σε πάω στο διευθυντή», μου ‘λεγε στο τέλος κι εγώ μη θέλοντας να έχω τράβαλα, αντί να του επιστρέψω τις πέντε δραχμές του επέστρεφα επίτηδες τις τέσσερις. Και για τη μια δραχμή όμως ο φραγκοφονιάς ο…Τσιλιμπούρδας συνέχιζε τον θρήνο με το: « Έλα ρε Δαμιανάκη. Δώσε μου τα ρέστα….» να αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου…..

  Την Τρίτη το απόγευμα μάθαμε τα κατορθώματα του μαθηματικού μας, του Κανόπουλου. Μπήκε στο καράβι να αποχαιρετήσει τους δικούς του που θα έφευγαν με το πλοίο της γραμμής , το Ναϊάς , αλλά ωστόσο ξεχάστηκε μέσα, αγνοώντας τη σχετική ανακοίνωση που ακούκονταν από τα ηχεία του καραβιού. «…οι επισκέπτες να εξέλθουν. Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση». Το πλοίο αναχώρησε με τελικό προορισμό το λιμάνι του Πειραιά. Ενημέρωσε το πλήρωμα σχετικά, αλλά ο καπετάνιος, επειδή το πλοίο είχε ήδη βγει έξω από το λιμάνι, δε δέχτηκε να επιστρέψει πίσω για να τονε…ξεφορτώσει. Τι κι αν τον παρακάλεσε… Αφού είδε κι απόειδε ότι δεν πείθεται ο καπετάνιος, με δική του ευθύνη, πήγε από το σημείο που είναι η γέφυρα του καραβιού και πήδηξε βουτώντας στην ευτυχώς γαλήνια θάλασσα εκείνη τη μέρα ο τολμηρός μαθηματικός μας.

  Ήμουν μπροστά στη συζήτηση που κάνανε με τον διευθυντή της σχολής την άλλη μέρα σχετικά με το συμβάν. «Καλά και δε φοβήθηκες μη σκοτωθείς; Πώς το αποφάσισες και πήδηξες στη θάλασσα;» τον ρώτησε ο διευθυντής, ο κύριος Δημόπουλος. « Και τι να’ κανα ρε μ…. Γιώργο; Να πήγαινα στον Πειραιά;», απάντησε ο Κανόπουλος, χωρίς βέβαια να έχει επίγνωση το ρίσκο της παρακινδυνευμένης βουτιάς του….

  Ποιος δε θυμάται τον Κανόπουλο να γεμίζει κυριολεκτικά τον πίνακα με γράμματα κι αριθμούς λύνοντας μόνος του διάφορους τύπους εξισώσεων… Το διασκέδαζε τόσο πολύ, που ξεχνούσε να σβήσει τον πίνακα και έπεφτε η μια άσκηση πάνω στην άλλη… Κανένας μας δεν καταλάβαινε τίποτα βέβαια. Μετά πήγαινε στο πίσω μέρος της αίθουσας, καμάρωνε τις μαθηματικές καλικατσούνες του λες κι ήτανε καμιά καλλονή και έλεγε με έπαρση σε εμάς τους …ιεροσπουδαστές: «Ορίστε μορέ... αυτό είναι το ευαγγέλιο…» 

Κι αν δεν έγραφες τίποτα στο τεστ, ο Κανόπουλος δεν έβαζε μονάδα (1). Έγραφε μόνο με κεφαλαία τη λέξη UFO. Αυτός ήταν ο βαθμός. Του παραπονεθήκαμε μια φορά γιατί μας έκανε το 18 στο 2 ο τρίμηνο 16, ενώ είχαμε γράψει καλά στο διαγώνισμα, εν αντιθέσει με άλλους που δεν είχαν γράψει και τους ανέβασε. Ιδού η αιτιολογημένη απάντηση: « Κατέβασα αυτούς που είχαν 18άρια και ανέβασα αυτούς που είχαν χαμηλούς βαθμούς. Έτσι τα’φερα στα ίσα και υπάρχει σχετική ισορροπία στην τάξη σας». Μπακαλίστικος τρόπος βαθμολόγησης, αλλά καθ’ όλα μαθηματικός τρόπος….

  Σάββατο πρωί. Με τον Στέλιο τον Πούλο, τον Ικαριώτη, θα πηγαίναμε να καθαρίσουμε τους στάβλους του Δεσύμπρη. Είχε ζώα ο Δεσύμπρης και μερικές φορές είχα πάει στη δούλεψή του. Ήταν αδιόριστος θεολόγος τότε, αλλά εκείνο το διάστημα εκτελούσε χρέη νυχτοφύλακα στη σχολή. Πήγαμε πρωί πρωί με τον Στέλιο στο στάβλο, κι αφού μας έδειξε ο Βαγγελάκης την καθ’ όλα βρώμικη δουλειά που θα κάναμε, ξεκινήσαμε να φτυαρίζουμε τις κοπριές και να τις μεταφέρουμε έξω από το στάβλο με καρότσια. Δε ντρεπόμουνα γι’ αυτό που έκανα. Ίσα ίσα …είχα μάθει να εκτιμώ τα χρήματα που κοπίαζα με κάθε τρόπο για να τ’ αποκτήσω.

  Κάποτε γύρω στο μεσημεράκι, έχοντας τελειώσει τη βαριά και ανθυγιεινή εργασία στους στάβλους του Δεσύμπρη κι έχοντας πάρει το χαρτζιλίκι μας, επιστρέψαμε στη σχολή κατάκοποι. Ήταν η ώρα του φαγητού μετά την πρωινή έξοδο του Σαββάτου. Το γεύμα περιελάμβανε πατάτες με μπιφτέκια (αλά Μπόν). Πεινασμένοι και κουρασμένοι όπως ήμασταν με τον Πούλο, μπήκαμε στην τραπεζαρία χωρίς να αλλάξουμε ρούχα και φορώντας τα παπούτσια που πατούσαμε τις κοπριές. Κανένας δεν μας έδωσε σημασία και όλοι απολαμβάνανε τη σπεσιαλιτέ του Μπόν. Το άρωμα όμως που κουβαλούσαμε άρχισε να κατακλύζει την τραπεζαρία κι όλοι ψάχνανε με τις μύτες τους να βρουν από πού προέρχονταν αυτή η δυσοσμία-κοπρίλα που τους χαλούσε το ευχάριστο γεύμα. Μας πήρε χαμπάρι ο Γιουβανέλης ο Σεβαστός, ο συνήθης ύποπτος κοιλιόδουλος, που καταβρόχθιζε τρεις τρεις τις μερίδες. Άρχισε να μας φωνάζει και κακήν κακώς μας πέταξαν έξω από την τραπεζαρία, έχοντας όμως επιτυχώς αφήσει το …άρωμα που κουβαλήσαμε από τους στάβλους του Δεσύμπρη. Ο Στέλιος διαμαρτυρήθηκε έντονα, επικαλούμενος τη φύση της εργασίας που κάναμε κι ότι ήταν άδικο να μείνουμε νηστικοί… Εγώ όμως άρχισα περιπαικτικά να βγάζω τη γλώσσα μου στο Γιουβανέλη και να του τραγουδώ τα στιχάκια που είχε γράψει για πάρτη του ο Λιλής ο Ευθύμης:

« Του χοντρού του Σεβαστού του αρέσει η Λαμπαδού.

Ο χοντρός ο Σεβαστός τρώει ό, τι βρει εμπρός .

Δέκα πιάτα μακαρούνια και κιοφτέδες μιλιούνια…»

Εσπέρας προκείμενον με του παπά Λεωνίδα τη χαρμόσυνη ακολουθία.

  Ο πατήρ Λεωνίδας ήταν Ανδριώτης στην καταγωγή. Πρώην καπετάνιος, ο οποίος χειροτονήθηκε σχετικά σε μεγάλη ηλικία και ήρθε να φοιτήσει στην εβδόμη τάξη της Σχολής. Επιθυμούσε να αποκτήσει εφόδια που θα του ήτανε χρήσιμα μετέπειτα στην ποιμαντική και λειτουργική ζωή του στην ενορία που θα αναλάμβανε στην Άνδρο.

  Του είχε παραχωρηθεί ξεχωριστό δωμάτιο πλησίον των πλυσταριών για να μένει να κοιμάται. Ποτέ δεν αρνήθηκε σε κανένα μας την οποιαδήποτε συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη. Στις εντάσεις μεταξύ των σπουδαστών, ως έμπειρος καπετάνιος της θαλάσσης, είχε τον τρόπο να ηρεμεί τα πνεύματα, μαθημένος από τις φουρτούνες της ζωής όπως ήτανε…

  Δε θα ερχόταν ο παπά Γιώργης ο Τουφεκλής εκείνο το απόγευμα να μας κάνει τον εσπερινό, αλλά θα τον έκανε ο παπά Λεωνίδας, ο Ανδριώτης. Ήταν τότε που ότι και είχε χειροτονηθεί και έκανε τους πρώτους του εσπερινούς .

  Την ώρα που ο Μαρκουλής έψελνε το Κατευθυνθήτω η προσευχή μου σε πλάγιο του δευτέρου και έχοντας φτάσει στη φράση ως θυμίαμα ενώπιον σου, άρχισε ο παπά Λεωνίδας να θυμιάζει και να εξέρχεται εκ του ιερού βήματος θριαμβευτικά, εμφανώς εκστασιασμένος και συνεπαρμένος από τον ήχο του Κεκραγάριου, σαν το μερακλή χορευτή που αφήνεται στους ήχους της λύρας του δεξιοτέχνη λυράρη. Κι ενώ η κατανυχτική ατμόσφαιρα στο εκκλησάκι της Σχολής, στο Ρόδον το Αμάραντον, φαίνεται να ενέπνεε τον καπετανόπαπα, επηρεασμένος από τα ταξίδια στη θάλασσα, παραπατούσε σαν να βρισκότανε στο κατάστρωμα του καραβιού που πιλοτάριζε κάποτε μεσοπέλαγα, εν μέσω σφοδρής κακοκαιρίας. Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος κατά τον ψαλμωδό και σε μια τέτοια θάλασσα ένιωθε ο παπάς ότι βρισκότανε. Μέχρι που τα ’κανε θάλασσα….

  Το θυμιατό έπαιρνε στροφές στον αέρα, στρούφιζε και ξεστρούφιζε, εκτοξεύονταν τα καρβουνάκια και το λιβάνι πάνω στο χαλί του ναού, τα κουδουνάκια χτυπούσαν στο ρυθμό του …Πεντοζάλη κι εμείς ήμασταν έτοιμοι να παίξουμε παλαμάκια, αφού θέλαμε να …συνταξιδέψουμε με το καράβι του ευδιάθετου καπετανόπαπά μας.

  Σαν να μην έφτανε αυτό πήγε να ψάλει και το δοξαστικό των αποστίχων. Ίδρωνε και ξέδρωνε ο παπάς, γιατί έχανε και ξανάβρισκε τον ήχο… Μπέρδεψε τον ύμνο και σαν να τον ανακάτεψε με τα μουσικά χαρακτηριστικά ανδριώτικης πατινάδας. Στο τέλος έμεινε μόνος του στο ψαλτήρι, γιατί όπως ομολόγησαν αργότερα οι παριστάμενοι ιεροψάλτες, ιεροσπουδαστές, αδυνατούσαν να συμψάλλουν με τον παπά, εξαιτίας του πρωτόγνωρου γι’ αυτούς ψαλτικού ύφους, που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Με το Δι’ ευχών του παπά Λεωνίδα ξεχυθήκαμε στην αυλή της Σχολής και προς την έξοδό μας σχολιάζοντας την εσπερινή ακολουθία που έμεινε αποτυπωμένη ευχάριστα στη μακροχρόνια μνήμη.

  Μια μέρα ο παπα Λεωνίδας που είχε το χάρισμα να μας διηγείται μοναδικά ιστορίες από τη ναυτική ζωή του, μας είπε και μια ιστορία από τη στεριανή ζωή του, αφότουέγινε παπάς. Κακό συνήθειο που το γνώριζε καλά ο πατήρ, ήταν που κάποιοι όταν έβλεπαν ιερέα έπιαναν τα γεννητικά τους όργανα αρκετά προκλητικά άνευ ντροπής και μειδιάζοντας…

  Είχε πάει στην Αθήνα κάποτε για δουλειές. Όπως ήταν με τα ράσα στα φανάρια κάπου στην Ομόνοια, βλέπει έναν νέο που μόλις τον είδε, έπιασε τα αχαμνά του και κοίταζε προς το μέρος του παπά σε σχετικά κοντινή απόσταση. Κάνει νόημα στο νεαρό ο καπετανόπαπας να πλησιάσει προς το μέρος του, μα πού να πλησιάσει εκείνος. Αυτό που ήθελε να ακούσει ο ξεδιάντροπος νέος τα κατάφερε ο παπάς να το ακούσει έστω κι από απόσταση. Με θάρρος και αποφασιστικότητα του φώναξε μπροστά στο πλήθος: «Δεν έρχεσαι ρε μεγάλε να πιάσεις και τα δικά μου;». Έμεινε ο νεαρός να τον κοιτάζει έκπληκτος, αλλά σίγουρα πήρε και το μάθημά του από τον ανδρείο, Ανδριώτη, πρώην καπετάνιο και νυν ιερέα του Υψίστου…

 

  

 

 

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2023

Σπουδή στόν ἒρωτα. Λόγος πέμπτος. Ὁ ἀργυρώνητος ἒρωτας!

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

Προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις καί ἀμηχανίαις.

  Κάθε καί καθώς  ἔρχομαι ἀντιμέτωπος μέ τήν πραγματικότητα σέ δημόσιο καί προσωπικό ἐπίπεδο, προκειμένου νά ἀντιμετωπίσω ἕνα σάστισμα, «στά ἀλήθεια συμβαίνει κάτι τέτοιο;», μέ κυριεύει ἡ ἵδια φοβική ἀνάγκη.  Νά βρῶ τίς λέξεις στήν  φράση πού θά μου δώσουν τήν ἐλευθερία καί τήν ἀποφασιστικότητα νά μιλήσω δίχως νά τρέμω. Θά τό τολμήσω λοιπόν.

 Εἰσαγωγικά: Ἡ ἂποψη πού εἶχαν  περάσει οἱ γονεῖς στήν οἰκογένεια γιά  τόν ἒρωτα, ἦταν ὃτι πρόκειται γιά μιά ἀγλαή ὀμορφιά, καρπό μιᾶς  ἐλεύθερης, συναινετικῆς  σωματικῆς καί ψυχικῆς συνάντησης, μιᾶς γυναίκας καί ἐνός ἂντρα.

  Ἐρχόταν λοιπόν φυσικό τό καθαρό ὂχι στόν ἐπί χρήμασι, στήν ἀναγνώριση δηλαδή, διά τῆς μετοχῆς, τῆς  ἀπρόσωπης πανάρχαιας θεσμοποίησης  τῆς πορνείας,  τόν ἀδυσώπητο αὐτοερωτισμό. Αὐτός καί ἂν εἶναι παγιδευμένος αὐτοερωτισμός καί μάλιστα μασκαρεμένος σέ ἀντίθεση μέ τόν γνωστό, ὁ ὀποῖος εἶναι μαλαματένιας ἀνταύγειας. «Οἱ υἱοί καί οἱ θυγατέρες   τοῦ αἰῶνος τούτου γαμοῦσι καί ἐκγαμίζονται», ὃχι ἀργυρώνητα.

  Ἀργότερα, φοιτητής στήν Ἐσπερία, μέ ἐμπεδομένη τήν Ἐπανάσταση τοῦ Μάη τοῦ 68 πίστευα άκράδαντα, ὃπως καί  ἡ πλειοψηφία τῶν συμφοιτητῶν μου  ὃτι ἡ  πορνεία πνέει τά λοίσθια. Μιά πανέξυπνη συμφοιτήτριά μας, ἢδη πτυχιοῦχος ἰατρικῆς, διαφωνοῦσε μέ ἐπιχειρήματα, ὂχι μόνο γιά τό άντίθετο, ἀλλά ἰσχυριζόταν ὃτι μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου θά γίνει πιό κραταιά καί πιό φυσιολογική!   

  Φυσικά τώρα δέν τρέφω ψευδαισθήσεις καί μέ τήν ὃποια συσσωρευμένη ἐμπειρία καί γνώσεις, μελαγχολικά  καί ἀπαισιόδοξα, κατέληξα ὃτι μιά κατάργηση τῆς   πορνείας προϋποθέτει βαθειά  πνευματική ἀνατροπή, μεταστροφή τοῦ μανικοῦ πόθου, ἀπό τήν ξεσκισμένη ἐσωτερικότητα πού διαμορφώνει, στήν ἀποδοχή τοῦ πεπερασμένου μας πού φέρνει κοντά στόν Θεό τήν ὓπαρξή μας ὀλάκερη. 

   Ἡ ἠδονή τῆς βίας. Ὃταν ἢμουν μικρός εἶχα  συνδέσει τούς θαμῶνες  τῶν οἲκων ἀνοχῆς μέ ἂτομα ἀηδιαστικά, βρωμιάρικα κυριολεκτικά καί μεταφορικά, ξεδιάντροπα, χωρίς φραγμούς, τά ὁποῖα καί σιχαινόμουν, ἐνῶ λυπόμουν  τά «κορίτσια» καί προσπαθοῦσα νά καταλάβω ποιά κοινωνικά δεδομένα ὢθησαν  αὐτά τά πλάσματα  σέ αὐτές τίς περιοχές.

  Ἒφηβος ἀργότερα μοῦ ἐρχόταν, καί μοῦ ἒρχεται, αὐθόρμητα ὁ σάλαγος μιᾶς  γλῶσσας, ἐλληνικῆς καί χριστιανικῆς πού κουβαλάει αἰῶνες τώρα τόν λόγο τῆς ὀργῆς καί τῆς χλεύης, ἀκόμα καί τῆς τραχύτητας· μιά γλῶσσας τῆς ὑπερβολής, ἐξεγερμένη, πού συνήθως τήν χρησιμοποιοῦν οἱ ταπεινωμένοι καί οἱ προσβεβλημένοι ὠς τήν μόνη τους ἀπάντηση στήν θύμηση τῆς καταφρόνιας καί τῆς ντροπῆς, γιά τό αἲσθημα τῆς  ντροπῆς. «Κορίτσια» καλή δύναμη.

  Στίς μέρες μας ἦρθαν καί ἂλλες πληροφορίες  γιά ἂλλους βρομύλους τοῦ σέξ γνωστούς παγκόσμια, χωρίς νά εἶναι οἱ μοναδικοί. Ἐνδεικτικά εἶναι ὁ Τράμπ, ὁ Μπερλουσκόνι, ὁ πρώην πρόεδρος   τῶν οἰκολόγων Γαλλογερμανός Ντανιέλ Κόν-Μπεντίτ ὑπερήφανος στήν παιδεραστία  του, εἶναι ἀρκετοί ἀπό τούς στυλοβάτες τῆς κοινωνίας μας, τά διεθνή σημαντικῆς ἀξίας καί ζήτησης ἐθνικά κεφάλαια, πού ἀρέσκονται νά συνευρίσκονται ἒμμισθα σεξουαλικά μέ ἀνήλικα κοριτσόπουλα ἀκόμη καί  ἀγοράκια, ἒχοντας ἐξασφαλίσει ἓνα ἀέναο διαβατήριο στήν χώρα τῆς  ἀτιμωρησίας, εἶναι ὁ διπλανός μας μέ τήν στιβαρή κοινωνική πανοπλία, εἶναι αὐτοί πού κατάφεραν νά θρονιαστοῦν σέ μιά καλή κοινωνική  θέση,  αὐτοί πού λαμβάνουν ἐπαίνους καί ἐγκώμια, αὐτοί πού ἒχουν ἀποκτήσει τό ἂτρωτο δέρας.

  Δέν ἒχει σημασία τό χρῶμα καί ἠ προέλευση τῆς  προβιᾶς· οἱ ἀποφώλιες πράξεις δέν συνδέονται ἐπ’ οὐδενί μέ τήν καταγωγή, τήν ἐθνικότητα, τήν θρησκεία, τήν πολιτική τοποθέτηση, τήν οἰκονομική καί κοινωνική κατάσταση. (Στήν θρησκεία δέν συμπεριλαμβάνω τήν Μουσουλμανική, πού καί στόν τομέα αὐτό εἶναι ἀπαίσια: ἐπιτρέπεται λέει νά παντρεύεται ὁ «γάιδαρος» ἓνα κοριτσάκι ἓξι χρονῶν  ἀλλά νά συνευρίσκεται ἐρωτικά ὃταν κλείσει τά ἐννέα). 

  « Ρέ σύ ἒχω ἓνα είκοσαράκι… μεγαλούτσικη τήν βλέπω… θές τό τηλέφωνο  μιᾶς δωδεκάρας; Κάπου ἒχω καί κάτι ἀγοράκια». Παντρεμένοι,  πατεράδες, παππούδες ὂλων τῶν ἠλικιῶν, ὑπεράνω πάσης ὑποψίας, ἐθισμένοι στό πεζοδρομιακό σέξ. Πρός Θεοῦ μήν τούς θίξεις τήν οἰκογένεια, μήν φλερτάρεις τήν γυναίκα, τά κορίτσια τους, τό στεφάνι τους…

  Κανένας κίνδυνος δέν θά ἐπειλήσει ποτέ τήν οἰκογενειακή τους γαλήνη. Καμιά καταγγελία δέν θά εἶναι βαρύτερη ἀπό τούς κοινωνικούς τίτλους τους, μπροστά τους θά εἶναι τυφλοί οἰ ἐλεγκτικοί μηχανισμοί.

 

  Ἐκπαίδευση στήν παχύτητα . Σύμφωνα μέ πολλές διαφορετικές ἒρευνες πού ἒχουν διεξαχθεῖ τήν τελευταία δεκαετία, ὑπολογίζεται πώς τό 30%-35% τοῦ συνολικοῦ ὂγκου δεδομένων πού διακινοῦνται στό παγκόσμιο Ἲντερνετ σχετίζεται μέ πορνογραφικό περιεχόμενο.

  Ὑπεύθυνες γιά τό συγκεκριμένο τεράστιο ποσοστό εἶναι κατά κύριο λόγο δύο ἰστοσελίδες: τό Pornhub καί τό XVideos, τά ὀποῖα πλέον φιγουράρουν μέσα στήν   δεκαπεντάδα μέ τά πιό δημοφιλῆ σάιτ ὁλόκληρου τοῦ Διαδικτύου.

  Τό βασικότερο ὡστόσο εἶναι νά κατανοήσει κανείς πῶς τό Pornhub κατάφερε ἀπό τό 2007 καί ἐντεῦθεν νά ἀλλάξει ἂρδην τό τοπίο τῆς  ἐνήλικης ψυχαγωγίας, πλασάροντας τό σκληρό πορνό, σέ ἓνα τεράστιο παγκόσμιο κοινό, ἐθίζοντας καθοριστικά μιά ὁλόκληρη γενιά σέ νέα σεξουαλικά πρότυπα.

  Ταυτόχρονα μετέτρεψε τήν πορνογραφία ἀπό περιθωριακό κομμάτι τῆς κινηματογραφικῆς παραγωγῆς, σέ μιά βιομηχανία δισεκατομμυρίων εὐρώ μέ στάρ πρωταγωνιστές, λαμπερές βραβεύσεις καί ἑκατομμύρια ἀκολούθους.

  Αὐτή βέβαια εἶναι ἡ μία ὂψη τοῦ νομίσματος. Στήν ἂλλη,  ὑπάρχουν καί οἱ  πολύ σκοτεινές ὑποθέσεις τράφικινγκ, παιδικῆς πορνογραφίας καί μή συναινετικοῦ σέξ, μέ τίς ὁποῖες εἶναι συνδεδεμένο κατά καιρούς τό Pornhub.  «Ἐντόπισα ὑπερβολικά πολλές περιπτώσεις παιδιῶν, οἱ χειρότερες στιγμές τῶν  ὁποίων διατηροῦνται στό διηνεκές ἐκεῖ μέσα»,(ἀκτιβιστής σέ τρέιλερ).

«Ὁ ἂνθρωπος κατάντησε πραμάτεια» Σεφἐρης

  Ἡ πορνεία ἀνταποκρίνεται  στό ἀρχέτυπο τοῦ κερματισμοῦ.  Πίσω της κρύβεται ὁ θάνατος, καί ἡ Δύση θά βρεῖ στήν πορνική της αὐτάρκεια τόν μόνο τρόπο νά  συμφιλιωθεῖ ὁ άνθρωπος μέ  τόν παγερό καί ἀνέκκλητο χωρισμό τοῦ θανάτου. Διότι ταγμένο στήν ὑπηρεσία τοῦ  ἰδίου θελήματος τό ἀνθρώπινο πνεῦμα ἀντί νά ἐκπληρώνει τόν προορισμό τῆς καθολικῆς ἂνοιξης καί δεξίωσης,  θωρακίζεται στό Ἐγώ καί μεταβάλλει τούς πάντες καί τά πάντα σέ άξίες μιᾶς χρήσεως.

  Ἡ κενοδοξια, ἡ φιληδονία, ἡ φιλοκτησία αὐτῆς τῆς ψυχικῆς μιζέριας εἶναι φανερώματα, φανερώματα  ὃμως κρυπτά ἐπειδή λαμβάνουν τήν μορφή ἐπιβεβαίωσης, γιά ὃποιον τά υποφέρει. Ἀλλά τά κρυπτά ἐκάστου ὁ Θεός οἶδε, καί ἡ συνείδησή του, λέει ὁ Μάρκος ὁ  Ἀσκητής, καί φθάνει ἒως στόν ἒσχατο πόρο τοῦ σώματος. Καί ναί μέν οἱ τύψεις εἶναι  ψυχικό φαινόμενο ἀλλά ἐκδηλώνεται μέ βαριές ἀσθένειες καί σωματικούς πόνους.

  «Ὁ κόσμος ὃπως τόν ξέραμε ξεχειλώνει, χωρίς πάταγο, σιγά σιγά, σάν ρούχο». Ἒτσι ἐνῶ ὁ ἒρωτας εὐγενίζει τούς ἐραστές, ὁ ἀγοραῖος ὐποτάσσει  τούς αὐτῆς τῆς ἂποψης στό βίτσιο, στόν ἠθικό δηλαδή φορμαλισμό τοῦ κυρίαρχου ὑποκειμενικοῦ τους κριτηρίου πιό  ἁπλά ἀνάγει τήν ἠδονή σέ σκοπό τοῦ ἒρωτα.

  Ὁ ἀνήλικος θέλει νά τοῦ δίνουν, εἰ δυνατόν, τά πάντα, ἐνῶ ὁ ἐνήλικος θέλει νά δίνει·  ὁ μικρός δέν ἒχει ἀκόμη ἑαυτόν γιά νά προσφέρει, ἐνῶ ὁ μεγάλος ἒχει καί  ξέρει ὃτι δέν τοῦ  ἀνήκουν. Δέν ἐνηλικιώνεται λοιπόν σημαίνει δέν ἐνώνεται. Ὡς καθαρῶς πνευματικό γεγονός ἡ ἐρωτική ἓνωση εἶναι ἒργο τοῦ κάλλους. Ἡ ὀμορφιά μᾶς ἐνώνει καί ὂχι ἡ φύση.

  Ἂν ἡ ἀλήθεια εἶναι τό νόημα τῆς ζωῆς, ἡ ὀμορφιά ἑνώνει στό αἲσθημα τοῦ ἒρωτα τήν ζωή μέ  τήν ἀλήθεια. Ἒρωτας εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἑνότητας στήν αὐθυπέρβαση καί ὂχι στήν συγκόλληση ἀποκομμάτων. Ἡ ἑνότητα ὡς συγκόλληση σημαίνει ξεπεσμό τῆς ὁμορφιᾶς σέ γοητεία ἰδιωμάτων, ἐνῶ τό ἐρωτικό πέταγμα προϋποθέτει ἒξαρση καί αὐτονομία τοῦ ὡραίου.

  Θεμέλιο τοῦ ἐρωτικοῦ αἰσθητισμοῦ εἶναι ἡ ναρκισσιστική ἐπιδίωξη νά γίνεσαι τό ὂνειρο  τοῦ ἂλλου. Τό ὁποῖον σημαίνει ὃτι ὁ ἂλλος ὑπάρχει γιά σένα ὡς  φαινόμενο, ὡς πρόσωπο ἂνευ οὐσίας καί ἂρα ὡς καθρέπτης. Ὃμως ἡ σχέση μ’ ἓναν καθρέπτη εἶναι σχέση μέ τήν εἰκόνα μου, μιά «σχέση» ὃπου ὁ ἂλλος μοῦ δίνει καί ἐγώ παίρνω. Ὁ ἃλλος  ὐπάρχει γιά νά εἶμαι ὀ μῦθος μου. 

  Ὁ ἀγοραῖος ἒρως ὁδηγεῖ ἀναπότρεπτα στήν διαίρεση τῆς ὓπαρξης τῆς ἀλήθειας καί τῆς ἐλευθερίας γιατί γίνεται «ἀλήθεια» τῆς ἐπιθυμίας μας· ἡ ἐρωτική ἐπιθυμία καταντᾶ  τυραννικός καί ἂπληστος πόθος. Ἡ «κοπέλα» ὑπάρχει προκειμένου νά ικανοποιεί τόν ἐγωισμό μας. Πληρώνεται  γιά νά δίνει  καί ἐμεῖς πληρώνουμε γιά νά παίρνουμε. Στόν αἰσθησιακό ἐρωτισμό κυριαρχεῖ ἡ ἡδονή τῆς στιγμῆς καί κατ΄ ἐπέκταση ἡ ἂρνηση κάθε δοτικοῦ δεσμοῦ. Ὃταν μεταλλάσσονται οἱ ἂνθρωποι, καί παύουν νά εἶναι ἂνθρωποι, μαθαίνουν νά παίρνουν μονάχα καί ὂχι νά δίνουν. Καί αὐτό εἶναι μιά μονοσήμαντη σχέση, ἀρνητική. 

 Κακή ἀλλοίωση.  Ὁ Ρωμηός πορνεύει ἀπό πλεονεξία καί πληθωρικότητα. Γι αὐτό,  τό πάθος  γιά τήν πόρνη, τό κρύβει ἀκόμη καί ἀπό τόν ἑαυτό του. Εἶναι ὀ σοβαρός οἰκογενειάρχης, ἡ γυναίκα του οὒτε νά τολμήσει κοιτάξει δίπλα της.  Κατά διαστήματα μεγάλος ἀριθμός ἀνδρῶν, σύμφωνα μέ στατιστικές, μιά φορά τήν ἐβδομάδα, ἢ κάθε δεκαπέντε μέρες, ἀναζητᾶ κάθε φορά διαφορετικό «κορίτσι». Μάλιστα δέ ὃταν δέν μπορεῖ νά κοιμηθεῖ, ἀντί νά μετράει προβατάκια, μετρᾶ πόσα  «κορίτσια» γυναῖκες «πήδηξε», μέχρι νά τόν πάρει ὁ ὓπνος. Ἓνα παθιασμένο ἐγώ τό ὁποῖο ἐξ ὁρισμοῦ δέν γνωρίζει ὃρια. Μένει ἐγκλωβισμένο στήν ἐγωκεντρική μοναχικότητα, στήν ψευδαίσθηση τῆς ἀτομικῆς αὐτάρκειας. Ὃσο  μάλιστα τό κάλεσμα γιά ζωή  τό ἀναζητᾶ  σέ ὃλο καί μικρότερες ἡλικίες, τόσο παγιδεύεται στόν θάνατο.

  Ἡ ἲδια ἐπωδός φίλων καί γνωστῶν. Μιά συνεύρεση μέ σεξεργάτρια,(τέρμα τό πουτάνα), ἒχει φανερά πλεονεκτήματα: Τήν ἒχεις ὃποτε ἐσύ θέλεις, ὃποτε ἐσύ εὐκαιρεῖς, ὃσο θέλεις, δέν ἒχει ἀπαιτήσεις, οὒτε  ἐξαρτήσεις, δέν ἒχεις ὐποχρεώσεις ἀπέναντί της αὐτές πού ἒχεις ἒναντι  μιᾶς ἐρωτικῆς  συντρόφου, ἒχει εὐκολία…

 Ὁπωσδήποτε δέν διαφεύγει τό γεγονός, ὃτι ἡ  σταδιοδρομία κάποιων ἀνδρῶν καί γυναικῶν ὀφείλεται στίς ἐρωτικές ἐκπτώσεις.  Ἡ ἀνάδειξη κάποιου ἀριθμοῦ καλλιτεχνῶν πάσης φύσεως, ἀθλητῶν, πολιτικῶν, πέτασμα κάποιου μαθήματος, ὀφείλεται στήν ἐλευθεριάζουσα ἂποψη γιά τόν ἒρωτα. Ὃλοι ἒχουμε ἀκούσει ὃτι ἡ ἐπιτυχία τους ἀποπνέει μπόχα.   Γι αὐτό τά  me too, έκτός ἂν  πρόκειται γιά ἀνήλικα ἂτομα,  τά κατανοῶ  ὡς ἐξῆς: «ζητῶ συγγνώμη γιατί ὃ,τι ἒγινα, ὃ,τι πέτυχα στήν ζωή μου,  ὀφείλεται σέ ἀναξιοπρεπεῖς ὑποχωρήσεις μου…»

 Ἓνα κατάπτυστο ὑπάρχει στό σέξ: νά τό χρησιμοποιεῖς ὡς ὂργανο ἐξουσίας, καί ἀναρρίχησης  κοινωνικῆς ἢ οἰκονομικῆς. Καί φυσικά ἡ ἐξουσία δέν ἒχει φύλο, οὒτε οἰκονομικά τεκμήρια.

Προτιμώτερο τό τρυφερό βάθος μας παρά τό κακομαθημένο ἐγώ μας. 

  Ἀπό τήν περασμένη δεκαετία, ἱκανοί ψυχοκοινωνιολόγοι, ἒχουν παρατηρήσει πώς ἡ ἀχαλίνωτη διαδεδομένη πρακτική τοῦ ἀργυρώνητου ἒρωτα, ἐπέφερε καί  τό ἂτονο, ἂτολμο ἐρωτικό πλησίασμα, τό φλέρτ. Τά ἀμέσως παραπάνω ἒχουν καί τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ μεγάλου θεολόγου Ἰωάννου Ζηζιούλα ἐπισκόπου Περγάμου: «προκαλεῖ θλίψη τό γεγονός τῆς ἐξασθένησης τοῦ φλέρτ, τοῦ ἐρωτικοῦ πλησιάσματος φυσικά ὃταν αὐτό δέν ἐμπεριέχει  βία καί ἐξαναγκασμό…»  (Αὐτά ἀπό αὐτήκοο φίλο)  

  Ὑπάρχουν ἂτομα πού φλερτάρουν πολύ, ἀσὐστολα. Μπορεῖ ἡ προσέγγιση νά γίνεται ἀδέξια, μπορεῖ νά εῖναι ἂτοπη, ἲσως καί ἐντελῶς ἂκυρη, ἀλλά δέν εἶναι ποινικοποιήσιμη. Ποιανοῦ ἡ γυναίκα, ποιανῆς ὀ ἂνδρας δέν ἒχει μπεῖ στό ἐρωτικό στόχαστρο, φευγαλέα ἢ ἐμμονικά; Ἂν ἡ κοινωνία θά ἢθελε σέ ὃ,τι ἀφορᾶ τίς ἀνθρώπινες σχέσεις ὃλα νά εἶναι ξεκάθαρα καί ὁριοθετημένα, αὐτό εἶναι κάτι πού ποτέ δέν θά πραγματοποιηθεῖ. Τό φλέρτ εἶναι μιά γκρίζα ζώνη, δέν εἶναι ἐπιστήμη πού μαθαίνεται. Στήν φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καί ἐπιθυμίες πού ἐκφράζονται ἀκατάστατα, ἐπιπόλαια, συχνά ἀσυνάρτητα. Ἀέναες παρεκτροπές, ὀρθοδρομήσεις καί ἀμφιταλαντεύσεις, ἀμφιλεγόμενες σηματοδοτήσεις ἀπροσπέλαστων ὁρίων ἢ καί  ἀχνῶν νέων ξεκινημάτων. Μιά γοητευτική διττότητα οἱ ανθρώπινες σχέσεις, καί ἡ προσπάθειά μας νά προσεγγίσουμε ἐρωτικά τόν διπλανό μας μέ τήν ἐλπίδα ὃτι θά γίνουμε εὒληπτοι, ὂχι ἀπλῶς ἀντιληπτοί, ἀπλά  κατανοητοί. Σημασία ἒχει τό ταξίδι καί ὂχι τό  τέλος.

    Πάντως τό πιό ὡραῖο, ὂμορφο φλέρτ εἶναι γένους θηλυκοῦ: διακριτικό ὑπονοούμενο, δυσδιάκριτο γιά εὒστροφους πλησίασμα, μυθολογεῖ τό βλέμμα ὡς ἂλλη Διοτίμα ἀφήνοντάς το νἀ ἐκφραστεῖ, ἒχει καθάριο ἐσωτερικό κραδασμό,  δέν ἀσχημονεῖ, δέν βιάζει, διαβάζει τό βλέμμα καί τήν σιωπή, δέν σκύβεις νά το πάρεις…

 

 

 

 

Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Σπουδή στόν ἒρωτα. Λόγος τέταρτος «Ἡ βλάβη».

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

«Ὁ ἂνδρας πού  στεκόταν στό  παράθυρο κι ἒβλεπε ἀπέναντί του τήν ἀγαπημένη του, μελαγχολοῦσε γιατί καταλάβαινε ὃτι τίποτα δέν ὑπῆρχε πού νά τούς ἐπιτρέπει τήν ἓνωση. Ἀπό τούς δύο κανένας δέν μποροῦσε νά βγεῖ ἀπό τό σῶμα του. Δέν γινόντουσαν πουλιά, ἂσπρα περιστέρια οἱ δυό τους, ἀπό τούς ἐξῶστες νά ἀνέβουν ψηλά, νά σμίξουν στήν κορυφή τοῦ θόλου, μ’ ἀγιασμένες εὐχές. Ἀνάμεσά  στούς δύο, οὐρανός μέ πυκνότητα ἰδέας δέν ὑπῆρχε. Ἒξω ἀπό κάθε κοινότητα, ὁ καθένας ἒβγαζε γοερές κραυγές πόνου. Ὂνειρα, λαχτάρες, ἀγάπη, ὃλα βυθίζονταν σ’ ένα τέλμα πικρό ἀπό μαύρη πίσσα. Ἀνάμεσα στούς δύο ὁ κόσμος βούλιαζε ἀπό συμφέρον μικρό, τό δικό σου καί τό δικό μου».

(Ν. Γ.Πετζίκης, Ὁ πεθαμένος καί ἡ ἀνάσταση, ἐκδ. Ἂγρα, Ἀθήνα 1987,σς.50-51).

   Ὁ ἒρωτας εἶναι ἡ ὡραιότερη τρέλα τῆς ζωῆς. Τίποτα δέν μᾶς δίνει μεγαλύτερη χαρά, εὐτυχία (ἒστω καί γιά ἒνα διάστημα) ἐνθουσιασμό, αἰσιοδοξία γιά τήν ζωή.

  Ἐφ’ ὃσον ὃμως ὁ ἒρωτας ἒχει τέτοιο μεγαλεῖο καί οἱ ἂνθρωποι ὃλοι ἐρωτεύονται, γιατί τόσο συχνά τόν συνοδεύει ἀποτυχία, ἂν ὂχι ἀθλιότητα; Τί εἶναι αὐτό πού ὁδηγεῖ τίς ἐρωτικές  σχέσεις σέ ναυάγιο; Γιατί ἔρχεται ἡ «βλάβη», ἄγρια, θηριώδης, ἀνήκεστη πού ἀνακόπτει τό θαῦμα; Πῶς ὁ Ἄλλος ἡ Ἄλλη, ἀπό ἀπόσταση ἀναπνοῆς βρίσκεται σέ διαδικασία διαφυγῆς;

  Ἀπό τό μάτια μου, φῶς μου, ἂναμα καντηλιῶν στόν «θεό» μας, πᾶμε σταδιακά στό «κατέβασμα καντηλιῶν»,  στό μωρή, στό ἐπιθετικό, στό ἀγενές, μέ τήν ἒκρηξη νά προοιωνίζεται ἐξαιρέτως διαλυτική. Ἄλλος ἡ Ἄλλη γίνεται ἡ κόλασή μου. Σέ αὐτόν τόν σπαραγμό ὁδηγεῖται νομοτελειακά ὁ ἔρωτας. Εἶναι ἡ ἀσύνειδη πίκρα γιά τό ἀνέφικτο τῆς ζωῆς, μέ τό πιό συνηθισμένο νά μήν βλέπουμε μέσα μας κανένα ψεγάδι. Τόν ἔρωτα τόν προδίδει πάντα μόνο ὁ Ἄλλος.

«Μέ τελείωσες κι ἂς γινόμουνα γιά σένα μιά ζωή θυσία

Μέ τελείωσες κι ἒγινε ἡ ἀγάπη ψέμα καί ὑποκρισία».

  Τό ζευγάρι ἀπομακρύνεται, ὁ ἓνας σμικραίνει στά μάτια τοῦ ἂλλου, γίνεται ἀνύπαρκτος,  μοιάζει λιγοστός, ἀρχίζουν οἱ μετρήσεις,  οἱ ὑπολογισμοί. Βγάζουμε τήν ζυγαριά ἀκριβείας καί  τό σταγονόμετρο, πόσα γραμμάρια ἒβαλες ἐσύ στήν σχέση, τόσες σταγόνες ἐγώ στόν ἒρωτα. Ὁ ἒρωτας  μετασχηματίστηκε  σέ μιά ἀπελπισμένη  ἐπιθετικότητα. «Ἀπό πεταλούδα μεταμορφώθηκε σέ νυκτερίδα». (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες).  Και τί νυκτερίδα, βαμπίρ! 

 (Θά μιλήσω γιά  τήν γυναίκα  ἀπό τήν πλευρά ἀνδρῶν εἶναι δύσκολο νά πάω ἀπό τήν ἂλλη πλευρά. Ἐσεῖς μπορεῖτε νά βάζετε τήν λέξη ἂντρας ὃπου ἐγώ ἀναφέρομαι σέ γυναίκα).

   Πῶς τήν πῆρα αὐτή. Αὐτή εἶναι στριμμένη κακιά  γυναίκα. ἐνῶ ἐγώ ἀπλῶς  θυμώνω, ἀλλά δέν εἶμαι κακός. «Μοῦ ’βγαλε τήν Παναγία, εἶναι ἒτσι, εἶναι  ἀλλιῶς, κακιά, σκύλα, ἡ πείσα ἡ δείξα… Ἂν ὃμως μοῦ ἂπλωνε τό χέρι καί  μοῦ ζητοῦσε μιά συγνώμη καί μέ χάιδευε καί μοῦ ’λεγε  σ’ ἀγαπῶ, θά ἂλλαζα».  Ἒτσι ὁ καθένας, ἀπό ἐγωισμό,  περιμένει ἀπ’ τόν ἂλλο κάποιο  σημάδι ἀγάπης, καί ὃσο καθυστερεῖ, ἀναπτύσσεται θυμός, ἀδιαφορία   καί μετά ἀπό λίγο, ἒρχεται ἡ παγωμάρα, τόσο ἒντονη πού γυρνᾶ τήν πλάτη ὁ ἓνας στόν ἂλλο. Πάρα πολλά ζευγάρια εἶναι δυστυχισμένα γιατί συνεχίζουν νά μαλώνουν, καί γιατί συχνά μισεῖ ὁ ἒνας τόν ἂλλο.

  Οἱ πρώην τρελά ἐρωτευμένοι καταπίνουν κολάσεις ἀσυντρόφευτης συμπόρευσης, δυαδικῆς μοναξιᾶς, ἢ ψευδαισθήσεις ἡρωικῆς ἀνοχῆς, ἐνάρετης ὐπομονῆς, ταπεινῆς καρτερίας. Προσέξτε τό ὓφος κάποιων ζευγαριῶν στό αὐτοκίνητο: Λές καί  ἐπιστρέφουν ἀπό κηδεία. 

   Ὀ γάμος κατάντησε  μιά ἀπὀ τίς κυριότερες αἰτίες χρόνιας κατάθλιψης, γιά τόν ἂντρα καί τήν γυναίκα. Ὁ καθένας προσπαθεῖ νά τήν ἀποφύγει μέ πολλούς τρόπους:  δουλειά, παιδιά, τριγωνοποίηση, ποτό, ναρκωτικά, φιλοδοξίες… Ὃταν ὀ γάμος περάσει στήν ἀκαμψία, ὃταν οἱ ἐξιδανικεύσεις διαλύονται, τότε ἀρχίζουν οἰ καυγάδες καί ἠ προσπάθεια νά πιέσουμε τό ταίρι μας νά μοιάσει στήν εἰκόνα πού ἒχουμε στό ἀσυνείδητό μας. Τελικά παθαίνουμε κατάθλιψη γιατί δέν τά καταφέραμε. Οἱ νεανικοί στίχοι τοῦ Σεφέρη περιγράφουν τήν πρώτη του ἀπογοήτευση ἀπό τόν ἒρωτα καί τήν ζωή, ὃταν ἡ πραγματικότητα δέν ἀντιστοιχεῖ στήν ἐξιδανικευμένη εἰκόνα πού ἒψαχνε.  Ἀργότερα σέ μεγάλη κατάθλιψη ἒγραψε  «ὃπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει».

«Πάνω στήν ἂμμο τήν ξανθή

Γράψαμε τ’ ὂνομἀ της

ὡραῖα πού φύσηξεν ὁ μπάτης

καί σβήστηκε ἡ γραφή

 μέ τί καρδιά μέ τι πνοή

τί πόθους καί τί πάθος

πήραμε τήν ζωή μας λάθος

κι ἀλλάξαμε ζωή».

   Βάσει διεθνῶν στατιστικῶν τό 80% τῶν ζευγαριῶν δέν περνᾶνε καλά, τό 50%  χωρίζουν, τό 30% δέν χωρίζουν – διότι ὑπάρχουν παιδιά, δύσκολα οἰκονομικά, διάφοροι κοινωνικοί λόγοι: δέν μποροῦν ἢ δέν θέλουν νά  χωρίσουν, γιατί ἒχουν μάθει στήν ρουτίνα τοῦ γάμου, βολεύονται, ἒχουν μιά ἀσφάλεια, ἀλλά δέν περνᾶνε καλά, δέν εἶναι εὐχαριστημένοι. Σύμφωνα μέ ἒμπειρους ψυχαναλυτές οἱ σχετικά καλοί γάμοι εἶναι 20%  ἀλλά οἱ πραγματικά εὐτυχισμένοι ἓνα 5 μέ 10%.

  Ἒνας συνηθισμένος τρόπος ἀναζήτησης ἠρεμίας,  εἶναι νά βγάλουμε τήν γυναίκα  μας ἀπό τήν καρδιά μας, ἀπό την πρώτη θέση καί νά τήν ἀντικαταστήσουμε μέ ἂλλη ἀγάπη. Ὁ ἂλλος καί συνηθέστερος, αὐτή τήν ἐποχή, εἶναι τό διαζύγιο. Ὃταν  μάλιστα δέν ὑπάρχουν παιδιά τήν σβήνεις σάν νά μήν  ὑπῆρξε ποτέ. Ὑπάρχει τεράστιος ἀριθμός διαζυγίων στήν Ἑλλάδα καί αὐξάνεται. Ἡ μονογαμική σχέση πλέον δέν ὑπάρχει οὒτε γιά τούς ἂντρες οὒτε γιά τίς γυναῖκες.

  Ἢ χωρίζουμε λοιπόν ἢ τριγωνοποιοῦμε τήν σχέση. «Δέν βαριέσαι καί νά χωρίσω ὃλες τό ἲδιο εἶναι». Πολλοί γάμοι διατηροῦνται μέ τήν βοήθεια τῆς ἀπιστίας. Πᾶμε, ὂχι πάντα, στήν ἀναζήτηση στοργῆς καί χαδιοῦ, δίπλα. Ὃ,τι καί νά μᾶς συμβαίνει, κυρίως ὁ φόβος τοῦ καλοῦ ὀνόματος, τά παίζουμε ὃλα κορῶνα γράμματα, ξεπορτίσματα, ξεφτιλιζόμαστε, στά μικρά μέρη μεταμφιέσεις γιά τό παράνομο  ραντεβού… (Ὁ  Φρανσουά Ὀλάντ ὡς Πρόεδρος τῆς Γαλλίας σέ μηχανάκι γιά νά συναντήσει τήν ἀγαπημένη του) Τό ποσοστό τῶν ἐξωσυζυγικῶν σχέσεων τώρα ἀγγίζει τό 70% γιά τίς γυναῖκες καί γιά τούς ἂντρες ἀκουμπάει τό 90% «τύποις μέν μονογαμία  ἔργῳ  δέ πολυγαμία» (Ἒπιτάφιος Περικλῆ)

   Στήν τριγωνοποίηση ἀσφαλῶς τόν πρῶτο λόγο ἒχει μιά ἂλλη ὓπαρξη, ἀλλά καί καταφυγή σέ ἂλλες δρατηριότητες, μόνο καί μόνο γιά νά εἲμαστε μακριά ἀπό τήν γυναίκα μας: ἀποκτοῦμε χόμπι, πηγαίνουμε γήπεδο καί ξεσπᾶμε, δέρνουμε κόσμο ἐκεῖ, ἀντί νά δέρνουμε τήν γυναίκα μας, συχνάζουμε σέ καφενεῖα καί ξεχνιόμαστε ἐκεῖ, καί ὃταν δέν πάει ἂλλο, ὃταν μᾶς ἒχει κόψει ἡ πείνα,  σιγομουρμουρίζοντας «πάλι σ΄  αὐτήν θά πάω;», μέ  βαριά καρδιά ἐπιστρέφουμε καί βαριεστημένα ἀνοίγουμε τήν πόρτα, ψάχνοντας εὐκαιρία νέας ἀπόδρασης. Ὁ καθένας στό ζευγάρι προσπαθεῖ νά ἀποφύγει τήν ἐπικοινωνία μέ διάφορους τρόπους: οἱ γυναῖκες μέ τά παιδιά, οἱ ἂντρες μέ τήν δουλειά, μέ παρέες,  μέ τό  ποτό, τίς φιλοδοξίες…

   Συχνά δέν ἔχει τελειώσει ὁ ἕνας δεσμός, ὅταν ἀρχίζει ὀ ἐπόμενος. Κατά κανόνα, ὅπως οἱ  μαϊμούδες δεν ἀφήνουν τό κλαδί ἄν δέν πιαστοῦν γερά στό ἐπόμενο. Προχωρῶ στήν ἐπόμενη δοκιμή, μέ ἀνοιχτή καί αἱμάσσουσα τήν προηγούμενη ρήξη. Ὅλα μεταμορφώνονται καί πάλι, ἡ καθημερινότητα μοιάζει μέ γιορτή. Λέω μοιάζει γιατί πάντα μορφάζει ἡ πείρα τοῦ ἀνέφικτου.

  Πόσο θά κρατήσει ἡ γιορτή; Τί μπορεῖ νά σέ διαβεβαιώσει ὃτι ἓνα νέο ξεκίνημα, ἓνα νέο δόσιμο, μιά νέα ἀνταπόκριση θά εἶναι δημιουργία; Εἶναι δυνατό νά ὑπάρξουν ἐρωτευμένοι δύο ἄνθρωποι, πού ζώντας τήν μέθη τῆς γιορτῆς θά συνυπολογίζουν κάθε στιγμή τήν ἀπάτη τῆς φύσης; Ὑπάρχουν ἄραγε περιθώρια νά διαρκέσει αὐτή τήν φορά τό θαῦμα τῆς ἐρωτικῆς ἔκπληξης, ὃταν μάλιστα στό κεφάλι τους στροβιλίζεται ἡ προηγούμενη ἀποτυχία;

  Ὁπωσδήποτε ὅταν ὅλα ἔπιτρέπονται, δέν θυσιάζεις τίποτα, δέν διακινδυνεύεις τίποτα, ἄρα ἀποκλείεται νά ἐρωτευθεῖς. Ἄν μείνεις πιστός στήν ἀπαγόρευση, πάλι τό ἐγώ δέν ραγίζει, ἡ θωράκισή του δέν συντρίβεται, ἄρα εἶσαι καί πάλι ἀποκλεισμένος ἀπό τόν ἔρωτα.

  Ἂλλο ἡ δίνη τοῦ ἐρωτισμοῦ μέ τήν συναίσθηση τῆς ἐν κενῷ πτώσεως καί ἂλλο ὁ ἐξωραϊσμός του ὡς  ψυχικῆς τοῦ ἀνθρώπου πραγμάτωσης. Στόν αἰσθησιακό ἐρωτισμό κυριαρχεῖ ἡ ἡδονή τῆς στιγμῆς καί κατ’ ἐπέκτασιν ἡ ἂρνηση κάθε δοτικοῦ δεσμοῦ, εἲτε  φιλία αὐτός λέγεται εἲτε γάμος εἲτε  ὑπεύθυνη κοινή προσπάθεια. Ἡ σχἐση συγκροτεῖ καί συγκροτεῖται στήν διάρκεια, ὑπ’ αὐτήν δέ τήν  ἒννοια βρίσκει τήν πληρότητά της σέ μιά θυσία ἐλεύθερη. Κάθε σχέση ζωῆς εἶναι κάπου μαρτύριο. Ἡ Ἐκκλησία μας τό γνωρίζει καί γι’ αὐτό στήν ἀκολουθία τοῦ γάμου, μετά τό «Ἠσαΐα χόρευε» ψέλνουμε τό ἀπολυτίκιο  τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ὁπότε ὁ ἰερέας ἑνώνει τά κεφάλια τοῦ ζευγαριοῦ μέ τά στέφανα τοῦ μαρτυρίου πού καλεῖται γάμος. Μιλᾶμε γιά τήν ὃποια διάρκεια· οἱ πανέξυπνοι Πατέρες παραχώρησαν τήν  δυνατότητα πολλαπλῶν γαμήλιων μυστηρίων γιά τό ἲδιο πρόσωπο,  άναγνωρίζοντας τό διαζύγιο ὂταν εἶναι φανερά ἀδύνατη ἡ συνέχιση τῆς σχέσης.

« Σ’ ἓνα παλιό σπίτι πάντα ἀκούγονται πράγματα. Καί ἀκούγονται πιό πολλά ἀπ’ αὐτά πού λέγονται. Ὃ,τι λέγεται τώρα  παραμένει στό δωμάτιο καί περιμένει νά ἒρθει τό μέλλον νά τό ἀκούσει. Καί ὃ,τι συμβαίνει τώρα ἂρχισε στό παρελθόν καί θά συνεχιστεῖ στό μέλλον. Μέσα στό ὑπνοδωμάτιο, μέ τίς τραβηγμένες κουρτίνες, ἡ ἀγωνία –εἲτε πρόκειται γιά γέννηση εἲτε γιά θάνατο – μαζεύει μέσα τίς φωνές τοῦ παρελθόντος καί τίς προβάλλει στό μέλλον. Δἐν μποροῦμε  ν’ ἀποφύγουμε αὐτά τά πράγματα. Δέν ξέρουμε τίποτα γιά ἐξορκισμούς καί εἲτε στό Ἂργος εἲτε στήν Ἀγγλία ὑπάρχουν ὁρισμένοι ἂτεγκτοι νόμοι, ἀμετάβλητοι, σάν τήν φύση τῆς μουσικῆς. Δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα γι’ αὐτό».(Ἒλιοτ. Τό ξανασμίξιμο τῆς οἰκογένειας).

 Στήν ψυχανάλυση θεωρεῖται πολύ σημαντική  ἡ στιγμή πού   ἀποδεχόμαστε, ἂνδρες-γυναῖκες,  ὃτι εἲμαστε φυσιολογικοί ἂνθρωποι πού παλεύουμε, πού ἀγωνιζόμαστε, ὃτι δέν πλημμυρίζουμε ἀπό κακία, δέν ὐπερτεροῦν τά δύστροπα χαρακτηριστικά μας, δέν εἲμαστε κακοί, οὒτε καί ἀνεξίκακοι, μπορεῖ νά μήν  εἲμαστε οἱ καλοκάγαθοι μοναχοί ἀπό τά Καρούλια, ἀλλά ἒχουμε  καί καλά χαρακτηριστικά, εὐγένεια, καλωσύνη, κατανόηση, ἀνεκτικότητα,  ἀγαπᾶμε νά δίνουμε καί νά παίρνουμε, αἰσθανόμαστε στήν ζωή μας, στό ἐπάγγελμα στίς κοινοτικές σχέσεις ἐνεργητικοί, ὃχι παθητικοί, δέν εἲμαστε κυριαρχικοἰ, κατακτητικοί οὒτε ὑποτακτικοί, δέν φοβόμαστε τήν ἐγκατάλειψη οὒτε τήν ἀπόρριψη, ἒχουμε ἐλεγχόμενο βαθμό ἂγχους  καί ἐπειδή νοιαζόμαστε γιά τόν ἑαυτό μας νοιαζόμαστε   καί γιά τήν οἰκογένεια.

  Ἒτσι δημιουργεῖται  μιά δημιουργική αὐτοπεποίθηση πού βοηθάει νά κάνουμε  μιά σχέση ὃπου ναί μέν θυμώνουμε  μέ τόν ἂλλο ἀλλά δέν τόν ἀπορρίπτουμε, δέν τόν σκοτώνουμε μέσα μας κάθε φορά. Διαφορετικά σ’ ὂλους αὐτούς τούς καυγάδες σκοτώνουμε, δυστυχῶς, μέσα μας  ὁ ἓνας τόν ἂλλο. Εἶναι αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐχθρότητα. Ὃταν συμβαίνει αὐτό ὀ ἂλλος δέν ξαναζωντανεύει κι ἒτσι ἒχουμε τά «νεκρά ζευγάρια», τά ὀποῖα πολλές φορές  σταματοῦν καί νά μαλώνουν. Ἁπλῶς συνυπάρχουν, ἀλλά δέν ἒχουν ζωή. 

  Στήν ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, πού μπορεῖ νά πάει σέ μεγάλο βάθος, μιά ἀπό τίς ὀδυνηρότερες στιγμές εἶναι ὃταν συνειδητοποιεῖς ὃτι δέν φταίει κανείς ἂλλος γιά τά ἀδιέξοδά σου. Ἀναγκάζεσαι νά ἀπαλλάξεις τούς γονεῖς σου ἀπό τήν βασική εὐθύνη, νά ξαναδιαβάσεις τήν βιογραφία σου καί νά καταλήξεις νά ἀναγνωρίσεις ὃτι γιά τά προσωπικά στραβά κι ἀνάποδά σου, τά δικά σου λάθη, ἀδυναμίες, ρωγμές, ἀκόμη καί τυφλά σημεῖα, δεδομένα σου πού δέν θά ἢθελες νά ξέρεις ὃτι ὑπάρχουν, ἢ πού θές νά ἀγνοεῖς, τήν ἀποκλειστική εὐθύνη φέρεις ἐξ ὁλοκλήρου ἐσύ. 

  Αυτά στήν περίπτωση πού κάποιος  εἶναι σοβαρός, καί  ἒχει εἰλικρινῆ ἐπιθυμία νά ἀλλάξει. Διαφορετικά, ὃπως συχνά συμβαίνει, ἡ διαδικασία γίνεται προσχηματική γιά νά ἀντιμετωπιστοῦν κάποια ἐνοχλητικά συμπτώματα καί νά συνεχίσει τήν ἲδια διαδρομή, ἒχοντας μάλιστα τό ἂλλοθι ὃτι προσπάθησε νά δεῖ τήν ἀλήθεια.

  Ἀκόμη καί ὅσοι ξεκινοῦν μέ τό δῶρο τοῦ ἔρωτα, αἰθεροδρομοῦν ἄν πιστεύουν ὅτι ὁ θεσμός τοῦ γάμου θά ἐξασφαλίσει στόν ἔρωτά τους μονιμότητα καί ἰσοβιότητα.  σως στό φευγαλέο σπιθοβόλημα νά ξαγρυπνάει ἡ ρήξη, ὁ βουβός σπαραγμός.

  Ἀπό τά βάθη τῆς ἱστορίας ὁ γάμος θεσμοθετεῖται ὡς νόμος, θωρακίζοντας, ἀνάγκες καί ἀτομικές ἀπαιτήσεις, δικαιώματα καί ὑποχρεώσεις, κατοχυρώνει καί ἐξασφαλίζει, προσφέρει σωστή μοιρασιά σέ στέγη, τροφή, στήν ἡδονή. Τά πάντα ρυθμισμένα μέ σαφήνεια. Δίνεις καί παίρνεις, προσφέρεις καί ἀπολαμβάνεις. Ἒκπληξη ζωῆς ὁ ἓρωτας θεσμοθέτηση τῆς ἀνάγκης ὁ γάμος. 

  Μποροῦμε νά καταφύγουμε στήν κρατική βία γιά νά μᾶς προσφέρει τό δίκιο μας· ἀκόμη καί τήν σωματική σεξουαλική σχέση μποροῦμε νά ἀπαιτήσουμε  καί ἡ κρατική βία νά μᾶς τήν παραχωρήσει, με δικαστική ἀπόφαση. Τρόπος τῆς φύσης ὁ νόμος· ὁ τρόπος τοῦ νόμου, θεσμός.

  Φυσικά καί ὁ γάμος δέν προϋποθέτει τόν ἒρωτα. Πόσα γειτονάκια μου δέν ἒφυγαν γιά Αὐστραλία, μέ μιά φωτογραφία στήν τσέπη, πόσα κοριτσόπουλα δέν πιέστηκαν ἀπό τήν οἰκογένεια νά παντρευτοῦν κάποιον πού δέν ἀγαποῦσαν, καί φυσικά δέν θά τόν ἀγαπήσουν ποτέ, πόσα παλικάρια «σάν τά κρύα τά νερά» δέν ἐπέλεξαν «μιά προίκα μέ γυναίκα»;  Ξέρουμε στήν πράξη ὅτι ἀναρίθμητοι γάμοι ξεκινοῦν δίχως ἔρωτα, δίχως τήν ἐλάχιστη συμπάθεια, καί οἱ ἄνθρωποι τό θεωροῦσαν καί τό θεωροῦν άκόμη καί σήμερα αὐτονόητο.

   Πόσα λεβεντοκόριτσα δέν προχωροῦν στόν γάμο μέ παρακάλια, μέ ταπεινώσεις, μέ πιέσεις, μέ ἐκβιασμούς, συγκαταβατικά. Νά ξεφύγουν ἀπό τήν οίκογενειακή καταπίεση, πέφτοντας σέ μιά ἂλλη. Μαγγάνι ἡ ζωή τους, δυαδική  μοναξιά. Ἀβάσταχτη κούραση, δίχως ἓνα χάδι γλυκό, γιά ποιά ἐρωτική τρυφερότητα μιλᾶμε;   

   Καί καλά νά  πέσουν  σέ χέρια κάπως μαλακά. Ἂν τά χέρια εἶναι σκληρά, κακά, ἀμφισεξουαλικά ἢ καθαρά ὁμοφυλοφιλικά, καταπιεστικά, μισογυνικά, ζηλόφθονα, μέ ἒντονη ἀπαίτηση κατοχῆς, ἰδιοκτησίας, πού δέν σέβονται τίς στοιχειώδεις ὑπαρξιακές ἀνάγκες;  

   Ὁ ἂνθρωπος ἒχει ἀρκετή ἐλευθερία ἀκόμη καί ὁ πιο ἂτυχος. Δέν εἶναι ὂλα ἀπόλυτα καί καταναγκαστικά, ἀκόμα καί σέ ἓνα πολύ κακό γάμο, γιατί άναπτύσσονται παράπλευρες  κυκλοφορίες. Λένε οἱ γιατροί πώς ὃταν παθαίνει κάποιος ἐγκεφαλικό, ἀναπτύσσονται ὓστερα ἀπό λίγο ἂλλες μικρές ἀρτηρίες, παράπλευρες, πού τροφοδοτοῦν τό κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἐγκεφάλου, πού μπορεῖ νά ἒχει νεκρωθεῖ σέ μεγάλο βαθμό. Τό ἲδιο γίνεται καί στόν γάμο. Τό λάθος πρόσωπο στό γάμο, συνεπάγεται μεγάλη νέκρωση. Ἀλλά καί ἐκεῖ  ὑπάρχουν αὐτές οἱ παράπλευρες κυκλοφορίες, οἱ ὁποῖες μποροῦν νά βοηθήσουν ὣστε ἀκόμη καί ἓνας ἀπαίσιος γάμος νά γίνει ὑποφερτός, λίγο καλύτερος.

  Σέ ἀρκετές περιπτώσεις μέ τήν πάροδο  τοῦ χρόνου, μέ τήν ὡρίμανση, «σταματοῦν τά ὂργανα», δημιουργεῖται ἠ γαλήνια ἀνοχή, συνήθως στήν τρίτη ἠλικία,  μέ ἀμοιβαία ἀποδοχή τοῦ ἑνός ἀπό τόν ἂλλο. Ἒχουν  ἀφαιρέσει ἀπό καιρό ἐξ ὁλοκλήρου τήν σεξουαλικότητα, καί ἀνέπτυξαν ἒντονη συντροφικότητα, χαίρονται τήν ζωή χωρίς πολλές ἀπαιτήσεις, ἀπολαμβάνουν τά παιδιά, καί γενικά χαίρονται τούς καρπούς μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς.  

  Μιά τελευταία, ἒντονη μορφή ἒρωτα  εἶναι ὁ ὑπαρξιακός καί τραγικός ἒρωτας. Ἐδῶ τό ζευγάρι πλησιάζει πρός τόν θάνατο. Μπορεῖ νά ὑπάρχουν καί σοβαρές ἀσθένειες καί τό ζευγάρι ἀπεγνωσμένα ζητᾶ νά κρατήσει  ὀ ἓνας τό χέρι τοῦ ἂλλου, νά πορευτοῦν ἀντάμα πρός τό τέλος, νά μοιραστοῦν τήν ὑπαρξιακή μοναξιά. Ὁ ἒρωτας μέ τά ὑπαρξιακά καί τραγικά στοιχεῖα πού συνυπάρχουν, μπορεῖ νά εἶναι ἐντονότατος.

Ταραγμένη (ἐλεγχόμενη) ἐξομολογητική: Ὁ γάμος, ὡς κορυφαία σχέση, ἀναμοχλεύει, φορτίζει, βάζει φωτιά στίς ὃποιες συγκρούσεις ἒχουμε μέσα μας. Ὁ δικός μου γάμος, περιέχει στιγμές ἀγάπης, τρυφερότητας, πάθους, καλοσύνης, εὐγνωμοσύνης… ἀλλά καί θυμοῦ, ἀπογοήτευσης, μίσους καί κακίας, ἀμάλγαμα τῶν περισσότερων γάμων ὃλων τῶν ἐποχῶν. Αἰσθάνομαι, ἐξαρτώμενος, ἀλλά συνάμα ἀρκετά ἀνεξάρτητος. Μερικές φορές δέν μποροῦσα νά ζήσω μέ τήν Ἰωάννα, ἀλλά ἂλλες δέν μποροῦσα νά ζήσω χωρίς αὐτήν. Μέ ἀνέχτηκε; Ἀπροσχημάτιστα  ναί. Θά μποροῦσε νά ἒχει πάρει σαφῶς καλύτερό μου,  ἀλλά καί σαφῶς χειρότερό μου. Μάλιστα σέ στιγμές εὐχάριστης χαλάρωσης τῆς ἐπισείω! ὃτι ὁ πατέρας μου χώρισε σέ ἡλικία 82 ἐτῶν  γιά αὐτό νά μήν μέ παραζορίζει,   καί ὃτι ὁ Τσάρλι Τσάπλιν ἦταν 78 χρονῶν ὃταν πῆρε τήν κόρη τοῦ Εὐγένιου Ο΄ Νήλ πού ἦταν 18  καί ἒζησαν πολύ εὐτυχισμένοι, ἒκαναν καί τέσσερα-πέντε παιδιά, γιά νά πάρω ὡς ἀπάντηση πώς καί ἡ Πιάφ ἦταν στήν ἡλικία της ὃταν παντρεύτηκε ἓναν εἰκοσιπεντάρη…  

«Ὑπάρχει ἓνας τρόπος νά  ἀπορεῖς, ἐνῶ ἐμπιστεύεσαι. Κι αὐτό τόν τρόπο τόν ψηλαφοῦμε μόνο στόν ἒρωτα. Ὁ ἒρωτας σημαίνει ἐμπιστοσύνη, αὐτοπαράδοση. Εἶσαι μέσα στήν  σκοτεινιά ἀτελείωτων, ἀναπάντητων ἐρωτημάτων. Ὃμως ἐγκαταλείπεσαι στόν πόθο, κι αὐτός σέ βεβαιώνει ἂν ὁ ἂλλος ποθεῖ τόν πόθο σου. Καί τότε ἒχουν ἀπαντηθεῖ  τά ἐρωτήματα δίχως ἀπάντηση. Τά σημαινόμενα λειτουργοῦν  δίχως σημαίνοντα. Εἶναι μόνη ἡ γλώσσα τῆς ἀναφορᾶς, ἡ γλώσσα τοῦ  πόθου. Αὐτή πού μιλάει τό βρέφος θηλάζοντας τό στῆθος τῆς μάνας. Αὐτή πού μιλᾶνε οἱ ἐρωτευμένοι στήν σιωπή τῆς «μιᾶς σάρκας». (Γιανναρᾶς).  

 

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

Κραυγή αγανάκτησης ενός υπερήλικα ερασιτέχνη κτηνοτρόφου.

 Σάββας Απέργης, Φιλόλογος, πρώην Δήμαρχος καί τώρα ερασιτέχνης γεωργός  καί κτηνοτρόφος δηλαδή πραγματικός οικολόγος. 

 Τά πέδικλα των ζώων καί «πεδικλωμένη» σκέψη των ονομαζομένων –άσχετων μέ τήν φύση καί τήν ιστορία του νησιού μας-οικολόγων.

 

  Όταν επισκεφθεί  κάποιος προσωρινά έναν τόπο ή εγκατασταθεί σ’ αυτόν μόνιμα από ανάγκη ή από δική του πρωτοβουλία, τό σωστό καί το σύνηθες είναι νά προσπαθήσει να  μάθει τήν ιστορία του, τις παραδόσεις του, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι άνθρωποι, τήν καθημερινότητά τους και γενικά τον τρόπο τῆς διαβίωσής τους.

  Δεν είναι φρόνιμο, αλλά εγωιστικό και αψυχολόγητο νά θέλει –σώνει και καλά- να επιβάλει τις δικές του θέσεις, τις δικές του απόψεις ή ξενόφερτες συνήθειες που στον δικό του τόπο μπορεί νά είναι ορθές καί δοκιμασμένες από τον χρόνο, ενώ εδώ είναι ανεφάρμοστες καί ανεδαφικές.

  Η Τήνος είναι ένα μικρό νησί, το οποίο χάρη στήν «σοφία» των προηγούμενων γενεών κατάφερε νά αναπτύξει καί τη γεωργία (οι ξερολιθιές κράτησαν τό λιγοστό χώμα) καί την κτηνοτροφία (γνωστή η τηνιακή αγελάδα). Η συμβίωση ήταν απόλυτα αρμονική. (Άνθρωποι, ζώα, κτήματα, κήποι).

  Εάν υπήρχαν μεγάλες γόνιμες εκτάσεις και αντίστοιχα βοσκοτόπια, όπως υπάρχουν σέ άλλα μέρη της Ελλάδας, τα πράγματα θά είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Εδώ ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε η συνύπαρξη κτηνοτροφίας  καί γεωργίας, να  ζουν δηλαδή, οι αγελάδες καί τα αιγοπρόβατα δίπλα στους κήπους καί τα σπαρμένα χωράφια, ήταν οι υψηλοί τοίχοι που χώριζαν  τά κτήματα αλλά κυρίως τά πέδικλα, τα οποία στερούσαν τήν δυνατότητα –ιδίως στα  ατίθασα κατσίκια –να πηδούν από τόν περιορισμένο καί επιτρεπόμενο χώρο τους, να μπαίνουν στόν διπλανό και να καταστρέφουν τα αμπέλια, τις συκιές ή το κριθάρι καί τα λαχανικά.

  Απλός και σχεδόν ανώδυνος τρόπος συμβίωσης, αφού το πέδικλο δεν στερούσε στά ζώα τήν δυνατότητα  νά κινούνται καί να τρέφονται, απλώς τά εμπόδιζε νά πηδούν και νά.. ατακτούν. Ήταν ένας τρόπος και ένα μέσον «πειθαρχίας» ανάλογος με αυτόν πού επιβάλλεται στά παιδιά. Άλλωστε και εμείς ως ανθρώπινες κοινωνίες ζούμε με νόμους καί περιορισμούς που πολλές φορές μας ενοχλούν, μας «πεδικλώνουν».

  Βεβαίως κάθε μέσον περιορισμού έχει καί τίς αδυναμίες του. Μερικές φορές τά πόδια των ζώων πλήγωναν προσωρινά ή έμπλεκαν στα κλαδιά των θάμνων με αποτέλεσμα νά χάσουν την ζωή τους. Ουδέν καλόν, αμιγές κακού καί το αντίθετο. Όμως  έτσι οι φτωχοί κάτοικοι του νησιού μας ή οι ερασιτέχνες δέν στερούνταν ούτε τό κρέας καί τό γάλα, ούτε τά σύκα, τά σταφύλια και τά λαχανικά.

  Τελευταία, όλα αυτά ανατράπηκαν, από τη στιγμή που το κράτος υπέκυψε στις πιέσεις μερικών υπερευαίσθητων  ομάδων πολιτών-  που αυτοαποκαλούνται οικολόγοι, τύφλα στά μάτια τους -οι οποίοι απαίτησαν νά αφαιρεθούν τά πέδικλα, επειδή, τάχα, υποφέρουν τά ζώα καί νά τιμωρούνται καί μάλιστα πολύ αυστηρά οι «βασανιστές»  ιδιοκτήτες τους..

  Τό αποτέλεσμα είναι άλλοι νά σταματούν νά έχουν τά ζώα τους (πουλώντας ή σφάζοντάς τα) καί άλλοι να τα μεταφέρουν σέ απόκεντρα μέρη, μακρυά από κεντρικούς δρόμους διακινδυνεύοντας,  μήπως καί δέν αποκαλυφθούν.

   Έτσι σε πολύ λίγο χρονικό διάσημα θα εκλείψουν τά ζώα από το νησί ή θά εξαφανιστούν οι κήποι καί τα λιγοστά  οπωροφόρα δέντρα, επειδή τό υδροκέφαλο καί ανεγκέφαλο κράτος και οι διοικούντες αυτό  υπέκυψαν στις παράλογες απαιτήσεις των άσχετων μέ τη φύση καί την φυσικότητα οικολογούντων νομοθετώντας γενικά καί αορίστως χωρίς νά εξετάσουν – από αδιαφορία ή απειρία- τίς ιδιαίτερες συνθήκες κάθε τόπου. Έγινε δηλαδή, αυτό που λέει ο λαός. « κοντά στο ξερό κάηκε καί το χλωρό».

  Αντί νά ακούσουν όλους εμάς που γνωρίζουμε καί «πονούμε» τόν τόπο μας καί νά επικηρύξουν τά «αδέσποτα» ζώα, (τά αγριοκάτσικα, όπως λέγονται), τά  οποία έχουν  επικίνδυνα πολλαπλασιαστεί καί ρημάζουν τήν ύπαιθρο χώρα εξαφανίζοντας τήν λιγοστή – ούτως ή άλλως- χλωρίδα του νησιού μας καί γκρεμίζοντας μέχρι τό έδαφος τίς ξερολιθιές, αντί αυτού «κυνηγούν» καί καταγγέλλουν τούς λιγοστούς κτηνοτρόφους καί γεωργούς που υπάρχουν ακόμα και  μάλιστα τούς ερασιτέχνες που τρέφουν μερικά ζώα καί συντηρούν μικρούς κήπους από μεράκι καί μόνο.

  Είμαι 85 ετών. Μετά τήν συνταξιοδότησή μου απόκτησα 2-3 κατσίκες. Γεννούσαν, τίς άρμεγα, έπινα τό γάλα τους, έφτιαχνα τυράκια καί είχα εξασφαλίσει τό κρέας τού σπιτιού μου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τίς είχα σε περιφραγμένο χώρο, αλλά τά μικρά ατίθασα και απείθαρχα, όπως όλα τά μικρά, πηδούσαν τά πλέγματα και μού έτρωγαν τά λαχανικά  ή κατέστρεφαν τίς γλάστρες με τα λουλούδια του ξένου  γειτονικού σπιτιού.

  Τους  έβαλα ένα πέδικλο, γιά νά φρενάρω τήν κινητικότητα τους. Σέ λίγες μέρες τό είχαν συνηθίσει καί δέν  μπορούσα να τα πιάσω. Απλώς δέν μπορούσαν να ξεπεράσουν τά πλέγματα.

  Τά είδε ένας περαστικός καί μέ κατήγγειλα στή αστυνομία ως «βασανιστή» ζώων! Αναγκάστηκα νά τα ξεκάμω, για να μην τρέχω  στά δικαστήρια, γέρος άνθρωπος καί να πληρώσω καί τό τσουχτερό πρόστιμο.

  Έτσι στερήθηκα τή χαρά να τα περιποιούμαι κάθε μέρα, νά τα φωνάζω συνθηματικά καί νά τρέχουν  να πάρουν από το χέρι μου τό σύκο ή το χαρούπι, να τους …τραβώ τά αυτιά. (Νάτος, τού ξέφυγε, το είπε. Αυτομαρτυρήθηκε ότι είναι βασανιστής τί ανάγκη έχομεν  άλλων μαρτύρων, θα πούν οι μιμουαπτικοί οικολογούντες), καί να τα  φιλώ συγχρόνως καί εκείνα νά ανταποκρίνονται βελάζοντας χαρούμενα.

  Με ποιο δικαίωμα μοῦ τα  στέρησε όλα αυτά ένας (τάχα) ευαίσθητος, ένας βέβηλος, ένας άσχετος πού γνωρίζει τη φύση μόνο από τήν τηλεόραση ή τους  ζωολογικούς κήπους και δέν ξέρει να ξεχωρίζει τον γάιδαρο από την αγελάδα;

  Κάνω έκκληση σέ κάθε αρμόδιο ή ενδιαφερόμενο καί σέ καθένα που κατέχει υπεύθυνη θέση νά ξανακοιτάξουν τό θέμα αυτό καί νά δώσουν τήν ενδεδειγμένη λύση.

  Οι υποψήφιοι δημοτικοί Άρχοντες να πάρουν σαφή θέση στο πρόβλημα καί να μη μασήσουν τά λόγια τους στις επαφές τους μέ τον κόσμο.

  Οι ανεμογεννήτριες είναι μικρότερο κακό από τά αδέσποτα ζώα (τά αγριοκάτσικα), καί η καταστροφή της οικιακής κτηνοτροφίας και γεωργίας μέγιστο κακό, αφού ή εναπομείνασα «φύση» θά στερηθεῖ της προστασίας των λίγων «τρελλών»  πού επιμένουν να παλεύουν μαζί της καί να αντλούν ζωή απ’ αυτήν, όση ζωή τους απομένει ακόμη.

Αύγουστος 2023

                                                                                                                              Αγία Βαρβάρα, Σμόβολο

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2023

Σπουδή στόν ἒρωτα.

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

Λόγος τρίτος

 «Κόκκιν’ ἀχείλι ἐφίλησα κι ἒβαψε τό δικό μου,

καί στό μαντίλι τό ’συρα κι ἒβαψε τό μαντίλι,

καί στό ποτάμι τό ’πλυνα κι ἒβαψε τό ποτάμι,

κι ἒβαψε ἡ ἂκρη τοῦ γιαλοῦ κι ἡ μέση τοῦ πελάγου.

Κατέβη ὁ ἀιτός νά πιεῖ νερό κι ἒβαψε τά φτερά του,

κι ἒβαψε ὁ ἣλιος ὁ μισός καί τό φεγγάρι ἀκέριο».

(Ν.Γ. Πολίτης Ἐκλογαί ἀπό τά τραγούδια τοῦ ἐλληνικοῦ λαοῦ σ. 158)

  Τό ὑπερφυσικό  τοῦ ποιητή δέν εἶναι ἀνατροπή τῆς φυσικῆς τάξης, ἀλλά εὒλογος μετασχηματισμός της καί ὁμαλή προέκτασή της. Οὒτε τό ὑπερβολικό καί τό άκραῖο βαραίνει στό καθεστώς τῆς ποίησης. Εἶναι καί αὐτό φυσικό, πού σέ καλεῖ μάλιστα νά τό νιώσεις· ἀλλιῶς εἶναι δύσκολο, μᾶλλον ἀδύνατον νά τό κατανοήσεις. Παράδειγμα οἱ στίχοι πού ἱστοροῦν τό ταξίδι τοῦ κόκκινου φιλιοῦ. 

     Στόν προθάλαμο τοῦ ἔρωτα, στήν τέχνη, κάτι ἀναδεύει σάν πρώιμη βεβαιότητα. Ποιητές, ζωγράφοι, μουσουργοί, χρόνια τώρα, αἰῶνες, κι ὅμως ὁ λόγος τους διαρκεῑ. Διαρκεῖ στήν προσωπική ἀμεσότητα τῆς σχέσης. Ὅσο ἀφήνεσαι στήν σχέση, τόσο ἀναλάμπει μέσα σου ἡ προσωπική ἑτερότητα τοῦ λόγου τους, τῆς  «ψυχῆς» τους.  Ὅσο παραδίδεσαι στόν ἔρωτα, τόσο καταυγάζεται ἡ νοσταλγική ἐλπίδα ἀθανασίας καί τῆς δικῆς σου ψυχῆς.

  Κάπως συμβατικά ὃταν ἀναφέρομαι σέ ἓναν ἐρωτευμένο, δέν μιλάω γιά κάποιον ἀνώνυμο, ἀνεύρετο, μυθικό ἂνθρωπο, άλλά γιά ἓναν φυσιολογικό διπλανό μου, πού ἒχει τήν καλύτερη σχέση μέ τόν χρόνο, ρυθμισμένο ἀπό τοῦ κύκλου τά γυρίσματα, τήν φυσικότερη σχέση μέ τόν γύρω του κόσμο, ἒχει δεῖ τό οὐράνιο τόξο, ἒχει δεῖ μέ τά ἲδια του  τά μάτια τήν δημιουργία τοῦ Γαλαξία ἀπό τήν ἐκτίναξη τοῦ Ἠραίου γάλακτος στό διάστημα ὃταν ἡ θεά θήλαζε τόν Ἡρακλῆ, ὀσφραίνεται τήν ἀλλαγή τοῦ καιροῦ ἀλλά καί τῶν καιρῶν, διακρίνει  τόν Λεβάντε ἀπό τόν Πουνέντε, μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει ὃσα σημάδια, οἰωνούς, τοῦ στέλνουν οἱ γαΐλες τοῦ Ξώμπουργου, καί ὃλα τά ὑπόλοιπα ἣμερα καί ἂγρια ζωντανά, ξέρει τό μονοπάτι Χώρας-Πύργου καί τό κάνει νύχτα διαβάζοντας τ’ ἀστέρια, μόνο καί μόνο νά δεῖ χαράματα ἀπό μακρυά τήν  καλή του, μπορεῖ νά ξεχωρίσει τήν μελωδία τοῦ κοτσυφιοῦ ἀπ’ αὐτήν τοῦ ἀηδονιοῦ, γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ ἀκάριωνας καί ποιός ὁ ἀπούρανος,  ξεχωρίζει τόν Βορρά ἀπό τόν Νότο, βρίσκει τρόπο νά ξεδιψάσει ἀκόμη κι ἂν τό παγούρι του εἶναι ἂδειο, ἐννοεῖ τήν φύση ὡς ἓμψυχη  και τήν βλέπει ὂχι πρός κατάκτηση καί ἀξιοποίηση ἀλλ’ ὡς κόσμο ἐκδηλωτικό πού μιλάει καί συναισθάνεται, πού ἀνταποκρίνεται καί συμμερίζεται, ρωτάει τούς ἀνθρώπους κοιτῶντας τους στά μάτια καί ὂχι  τό διαδίκτυο, ἀποστρέφει τό βλέμμα ἀλλά δέν κατεβάζει τά μάτια, τραγουδάει ὡραῖα ἂν καί παράφωνος, εἶναι κοινοτικός, ἒχει ἀναπόδραστα τήν φυσικότερη σχέση μέ τόν ἐσωτερικό του κόσμο καί τούς συνανθρώπους του, ὃταν δέ τόν ἀποκαλοῦν ἀνεγκέφαλο ἀπαντᾶ: ὂχι, ἁπλᾶ εἶμαι ἐρωτευμένος.

«Κρύφτηκα πίσω ἀπ΄ τήν μηλιά.

Καί μόνο γιά τά μῆλα νά ‘ρθεῖς

θά μέ βρεῖς». (Ρίτσος)

 Προσπαθῶ νά προσδιορίσω τό ξεκίνημα καί τίς ἐνδείξεις ἑνός ἐρωτικοῦ χρονικοῦ προσδιορισμοῦ, ἀλλά δέν τά καταφέρνω. Εἶναι ἡ στιγμή πού ἀρχίζει νά κοκκινίζει κανείς ὃταν μιλάει ἢδη μέ τήν ἀγαπημένη του; Εἶναι ὃταν ἡ καρδιά συνεργάζεται μέ τήν ψυχή καί ἀρχίζει νά κτυπᾶ διαφορετικά; Εἶναι ὂταν ἀρχίζει ἡ "ἁμαρτωλή" σκέψη ὃτι αὐτή τήν γυναῖκα δέν τήν ἀγάπησε μέχρι τώρα κανείς ὃπως ἐγώ; Εἶναι ὃταν τό συναίσθημα σκιρτᾶ στήν θέα ἢ τήν ἀκοή τοῦ ἂλλου, διαφοροποιῶντας αἰσθητά τήν μικροψυχία τῆς  πρώτης συνάντησης; Πότε καί πῶς  μεταδίδεται ἓνα νόημα ἀγαπητικά,  πού δέν προϋπάρχει, ἀλλά γεννιέται μέ πόνους γέννας τρομερούς; Καί ἂν εἶναι μέ ὑπονοούμενα, πῶς γίνεται ἡ σύλληψή του ἀπό τόν ἂλλο; Ἡ ἀγάπη μένοντας ἀδιάβαστη μπορεῖ νά ὀλοκληρωθεῖ;

 «… ἀγαπῶ κι ὃλο τόν κόσμο 

γιατί ζεῖς κι ἐσύ μαζί…»

 

   Πυκνότητα αἰσθημάτων,  ἀπότομη συσσώρευση ἀταξίας νηφάλιας, ὁλόγυρα καί ἐντός, παράφορη ὁμιλία, ναρκώνονται οἱ ἀναστολές τῆς εὐπρέπειας, πού ὃλες τίς ἂλλες ὦρες ὑποτάσσουν τό αἲσθημα στούς περιορισμούς τῆς κοινωνικῆς συμβάσεως, ὁ ἒρωτας ἀνοίγει τό στόμα καί τήν ψυχή καί μέσα ἀπό τόν παφλασμό τῆς ἀγἀπης σ’ ἀνεβάζει ψηλά. 

  Χτύποι καρδιᾶς 180, ἀνάσες στηθιαῖες, μέ  γεύσεις ἀνάπνιας στό στόμα, μυρουδιές θυμαριοῦ στό βλέμμα, ποῦ νά χωρέσει τό ἐρωτικό βλέμμα σέ ὁρισμούς; Ὁ ἒρωτας δέν χωράει στήν γλώσσα. Ἀγκαλιάζει τά πάντα. Ὃ,τι κάνει καί ὃ,τι ἀγγίζει,  ἒχει τήν σοφία τῆς παραφορᾶς, πού τήν χαρίζει σέ ὃλο τόν κόσμο. Τό χαμόγελο τῆς ἀγαπημένης δέν εἶναι σύσπαση, εἶναι λάμψη, ὃσο πιό πλατύ τόσο πιό βαθύ προεικονίζεται τό φιλί. Φωνή ζεστή, τρεμάμενα τρυφερή, χάρη στίς κινήσεις, ὁ ἒρωτας μεταλλάσσει ἀκόμη καί τό βάδισμα, δίνει ἂλλο ρυθμό στό κορμί· διαβάζουμε τόν ἒρωτα στό χαμόγελο τῆς ἀγαπημένης μας,  στήν χάρη τῆς κάθε κίνησής της.

  Ἐρωτευόμαστε ὄχι μόνο τό πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλά καί κάθε τι δικό του, κάθε τι πού ἔχει σχέση μαζί του. Ὅ,τι ἀγγίζει, τήν μουσική πού προτιμᾶ, τούς δρόμους πού περπατάει, τίς μυρουδιές, τούς ἀνθρώπους πού ἀγαπᾶ…

 

«…Μονάχα ἐγώ ρωτῶ χωρίς ἐλπίδα

πού μένεις, πού κοιμᾶσαι καί πῶς ζεῖς

κι ἐσύ πού ξέρεις ὃσα ἡ καταιγίδα

δέν ἒχεις κάτι γιά νά μοῦ πεῖς»  (Μάνος Ἐλευθερίου)

 

  Ἡ ἀμοιβαιότητα σημαίνεται στό βλέμμα. Τό πρῶτο σκίρτημα εἶναι πάντα  ἡ ἀθέλητη στάση δύο βλεμμάτων πού διασταυρώθηκαν. Βλέμμα, χαμόγελο,  φωνή, χειρονομία, κίνηση, καί τό φῶς τοῦ ἐρωτευμένου βλέμματος περνάει στά χείλη, στήν ζεστασιά τῆς φωνῆς, στό τρέμουλο τῆς ἐπιθυμίας.

  Ὅταν ἡ ἀμοιβαιότητα τῆς ἐπιθυμίας ὑπερβεῖ τήν σχετικότητα  τῆς μυθολογίας  τοῦ βλέμματος, τότε ἔρχεται αὐτονόητα ἡ γυμνότητα, ἡ παραίτηση ἀπό τό ἔνδυμα. Τότε ὅλο τό κορμί εἶναι βλέμμα καί χαμόγελο, ρυθμός καί χάρι, ἀμεσότητα πόθου γιά πληρότητα τῆς σχέσης, τήν πληρότητα τῆς ζωῆς.

  Άληθινός πλοῦτος εἶναι γύμνια τοῦ δότη, γιἀ αὐτό στόν ἒρωτα δέν ὑπάρχει  ἰδιοκτήτης, δέν ὑπάρχει τό ἒχειν, τό κατέχειν· ὁ ἒρωτας εἶναι χάρισμα. Στούς κόλπους αὐτῆς τῆς γαμήλιας ἐνότητας τό πάθος μεταστρέφεται σέ χάρισμα, χάρισμα πού φέρνει στόν κόσμο καρπό. Καθώς τό Ἐγώ τῆς ἂλλης μοῦ χαρίστηκε, ὀφείλω, γιά νά χαρῶ τήν ζωή, νά τῆς χαρίσω τό χάρισμά μου χωρίς  δοσολογία σταγονόμετρου.  

  Ἀκόμη καί στήν πιό ἐγωκεντρική δίψα ἡδονῆς, τό σῶμα τοῦ Ἄλλου εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό ἀντικείμενο.  Εἶναι τό σημαῖνον τῆς ἐπιθυμίας. Σημαινόμενο, ἔστω ἀνεπίγνωστο,  μόνο ἡ ζωή.

  «…Τά  πουλιά καί τά τριζόνια

 ἂντε τραγουδᾶνε τόσα χρόνια
 κι ἀπό τήν ἀνατριχίλα
 κοκκινίζουνε τά μῆλα…»
(Μιχάλης Γκανάς) 

    Ἀναδιπλωνόμαστε καί σωπαίνουμε γιά νά ἀκουστεῖ ἡ ἀνάσα τοῦ ἀγαπημένου μας  προσώπου· ἐγκαταλείπουμε τόν ἑαυτό μας καί ἀφηνόμστε στά χέρια τῆς ἀγάπης μας νά «μᾶς  ἐρμηνεύσει καί νά ἐρμηνευτοῦμε».

   ἒρωτας εἶναι μιά ἂλλη αἲσθηση τῆς ζωῆς. Ὃσο παραδίδεσαι στόν ἒρωτα, τόσο καταυγάζεται ἡ ἐλπίδα ἀθανασίας καί τῆς δικῆς σου ψυχῆς. Θεέ μου προσφωνοῦμε τήν ἀγαπημένη μας, γιατί ἡ λέξη θεός ὁρίζει μιά ἀμιγῶς  σχέση, ὂχι ἓνα ἀντι-κείμενο νοηματικό. Εἶναι τό ὂνομα τῆς ἀγαπημένης μας. Γνωρίζουμε τόν ἒρωτα καλλιεργώντας μιά σχέση καί ὂχι κατανοώντας ἒνα νόημα. «ἒγνω Ἀδάμ την γυναῖκα αὐτοῦ…». 

  Καί ἠ μετάνοια; Νοηματικό παράγωγο τοῦ ἒρωτα  καί αὐτή. Δέν μιλᾶμε γιά τήν ναρκισσιστική λύπη ἠθικῶν ἢ νομικῶν παραπτωμάτων. Μετάνοια θά πεῖ νά μοιράζεις τήν ζωή σου δωρεάν. Πετᾶς ἀπό πάνω σου κάθε νοηματική ἒνδυση. Ἀλλάζει σέ ὃλα  ἓνας ἐρωτευμένος.  Δέν λέει σέ κανέναν ὂτι εἶναι ἐρωτευμένος. Τό μαρτυροῦν τά πάντα του. Τά πάντα τοῦ χαρίζονται, ἀκόμη καί ὃ,τι  φάλτσο στούς πολλούς, τοῦ φαντάζει σάν μελωδία «Τεσσάρων ἐποχῶν»

 « Πρίν ἀπ’ τά μάτια μου ἦσουν φῶς

Πρίν ἀπ’ τόν Ἒρωτα ἒρωτας
Κι ὃταν σέ πῆρε τό φιλί
Γυναῖκα…»
(Ἐλύτης)

  Πυρῆνας κάθε συζήτησης περί ἒρωτος εἶναι τό πάθος, ὁ σταθερός πειρασμός τῆς ἐνώσεως.  Ἂν τό ἀγνοοῦμε  ἢ τό παραβλέπουμε οἱ ἀποφάνσεις βεβαιώνονται ἀπερίσκεπτα καί οἱ συζητήσεις διεξάγονται ἐπ’ ἂπειρον μετέωρες καί  ἂγονες. Ἐκτός τοῦ   πάθους ζήτημα ἒρωτος δέν τίθεται, παρά φιλολογικά καί τόσο συγκεχυμένα. Ἀκόμα καί οἱ νηπτικοί πατέρες, ὃταν μιλοῦν περί θείου ἒρωτος προσφεύγουν σέ εἰκόνες τοῦ σωματικοῦ.

 

«Ἂνοιξαν  τά δέντρα οὗλα
κι οἱ ἀμυγδαλιές
ἀλήθεια εἶναι ἀγάπη μου σ’ ἀγαπῶ…»
(Θρακιώτικο)