Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

ΟΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ

 


  

  Ο μεγαλοβδομαδιάτικος και αναστάσιμος εθιμικός κύκλος αρχίζει ουσιαστικά από το Σάββατο του Λαζάρου. Παλαιότερα οι γυναίκες ζύμωναν αυτή τη μέρα τα «λαζαράκια», κουλούρια πλεγμένα σε κοτσίδα, που τα πήγαιναν και στην εκκλησία την Κυριακή για ευλογία. Την υποχρέωση για την επανάληψη του αρχετύπου δηλώνει το παροιμιακώς λεγόμενο «Όποιος Λάζαρο δεν πιάσει, / το ψωμί να μη χορτάσει». Τη μέρα εκείνη τα παιδιά τραγουδούσαν τον Λάζαρο, που τόσο πικράθηκε απ’ όσα είδε στον Άδη ώστε μετά την έγερσή του δεν ξαναγέλασε, και οι νοικοκυρές τα φίλευαν και τους έδιναν αβγά:

 

 

Λάζαρε, ειπέ μας τί ’δες

εις τον Άδη που επήγες;

Είδα φόβους, είδα τρόμους,

είδα βάσανα και πόνους.

Δώστε μου να πιώ νεράκι,

να ξεπλύνω το φαρμάκι,

της καρδιάς μου, των χειλέων,

μη με ερωτάτε πλέον.

 

     Την Κυριακή των Βαΐων η αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής διακόπτεται με κατάλυση ιχθύος, λόγω του εορταστικού χαρακτήρα της ημέρας αλλά και εν όψει της αυστηρότερης ακόμη νηστείας που επίκειται. Συμβαίνει όμως «ο πονηρός να σηκώνει τις μέρες εκείνες φουρτούνες και να εμποδίζει την ψαριά», όπως ακριβώς και στην άλλη μεγάλη γιορτή της Σαρακοστής, τη μέρα του Ευαγγελισμού. Απ’ όπου και η παροιμία: «Του Ευαγγελισμού και των Βαγιώ / μπαίν’ ο διάολος μες στο γιαλό».

    Στις εκκλησίες  κρέμονται από τα καντήλια σταυροί πλεγμένοι από φύλλα φοινικιάς. Είναι ευλογία για όποιον προλάβει να πάρει έναν σταυρό απ’ αυτούς την ώρα του Ευαγγελίου, όταν ο παπάς λέει τη φράση «Έλαβον τα βαΐα των φοινίκων». Από την αρχή του Ευαγγελίου προσπαθούν όλοι να πιάσουν κατάλληλη θέση. Τα «βάγια» (κλαδάκια ελιάς) που μοιράζονται εκείνη τη μέρα στις εκκλησίες, τα καίνε στο «κάπνισμα» (ξεμάτιασμα) και τα χρησιμοποιούν ως αποτρεπτικό των δαιμόνων.

 

 

Σταυροί από φύλλα φοινικιάς στα καντήλια

 

 

Κυριακή των Βαΐων. Μοιράζοντας τα βάγια

 

 Στην καθολική ενορία της Χώρας οι πιστοί πραγματοποιούν ιερή πορεία από τον Σαντ-Αντόνιο έως την καθέδρα του Αγίου Νικολάου, κρατώντας κλαδιά φοινίκων, με επικεφαλής τον κλήρο.

 


Κυριακή των Βαΐων. Η ιερή πορεία των καθολικών στη Χώρα

      Μετά τη λειτουργία, τα παιδιά γύριζαν παλαιότερα στους δρόμους, σε μια γραμμή, κρατώντας ένα στεφάνι από βάγια και λουλούδια, που μετά τη γύρα το έριχναν στη θάλασσα, έθιμο που θυμίζει την «ειρεσιώνην» των αρχαίων στις ανοιξιάτικες γιορτές. Έκαναν μεγάλο θόρυβο με «(ν)αργινάρες» (ροκάνες) και τραγουδούσαν:

 

Βάγιο, βάγιο των Βαγιώ,

τρώνε ψάρι και κολιό

και την άλλη Κυριακή

τρώνε κόκκινο αβγό,

για το πείσμα των Βραιώ

που σταυρώσαν το Χριστό.

 

     Από τη Μεγάλη Πέμπτη αρχίζουν οι προετοιμασίες για το Πάσχα. Οι γυναίκες βάφουν τα κόκκινα αβγά. Κόκκινα αβγά έβαφαν πολλοί λαοί και στην αρχαιότητα, στις ανοιξιάτικες γιορτές, ως σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης της φύσης. Το έθιμο στο Χριστιανισμό συμβολίζει το αίμα του Χριστού και εκφράζει τη χαρά για την ανάστασή του. Η παράδοση λέει ότι «όταν αναστήθηκε ο Χριστός, το είπαν μιας χωριανής και δεν το πίστευε. Μόνο αν γίνουν κόκκινα τ’ αβγά που βαστώ –είπε– θα το πιστέψω. Και τα αβγά βάφτηκαν αμέσως κόκκινα!».

     Τη μέρα αυτή ζυμώνουν επίσης τα κουλουράκια και τα τσουρέκια. Παλαιότερα, ετοίμαζαν ειδικά τσουρέκια για τα παιδιά, τις «βλαχούλες» για τα κορίτσια και τους  «αξιωματικούς» για τα αγόρια. Απαραίτητο γλύκισμα της Λαμπρής παραμένουν οι τυρόπιτες, από ανάλατη τηνιακή μυζήθρα: τα «τσιμπητά τυροπιτάκια» ή όπως τα λένε στα Έξω Μέρη «λυχναράκια», σε φύλλο στρογγυλό και τσιμπημένο δαντελωτά με τα δάχτυλα, τα «σκεπασταράκια» και οι «σκεπαστές».

 

Μ. Πέμπτη.  Ετοιμάζοντας τα τσιμπητά τυροπιτάκια

Λυχναράκια και σκεπασταράκια της Λαμπρής

 

     Το βράδυ, παρακολουθούν όλοι από νωρίς τα «δώδεκα ευαγγέλια», παρά το μεγάλο μήκος της ακολουθίας: «Μεγάλη Πέμπτη, ποιος δύναται να στέκει!».  

 

     Το πένθος των ημερών φτάνει στο αποκορύφωμά του τη Μεγάλη Παρασκευή. Οι άνθρωποι προσπαθούν να συμμεριστούν το πάθος του Θεανθρώπου: «Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν πρέπει να ζυμώσεις ούτε να μαγειρέψεις. Μόνο φακές κάνει να μαγειρέψεις αποβραδίς, που ’χουν γλυκάδι (ξίδι). Πρέπει να φας γλυκάδι κείνη τη μέρα, γιατί δώκαν του Χριστού, και μαρούλι ή πικρά χόρτα». Παλαιότερα, έψελναν οι γριές για την ψυχή τους το «Μοιριολόι της Παναγίας», πολύστιχο ποίημα σε αργό, βυζαντινό μέλος, που αναφέρεται στη σταύρωση του Κυρίου και στο θρήνο της μητέρας του:

 

           Για την Αγία Σαρακοστή, τις άγιες ημέρες

          που λειτουργάν οι εκκλησιές και ψέλνουν οι ψαλτάδες

          και λένε το Άγιος ο Θεός, το κύριο Βαγγέλιο

          κι όποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακούγει αγιάζει

          κι όποιος το φυλλοκαρδιστεί παράδεισο θα λάβει.

         Η Παναγία η Δέσποινα κάθουνταν μοναχή της,

         την προσευχή της ήκανε για το Μονογενή της.

        Ακούει βροντές, βλέπει αστραπές και ταραχή μεγάλη,

        βγαίνει να δει στην πόρτα της, βγαίνει και στη αυλή της.

        Βλέπει τον ουρανό θολό, τα άστρα βουρκωμένα,

        το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτημένο.

       Βλέπει τον Αϊ-Γιάννη κι έρχεται κλαμένος και δαρμένος

       κρατάει και στο χέρι του μαντίλι ματωμένο (...).

      Το δάσκαλό μου πιάσανε οι σκύλοι οι Οβραίοι,

      σαν κλέφτη τόνε πιάσανε και σα φονιά τον πάνε (...) κ.λπ.

 

     Στους ναούς των καθολικών τελείται και σήμερα το μεσαιωνικό έθιμο των «Μυστηρίων του Πάθους» ή τα κοινώς λεγόμενα «καντράκια». Είκοσι εννέα εργαλεία και αντικείμενα σχετιζόμενα με το πάθος του Χριστού, ζωγραφισμένα σε ξύλο ή χαρτόνι (καντράκια), υψώνονται διαδοχικά στο μέσον της εκκλησίας κρατημένα από παιδιά, ενώ παράλληλα ψάλλονται ομοιοκατάληκτα τετράστιχα σε λαϊκή γλώσσα. Προηγούνται ανάλογα ποιήματα, επίσης στο τοπικό ιδίωμα, ο «Θρήνος του Εσταυρωμένου» και ο «Θρήνος  της Παναγίας της Πονεμένης».

 

 

Ξινάρα, Μ. Παρασκευή. Τα Μυστήρια του Πάθους, στην Καθολική κοινότητα

                                                                                                


Ξινάρα, τα καντράκια               Μ. Παρασκευή         Χώρα, ο Εσταυρωμένος

      

     Οι ενορίες και τα χωριά συναγωνίζονται για τον καλύτερο επιτάφιο. Τον στολίζουν λεύτερα κορίτσια με «μαντιές» (βιολέτες) και πρασινάδες –σήμερα πλέον με λουλούδια του ανθοπωλείου. Το βράδυ, στη «γύρα», ο κόσμος ακολουθεί με αναμμένα κεριά. Υπάρχει η πίστη ότι όσο δυνατό αέρα κι αν έχει, την ώρα της περιφοράς θα πέσει για να μην τα σβήσει. Στα κατώφλια και στις αυλές των σπιτιών οι γυναίκες θυμιάζουν και πετούν λουλούδια. Πάνω στις πεζούλες ανάβουν κεριά, το ένα δίπλα στο άλλο, και, παλαιότερα, μεγάλες φωτιές με μπάλες από το υλικό που μένει κάτω-κάτω στα βαρέλια του κρασιού.

 

Χώρα. Η «γύρα» των επιταφίων

 

 Στη Χώρα, «τα επιτάφια» των τεσσάρων ενοριών και της Παναγίας συγκεντρώνονται στην παραλιακή πλατεία, όπου γίνεται κοινή δέηση. Προπορεύεται η φιλαρμονική του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας. Ύστερα, κάθε επιτάφιος συνεχίζει τη γύρα του στις γειτονιές της ενορίας. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει καθιερωθεί, ο επιτάφιος του Αγίου Νικολάου-Αγίου Ελευθερίου να φτάνει έως την παραλία Καλάμια και να μπαίνει στη θάλασσα, μαζί με τον ιερέα, τους ψάλτες και τα παιδιά που κρατούν τα φαναράκια και τα εξαπτέρυγα. Εκεί, μέσα στο νερό, γίνεται δέηση για τους «εν ναυαγίω πνιγέντας» και αιτείται η προστασία των πλεόντων από τον προστάτη τους Άγιο Νικόλαο. Η γύρα της Παναγίας περνά και από το νεκροταφείο, φωτισμένο από τα καντήλια όλων των τάφων, όπου αναπέμπεται δέηση για τους κεκοιμημένους. Επιτάφιος  περιφέρεται και από την καθολική ενορία, όμοιος με εκείνους των ορθοδόξων ενοριών. Μετά το τέλος της ακολουθίας, γυναίκες αλλά και άντρες και παιδιά ξεκινούν νύχτα, κρατώντας φαναράκια, και «ανάβουν τα ξωκλήσια», δηλαδή τα καντήλια των ξωκλησιών, με το φως του επιταφίου.

 

Συνάντηση των επιταφίων στην εξέδρα της παραλίας

 

Ο επιτάφιος στη θάλασσα

 

    


Ο επιτάφιος στο κοιμητήριο

 

     Προάγγελος  της πασχαλινής γιορτής είναι η «πρώτη Ανάσταση», το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, η κάθοδος δηλαδή του Χριστού στον Άδη για να κηρύξει τη σωτηρία στους εκεί νεκρούς. Την ώρα που ο παπάς ψάλλει θριαμβικά το «Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην», σκορπίζει λεμονόφυλλα. Όποιος πιάσει λεμονόφυλλο πριν πέσει στο δάπεδο, το βάζει στο πορτοφόλι του «για να ’χει πάντα λεφτά». Αν το πιάσει κοπέλα λεύτερη «θα παντρευτεί στο χρόνο». Από τα πεσμένα κάτω λεμονόφυλλα βάζουν στο σκρίνιο, «για να μην τρώει τα ρούχα ο σκόρος».

     Τη μέρα αυτή ολοκληρώνονται οι προετοιμασίες για το Πάσχα και ετοιμάζονται τα βραδινά φαγητά, η παραδοσιακή μοσχαρίσια σούπα ή –πιο πρόσφατα– η μαγειρίτσα. Στα χωριά, όσοι έχουν ακόμη δικά τους ζώα, σφάζουν το πασχαλινό αρνί μπροστά στο κατώφλι, για το λαμπριάτικο ψητό στο φούρνο. Με το αίμα του κάνουν έναν σταυρό μέσ’ από την πόρτα, «για το γούρι του σπιτιού», πράξη που υπενθυμίζει το πρόβατο της σφαγής των Εβραίων από το βιβλίο της Εξόδου.

 

    Τη νύχτα της Αναστάσεως όλοι πηγαίνουν στην εκκλησία ντυμένοι στα γιορτινά τους και με τις λαμπάδες τους. Αρκετοί παίρνουν μαζί τους αβγά και τυροπιτάκια «για να λειτουργηθούν». Στην Παναγία και σε μερικές ενορίες μοιράζονται σε όλους κόκκινα αβγά με έξοδα της Επιτροπής. Τα κορίτσια που θα ανάψουν τη λαμπάδα τους κατευθείαν από το κερί του παπά, πιστεύεται ότι θα παντρευτούν στο χρόνο. Μόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες σημαίνουν πανηγυρικά, ανταλλάσσονται φιλήματα και ευχές. Δημιουργείται πανδαιμόνιο: κροτίδες, «τρίγωνα», «μάσκουλα». Παλαιότερα, αλλά και σήμερα ακόμη σε μερικά χωριά, «ρίχναν και τριμπονιές» με όπλα εμπροσθογεμή, τα τριμπόνια. Το έθιμο των εκκωφαντικών θορύβων, εκτός από την πρωτογενή του έννοια, να τρομάξει και να αποπέμψει τις δαιμονικές δυνάμεις, εκφράζει τον ενθουσιασμό και την ευφορία των χριστιανών για τη νίκη του Χριστού αλλά και την ψυχολογική εκτόνωση μετά την πένθιμη περίοδο της Μεγαλοβδομάδας.

   

Καρδιανή. Τα τριμπόνια βροντούν!

 

     Παλαιότερα, αλλά και σήμερα σε μερικά χωριά, μετά την αναστάσιμη τελετή στην αυλή της εκκλησίας, έκλειναν την πόρτα του ναού και ο παπάς στεκόταν απέξω με το ευαγγέλιο στο χέρι. Υποδυόμενος τον αναστημένο Χριστό, φώναζε: «Άρατε πύλας»! Κάποιος από μέσα,  που παρίστανε τον διάβολο, ρωτούσε: «Ποιος είσαι συ;». «Εγώ είμαι ο δίκαιος και ο κραταιός», απαντούσε ο παπάς και, σπρώχνοντας την πόρτα με το ευαγγέλιο, έμπαινε θριαμβευτικά με την αναμμένη λαμπάδα του. Το δρώμενο αναπαριστά την εις Άδου κάθοδο του Κυρίου και τη συντριβή του θανάτου, παραπέμποντας στον 23ο ψαλμό και στο στιχηρό αυτόμελο του εσπερινού της Μ. Παρασκευής («άδης ο παγγέλαστος ιδών σε έπτηξεν, οι μοχλοί συνετρίβησαν, εθλάσθησαν πύλαι...»).

     Το αναστάσιμο φως είναι άγιο. Προσέχουν να το φέρουν στο σπίτι χωρίς να σβήσει και κάνουν μ’ αυτό έναν σταυρό στο ανώφλι. Ανάβουν ύστερα το καντήλι, προσπαθώντας να το διατηρήσουν όσο πιο πολύ μπορούν. Στο τραπέζι που ακολουθεί, το πρώτο πράγμα που βάζουν στο στόμα τους είναι ένα κόκκινο αβγό, λέγοντας: «Με τ’ αβγό σ’ έκλεισα (την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς), με τ’ αβγό σ’ ανοίγω». Το τσούγκρισμα των αβγών, εκτός των άλλων, εμπεριέχει ανταγωνιστικό χαρακτήρα για την ανάδειξη του νικητή (του πιο γερού, του πιο τυχερού) και υποδηλώνει τη νίκη της εαρινής βλάστησης επί του χειμώνα.

     Ανήμερα της Λαμπρής γίνονται γλέντια. Στα καθολικά χωριά έκαναν παλαιότερα έναν αχυρένιο άνθρωπο, τον Ιούδα, τον έφτυναν, τον έβριζαν και τον φώναζαν «Προδότη!». Ύστερα τον κρεμούσαν σ’ ένα δέντρο και τον έκαιγαν. Είναι το πανελληνίως γνωστό εθιμικό δρώμενο, το «κάψιμο του Ιούδα», που εδώ έπαιρνε μερικές φορές χαρακτήρα πλησιέστερο προς τη διαπόμπευση του λαϊκού δικαίου, όταν, αντί για αχυρένιο ομοίωμα, υποδυόταν τον Ιούδα ένας χωρικός. Διαλεγμένος με κλήρο, ήταν αναγκασμένος να περάσει μέσ’ από τους δρόμους του χωριού και να δεχτεί το ξύλο, τις βρισιές και τα φτυσίματα των συγχωριανών του.

     Το απόγευμα γίνεται ο εσπερινός της Αγάπης. Η «ανάσταση» (εικόνα της Αναστάσεως σε κοντάρι, με στεφάνι από λουλούδια γύρω της) λιτανεύεται στους δρόμους. Υπήρχε έντονος συναγωνισμός ανάμεσα σε κοντινά ή αντικρινά χωριά, για το ποιο θα ρίξει τις περισσότερες τριμπονιές, «σκεπάζοντας» το άλλο. Όπου υπάρχουν περισσότερες ενορίες (Χώρα, Πύργος), οι αναστάσεις βγαίνουν σε κοινή γύρα.

 

Η «ανάσταση»                       Αϊ-Μάρκος. Αναστάσιμη λειτουργία

 

Χώρα. Οι αναστάσεις ξεκινούν για τη γύρα από τη Μεγαλόχαρη

       Μετά τον εσπερινό, ο κόσμος κάνει βόλτα φορώντας τα γιορτινά του και συνεχίζει το γλέντι. Στην περιοχή του Πανόρμου, έως τη δεκαετία του 1960, έστηναν κούνιες για τις κοπέλες. Τη μία μετά την άλλη τις κουνούσαν τα παλικάρια, ταιριάζοντας δίστιχα για να τις παινέψουν, να τους εκφράσουν την αγάπη τους ή να τους παραπονεθούν.

 

           Γαριφαλιά μου κόκκινη, μη γέρνεις απ’ τη γλάστρα,

           λόγια του κόσμου μην ακούς, τον έρωτά σου βάστα.

 

         Γαριφαλιά μου κόκκινη, πότε θα κοκκινίσεις,

        πότε θ’ αλλάξει η γνώμη σου εμένα ν’ αγαπήσεις;

 

     Και η απάντηση:

 

          Σίδερο να ’ναι το σκοινί κι ατσάλι το δοκάρι

          και τα χεράκια που κουνούν όλο μαργαριτάρι.

 

     Επίσης, οι κοπέλες, την ώρα που τις κουνούσαν, τραγουδούσαν το «τραγούδι της κούνιας»:

 

       Ν’ ανέβω θέλω στα ψηλά, στου Αϊ-Γιωργιού το δώμα,

       να ιδώ για το πουλάκι μου αν αρμενίζει ακόμα.

       Αρμένιζε και πήγαινε στου βασιλιά την πόρτα,

      μα ο βασιλιάς δεν είν’ εκεί, μόν’ τρεις βασιλοπούλες.

      Τη μια τη λένε Μαριγώ, την άλλη Δασκαλίνα,

      την πιο μικρή, μικρότερη, τη λένε Κατερίνα.

      Η μια κεντά τον ουρανό κι η άλλη το φεγγάρι

      κι η πιο μικρή, μικρότερη, κεντά το παλικάρι.

 

     Το έθιμο υπενθυμίζει τις αρχαιοελληνικές «αιώρες» των Αθηναίων παρθένων στη γιορτή των Ανθεστηρίων. Διαρκούσε όλη την πασχαλινή περίοδο. Μαζί άρχιζαν και οι κυριακάτικοι χοροί στην πλατεία.

 

     Όλη η εβδομάδα της Λαμπρής (η Διακαινήσιμος) λογίζεται σαν μια ημέρα. Αξιοσημείωτο έθιμο είναι τα «τραπέζια της αγάπης», όπου οι χωριανοί  έχουν την ευκαιρία να συμφάγουν και να συνεορτάσουν. Στον Κτικάδο, η αγάπη τελείται τη Δευτέρα  του Πάσχα. Στον υπόγειο επιβλητικό χώρο, κάτω από την αυλή της Μεγαλομάτας, στρώνεται ένα στενόμακρο πέτρινο τραπέζι, όπου παρακάθεται το σύνολο των ορθοδόξων του χωριού. Μοσχάρι σούπα, μαγειρεμένο σε καζάνια στο παρακείμενο τζάκι, είναι το παραδοσιακό φαγητό που συμπληρώνεται και από άλλα εδέσματα. Μοιράζονται άσπρα κεριά που τα ανάβουν από τη λαμπάδα του παπά, καθώς εκείνος ψάλλει το «Δεύτε λάβετε φως», ψάλλουν όλοι μαζί το Χριστός Ανέστη, συγχωρούν ο ένας τον άλλον και οι μαλωμένοι συμφιλιώνονται. Είναι το «τραπέζι της αδελφοσύνης». Ύστερα ο παπάς μνημονεύει τους νεκρούς, τους ενταφιασμένους στο χωριό από το 1746 μέχρι σήμερα. Νεκρούς, οι οποίοι παρευρίσκονται και συνεορτάζουν, αφού δίπλα, σε συνεχόμενο χώρο, είναι το οστεοφυλάκιο. Συμπαρουσία στρατευόμενης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας.

 

Λαμπροδευτέρα, Κτικάδος. Στο τραπέζι της αδελφοσύνης

 

     Αγάπη τελείται την ίδια μέρα και στην Καρδιανή. Μετά τη θεία Λειτουργία,  ανταλλάσσεται ασπασμός αγάπης στην αυλή της εκκλησίας, χωριστά από τους άντρες και χωριστά από τις γυναίκες,. Εδώ, το κυρίαρχο έδεσμα είναι η χοντρή «φουρτάλια» (ομελέτα), καμωμένη από πολλά-πολλά αβγά που τα προσφέρουν οι χωριανοί.

     Αγάπες γίνονται και στα καθολικά χωριά, μοιρασμένες σε όλες τις μέρες της Λαμπροβδομάδας. Σχεδόν κάθε χωριό έχει το δικό του ξωκλήσι όπου «μαραντίζει». Οι χωριανοί φέρνουν μαζί τους φαγητά και, μετά τη Λειτουργία, συντρώγουν στις κάμαρες ή στο ύπαιθρο. Φαγητά προσφέρονται και από τους τοπικούς συλλόγους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις σουβλίζονται αρνιά (Βωλάξ, Καλλονή) και κληρώνονται λαχνοί με αρνάκια, κατσικάκια και διάφορα δώρα. Όπου καλούνται τα όργανα ακολουθεί χορός.

 


 


Πέμπτη της Λαμπρής. «Μαράντισμα» και χορός στη Βωλάξ

 

     Την Κυριακή του Θωμά πανηγυρίζει στα Υστέρνια η Παναγία η Λακκωτιανή. Στο πανηγύρι σφάζουν για όλο τον κόσμο ταμένα ζώα, αφού η  Λακκωτιανή, μεταξύ των άλλων, βοηθεί στην ανεύρεσή τους. Το φαγητό που προσφέρεται είναι παραδοσιακά καθορισμένο: κρέας και σούπα. Οι επίτροποι γυρίζουν στα σπίτια του χωριού και μαζεύουν αβγά για το αβγολέμονο και κόκκινα. Κρατούν μεγάλα καλάθια και φωνάζουν: «Το αβγό της Παναγίας!». Τη σούπα τη μαγειρεύουν γυναίκες του χωριού, στις κάμαρες δίπλα στην εκκλησία, σε μεγάλα καζάνια και την ταράζουν με μακριές ξύλινες κουτάλες. Σερβίρεται σε πήλινες γαβάθες. Μετά τη Λειτουργία και την περιφορά, όλοι προσκυνούν την εικόνα στον περίβολο της εκκλησίας και ακολουθεί το τραπέζι της αγάπης στα μακρόστενα πέτρινα τραπέζια της αυλής.


΄


Κυριακή του Θωμά. Στη Λακκωτιανή, στα Υστέρνια


Με μια «ροδαριά» στη Λακκωτιανή

 

      Το ιδιαίτερο στοιχείο στην αγάπη της Λακκωτιανής είναι οι «ροδαριές», λουλούδια στο πιρούνι μαζί με μεζεδάκια, τυροπιτάκια, κόκκινα αβγά, καθώς και σημειώματα με ευχές και στιχάκια. Ροδαριές στέλνει ο πατέρας στο γιο, το παιδί στους γονιούς του, ο φίλος στο φίλο, τα παλικάρια στις αγαπημένες τους. Κάθε λουλούδι, ανάλογα με το είδος και το χρώμα του, παίρνει ειδική σημασία. Ακόμη και αγκάθια στέλνουν για τη σκληρόκαρδη.

Η προσφορά της ροδαριάς δεν είναι βέβαια άσχετη με τη χαρά και τη λανθάνουσα λατρεία για την αναβλάστηση της γης, αλλά και με τη μαγική δύναμη της πρασινάδας και των λουλουδιών να μεταδίδουν στους ανθρώπους, με τη θαλερότητά τους, υγεία και ομορφιά. Ήδη άλλωστε ο χειμώνας, όπως και ο θάνατος, έχει νικηθεί. Η ανοιξιάτικη ευωδία συμβαδίζει με την αναστάσιμη ευωχία, πνευματική και υλική. Παντού κυριαρχεί η χαρά που σκορπά το γλυκύτατο μήνυμα:

     –Χριστός Ανέστη!

 


Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Ἡ Δόξα

 

Κατά Ματθαῖον 16,1-8

 

    «Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν» (Μκ. 16,1). Ἔπρεπε νά τιμήσουν τήν μνήμη του καί νά τήν κρατήσουν ζωντανή. Τό εὔοσμο ἑνός σώματος μετά θάνατον σημαίνει τήν διάρκεια τῆς μνήμης τοῦ νεκροὐ, καθώς ἡ  διάχυτη λεπτότητα τοῦ ἀρώματος ὑπονοεῖ τήν ἐν εἴδει ψυχῆς πνευματική του παρουσία. Ἕλληνες, Ἐβραίοι, Αἰγύπτιοι, Ρωμαῖοι χρησιμοποιοῦσαν πολύ ἀρώματα στίς τελετουργίες τους καί ὄχι μόνο. Θυμίαζαν πάντα στά γεύματα, ὅπως θυμιάζει ἀκόμα ὁ ἱερέας στόν ναό. Μιλᾶμε γιά «ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς».

  Ἐννοεῖται ἡ ὥρα τοῦ συμβάντος ἔχει ἰδιαίτερη σημασία: ὀρθρίζει μιά καινούργια μέρα μέ τόν ἥλιο πού ἀνατέλλει. Ὁ ἥλιος στήν μυθοπλασία τῶν λαῶν ἀντιπροσωπεύει μιά συμβολική ἐπιφάνεια τῆς θεότητος. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι στούς Συνοπτικούς οἱ γυναῖκες φθάνουν στό μνῆμα καί διαπιστώνουν τήν ἀνάσταση τήν ὥρα πού χαράζει ἡ μέρα ἤ μόλις ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Πάντα κατά τούς Συνοπτικούς οἱ γυναῖκες παρακολουθοῦσαν «μακρόθεν» τόν θάνατο καί τήν ταφή τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης θέλει τίς γυναῖκες νά στέκονται πλάι στόν Σταυρό καί τόν Ἰησοῦ νά ἐμπιστεύεται στόν ἀγαπημένο του μαθητή τήν μητέρα του. Οἱ άνδρες σχεδίασαν καί ἀπόσωσαν τά πάθη, ἀλλά  μόνο στίς γυναῖκες  δόθηκε νά γίνουν μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως ἐκείνη τήν αὐγή.  Αὐτές γεννοῦν καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι σέ θέση νά δείξουν τήν νίκη τῆς ζωῆς πάνω στόν θάνατο· αὐτές γνωρίζουν ἀπό πίστη καί ἀγάπη, ὥστε νά δοῦν μιά πραγματικότητα ἡ ὁποία ζητεῖ ὀφθαλμούς τῆς καρδιάς.

  Καθώς πλησίαζαν οἱ  γυναῖκες στόν τάφο ἔλεγαν: «τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;»( Μκ16,3).Τό μνῆμα ἦταν «λελατομημένον ἐκ πέτρας», (Μκ15,46), μέ τήν εἴσοδό του σφραγισμένη  μέ μεγάλη πέτρα. Φθάνοντας οἱ γυναῖκες στό μνῆμα διαπίστωσαν ἔκπληκτες ὅτι ὁ λίθος παρά τό πελώριο μέγεθός του εἶχε μετακινηθεῖ ἀπό τήν θέση του καί ἄφηνε ἐλεύθερη τήν εἴσοδο στόν τάφο. Μέσα στόν πέτρινο  τάφο ὅπου ὁ καθαρός ἀέρας καί τό φῶς δέν εἶχαν εἴσοδο οὔτε ἡ ζωή περιθώρια καί διέξοδο, ὅπου ἐδέσποζαν μαζί μέ τήν βαρύτητα ὅλες οἱ ἀδρανεῖς δυνάμεις τῆς ὕπαρξης, εἶχε ἐγκατασταθεῖ σάν φῶς τῆς ζωῆς ἕνας λευκοφορεμένος, αστραπόμορφος «ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών» (Μτ.28,3) νέος, ἕνας πραγματικός ἄγγελος. Τό λευκό σημαίνει ἀναγεννητική μετάβαση ἀπό τήν νύχτα τοῦ θανάτου στό φῶς τῆς ζωῆς. Εἶναι χρῶμα καθαρότητας καί ὅποιος εἰσέρχεται στό φῶς του βαπτίζεται ἐν πνεύματι. Τό μαῦρο  παραπέμπει στήν σιωπή τοῦ μηδενός, τό λευκό κυοφορεῖ στήν σιωπή του μιά νέα πραγματικότητα, ἀναγγέλλει τήν ἔξοδο  ἀπό τόν ἄδη. Σ’ αὐτή τήν συνθήκη τῶν κύκλων νύχτας καί ἡμέρας, θανάτου καί ζωῆς, οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἐντάσσονται ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τους τέλεια καί μποροῦν νά δοῦν μέ ἄλλα μάτια τά πράγματα· νά ἀντέξουν τό φῶς τοῦ ἀγγέλου καί νά ἀκούσουν τά λόγια του: «μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.  ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν». (Μκ. 16,6). Ὁ ἄγγελος εἶναι πλάσμα τοῦ ἀλλιῶς· πυκνότητα ὑλική μεταμορφωμένη σε καθαρή πνευματικότητα. Καθώς οἱ μυροφόρες γυναῖκες μπαίνουν στόν τάφο μέ ζωντανό τόν Ἰησοῦ στήν ψυχή τους  ἀνυπότακτες στήν φθορά καί τόν θάνατο, καί ἀνοιχτές σέ ὅλα  τά ὄνειρα, προβάλλει ἐντός τους φωτεινά ἡ ἀλήθεια τοῦ εἶναι καί τό αἴσθημα αὐτό –ἡ καλή εἴδηση –ἀπλώνεται λυτρωτικά σάν ἄπειρο.

  Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ὑπακούοντας στά λόγια τοῦ ἀγγέλου, γεμάτες δέος καί τρόμο μέ ὅσα ἔζησαν τρέχουν νά ποῦν τά νέα στούς μαθητές. Τήν συνέχεια τῆς ἀφήγησης τήν ἀναλαμβάνει  ὁ Ματθαῖος. Ὄχι μόνο ἔτρεξαν νά τό ποῦν στούς μαθητές ἀλλά καθ’ ὁδόν «ἰδοὺ ᾿Ιησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ.» (Μτ.28,9). Ὁ Λουκᾶς (24,4-11) πάλι μιλάει γιά δύο άνδρες  «ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις» καί σημειώνει ὅτι οἱ γυναῖκες ἀνέφεραν στούς μαθητές τά γεγονότα ἀλλά   «ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (παραλήρημα) τὰ ρήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς». Πουθενά στά κανονικά Εὐαγγέλια δέν ἀναφέρεται κάθοδος τοῦ Ἰησοῦ στόν Ἄδη, θέμα τό  ὁποῖο παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία ἀπό τά Ἀπόκρυφα τοῦ Βαρθολομαίου καί τοῦ Νικοδήμου.

  Μέ τό ραντεβού στήν Γαλιλαία ὁ ἄγγελος καλεῖ τούς μαθητές –καί μαθητές εἶναι πλέον ὅσοι πιστεύουν στόν Ἰησοῦ ὡς Χριστό- νά ζήσουν ἐσωτερικά ὅ,τι τούς δίδαξε μέ λόγια καί  ἔργα ὁ Ἰησοῦς, πού τούς περιμένει νά ζήσουν τό μήνυμά του ἐδώ και τώρα ὡς  ἐσχατολογική πνευματικότητα, ὥστε νά  ἀναγνωρίζουν τόν Ἰησοῦ σέ κάθε ἄνθρωπο καί νά πορεύονται ἔτσι μαζί του. Τίποτα δέν θά χαθεῖ γιά ὅσους ζοῦν τόν Μεσσία μέσα τους, γιά ὅσους τό ἔσχατο ἔρχεται ἔσωθεν κάθε στιγμή ὡς ὑπαρξιακό γεγονός καί ἄμα  λυτρωτική παραμυθία, όχι ὡς σωτηρία  στό ἄγνωστο μέλλον, ὅπως ἐκείνη τῆς μεταγενέστερης ἑλληνίζουσας θεολογίας. Μήπως ἡ ἀπουσία μαρτύρων κατά τήν στιγμή τῆς Ἀναστάσεως,  ἴσως  καλύτερα ἡ ἀγγελική μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως- δέν ὑπονοεῖ ὅτι ἡ ἀφθαρσία τῆς πνευματικῆς μας οὐσίας ἀποτελεῖ ἕνα μυστήριο καί ὡς τέτοιο καθαρά ἐσωτερικό γεγονός ἀποτυπώνεται στὀ πνευματικό σῶμα τῶν συμβόλων;

  Ἡ ἀφήγηση τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν περιλαμβάνει ὅσα ἐκ τῶν ὑστέρων οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀντελήφθησαν μόλις ἔφθασαν στόν τάφο. Αὐτόπτης μάρτυρας κατά τήν στιγμή τῆς Ἀναστάσεως δέν ὑφίσταται. Μόνο μεταπασχάλιες ἀφηγήσεις διαθέτουμε ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς πέντε στίχους τῆς Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (15,3-8), ὁ ὁποῖος παραδίδει στούς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς του τήν πεποίθηση τῆς κοινότητας  γιά τίς ἀναστάσιμες ἐμφανίσεις τοῦ Ἰησοῦ: ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς,  καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτη ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς,  καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα·   ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείους μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν·  ἔπειτα ὤφθη ᾿Ιακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν·  ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερ εὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. Ὅμως αὐτή ἀκριβώς ἡ λιπομαρτυρία ἀποτελεῖ ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μᾶς ὑποχρεώνει νά διαβάσουμε τήν εὐαγγελική κατάθεση περί τῆς Ἀναστάσεως, ὥστε νά ἀποσπάσουμε ἀπό τήν ἀμαρτύρητη ἱστορικότητα τῆς πίστης ἕνα ὑπερχρονικό  νόημα, τό ὁποῖο καί νά ἐγγυηθοῦμε μέ τήν δική μας ζωή. Τό κενό τῶν Εὐαγγελίων μᾶς ὑποδεικνύει ἐμμέσως πλήν σαφῶς νά ἀφήσουμε τήν ἀντικειμενική πλευρά τοῦ θέματος  καί νά στρέψουμε  τήν προσοχή μας στό πνευματικό του βάθος. Ὁ χριστιανισμός εἶναι καινή ζωή πίστης καί ἀγάπης.  Καί ἡ μέν ἀγάπη συνδέεται μέ λαχτάρα τῆς προσωπικῆς αὐτοπραγμάτωσης, πού τροφοδοτεῖ συνεχῶς ἕνας μεταμορφωτικός δεσμός πρός τό ἀπόλυτο, ἐνῶ ἡ πίστη -Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων (Προς Εβραίους 11,1)- συνιστᾶ δεσμό μέ τό ἀθέατο, ψυχικό ἄνοιγμα πρός τό ἔσχατο μέλλον.

    Βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μέ ἕνα παράδοξο. Δέν καταγράφεται ἐμπειρική τεκμηρίωση τῆς Ἀναστάσεως· ἡ Ἀνάσταση μένει ἀμαρτύρητη.  Ἡ Ἀνάσταση δέν ἀποτιμᾶται ὡς ὑλικό γεγονός γιά νά χρειάζεται ἐξωτερική ἐπαλήθευση. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ τήν πάγια τακτική του προκαλώντας  -ἐσχάτη ταπείνωση- ἀμφιβολία καί γιά τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκη Του.  Ὅπως δυσφοροῦσε μέ τά ἴδια του τά θαύματα, ὅπως ὑπέστη τά πάθη καί τήν σταύρωση γιά νά μήν προσφύγει σέ ὑπερφυσική ὑποστήριξη τῆς μεσσιανικότητάς του, ἔτσι ἔπραξε καί μέ τήν Ἀνάσταση: ἐπέλεξε νά μήν ἐπιβληθεῖ ἄνωθεν ἀλλά νά προβάλει ἐντός μας τήν ἀλήθεια Του, ὥστε νά τήν ὑπερασπιστοῦμε μαρτυρικά μέ τήν ἴδια μας τήν ὕπαρξη.  Πλήρης ἀνατροπή τῆς καθιερωμένης ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, ἀφοῦ τό κύρος τῆς ἱστορικῆς ἀντικειμενικῆς θυσιάζεται στήν πίστη. Ὁ Μεσσίας-Χριστός θέλησε καταθέσεις πίστης καί ὄχι ἀποδείξεις φύσης. Ἐπομένως δέν χρειαζόταν αὐτόπτης μάρτυρας γιά νά ἐπιβεβαιώσει τήν Ἀνάσταση, οὔτε σκέφτηκε κάποιος ἀπό τούς μαθητές νά τό ἐπινοήσει. Ἡ πίστη σώζει.  Τό θέμα δέν εἶναι λοιπόν νά «ἀποδειχθεῖ» ἡ Ἀνάσταση ἀλλά νά «ἀποδειχθεῖ» ἡ πίστη, διά τῆς  ὁποίας ἀναλαμβάνουμε τήν εὐθύνη τῶν ἐπιλογῶν μας. Σέ αὐτή τήν εὐθύνη παίζεται ἡ δική μας ἀνάσταση/ἀνόρθωση. Θά ἦταν καταστροφικό νά ὑπῆρχαν μάρτυρες  τῆς Ἀναστάσεως. Ἀντί πίστης,  θά εἴχαμε τήν ὑπερφυσική ἐξασφάλιση καί μιά ψυχή ρηχότατη. Τοὐναντίον ἡ ἀμαρτύρητη Ἀνάσταση παρακάμπτει τήν ἐξωτερική γνώση τῆς μεσσιανικότητας τοῦ Ἰησοῦ καί μᾶς καλεῖ νά γίνουμε αὐτόπτες μάρτυρες ἑνός φωτεινοῦ δικοῦ μας ἑαυτοῦ καί διάφανου στίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους. Νά ὑπερβαίνουμε τόν φυσικό καί τόν ἱστορικό χρόνο ὡς πεδία προσαρμογῆς καί νά ἀναγεννιόμαστε ἀδιάκοπα. Αὐτό ὑπονοοῦν καί οἱ μεταναστάσιμες ἐμφανίσεις τοῦ Ἰησοῦ, ὅπου οἱ μαθητές καλοῦνται νά ἀντικρύσουν μέ τά μάτια ὡς μάτια τοῦ πνεύματος καί ὄχι νά βεβαιωθοῦν ἐμπειρικά ὅτι ὁ Δάσκαλός τους ἠγέρθη ἐκ τοῦ τάφου. Κάτι τέτοιο θέλει νά πεῖ  καί τό «μή μοῦ ἄπτου» τοῦ Ἀναστάντος Ἰησοῦ πρός τήν Μαγδαληνή, ὡς καί ἡ βεβαίωση τοῦ Θωμά, χωρίς νά ἀκουμπήσει τό δάχτυλό στό σῶμα του.

                                                                                        Γιῶργος Δημόπουλος

 

 

δόξᾰ (δοκέω), I. αντίληψη, γνώμη, σωστή ή λανθασμένη, και ομοίως: 1. προσδοκία, ἀπὸ δόξης, διαφορετικά από ό,τι θα περίμενε κάποιος, σε Όμηρ.· παρὰ δόξαν ἤ..., σε Ηρόδ.· αντίθ., κατὰ δόξαν, σε Πλάτ. κ.λπ.· ἀπὸ δόξης πεσέειν, Λατ. spe excidere, σε Ηρόδ.· δόξαν παρέχειν τινί, κάνω κάποιον να περιμένει ότι, με απαρ., σε Ξεν. 2. γνώμη, κρίση, δόγμα, σε Πίνδ. σε Αττ. 3. όπως το δόκησις, απλή γνώμη, εικασία, υπόθεση, σε Αισχύλ. κ.λπ.· δόξῃἐπίστασθαι, φαντάζομαι, υποθέτω (αλλά, εσφαλμένα), σε Ηρόδ.· επίσης, φαντασία, όραμα, όνειρο, οπτασία, σε Αισχύλ., Ευρ. II. 1. αντίληψη, γνώμη που έχουν οι άλλοι για κάποιον ή κάτι, εκτίμηση, υπόληψη, φήμη, δόξα, Λατ. existimatio, σε Σόλωνα, σε Αισχύλ. κ.λπ.· δόξαν φέρεσθαιἔχειν, σε Θουκ. κ.λπ.· τινάς, για ένα πράγμα, σε Ευρ.· σπανίως λέγεται για άσχημη φήμη, σε Δημ. 2. η κοινώς αποδεκτή αντίληψη, ιδέα που διαμορφώνεται για ένα πράγμα, στον ίδ. III. λέγεται για εξωτερική εμφάνιση, λαμπρότητα, φωτεινότητα, αρχοντιά, ακτινοβολία, σε Κ.Δ.(λεξικό Λίντελ-Σκοτ )

 

 

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Η Σταύρωση

Σταύρωση

Κατά Ματθαῖον 27,27-56

 

  Ἀφού οι Ιουδαίοι συνέλαβαν τον Ιησού στον κήπο  της Γεθσημανή, τον μετέφεραν στο Συνέδριο  για να δικαστεί. Το Συνέδριο, δικαστήριο συγκροτούμενο από Ιουδαίους προύχοντες, με διοικητικές  επί  πλέον αρμοδιότητες, συνερχόταν στον Ναό και αποτελούνταν από εβδομήντα ένα μέλη υπό την προεδρία του Αρχιερέα, ο  οποίος ήταν και ο ανώτατος δικαστής. Όμως η γνώμη του Συνεδρίου ήταν συμβουλευτική εν όψει της κύριας δίκης ενώπιον του Επάρχου της Ρώμης, στην περίπτωσή μας του Πόντιου Πιλάτου.

   Το Συνέδριο, ο Αρχιερέας και οι πρεσβύτεροι, που είχαν έναντι των Ρωμαίων και την ευθύνη της τάξης στην επαρχία της Ιουδαίας, είχαν τους λόγους τους για την καταδίκη του Ιησού. Κατά την τελευταία επίσκεψή του στα Ιεροσόλυμα ο Ιησούς, έγινε ιδιαίτερα ενοχλητικός. Δεν μίλησε απλά για Βασιλεία, αλλά έκανε πανηγυρική είσοδο στην πόλη πάνω σε γαϊδουράκι, όπως είχε δηλαδή προφητέψει για τον Μεσσία ο Ζαχαρίας (9,9 Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραΰς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον). Επί πλέον μπήκε στον Ναό, άρχισε να διώχνει τους εμπόρους, να αναποδογυρίζει τα  τραπέζια των χρηματιστών και τα καθίσματα  όσων πουλούσαν περιστέρια, λέγοντας ότι από οίκος προσευχής κατάντησε σπήλαιο ληστών και τόπος εμπορίου. Η έκφραση «οίκος προσευχής» ήταν του Ησαΐα (56,7) ενώ το «σπήλαιο ληστών» ήταν φράση του Ιερεμία. (7,11). Οι συμβολισμοί που χρησιμοποιούσε ο Ιησούς έβγαιναν από τα προφητικά σπλάχνα της πίστης και έθρεφαν τις πιο αποκαλυπτικές προσδοκίες του λαού. Έπρεπε να εξουδετερωθούν μαζί με τον εκφραστή τους. Έτσι ο Αρχιερέας και ηγεσία των Ιουδαίων αποφάσισαν προ της «δίκης» να θανατωθεί ο Ιησούς και να πάρει μαζί του τα αναμορφωτικά οράματά του. 

  Με όσα έπραξε στον Ναό, ο Ιησούς έδειξε πολύ έντονη εχθρότητα απέναντι στο ιερατείο της Ιερουσαλήμ. Βάλλοντας εναντίον του ιεροσολυμιτικού ιερατείου έβαλλε εναντίον του Ναού και όπως ο Ναός αποτελούσε τον ακλόνητο δεσμό μεταξύ  των Ιουδαίων και του Θεού, κάθε πλήγμα κατά των ιερέων ήταν και πλήγμα κατά του λαού. Επομένως συμφέρει ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται (Ιω.11,50). Η εισήγηση του Καϊάφα στο Συνέδριο ήταν σαφής: Λόγοι  υψίστου εθνικού  συμφέροντος επέβαλλαν την θανάτωση και γελοιοποίηση του  Ιησού.

 

  Όμως γιατί να αποτελεί δυνάμει απειλή, όταν ούτε οπαδούς συγκέντρωνε, ούτε είχε ανάμιξη στα πολιτικά; Τι νόημα είχε να καταδικαστεί για αντιποίηση αρχής ένας τέτοιος άνθρωπος και μάλιστα με συμπαιγνία της ιερατικής  ηγεσίας των Ιουδαίων και του Ρωμαίου Επάρχου; Διότι ενώ σαν βλάσφημος θα μπορούσε να είχε λιθοβοληθεί, οι Ιουδαίοι επεδίωξαν να τον καταδικάσει ο Πιλάτος, ώστε να γίνει καταφανές ότι  επρόκειτο  για τυπική περίπτωση αγυρτείας και απάτης και να ακυρωθεί έτσι το μεσσιανικό του μήνυμα. Δεν ήταν απλά δυνάμει επικίνδυνος ως αμφισβητίας της πνευματικής  και κοσμικής εξουσίας του Ιερατείου  οι Ιησούς· ήταν όντως επίφοβος δεδομένου ότι υπήρχε σαν παρόν της ερχόμενης Βασιλείας, ωσάν «σημείο» του μέλλοντος και φως αληθινό που προκαλούσε νέα κατανόηση του κόσμου και του ανθρώπου, δημιουργούσε νέες μήτρες πολιτισμού, ο οποίος αντί να συνέχει την κοινωνία καταστέλλοντας τις ορμές, θα έτεινε πλέον να τις εξιδανικεύει, να τις   μεταρσιώνει στην έγνοια και την συμπόνια για τον συνάνθρωπο.  Ο Ιησούς έφερε την Βασιλεία κατάσαρκα εκπληρώνοντας το προφητικό έσχατο  με τους λόγους και τα έργα του, ανατρέποντας με την ιστορική του υπόσταση το σύστημα των συμβολικών παραστάσεων που διαμόρφωναν και τροφοδοτούσαν την νοοτροπία και την συμπεριφορά του  θρησκευτικού πολιτισμού των Ιουδαίων.  Το γεγονός της Βασιλείας έβγαζε τον Μεσσία από τον εγκλεισμό του τύπου για να τον ανοίξει στην πνοή της ζωής. Δεν χρειαζόταν την αποπνικτική ασφάλεια του τύπου επειδή βίωνε την Βασιλεία ως υπαρξιακό προορισμό, κράση ατομικής ευαισθησίας και συνείδησης ότι αυτή η ζωή έχει νόημα για τους άλλους και οι άλλοι έχουν νόημα γι’ αυτήν.

  Ο τύπος όριζε απόλυτα για τους Ιουδαίους τα πράγματα και τους καλλιεργούσε μ’ αυτό τον τρόπο ένα ισχυρό ένστικτο των συμβόλων. Έτσι διαισθάνονταν ή ένοιωθαν  τον κίνδυνό του Ιησού, αλλά δεν τον εντόπιζαν, καθώς οι εικόνες που επεστράτευε ο Ιησούς ήταν κοινές, όμως εφαρμοσμένες πάνω του. Τον κατηγόρησαν λοιπόν ότι απειλούσε να καταλύσει τον Ναό, για να τον οικοδομήσει πάλι αχειροποίητο μέσα σε τρεις ημέρες (Μκ. 14,58 :ὅτι ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω), και ότι διεκδικούσε για λογαριασμό του τον μεσσιανικό  τίτλο (Μκ 14,61:πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ;), προκειμένου να δώσουν σχήμα και στους φόβους τους, ώστε να αφανίσουν εύλογα την «βλάσφημη» ύπαρξή του. Διαφορετικά θα επαρκούσαν οι ψευδομάρτυρες. Ήταν πολύ εύκολο για τον Ιησού να αποφύγει τον θάνατο: δεν είχε παρά να επιστρέψει   με τους μαθητές του στην Γαλιλαία και να καθίσει ήσυχος. Όμως ο Ιησούς δεν έκανε τίποτα για να αποφύγει την καταδίκη του. Μάλιστα από το τελευταίο δείπνο εναπέθεσε τα μετά θάνατον στην κοινή ανάμνηση (Α΄ Κορ. 11,24:    λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν) και ζωή όσων πιστεύουν πως η θυσία ακυρώνει τον θάνατο, εφ’ όσον το είναι για τον άλλο υπερβαίνει το είναι ως μηδέν. 

 

  Την θανάτωση του Ιησού αποφάσισε κατόπιν  εισήγησης του Αρχιερέως και του Συνεδρίου ο Πιλάτος, έπαρχος της Ιουδαίας από το 26 έως το 36 μ.Χ,  Σημειωτέον ότι οι ιστορικές πληροφορίες μας για το πρόσωπό του είναι πολύ διαφορετικές από την αγαθή μάλλον εικόνα που μας δίνουν τα Ευαγγέλια, αν  εξαιρέσουμε όσα σε ανύποπτο χώρο και χρόνο σημειώνει ο Λουκάς (13, 1: Παρῆσαν δέ τινες ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ ἀπαγγέλλοντες αὐτῷ περὶ τῶν Γαλιλαίων, ὧν τὸ αἷμα Πιλᾶτος ἔμιξε μετὰ τῶν θυσιῶν αὐτῶν). Σοβαροί συγγραφείς της εποχής όπως ο Φίλων ή ο Φλάβιος Ιώσηπος, μιλούν για τον άνδρα με σκληρά λόγια: για δωροδοκίες, για ύβρεις, για αρπαγές, για άκριτους και συνεχείς φόνους για ωμότητες...  Κάποιοι μάλιστα χριστιανοί επέρριψαν όλη την ευθύνη  για την σταύρωση του Ιησού στη τότε ηγεσία των Ιουδαίων και καλλιέργησε την εντύπωση φιλόχριστου ανθρώπου για ένα ανελέητο και  διεφθαρμένο άτομο σαν τον Πιλάτο, εις τρόπον ώστε δύο αιώνες αργότερα ο Τερτυλλιανός να τον θεωρεί πρακτικά χριστιανό και τον έκτο αιώνα η Κοπτική  Εκκλησία να τον ανακηρύξει άγιο και μάρτυρα! Η πραγματικότητα είναι  ότι αν και ο Πιλάτος δεν διέκρινε κίνδυνο στο πρόσωπο του Ιησού, ο οποίος του  δήλωνε πως η Βασιλεία του ήταν ηθικό και όχι πολιτικό γεγονός (Ιω.18,36: ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς ᾿Ιουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν. ), όταν αντελήφθη τις διαθέσεις των Ιουδαίων έκανε αμέσως  στροφή και υπέκυψε στην θέλησή τους.  Βεβαίως φρόντισαν να του ξεκαθαρίσουν (πρβλ. Ιω. 19,12) πως ενδεχόμενη αθώωση του Ιησού θα  ισοδυναμούσε με εκ μέρους του  αναγνώριση και άλλου βασιλιά εκτός από τον Καίσαρα.  Να θυμίσουμε ότι μόλις τότε είχε εξαρθρωθεί συνωμοσία φίλων του εναντίον του Αυτοκράτορα Τιβέριου.

  Από τους ιστορικούς η Σταύρωση του Ιησού προσδιορίζεται μεταξύ 29 και 33 μ.Χ. Ενδεχομένως νωρίς το πρωί της Παρασκευής, 15 Νισάν, μια μέρα μετά το Πάσχα κατά τους Συνοπτικούς, ανήμερα το Πάσχα κατά τον Ιωάννη,  οδήγησαν τον Ιησού μαζί με άλλους δύο μελλοθάνατους έξω  από  την Ιερουσαλήμ και προς το μεσημέρι, έκτη ώρα, Τον σταύρωσαν. Τρεις ώρες αργότερα (ενάτη ώρα) οπωσδήποτε πριν αρχίσει το Σάββατο, περί την ενάτη ώρα ξεψύχησε. Ο ενταφιασμός έγινε από τον «᾿Αριμαθαίας, τοὔνομα ᾿Ιωσήφ»,  ο οποίος «καὶ ἔθηκεν αὐτὸν ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν.῏Ην δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, καθήμεναι ἀπέναντι τοῦ τάφου». 

 

  Ο χριστιανισμός δέχεται ένα θεάνθρωπο. Οπότε και ο άνθρωπος τείνει προς ανακάλυψη  -όχι προς επινόηση- του αυθεντικού εαυτού του. Μεταβάλλοντας ο Ιησούς τον άνθρωπο σε ανοικτό ερώτημα τον ελευθέρωσε από τον Νόμο και την θέση του μύθου  της πτώσης κατέλαβε η προσδοκία της καινούργιας ζωής. Εκεί που ως εικόνα Θεού έπρεπε να επιλέξω το καλό και να πω όχι στο  ένστικτο για λόγους ηθικής, τώρα ως καθρέπτης Θεού καλούμαι να αναγάγω σε ένστικτο την πνευματική  ελευθερία, να νοιάζομαι και να αγαπώ, να αναρωτιέμαι στην πίστη μου και να ρωτώ. Όλα ελευθερώνονται από την μοίρα της συνθήκης τους όταν γίνουν ερώτημα. Ο Ιησούς έφερε αφυπνιστικά την ιδέα του Θεού που  υποφέρει, γονιμοποιώντας την ιδέα του δημιουργού Θεού ο οποίος περιορίζεται από την φύση που έφτιαξε  και από την ελευθερία που μας έδωσε, αλλά που τον αγαπούμε για την καλωσύνη του και για το εσωτερικό στήριγμα που μας προσφέρει, επειδή μας ζητάει να κατανοούμε-συν+χωρούμε   την δική του ανθρώπινη ατέλεια και προ παντός να συγχωρούμε  κάθε δική μας ατέλεια στο πρόσωπο του διπλανού μας, και όχι για την παντοδυναμία του  και την τελειότητα του ως Δημιουργού. Αν ο Θεός υποφέρει σαν εμένα η αγωνία του ενέχει την αγωνία μου και ο πόνος του γίνεται πηγή της δυνατότητάς μου να συμ-πονώ και να νοιάζομαι αρχίζοντας από τους Πρωτοπλάστους.  Όσο εκείνοι έτρωγαν από το δένδρο της ζωής, περνούσαν στον Παράδεισο σαν όλα τα πλάσματα· όταν βρέθηκαν στον πειρασμό να παρακούσουν τον Θεό για να δοκιμάσουν τον καρπό του δένδρου της γνώσεως, και το έπραξαν με το τίμημα που όλοι ξέρουμε, έπρεπε να σηκώσουν ανθρώπινα το δίλημμα και βάρος του καλού και του κακού, εν συνειδήσει δηλαδή ότι στο τέλος τούς περιμένει ο θάνατος και ότι τούς χρειαζόταν οπωσδήποτε το νόημά του. Αυτό το νόημα περιγράφει ο Σταυρός.

 

   Ο Ιησούς έπρεπε να πεθάνει για  να πάρει επάνω του τις αμαρτίες του κόσμου (Ησαίας 53,3-5: ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν…. τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται). Αμαρτία δεν είναι να παραβαίνεις ηθικές αρχές· είναι να ζεις μέσα στα όρια που σου έχουν θέσει  άλλοι, να ζεις μ’ άλλα λόγια υπό τον νόμο και τον φόβο του. Ο φόβος μας ευνουχίζει και μας εξαγριώνει. Τον φόβο που έκανε τον Καϊάφα να προστατεύει με  αίμα την συνοχή του έθνους του· τον Πιλάτο να  καταδικάζει για να μην δυσαρεστήσει  τους Ιουδαίους και  τον αυτοκράτορα· τον Πέτρο να απαρνιέται τον Ιησού· τον Ιούδα να τον προδίδει, αυτό τον φόβο θέλει να πολεμήσει ο Ιησούς με τον θάνατό του. Δέχεται να ξεσπάσει επάνω του το μίσος και η αγωνία των άλλων για να  λυτρώσει την ύπαρξη από τον φόβο. Έπρεπε να μας κρατήσει ανθρώπους και ήξερε πως ο φοβισμένος άνθρωπος ακυρώνει τον εαυτό του καθώς αλλοιώνει την συνείδηση, μας  γεμίζει δυσπιστία και μας κλείνει ψυχικά. Ο φόβος γεννιέται από βαθύ τραυματισμό και απλώνεται όπου η  ανάγκη κυριεύει  την αλήθεια. Αλήθεια είναι ο τρόπος που βιώνουμε την ψυχική άνοιξη και ελευθερία μας, η επικοινωνία στην σημασία και όχι στην χρήση των πραγμάτων. Δεν αρκεί να ονομάζουμε την αλήθεια, πρέπει και να την πιστεύουμε. Ο φόβος δεν μπορεί να υποτάξει την πίστη στην αλήθεια. Αποφεύγω την αλήθεια για να μην είμαι ως προς στον άλλο διαθέσιμος. Η εμμονή στην αλήθεια  είναι εμμονή στον πλατύτερο δυνητικό μας εαυτό. Το ψέμα και ο φόβος ανήκουν στην παθολογία της ατομικότητας, δείχνουν το ασυμφιλίωτο με τον εαυτό μου. Ο θάνατος για την αλήθεια δίνει προβάδισμα  στην ζωή απέναντι στον φόβο και την αγωνία.  Πεθαίνοντας για την αλήθεια ο Ιησούς δεν απέδειξε απλά την αλήθεια όσων είπε και έπραξε· άρχισε να υπάρχει στην ζωή μας. Πεθαίνουμε από φόβο· πέθανε για να διασκεδάσει τους φόβους μας, να μην αφήσει να υποκύψουμε στο σκοτάδι της θλίψης και της απελπισίας. Ο Ιησούς πέθανε από αγάπη στην ζωή και υπ’ αυτή την έννοια θυσιάστηκε,  ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη  (Ησαΐου 53,7), φέρνοντας μια καινούργια ελπίδα.

 

   Αγάπη της ζωής σημαίνει επιθυμία κοινωνίας.  Στην ευθυμία της κοινωνίας προσφέρουμε και δεχόμαστε την σάρκα και το αίμα. Στην ζωή είμαστε μαζί· στον θάνατο είμαστε εκτεθειμένοι και ανυπεράσπιστοι. «Άφωνο» ήθελε στην ταπείνωση της σφαγής ο Ησαΐας τον Μεσσία –Δούλο του, άφωνος βασανίστηκε και σταυρώθηκε ο   Ιησούς. Κυρίως πέθανε μόνος! Με το τέλος μοναδικό αποδέκτη  του είναι σου, ούτε να πάρεις πίσω το βλέμμα γίνεται ούτε την κραυγή σου. Εκεί τίποτε δεν δίνει το κουράγιο της ζωής, τίποτε δεν σε αφήνει να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου. Όμως με το μοναχικό του  πάθος ο Ιησούς δεν έμεινε στο Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες; Έκανε ακόμη μια κίνηση: αντιπαρέθεσε στον  θάνατο τον υπαρξιακό του προορισμό και βίωσε με τον τρόπο του το νυν απολύεις τον δούλο σου- έθεσε όριο ζωής  την εκπλήρωση της αποστολής του. Ο θάνατός έτσι απέκτησε νόημα και παρέδωσε το πνεύμα μαζί με το σώμα, πονεμένος πλην γαλήνιος.  Αυτή την ειρήνη θα υπογραμμίσει το τετέλεσται του Κατά Ιωάννην. Ο θάνατος γίνεται εναγώνιος όσο το πνεύμα αντιστέκεται ενώ το σώμα φθίνει. Τότε το νόημα της ζωής μένει μετέωρο ως ανολοκλήρωτο και ο θάνατος έρχεται σαν τιμωρία.   «Τετέλεσται» σημαίνει  την πληρότητα και ανάπαυση που δίνει στο πνεύμα μου η επίγνωση ότι δεν ζω ούτε πεθαίνω για μένα. Ζώντας και πεθαίνοντας για τους άλλους ο Ιησούς υπέφερε μόνος και σιωπηλός τον θάνατο. Ξαφνιάζει το γεγονός ότι στις ευαγγελικές διηγήσεις  της Σταυρώσεως δεν υπάρχει  ο παραμικρός θυμός, η ελάχιστη αγανάκτηση. Δεν παίζει κατευναστικά ρόλο η αναμενόμενη Ανάσταση. Ο λόγος είναι διαφορετικός  και πρέπει να συνδέεται με την αποδοχή του θανάτου ως άδειασμα της ανθρώπινης  μερικότητας. Εσωτερικεύοντας ο  Ιησούς τον σταυρικό του θάνατο, η επιθετικότητα μεταρσιώνεται σε πόνο και συγγνώμη του Μεσσία. Σκοτώνω εφ’ όσον πεθαίνω· εφ’ όσον θυσιάζομαι συγχωρώ.  Το πρόσωπο τού σταυρωμένου Μεσσία παίρνει επάνω του  τις αμαρτίες του κόσμου, δημιουργεί εντός μας χώρο ζωτικό για να συμφιλιωθούμε με  τον πόνο και τον θάνατο, να βγάλουμε από πάνω και από μέσα μας το ίδιο το κακό. Όσο θα παραμένει ριζικό κακό ο θάνατος, όσο το τέλος θα βρίσκεται στο φυσικό εκτός, η εσωτερικότητά μας θα μένει ατροφική  και ο άνθρωπος ανελέητος. Δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την συμφιλίωση με τον θάνατο επάνω στον σταυρό· όταν σταυρώνεται ο Θεός ανασταίνεται ο άνθρωπος.

 

Γιῶργος Δημόπουλος

 

 

 


Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Θρυμματισμένοι καιροί

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

   Πρόκειται γιά μιά προσπάθεια διατύπωσης, ψηλαφητά, τῶν σύγχρονων καταφανῶν Ἑλλαδικῶν προβλημάτων, διερεύνησης τῶν αἰτίων τους, τῶν προοπτικῶν τους, ἰχνηλατώντας  ταυτόχρονα τήν προσωπική και συλλογική μας πορεία.

  Δέν γίνεται νά πιάσεις τό ἓνα δίχως νά πιάσεις τό άλλο. Ἓνα πλησίασμα λοιπόν, δίχως  ἡττοπάθεια, δίχως ἀπολογητικούς πειρασμούς, χωρίς κινδυνολογίες. Ἓνα πάλεμα καλύτερα, μέ τήν χαρά καί τήν ἐνοχή, μέ τό κοινωνικό κακό  καί  μέ  τήν χριστιανική πίστη, μέ τήν ἒξοδο στίς ρύμες τῆς πόλης καί  τήν καταβύθιση στόν σκοτεινιασμένο μου ἐαυτό. Διαπλοκή δύο δρόμων: τῆς λαχτάρας γιά ἒναν κόσμο δίκαιο καί τῆς συνάντησης μέ τόν διπλανό.

   Γραμμές ἀπό ἓναν σαστισμένο σέ συνάντηση μέ τούς ὀμοίους του. Μιά προσπάθεια νά κατανοήσουμε τί συνέβη καί βρισκόμαστε μπροστά σέ αδιέξοδο. Τά  προβλήματα εἶναι ξεκάθαρα,  ἠθικά καί πολιτικά.

  Τό πρῶτο μεγάλο ζήτημα  εἶναι ἡ  ξέφρενη κοινωνική ἀνισότητα. Ἀντί  νά προχωροῦμε καί νά ἐξελισσόμεθα, ἐπιστρέφουμε στά δεδομένα τοῦ 18ου αἰῶνα διατυπωμένα  χαρακτηριστικά ἢδη ἀπό τήν ἐποχή ἐκείνη: «Οἱ  ἐργαζόμενοι ἐκτός ἀπό τήν ἀνέχειά τους δέν ἒχουν τίποτα  ἂλλο νά  τούς κεντρίζει ὣστε νά γίνουν χρήσιμοι, τήν ὁποία  εἶναι  φρόνιμο νά τήν   ἀνακουφίζουμε ἀλλά ἐξαιρετικά ἀνόητο νά τήν θεραπεύουμε»!

  Γιά  πάνω ἀπό ἑκατό χρόνια, ὡς τήν δεκαετία τοῦ 1970, ἡ  ἀγωνιστική κριτική παρέμβαση ἒβαζε κάποιο φρένο στήν ἐγγενῆ ροπή τοῦ καπιταλισμοῦ πρός τήν ύπέρμετρη ἀνισότητα. Ἒκτοτε, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τίς ΗΠΑ, οἱ κρατικοί  φραγμοί ἀνατράπηκαν καί ἡ ἀνάπτυξη  τῆς ἀνισότητας ἀπελευθερώθηκε. Ἐνῶ τό 1968 γιά παράδειγμα, ὁ διευθύνων σύμβουλος  τῆς General Motors  λάμβανε 66 φορές μεγαλύτερη ἀμοιβή ἀπό τόν τυπικό ἐργάτη της, τό 2013 ὁ ἀντίστοιχος σύμβουλος τῆς Walmart εἰσέπραττε 900 φορές περισσότερα ἐνῶ  σήμερα τά περίφημα "γκόλντεν μπόις"  λέγεται ὃτι ἒχουν πενταπλασιάσει τίς ἀμοιβές τοῦ 2013. Ἐξ ἂλλου  εἶναι γνωστό ὂτι λίγοι ὐπερπλούσιοι ἐλέγχουν πλέον τό σύνολο τῶν πόρων τοῦ πλανήτη.

  Μπορεῖ στήν Εὐρώπη νά εἶναι πρός τό  παρόν κάπως καλύτερα τά δεδομένα, ἀλλά καθώς κερδίζει ἒδαφος ἡ μίμηση καί ἡ ἐπιβολή τοῦ Ἀμερικάνικου προτύπου, ἡ κατάσταση ἐξελίσσεται ἀκάθεκτα πρός τήν ἲδια κατεύθυνση.

  Πρώτη διδάξασα ἡ Μάργκαρετ Θάτσερ.  «Νομίζω ότι έχουμε περάσει μια περίοδο όπου σε πάρα πολλούς ανθρώπους δόθηκε να καταλάβουν ότι αν έχουν κάποιο πρόβλημα, είναι δουλειά της κυβέρνησης να το αντιμετωπίσει. Λάθος. Υπάρχουν μεμονωμένοι άνδρες και γυναίκες, και υπάρχουν οικογένειες. Και καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτα παρά μόνο μέσω των ανθρώπων, και οι άνθρωποι πρέπει να κοιτάξουν πρώτα τον εαυτό τους. Είναι καθήκον μας να προσέχουμε τον εαυτό μας και μετά να προσέχουμε και τον πλησίον μας».

  Ἀντάμα μέ τήν κοινωνική ἀνισότητα πηγαίνει φυσικά ἡ κατάρρευση τῶν κοινωνικῶν ὑποδομῶν, ἡ μαζική ἐξαθλίωση, τό ἒγκλημα, ἡ παραβατικότητα, ἡ παιδεραστία, ἡ μέ κοινωνική ὐπεραξία ἐφηβική ἀκραία βία, ἡ κοινωνική μειονεκτικότητα, ἡ αὒξηση τῶν ἀδύναμων νά  ἀντιμετωπίσουν τήν ἀρρώστια τους, οἱ ἐν ψυχρῶ δολοφονίες, ἡ  κυνική ἐγκατάλειψη τῶν ἐκπτωχευμένων… Ὃταν ὑπάρχει ἒστω καί ἓνας φτωχός κάποιοι προσέχουν! ὑπέρμετρα τόν ἑαυτό  τους, πιό ἁπλά κλέβουν ἀσύστολα.

  Οἱ Εὐρωπαῖοι ἀποδέχθηκαν πειθήνια τά πάντα, ἀπό τίς κάμερες κλειστοῦ κυκλώματος ἓως τήν ἐνισχυμένη καί ἀδιάκριτη ἀστυνόμευση. Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἐλεύθερου καπιταλισμοῦ μοιάζει νά συμβαδίζει μέ τήν ἀνάπτυξη ἑνός κράτους «ὀργουελικοῦ» τεχν-ολοκληρωτικοῦ τύπου. Ἒχει φαίνεται ἐκλείψει τό ὑποκείμενο ἐκεῖνο  τό ὀποῖο κατά παρελθόν ἀναλάμβανε τήν εὐθύνη τῆς ἀντίστασης προκειμένου νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἐπαπειλούμενη πλήρης κατάρρευση τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ.

  «Δυστυχῶς  δέν ὑπάρχει ἐναλλακτική λύση» ἐπαναλαμβάνουν ἐν χορῷ   οἱ ὑπεύθυνοι πολιτικοί καί θεσμικοί παράγοντες. Ὁ  ἐλεύθερος ἂναρχος  καπιταλισμός μᾶς παρουσιάζεται ὡς μιά «φυσική πραγματικότητα». Κάτι τελείως ἀνεξάρτητο ἀπό τήν θέληση  τῶν ἀνθρώπων. Καί σάν νά μήν ἒφτανε αὐτό ἡ ἀνισότητα ἒχει πλέον ἐξιδανικευθεῖ. «Τό νά ζεῖς μέσα  στήν ἀνισότητα καί τίς παθολογίες της εἶναι ἓνα γεγονός πού παράγει θλίψη. Τό νά τό γλεντᾶς  κιόλας εἶναι κάτι τελείως διαφορετικό. Βασιλεύει παντοῦ ἡ ἐντυπωσιακή τάση νά θαυμάζονται  τά μεγάλα πλούτη καί  νά τούς ἀποδίδονται δοξαστικές τιμές». (T. Judt). «Νά θαυμάζονται» ἀπό  τήν μεγάλη μάζα ἐννοεῖται!

  Ἀκόμη καί  ὃσοι  ὑποφέρουν ἀπό τήν ξέφρενη ἐλευθερία τῶν ἀγορῶν συναντιοῦνται στήν ἐμπεδωμένη πλέον ἂποψη ὃτι τοῦτο ἀποτελεῖ μονόδρομο, παρά τήν συνεπαγομένη ἐμφανή ἒκρηξη τῆς κοινωνικῆς ἀνισότητας καί ξεχαρβαλώματος τήν ὁποία αὐτή προκαλεῖ.

   Δέν εἶναι ἀπό σύμπτωση πού μιά νέα γενιά  ἒχει ἀσκηθεῖ νά ἀκολουθεῖ αὐτόν τόν «μονόδρομο», τόν δίχως ὁράματα,  ἐντελῶς συμβιβασμένη καί ἀφοσιωμένη στό κυνήγι τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐπιτυχίας, παρ’ ὂτι  εἶναι ἐμφανές ὃτι αὐτοῦ τοῦ εἲδους ἡ ἐπιτυχία  εἶναι γιά λίγους, γιά  πολύ λίγους.

  Ἡ σκέψη τῆς νεολαίας μοιάζει νά εἶναι ξεκομένη ἀπό κάθε ἒννοια πολιτικῆς. Οἱ κυρίαρχες φαντασιώσεις  περί εὐμάρειας  καί προσωπικῆς ἀνέλιξης παραμέρισαν καί  δυσφήμισαν  ὁ,τιδήποτε ἒχει σχέση ἢ ἀναφορά στόν  συλλογικό προβληματισμό. Ζητήματα ὃπως ἡ πολιτική ἐλευθερία καί μέριμνα, ἡ κοινωνική δικαιοσύνη καί συλλογική δράση, πού ἀπασχολοῦσαν τούς ἂμεσους ἀνιόντες τους, μοιάζει νά τούς εἶναι ἂγνωστα. Ἐξαφάνισαν ἀπό τήν σκέψη  τους τό «νεανικό ἀντιρρητικό» πνεῦμα, τό ζωτικό ὀξυγόνο δηλαδή τῆς ἐπιβίωσης τῶν  δημοκρατικῶν θεσμῶν. 

 Προσπαθῶ νά ἐμβαθύνω στά πιθανά αἲτια τῆς κρίσης καί ἑπομένως  στίς  προϋποθέσεις ἀναγέννησης, χωρίς  νά ἀναλωθῶ σέ ἠθικολογικές ἐκκλήσεις: ὃτι χρειαζόμαστε σκοπούς ζωῆς, ὃτι πρέπει νά δώσουμε προσανατολισμό στούς νέους, νά σκεφθοῦμε, νά ὀραματιστοῦμε διεξόδους, νά ἀναπλάσουμε τόν δημόσιο διάλογο καί ἂλλα τέτοια αὐτονόητα ἀλλά  ἂγνωστο πῶς ἐπιτεύξιμα.

  Μόνο στέκομαι  στήν περιγραφική βάση δύο κρίσιμων συστημικῶν φαινομένων: Τί μπορεῖ κανείς νά προτείνει στόν σύγχρονο μηδενισμό; Στήν δικτατορία τοῦ σχετικισμοῦ, στήν ἀποθέωση τῆς ἰδιωτικῆς ἐπιθυμίας, στήν ἀπαξίωση τῶν κοινωνικῶν ἀξιῶν, στήν ἀναγωγή τοῦ χρήματος σέ αὐταξία μοναδική, ἀπόλυτη, στήν ἀντίστοιχη ἀποσύνθεση/ἐξουδετέρωση τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ ὑποκειμένου τοῦ φιλελευθερισμοῦ καί τῆς σοσιαλδημοκρατίας, τοῦ περιβόητου ἀτόμου;

  Τό ἂλλο φαινόμενο εἶναι ἡ πολιτική ἀντιμετώπιση τοῦ σύγχρονου μηδενισμοῦ μέσω τῆς μεθοδικῆς διολίσθησης στόν τεχνοσυστημικό ὁλοκληρωτισμό, ὃπου ὁ  ἂνθρωπος  μεταβάλλεται σέ πανοπτικῶς ἐπιτηρούμενο ἀναλώσιμο ἀντικείμενο, σέ δοῦλο-res-πράγμα. Ἡ πολιτική βεβαίως ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται, ἀλλά μεταλλαγμένη σέ τεχνική ἀποκλειστικά θεραπαινίδα  τοῦ ἀπρόσωπου Τεχνοσυστήματος.

   Τό ἐστιακό κέντρο  τῆς κρίσης δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὃτι ὀνομάζεται σύγχρονος μηδενισμός πού μᾶς θέτει ἐντός τοῦ ἀκόλουθου τριλήμματος: ἀναπαλαίωσης τοῦ νεωτερικοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, ὃπως προτείνεται ἀπό τήν συμπαγή σκέψη τῆς κοινωνιολογικῆς σχολῆς τοῦ Στρασβούργου, ἐπιστροφῆς στό προνεωτερικό κολεκτιβισμό, πίσω από τό ἂτομο, ὂπως προτείνεται ἀπό ὂψιμες ἐναλλακτικές θεωρίες στίς ΗΠΑ,  ἢ ὑπέρβασης τοῦ διπόλου κολεκτιβισμοῦ/ἀτομοκεντρισμοῦ καί μετάβαση σέ ἓναν μετανεωτερικό πολιτισμό, πού ἀχνοφαίνεται ὡς τάση στήν Σκανδιναβία. 

 Δέν θέτουμε πλέον πολιτικά ἐρωτήματα. Χάθηκε ἀπό τόν ὁρίζοντά μας ὁ συλλογικός σκοπός, ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἒλευσης μιᾶς καλύτερης κοινωνίας καί  ὁ διάλογος, ὡς στοιχειώδης δυνατότητα πού προσφέρει ἡ Δημοκρατία.   

  Ἡ ἀποδόμηση τῶν οἰκονομικῶν ἀρμοδιοτήτων καί πρωτοβουλιῶν τοῦ Κράτους με παράλληλη τήν ἐνίσχυση τῶν ἀρμοδιοτήτων του ὃσον ἀφορᾶ τήν  συλλογή πληροφοριῶν καί τήν καταστολή, οἱ ἰδιωτικοποιήσεις  μέ τήν ἐπ’ ἀόριστον ἐγγύηση τοῦ δημοσίου χρήματος χωρίς διακριτό  συλλογικό ὂφελος, ὁδήγησαν στήν ἀποποίηση τῶν ἠθικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἀπέναντι στούς πολίτες του. Αὐτό σημαίνει πολύ ἁπλᾶ τήν ἀποδόμηση τοῦ κράτους πρόνοιας, σέ μιά πορεία ἡ ὁποία ὁδηγεῖ  στήν διάλυση τῆς κοινωνίας. Οἰ πολίτες ὃλο καί πιό πολύ ἰδιωτεύουμε. Ἡ ζωή μας γίνεται μοναχική, φτωχή καί ἂσχημη, ἀλλά τό κράτος παντοδύναμο.

  Αὐτήν τήν πραγματικότητα ἐκμεταλλεύεται ὁ  νεοναζισμός, ἡ ἀκροδεξιά. Συγκροτεῖ μικρές ὁμάδες καί δίνει νόημα, ταυτότητα καί ὂνομα ἐκεῖ πού οἱ συλλογικές διαδικασίες εἶναι ἀνύπαρκτες προκαλώντας μέ τό χάος πού ἐπικρατεῖ, ἂγχος στούς  πολίτες.

  Οἱ συνέπειες τοῦ μίσους, τοῦ φθόνου, τῆς   πίκρας πού ἐμφανίζονται στίς ἂνισες κοινωνίες εἶναι διαβρωτικές γιά τό σύνολο καί  τόπος νά ἀνθίσουν ἀκραῖα πολιτικά  καί θρησκευτικά κινήματα. Μήν ἀναρωτιόμαστε γιά τήν ἂνοδο  τοῦ νεοναζισμοῦ στήν Ἐλλάδα καί κυρίως γιά τήν  ἀποδοχή του ἀπό τούς Χριστιανούς. Άγευστοι έκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί  ζωῆς, ζώντας ἀνώνυμα στίς ἐνοριακές ὀντότητες, σαστισμένοι ἀπό τίς ραγδαῖες ἀλλαγές, καθοδηγούμενοι ἀπό κληρικούς οἱ  θέσεις τῶν ὀποίων δέν ἀντέχουν τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀποδέχθηκαν τό ψέμα ὡς ἀλήθεια.  Ζώντας ὡς πρόσωπα  στίς κοινότητές μας δέν ἒχουμε καμιά ἀνάγκη γιά ὑποκατάστατα πού ὁδηγοῦν στόν ὂλεθρο.  

  Ἡ ἰδιώτευση ἒχει  καί ἂλλη ρίζα, ἡ ὁποία  εἶναι συνέπεια  τῆς ἀποδιάρθρωσης τοῦ δημόσιου τομέα. Τήν δυσχέρεια νά κατανοήσουμε τί κοινό ἒχουμε με τούς ἂλλους. Ἂν ο καθένας ἐπιλέγει τά ‘κοψίδια’ γνώσης καί πληροφορίας πού τόν ἐνδιαφέρουν ἀλλά ἀποφεύγει τήν ἒκθεσή του σέ ὀτιδήποτε ἂλλο, τότε πράγματι διαμορφώνουμε παγκόσμιες κοινότητες ἐκλεκτικῆς συγγένειας χάνοντας ὂμως τήν ἐπαφή μέ τίς συγγένειες τῶν γειτόνων μας.

  Δέν γνωρίζω  νά ὐπάρχει κάποιος πού νά μήν ἀντιλαμβάνεται ὂτι ὁδηγούμαστε  μέ μαθηματική ἀκρίβεια στήν ἀποσάθρωση  τῆς κοινωνίας μας. Κάποιοι   φίλοι μου ἀποδίδουν τήν πορεία αὐτή στόν καπιταλισμό. Προσωπικά ἐκτιμῶ ὃτι  τοῦτο δέν ὀφείλεται  μόνο σ’ αὐτό, ἀλλά καί στήν διάβρωση τοῦ δημόσιου χώρου, στήν ἀποπολιτικοποίηση, στήν ἀπουσία νεανικῶν πολιτικῶν κινημάτων, στούς λάϊτ πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι πλέον αἰσθάνονται  διαχειριστές, (μέ ἐμᾶς  νά τούς αἰσθανόμαστε καταχραστές)  καί ὂχι ἡγέτες. Πεπεισμένοι ὂτι δέν μποροῦν νά κάνουν καί πολλά, δέν κάνουν πολλά, καί φυσικά δέν συμβολίζουν τίποτα. Φωτογραφίες, πολυεπίπεδα άλληλολιβανίσματα ἐπαρχιακοῦ τύπου... «Ὃπου γάμος καί χαρά ἡ Βασίλω πρώτη». Ὃποιος πολίτης δέν ἒχει ἒμφυτη τήν ἀρετή τῆς συμπάθειας δέν κάνει γιά πολιτικός.

   Σέ παγκόσμιο πιά ἐπίπεδο (ἀφοῦ παγκοσμιοποιημένο εἶναι καί τό «παράδειγμα») ἒχει πάψει ἠ πολιτική, πρό πολλοῦ, νά εἶναι ἀναμέτρηση προγραμμάτων, προτάσεων, διαχείρισης τῶν κοινῶν ἀναγκῶν καί ἐπιδιώξεων, ἀντιμαχία ἒστω ἰδεολογικῶν πεποιθήσεων. Ἡ πολιτική εἶναι, ἁπλᾶ καί μόνο, μάχη ἐντυπώσεων, ποιός θά κερδίσει τίς ἐντυπώσεις, ποιός θά ὑποκλέψει, μέ τά πιό ἀπρόβλεπτα τεχνάσματα, τήν προτίμηση (καθαρά ψυχολογική, χωρίς ἲχνος ὀρθολογικῆς σκέψης καί κριτικοῦ ἐλέγχου) τῶν ψηφοφόρων.

  Δέν μιλάω στόν ἀέρα. Περπατᾶς νύχτα στήν Σταδίου καί βλέπεις μέσα σέ κάθε πιλοτή, ἓνα σωροκούβαρο, ὃπου μέσα του κοιμᾶται ἓνας ἂνθρωπος. Τήν ἐπομένη ἀκοῦς στίς χειραγωγημένες εἰδήσεις κάποια τοποθέτηση γιά τόν γάμο τῶν ὁμόφυλων ζευγαριῶν. Συμφωνεῖς ἠ διαφωνεῖς, δέν ἒχει σημασία. Σημασία ἒχει ἠ ἀπόσταση πού χωρίζει τόν δημόσιο λόγο τῆς Δημοκρατίας μας ἀπό τήν πραγματικότητά της. Κατά καιρούς ἐμφανίζονται διάφορα θέματα «προπετάσματος καπνοῦ», ἀπασχόλησης τοῦ Κοινοῦ, ἀπομάκρυνσής του ἀπό τήν πολιτική. 

  Ἡ σημερινή Ἑλλάδα μας δέν ἀσχολεῖται μέ τούς ἀστέγους. Τούς ἀντιμετωπίζει ὡς παράπλευρες ἀπώλειες τῆς οἰκονομικῆς ἐξέλιξης. Τήν ἀπασχολοῦν ὃμως, τά ὁμόφυλα ζευγάρια, τί εἶπε ἡ Μενεγάκη, ἂν εἶναι ἒνοχη ἡ Πισπιρίγγου, ποιά παίκτρια θά ἀποχωρήσει σήμερα ἀπό τό survivor... Ὃλοι ἒχουν κάτι νά ποῦν γι’ αὐτά. Καί oἱ πολιτικοί μας ἀναρωτιοῦνται κοπτόμενοι, γιά ποιόν λόγο ἡ κοινοβουλευτική δημοκρατία μας, ὠθεῖ ὃλο καί περισσότερους πολίτες στήν ἀποχή ἀπό τά κοινά.

   Τό πότε θά ἒρθουν οἰ ὠδῖνες τῆς γέννας τοῦ καινούργιου δέν τό ξέρει κανείς. Οὒτε τό τί θἀ ἀκολουθήσει.

   Καί ἐγώ εἶμαι βυθισμένος στά  ἀδιέξοδά μου, καί ἐγώ ψάχνω ἀπελπισμένα νά βρῶ  οὐσιαστικές λύσεις. Τί ἀπάντηση δίνω π.χ. στό ἐρώτημα τοῦ ἐλλείμματος νοηματοδότησης; Ἀνάγομαι στόν διπλανό μου; Ἀνοίγομαι στήν Οἰκουμένη; Ἀφουγκράζομαι τό ἀλλιῶς;

  Ἡ συζήτηση δέν σταματᾶ ἐδῶ. Ἀνάμεσα στά πολλά μοιράστηκα μαζί σας τό ἐλάχιστο.

 

 

 

 

 

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Επικήδειος λόγος γιά τήν μάνα μας.

 

Του Βασίλη Δαμιανάκη

Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται,

σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού…

  Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί συγγενείς, φίλοι και φίλες,

Με αυτούς τους στίχους ο ποιητής της θάλασσας Νίκος Καββαδίας, μας υπενθυμίζει ότι σε όλες τις φουρτούνες της ζωής, ο μόνος άνθρωπος που δεν παύει να μας θυμάται, είναι η μάνα μας.

  Σήμερα ο πόνος του αποχωρισμού είναι αβάσταχτος. « Ορφανευουμε από μάνα, σε όποια ηλικία κι αν τη χάσουμε» , μου’ γράψε μεταξύ άλλων προχθές από την Τήνο, ο αγαπημένος μου δάσκαλος, Δημόπουλος.

  Η αγαπημένη μας μάνα γεννήθηκε στους Ζωφόρους στις 14 του Σεπτέμβρη το 1933, ανήμερα της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού και εκοιμήθη παραμονές της εορτής της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως. Εορτολογικώς θα έλεγε κανείς ότι γεννήθηκε με Σταυρό και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο με Σταυρό επίσης. Κυριολεκτικώς η ζωή της ήταν ένας συνεχής ανήφορος, μα ελπίζω πως θα λυτρωθεί στσ’ αγκάλες των αγγέλων, όπως αναφέρει σε πρόσφατο ποίημά του ο εκ Θραψανού, λίαν αγαπητός, πατήρ Ευγένιος. Εκοιμήθη στους Ζωφόρους στο σπίτι της αγαπημένης της πρωτοθυγατέρας Ειρήνης, της οποίας το όνομα επικαλούνταν μέρα και νύχτα αδιαλείπτως, σαν να ήταν η μόνη αγία που θα την ειρήνευε. Τα τέλη της ήταν Χριστιανά, αφού την τελευταία Κυριακή πριν μεταβεί στους ουρανούς, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων.

  Μια μέρα πριν να πεθάνει, έδωσε τις τελευταίες συμβουλές στην κόρη της Ειρήνη, αναθέτοντάς της την ευθύνη του να κρατά τα αδέρφια της ενωμένα σαν μια γροθιά. Έφυγε γαλήνια την άλλη μέρα το πρωί της Πέμπτης στις 4 του Απρίλη. Εκτείνοντας η ταπεινότητα μου το δεξί της χέρι περί τις πέντε φορές, σταυρώνοντάς την και λέγοντας την ευχή του Χριστού, εξέπνευσε ήρεμα και η ψυχή της φτερούγισε πάνω από τον καταγάλανο ουρανό της αγαπημένης της γενέτειρας, εκείνης των Ζωφόρων. Εκεί που γεννήθηκε, αναθράφηκε και που πρωτοείδε το φως του ήλιου, εκεί έμελλε να το δει και για τελευταία φορά .

  Τα τελευταία εννιά χρόνια ταλαιπωρήθηκε αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της άνοιας. Ζούσε σε έναν έντονο παραλογισμό, αλλά ευτυχώς ήταν και ημέρες που ήταν νηφάλια και μπορούσαμε να επικοινωνούμε και να τη χαιρόμαστε... Πιστεύω ακράδαντα ότι η άνοια ήρθε για να δοκιμαστούμε εμείς τα παιδιά της. Εκείνη είχε σηκώσει το σταυρό της περήφανα μέχρι τα 85 της και τα είχε καταφέρει μέσα από στερήσεις και πολλές δυσκολίες ανατρέφοντας πέντε παιδιά πανάξια χωρίς γογγυσμούς, παρά μόνο με θυσίες. Δοκιμαστήκαμε λοιπόν τα παιδιά της. Ας πούμε ότι δώσαμε εξετάσεις και τα καταφέραμε και σαν πρωτόσκολα μαθητούδια μπορούμε σήμερα, αντί να θρηνούμε, να πανηγυρίζουμε, αφού μόνο ευχές παίρναμε από τη μάνα μας. Σε αυτές τις εξετάσεις δικαίως η Ειρήνη πέρασε με Άριστα και εμείς οι υπόλοιποι τέσσερις με Λίαν Καλώς. Έχουμε την ευχή της μάνας μας σε όλο της το μεγαλείο κι αυτό είναι το παρήγορο.

Της μάνας που ήθελε να εντυπωσιάζει τους πάντες με τα ακροβατικά της πάνω στα ελαιόδεντρα των Αποστολιανών , για να είναι πάντα πρώτη στις προτιμήσεις εργατικού δυναμικού. Η πιο περιζήτητη εργάτρια σε αμπέλια και στις ελιές, τότε που οι ελιές ραβδίζονταν με τις ξυλόβεργες ... Της μάνας που έκανε την υπέρβαση και κατάφερνε να μην κρατά κακία ποτέ σε κανένα.... Της μάνας που μπορούσαν τα παιδιά της να της εμπιστευτούν τα εγγόνια της, αφού ήταν τα μόνα σίγουρα και ασφαλή χέρια....

  Της μάνας που θεολογούσε κι ας μην το γνώριζε... Ένας από τους συνηθισμένους διαλόγους που κάναμε περιορίζονταν μόνο στα παρακάτω:

Της έλεγα: Α, ρε Κούλα και ήντα θα γενούμε;

_ Χώμα!, μου απαντούσε.

_ Χώμα; τη ρωτούσα εγώ με αποστροφή . Και η ψυχή;

_ Στον Ουρανό θα την πάνε οι αγγέλοι, στον Παράδεισο, απαντούσε με βεβαιότητα εκείνη....Γένοιτο!, λέω εγώ τώρα…

Της μάνας που με γκρέμιζε από το κρεβάτι τις Κυριακές για να πάω στην εκκλησία, σαν ήμουνα παιδί, μη μπορώντας να δεχτεί ότι θα κοιμάμαι κυριακάτικα. Γιατί αν θα κοιμόμουν μου λεγε, θα ήταν σαν να κοιμάμαι πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Χάρη

στην επιμονή της έγινα και ψάλτης....

   Ήταν η μάνα η ξεμαθιάστρα. Την παίρναμε τηλέφωνο και της λέγαμε ότι δεν αισθανόμαστε καλά και να μας ξεμαθιάσει και σε σύντομο χρόνο έπειτα από μια σύντομη προσευχή που έλεγε, έδινε λύση στο πρόβλημα, ενώ εκείνη βαριανάσαινε, σαν να είχε πάρει το μάτι πάνω της. Θα θυμάται ο Νίκος και η Αρετή….

  Ήταν η μάνα που προέβλεπε τα μελλούμενα . Για μένα είχε πει ότι θα γίνω δάσκαλος, όταν ακόμα ήμουν μαθητής στο Δημοτικό , αν και η επιθυμία της ήταν να γίνω παπάς . Για την δε εγγονή της που καθυστερούσε να μείνει έγκυος , είχε προβλέψει ότι θα γεννήσει και μάλιστα θηλυκό κοπέλι, όπερ και εγένετο....

  Ήταν η μάνα που αξιώθηκε να δει τους Αποστόλους του Χριστού ενδεδυμένους με τα ιερατικά τους άμφια, στον περίβολο της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων ένα ανοιξιάτικο πρωινό από την αυλή του σπιτιού μας. Μου διηγήθηκε το γεγονός κι όταν τη ρώτησα τι συνέβη στη συνέχεια, μου είπε:

Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε και τους πήρε από μπροστά μου. Μα αυτό το αεράκι λες και με πήγε στον παράδεισο ...ομολόγησε φανερά εκστασιασμένη από αυτή την αγιοφάνεια….

  Ήταν η μάνα η μερακλίνα, η χορεύτρια, η τραγουδίστρια, η καλύτερη μαγείρισσα και πολλές φορές η μοιρολογίστρα και μοναδική ποιήτρια. Για κάθε περίπτωση είχε και μια μαντινάδα.

  Μιλούσαμε διαδικτυακά πρόσφατα με το γιο της τον Μιχάλη, τον ξενιτεμένο μας , κι όταν της ζήτησα να του πει μια μαντινάδα, έβγαλε το παράπονό της με τα παρακάτω:

Ξενιτεμένο μου πουλί κι ωραίο μου γεράκι, η ξενιτιά σε χαίρεται

κι εγώ πίνω φαρμάκι

Για δε το θάνατο έλεγε όταν βλέπαμε στην τηλεόραση την εξόδιο ακολουθία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Χριστόδουλου: «Πλούσιος την έχει τη χαρά ανε ζει κι ανε ποθάνει, κι ο κακομοίρης ο φτωχός ούτε ήτανε, ούτε εφάνη.» Σήμερα κι εκείνη φεύγει πλούσια αφήνοντας μια πλούσια παρακαταθήκη με πέντε παιδιά, δεκατέσσερα εγγόνια και οκτώ δισέγγονα. Με δεσποτική κηδεία και πλήθους συνευχόμενων ιερέων και κόσμου, που εκ μέρους της οικογένειας πολύ σας ευχαριστούμε για τη συμπαράστασή σας στο πένθος μας.

Σήμερα, είναι η μάνα που από τον άυλο και πνευματικό κόσμο που βρίσκεται, σε μια πλέον άλλη διάσταση, θα μεσιτεύει για εμάς και θα μας χαριτώνει όπως έκανε πάντα. Και πειραχτηρι καθώς ήταν, πολύ θα ήθελε να μας πετάξει ένα πετραδάκι τώρα από κει πάνω....

Κι εγώ που δεν είμαι ποιητής, ούτε στιχάκι, πώς να σε κατευοδώσω μανούλα μου;

Μανούλα μου ήσουν άγγελος του πιο καλού καιρού μου,

άμε εδά στην αγκαλιά στου Πέτρου, του κυρού μου.

Πρώτα εσένα αγάπησα κι ύστερα όλα τ άλλα

γιατί ήπια κι αναθράφηκα με το δικό σου γάλα.

Όσες φορές κι αν γιάγερνα σε τουτηνε τη ζήση

η ίδια μάνα θa θελα να με ξαναγεννησει.

Σήμερα πένθιμα χτυπά για μένα η καμπάνα,

αγάπες κάνω εκατό μα μπλιο δεν κάνω μάνα.

Καλό σου ταξίδι.

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Βία καί ἐπιθετικότητα

 

Τοῦ  Γιώργου Δημόπουλου

 

 Λέγεται ὅτι τρία εἶναι τὰ βασικὰ ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου: ἡ ἐπιβίωση, ἡ διαιώνιση τοῦ εἴδους καὶ ἡ ἐπιθετικότητα. Ὁρισμένοι ψυχοκοινωνιολόγοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἐπιθετικότητα δὲν εἶναι ἀνεξάρτητο ἔνστικτο, ἀλλὰ ἐξαρτώμενο ἄμεσα ἀπὸ τὰ δύο πρῶτα. Ἐν τούτοις ἡ πλειοψηφία τῶν εἰδικῶν πιστεύει ὅτι γεννιόμαστε μὲ δόσεις βίας καὶ ἐπιθετικότητας, κληρονομιὰ τοῦ παρελθόντος. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ κυνηγοῦ-τροφοσυλλέκτη ὑπάρχει στὸ ἀνθρώπινο εἶδος μία μορφὴ συσσωρευμένης βίας καὶ ἐπιθετικότητας, ἡ ὁποία στὸ ἀρχικὸ στάδιο ἐξέλιξης τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ, ἐξυπηρετοῦσε ὑπαρξιακὲς ἀνάγκες, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴν ἐπιβίωση τοῦ ἀνθρώπου.

  Lorenz πιστεύει πὼς ἡ ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ εἶναι κληρονομιὰ τῆς ζωικῆς καταγωγῆς τοῦ προϊστορικοῦ ἀνθρώπου, ὁ Skinner πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ὁποιοδήποτε στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν ποὺ ζεῖ, ὁ δὲ Fromm ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ὑπάρχουσα ἐπιθετικότητα, εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ζωικοῦ βασιλείου, ἕνα εἶδος ἄμυνας τῆς φύσης, μὲ σκοπὸ τὴν ἐξασφάλιση τῆς ἐπιβίωσης. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, διατείνεται πὼς ἡ κακοήθης ἐπιθετικότητα ἢ καταστροφικότητα, ὅπου ὁ ἄνθρωπος σκοτώνει χωρὶς κανένα βιολογικὸ ἢ κοινωνικὸ σκοπό, εἶναι μόνο ἀνθρώπινο χαρακτηριστικὸ καὶ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ ἔνστικτο. Εἶναι μέρος τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτήρα, ἕνα πάθος, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ φιλοδοξία, ἡ πλεονεξία.

 Ἀπ' αὐτὴ τὴ θεωρητικὴ θέση, ὁ Erich Fromm μελετάει τὶς συνθῆκες ποὺ προκαλοῦν τὴν ἀμυντικὴ ἐπιθετικότητα κι ἐκεῖνες ποὺ προκαλοῦν τὴ γνήσια καταστροφικότητα. Στηριγμένος πάνω στὶς σημαντικότερες ἔρευνες ποὺ ἔχουν γίνει στὸν κλάδο τῆς νευροψυχολογίας, τῆς προϊστορίας, τῆς ἀνθρωπολογίας καὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ζώων, παρουσιάζει μιὰ ὁλοκληρωμένη καὶ ἱστορικὴ μελέτη τῆς ἀνθρώπινης καταστροφικότητας, ποὺ δίνει τὴ δυνατότητα στὸν κάθε ἀναγνώστη νὰ ἐκτιμήσει καὶ νὰ χρησιμοποιήσει ὁ ἴδιος τὰ δεδομένα γιὰ τὸν ἑαυτό του.

 Χρησιμοποιῶντας στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπολογίας, ὁ Fromm ἀποδεικνύει πὼς οἱ πρωτόγονες κοινωνίες ἦταν οἱ λιγότερο ἐπιθετικὲς καὶ ὅτι ἡ ἐκμετάλλευση καὶ ὁ πόλεμος εἶναι ἀποτελέσματα τῆς ἀνάπτυξης τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς πατριαρχικῆς κοινωνίας. Παρόλο ὅτι μπορεῖ νὰ ἐγείρει ἀντιρρήσεις, ἐξαιτίας τῆς κριτικῆς ποὺ κάνει στὰ διάφορα σύγχρονα δόγματα, ὡστόσο τὸ βιβλίο τοῦτο θὰ μείνει ὡς ἕνα χαρακτηριστικὸ δεῖγμα ἀνθρωπιᾶς. Εἶναι ἕνα κάλεσμα, μιὰ πρόκληση στοὺς ἀνθρώπους ν' ἀλλάξουν τὴ ζωή τους, τὸ πολιτικοκοινωνικό τους περιβάλλον, μὲ σκοπὸ νὰ ἀνοίξουν νέους δρόμους στὸ μέλλον τοῦ ἀνθρώπινου γένους.

 Ἡ βία καὶ ἡ καταστροφικότητα βρίσκει τὴν ἀποθέωσή της μέσα στὶς σύγχρονες κοινωνικο-οικονομικὲς δομὲς τοῦ ἰδιοκτησιακού-ναρκισσιστικοῦ πολιτισμοῦ μας, ὅπου ἡ κοινωνικὴ καταπίεση καὶ ἐκμετάλλευση ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπο, σὲ συνάρτηση μὲ τὶς ἐνδιάθετες ψυχογενετικὲς ἐνορμήσεις, συγκροτοῦν αὐτὸ ποὺ οἱ εἰδικοὶ τοῦ ἀντικειμένου ἀντιλαμβάνονται ὡς τὸ «πεδίο ἐγκλεισμοῦ» τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Sigmund Freud ἐξήγησε αὐτὸ τὸ φαινόμενο στὴν ἐργασία του «Ἡ δυσφορία μέσα στὸν πολιτισμό». Ὁ Freud, ἐδῶ καὶ κάποια χρόνια, ἔχει δώσει μιὰ νέα τροπὴ στὴν ψυχαναλυτικὴ σκέψη, προτείνοντας τὴν ἰδέα τῆς ἐνόρμησης τοῦ θανάτου. Στὴν τροχιὰ αὐτῆς τῆς τολμηρῆς ἰδέας, ποὺ συναντᾶ ἀντιδράσεις ἀκόμη καὶ σὲ ψυχαναλυτικοὺς κύκλους, κινεῖται ἡ μελέτη του «Ἡ δυσφορία μέσα στὸν πολιτισμό». Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ἡ ἐπιθετικότητα καὶ ἡ καταστροφὴ εἶναι βιολογικῶς ἐγγενὴ στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης ἰδιοσυστασίας καὶ ἀνάγονται στὸν φόνο ποὺ διέπραξαν οἱ γιοὶ εἰς βάρος τοῦ πρωτόγονου πατέρα σὲ ἀμνημόνευτους χρόνους. Μὲ τὸ ἔργο αὐτό, μέσα ἀπὸ μιὰ φιλοσοφικὴ ὤθηση, ἡ ψυχανάλυση δὲν προτείνεται ἁπλῶς ὡς μία ψυχολογικὴ θεωρία καὶ θεραπευτικὴ πρακτική, ἀλλὰ καὶ ὡς ἕνα κλειδί γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ.

 Σὲ μία κατάσταση πολέμου «ὅλοι ἐναντίον ὅλων» –τόσο στὸ πεδίο τῆς οἰκονομίας ὅσο καὶ στὸ πεδίο τῆς πολιτικῆς ὀργάνωσης τῆς κοινωνίας–, θύτες καὶ θύματα βρίσκονται σὲ μία ἀναγκαστικὴ σχέση ἀλληλεπίδρασης, χωρὶς τὸ γεγονὸς αὐτὸ νὰ βρίσκει καὶ τὴν ἠθικὴ νομιμοποίησή του. Ἔτσι, στὸν δυτικὸ κόσμο τῆς νεωτερικότητας, ἀναδύονται οἱ λεγόμενες «κοινωνίες τοῦ ρίσκου», ὅπου οἱ ἄνθρωποι ὅσο περισσότερο θὰ συνωθοῦνται ἐντὸς τοῦ ἀνταγωνιστικοῦ κοινωνικο-οικονομικοῦ περιβάλλοντος, ρισκάροντας καὶ τὴ ζωή τους, τόσο θὰ αὐξάνεται ἐπικίνδυνα ἡ ἐπιθετικὴ βία καὶ ἡ καταστροφικότητα, ἀτομικὴ καὶ συλλογική.

 Ἐνδεχομένως νὰ διερωτηθοῦμε: γιατὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐκφράζουν τὴ βία καὶ τὴν ἐπιθετικότητα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο;  Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει τοὺς δικούς του ἀξιακοὺς κώδικες συμπεριφορᾶς καὶ ἐφευρίσκει τοὺς δικούς του μηχανισμοὺς ἐξωραϊσμοῦ καὶ ἐκτόνωσης τῆς κοινωνικῆς βίας καὶ ἐπιθετικότητας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ λεκτικὴ βία, ἡ ὁποία εἶναι καθημερινὸ φαινόμενο στὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ ὁποία, κατὰ κάποιο τρόπο, λειτουργεῖ ὡς βαλβίδα ἐκτόνωσης τῆς συσσωρευμένης ἐπιθετικότητας.

 Ἡ ψυχολογία τοῦ Βάθους μᾶς πληροφόρησε ὅτι ἡ βία εἶναι συγγενὴς ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ὅτι ὅλοι κάποια στιγμή, λίγο πολύ, ἐκδηλώνουμε τὴν ἐπιθετικότητά μας, ἀλλὰ τὸ παλεύουμε. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μᾶς διαφεύγει ὅτι σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα τῆς ψυχογενετικῆς καὶ κοινωνικῆς βίας σημαντικὸ ρόλο παίζουν σήμερα καὶ οἱ ἰδεολογίες, οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦνται ὡς βαλβίδες ἐκτόνωσης τῆς συσσωρευμένης στὴν κοινωνία βίας καὶ οἱ ὁποῖες λειτουργοῦν σὲ ἕνα συμβολικὸ ἐπίπεδο ἀνάγνωσης τῆς πραγματικότητας καὶ ἐφευρίσκονται, προκειμένου νὰ χειραγωγήσουν τὴν κοινὴ γνώμη καὶ νὰ «καναλιζάρουν» τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Τὴ λατρευτική τους ἔκφραση βρίσκουν οἱ ἰδεολογίες στὸ πολιτικὸ πεδίο ἀνάλυσης τῆς κοινωνίας καὶ στὶς ἀντιπαραθέσεις τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων καὶ τῶν συνομαδώσεων (πολιτικὰ κόμματα, κινήματα κτλ.), οἱ ὁποῖες ἀνταγωνίζονται γιὰ τὸ μερίδιό τους στὸ «μπαλκόνι» τῆς ἐξουσίας. Εἰδικότητα στὸ «καναλιζάρισμα» τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας ἔχουν φυσικὰ καὶ οἱ κληρικοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν καὶ σχετικῶν δοξασιῶν, πρὸς ἔλεγχο τοῦ ψυχισμοῦ τῶν πιστῶν, γιὰ εὐνοήτους λόγους.