Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2023

Ο Ασύρματος στα φιλόξενα χέρια μιας πολυμελούς οικογένειας.

 

Ἀννα Κ. Κορνάρου-Καλαμαρά 

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ήχησαν στο ήρεμο ΄ Εθνος μας οι σειρήνες του πολέμου. «Αιιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις από της 5.30΄σήμερον προσβάλλουν τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» ήταν το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν. ..΄Ωριμος ο Λαός μας με άκρατο ενθουσιασμό αντιμετώπισε το γεγονός και πίστεψε απ’ την πρώτη στιγμή ως Οδηγήτρια στον άνισο αγώνα τη Θεομήτορα, που προσβλήθηκε στις 15 Αυγούστου 1940 στο νησί Της. Τότε που τορπιλλίστηκε το εύδρομο του στόλου μας «ΕΛΛΗ» στο λιμάνι της Τήνου από ιταλικό υποβρύχιο. Αγωνίστηκαν τα παλικάρια μας στην ελληνική αμυντική γραμμή, εκεί ψηλά από τις ακτές του Ιονίου ως τις Πρέσπες, σ’ ένα μέτωπο μήκους 250 χιλιομ. Και απ’ τις 14 Νοεμβρίου 1940 δεν αμύνονται πια, αλλά επιτίθενται σε όλο το μήκος του μετώπου και καταδιώκουν τον εισβολέα βαθιά στο αλβανικό έδαφος.

  Αλλά στις 6 Απριλίου 1941 δεχόμαστε την επίθεση και της Γερμανίας. Αντιμετωπίζουμε δύο αυτοκρατορίες. Κάμπτεται η αντίστασή μας και βυθιζόμαστε στην Κατοχή. Ο Λαός μας όμως δεν συμβιβάζεται. Δεν του επιτρέπει η Ιστορία του και το ένδοξο απ’ τα πανάρχαια χρόνια παρελθόν του να μείνει υπόδουλος. ΄Ατομα και ομάδες, σε όλη την Ελλάδα, ανοργάνωτες στην αρχή, ξεσηκώνονται και προκαλούν φθορές στον εχθρό. Και στα νησιά μας περιμένουν το σύνθημα. Περνούν πετρελαιοκίνητα (καϊκια) απ’ την Τήνο κι έχουν στ’ αμπάρια τους παλικάρια για τη Μέση Ανατολή. ΄Ελληνες και Σύμμαχοι στρατιωτικοί ή διωκόμενοι απ’ τα στρατεύματα Κατοχής. Και προσωπικότητες Στρατιωτικές και Πολιτικές περνούν απ’ την Τήνο. Σταθμεύουν για λίγο κι ύστερα για τη Μέση Ανατολή. Ανάμεσά τους ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Γεώργιος Παπανδρέου γνωρίστηκαν με τους κατοίκους του νησιού και συνέχισαν μετά την απελευθέρωση τη φιλία τους.

  Οι λεμβούχοι κι οι ψαράδες μας, αεικίνητοι σ’ εκείνες τις περιστάσεις, συντρέχουν,όπως μπορούν, να κατευθύνουν τα καϊκια σε ασφαλείς και αθέατους απ’ τα εχθρικάπεριπολικά και παρατηρητήρια όρμους. Με φιλόξενη διάθεση φροντίζουν για την ασφαλή μετάβασή τους στη Μέση Ανατολή. Θα πέρασαν τότε απ’ τα τρία νησιά ΄Ανδρο, Τήνο, Μύκονο περί τους 300 εθελοντές για να πολεμήσουν με τον συμμαχικό στρατό.

   Κι όταν ήρθε η ώρα και δόθηκε διαταγή στον Ανθ/γό του Πεζικού Βασίλη Κοσκινά, που υπηρετούσε τότε στο Στρατό της Μ. Ανατολής, ν’ αναχωρήσει για την κατεχόμενη Ελλάδα και συγκεκριμένα για τις Κυκλάδες, προκειμένου να εγκαταστήσει δίκτυο πληροφοριών και δολιοφθοράς εις βάρος του εχθρού, με ενθουσιασμό γνωρίζει πού θα κατευθυνθεί. Στην Τήνο ! ΄Ηταν η γεωγραφική θέση του νησιού στο σταυροδρόμι μεταξύ Ηπειρωτικής Ελλάδας και Μ. Ασίας. Επί πλέον όμως είχε και θετικές πληροφορίες για τους ανθρώπους του νησιού. Γνωρίζεται με τον Τελώνη και Λιμενάρχη τότε της Τήνου Λάμπρο Τσούρα. Πείθεται για τα φρονήματα και τις ικανότητες του κι αρχίζει η ένθερμη συνεργασία μαζί του. Φιλοξενείται με κάθε προφύλαξη στο σπίτι του επί 22 ημέρες και καταστρώνουν τα σχέδια για τη συμμετοχή της Τήνου στον Αγώνα κατά των κατακτητών.    

   Αποφασίζεται η Τήνος να γίνει έδρα της Οργανώσεως και διαμονής του Αρχηγού, αλλά και τόπος εγκατάστασης και λειτουργίας του σταθμού Ασυρμάτου. Γίνεται η Τήνος Συμμαχική Βάση στην κατεχόμενη Ελλάδα και οι υποχρεώσεις αυξάνονται. Μεγάλες οι ευθύνες. Ανταλλάσσονται πληροφορίες για έμπιστους και ικανούς ανθρώπους με κάθε λεπτομέρεια. Η Οργάνωση επεκτείνεται και δικτυώνεται σε όλο το Νομό Κυκλάδων. Επιλέγονται άτομα εμπιστοσύνης, που θα στελεχώσουν τα κλιμάκια κάποιων νησιών. Αρχηγός της Οργάνωσης Πληροφοριών και Δολιοφθοράς Κυκλάδων ο Ανθ/γός Βασίλης Κοσκινάς με το ψευδώνυμο Παύλος Σπανός, άεργος Ναυτικός. Υπαρχηγός της Οργάνωσης και αναπληρωτής του Αρχηγού κατά τη διάρκεια απουσίας του στη Μ. Ανατολή ή στα νησιά του Νομού, ο Τελώνης Τήνου Λάμπρος Τσούρας. Αναγνωρίζεται ο Τσούρας ως επίσημος πράκτωρ και από τους Αμερικανούς με αριθμό 42 και εφοδιάζεται με κρυπτογραφικό κώδικα, για να συνεχίζεται η λειτουργία του Ασυρμάτου χωρίς διακοπή.

   Πού θα εγκατασταθεί όμως ο Ασύρματος και πώς θα εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία του; Εκεί θα διαμένει και ο Χειριστής. ΄Επρεπε λοιπόν να βρεθεί μια περιοχή στις παρυφές της πόλης Τήνου, για να απομακρύνεται εύκολα σε περίπτωση ανάγκης ο Χειριστής. Επίσης να είναι σε ύψωμα για την καλή απόδοση του Ασυρμάτου, αλλά να υπάρχει και ορατότητα για τον έλεγχο της περιοχής από κάθε ύποπτη κίνηση.

  Μελετήθηκαν όλες οι περιοχές της Τήνου μία προς μία, με επιτόπια μετάβαση, και ξεχώρισε η περιοχή στη θέση «Βαρύ». Σ’ εκείνη την ιδανική θέση βρισκόταν το σπίτι του Νικολάου Κορνάρου. Απομονωμένο το σπίτι στο ύψωμα, ψηλά, πίσω και αριστερά του Ναού της Μεγαλόχαρης, με θέα το λιμάνι, τη θάλασσα μακριά μέχρι τα ουρανοθέμελα. Στο βάθος αριστερά κρυβόταν ένα άλλο μικρό σπιτάκι, χωμένο μέσα στα δένδρα και στις κληματαριές, τελείως αθέατο, λες και ήταν παραγγελία για την εγκατάσταση του Ασυρμάτου και τη διαμονή του Χειριστή.

   Οι ιδιοκτήτες όμως είχαν τη δύναμη και το θάρρος να επωμιστούν τέτοια ευθύνη, να θέσουν σε καθημερινό κίνδυνο τη ζωή ολόκληρης της οικογένειας; Από την έρευνα προέκυψε η πληροφορία ότι το σπίτι κατοικείται από μια πολυμελή οικογένεια, 12 τα παιδιά και 2 οι γονείς, 14 άτομα. Δύσκολο να εξασφαλιστεί η εχεμύθεια. Αλλά η ιδανική θέση του σπιτιού ανάγκασε την Οργάνωση να αναζητήσει πληροφορίες για το ποιόν και το φρόνημα των ανθρώπων. Είναι αφοσιωμένοι στην ιδέα της Πατρίδας και της ελευθερίας;

  Οι αποκαλύψεις ενθουσίασαν τους ερευνητές. Ο Νικόλαος Κορνάρος είχε πολεμήσει στους Βαλκανικούς πολέμους. Τυμπανιστής κατά την πολιορκία και την απελευθέρωση του Μπιζανίου ξεσήκωνε τις καρδιές των στρατιωτών βροντώντας το τύμπανο. Μιλούσε για τις ιστορικές στιγμές, που έζησε και έκλαιγε από συγκίνηση… Ο πρώτος γιος, ο Στυλιανός, υπηρετούσε τότε Αρχιμανδρίτης- ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Σύρου, ενώ στον πόλεμο του 1940 διετέλεσε στρατιωτικός Ιερέας στο αλβανικό μέτωπο εμψυχώνοντας το Στρατό μας. Ο δεύτερος γιος, ο Κωνσταντίνος, έγγαμος, πολέμησε στην Αλβανία, τραυματίστηκε στο Τομόρι και σώθηκε ως εκ θαύματος. Ο τρίτος κατά σειρά γιος, ο Δημήτρης, Μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού, είχε ήδη ενταχθεί στην Οργάνωση, και μάλιστα υπηρετούσε σαν πλήρωμα σε πετρελαιοκίνητο της υπηρεσίας. Αμέσως είχε ακολουθήσει η προσχώρηση στην Οργάνωση και του άλλου αδελφού, του Παπα- Λευτέρη κι ύστερα του Βαγγέλη, τουΑρτέμη και του Χαράλαμπου.

  Μετά τις αίσιες αυτές αποκαλύψεις έγιναν όλα πιο εύκολα, ώστε αμέσως ανετέθη στον Παπα- Λευτέρη να διεκπεραιώσει όλες τις υπόλοιπες διατυπώσεις και πολύ γρήγορα το μικρό σπιτάκι, απομονωμένο μέσα στην κατάφυτη εκείνη περιοχή, υποδέχεται τον Ασύρματο και τον ασυρματιστή Στάθη Σιδέρη από την ΄Ανδρο. Εκείνος αμέσως ρίχνεται στη δουλειά απερίσπαστος. Ξέρει καλά πως άγρυπνα μάτια παρακολουθούν κάθε ύποπτη κίνηση στην περιοχή και μια ολόκληρη οικογένεια φροντίζει για την ασφάλειά του και συνεργάζεται για την επιτυχία του πατριωτικού έργου. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε πως τόσο άκρα ήταν η μυστικότητα μεταξύ των μελών της οικογένειας, ώστε ο πατέρας μας Κωνσταντίνος, έγγαμος, όπως αναφέραμε- εγώ δεν είχα γεννηθεί, ήταν στα μέσα του 1944- δεν γνώριζε πως στο σπίτι τους στο «Βαρύ» λειτουργούσε Ασύρματος και φιλοξενούνταν κατά καιρούς μέλη της Συμμαχικής αποστολής. Γιατί; Για το φόβο μήπως κάτι πει, έστω εμπιστευτικά, στην οικογένεια της γυναίκας του.

   Και συνεχίζεται η προσπάθεια εναντίον του εχθρού. Με πληροφορίες του Ασυρμάτου στους Συμμάχους βομβαρδίζεται η ναυτική βάση της Σύρου από θάλασσα και αέρα. Καταστρέφονται οι λιμενικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις κι όλα σχεδόν τα πλοία που διέρχονται απ’ το λιμάνι για ανεφοδιασμό. Πού να ξεμυτίσει νηοπομπή και να μη δεχθεί επίθεση; Γέμισαν ναυάγια οι ακτές των νησιών και πτώματα Γερμανών στρατιωτικών. Τέσσερα γερμανικά πλοία βυθίστηκαν στις ακτές του νησιού και κάθε τόσο διαλύονταν νηοπομπές και μεμονωμένα πλοία.

   Μπροστά σε τέτοια καταστροφή οι Γερμανοί ψάχνουν να βρουν Ασύρματο. ΄Ενας είναι ή πολλοί; Και σε ποιο νησί; Βάζουν σε ενέργεια ραδιογωνιόμετρα. Στέλνουν δικούς τους ανθρώπους στα νησιά να μάθουν πού εδρεύουν εκείνοι που κρατούν τόσο καλά ενημερωμένους τους Συμμάχους. Μάταιος κόπος. Κανένας δεν μιλάει. Οι συχνές επιδρομές στα νησιά και ιδίως στην Τήνο τίποτε δεν απέδωσαν. Εδώ τα παιδιά του Κορνάρου έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Είναι κατά τέτοιο τρόπο δικτυωμένα, ώστε ενημερώνεται αμέσως ο ασυρματιστής να παραμείνει νεκρός ο Ασύρματος, ώσπου να περάσει ο κίνδυνος. Μια φορά ο Χαράλαμπος φορτώθηκε στον ώμο τον Ασύρματο και με τον χειριστή του τράβηξαν κατά το βοριά προς το χωριό Κτικάδος και κρύφτηκαν στο ύψωμα «Κάρλος». ΄Αλλοτε ο Δημήτρης φόρτωσε στο γαϊδουράκι δυο κοφίνια με σταφύλια κι έχωσε στο ένα κοφίνι τον Ασύρματο. Χορταρικά και σταφύλια από πάνω. ΄Ετσι πέρασε απ’ την περίπολο της παραλίας κι όταν άλλη περίπολος τον σταμάτησε στον αμαξιτό, έξω απ’ την Αγία Παρασκευή, τους είπε γελώντας με νοήματα «πάω να τα πατήσουμε για μούστο…κρασί…».

  Αλλά θυμάμαι τον παππού μου Νικόλαο Κορνάρο με πόση συγκίνηση μού έδειχνε στα παιδικά μου χρόνια μια έκταση χωραφιού δίπλα στη στέρνα με τα ψαράκια. « Να, εδώ, όταν έρχονταν απ’ τη Σύρα τα γερμανικά βαποράκια και ψάχναν με τα ραδιογωνιόμετρα για Ασύρματο είχα έτοιμους σκαμμένους λάκκους. Χώναμε μέσα σε κάσα τον Ασύρματο και ό, τι άλλο δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια του εχθρού κι από πάνω φύτευα μαρούλια. Φρεσκοποτισμένο το χώμα πού να φανταστεί κανείς τι κρύβει».

  ΄Αλλοτε πάλι ο Χαράλαμπος, στη μεγάλη επιδρομή των Γερμανών, πέρασε τον κλοιό κι έφθασε ξημερώματα στο παμπάλαιο σπίτι του Κριαρά στην Παλλάδα. Στις υπόγειες αποθήκες εκείνου του σπιτιού με τις δαιδαλώδεις εξόδους κατέφευγαν ΄Ελληνες και Σύμμαχοι στρατιωτικοί κι έκρυβαν οπλισμό και πράματα των οργανώσεων. Πήγε λοιπόν απ’ το πορτάκι του σπιτιού το πλαϊνό, που συναντούμε σήμερα κατεβαίνοντας τα σκαλάκια προς την Παλλάδα, κτύπησε συνθηματικά κι είπε σ’ ένα κύριο , που πρόβαλε με πυτζάμες και το σκουφί στο κεφάλι :« Είναι περικυκλωμένη η πόλη και γίνονται συλλήψεις. Μου είπαν να φύγουν γρήγορα» . Κι από εκεί κατευθύνθηκε στο σπίτι του Κρυωνά πιο πάνω απ’ την εκκλησία του Σαντ Αντόνιο κι έδωσε παρόμοιο μήνυμα…

  Μα και ο Χριστόφορος με τον φίλο του Ανδρέα Δάβιο εξετέλεσαν με επιτυχία επικίνδυνη αποστολή. Η σύλληψή τους θα τους οδηγούσε σε εκτελεστικό απόσπασμα. Αλλά τα παιδιά άφοβα και τολμηρά είχαν συναίσθηση πως αγωνίζονται για την Πατρίδα και τη λευτεριά της. Και τα κορίτσια δεν υστερούσαν. Βρίσκονταν πάντα στο πόστο τους. Εκτελούσαν βάρδιες κι άγρυπνα έψαχναν μήπως αντιληφθούν κάτι ύποπτο να ειδοποιήσουν τον χειριστή να σταματήσει τη λειτουργία του Ασυρμάτου.

  Μου έλεγε η γιαγιά μου, ΄Αννα Κορνάρου, με πόση αγωνία έβλεπαν το ξημέρωμα της κάθε μέρας. Κι ώσπου να βραδιάσει… «Παιδάκι μ΄, με την ψυχή στο στόμα παρακολουθούσαμε ολόγυρα κι ήμασταν έτοιμοι ό,τι κι αν μας συμβεί. Παρηγοριά μας η Παναγία μας. Γύριζα προς τον Ναό Της, σταυροκοπιόμουν και Την παρακαλούσα να μας σκεπάζει και να προστατεύει τον Στάθη, τον χειριστή. Η καμπάνα της Παναγίας μας, που κτυπούσε κάθε μέρα πρωί, μεσημέρι, βράδυ μάς αναζωογονούσε. Το νιώθαμε πως μας περιφρουρεί και άλλαζε φύλλο η καρδιά μας. Κάποτε, που μας είπαν πως τα πράγματα ήταν δύσκολα, πήρα τη μικρή μου Κατίνα και πήγαμε με το γαϊδουράκι στο χωριό, στην Κώμη. Μας φιλοξένησε ο κουμπάρος μας. « ΄Ολο βαποράκια έρχονται» του είπαμε «και φοβάμαι μη γίνει καμιά γιούργια στη Χώρα». Μείναμε λίγο εκεί, ώσπου να καταλαγιάσουν οι έρευνες, κι ύστερα γυρίσαμε στη βάση μας… ».

  ΄Ολη η οικογένεια συνεισφέρει στο μεγάλο πατριωτικό έργο. Ο Δημήτρης ταξιδεύει από νησί σε νησί μαζί με άλλους συναδέλφους του ναυτικούς και είναι επιφορτισμένος με  επικίνδυνες αποστολές. Βοήθησε δε ουσιαστικά να εγκατασταθεί και να λειτουργήσει στο Νομό η Αγγλική ομάδα. Ο Παπά-Λευτέρης, βασικό στέλεχος της Οργάνωσης, επισκέπτεται πιο συχνά το πατρικό του σπίτι, για να μεταφέρει στον Ασυρματιστή εντολές και οδηγίες. Παρακολουθεί τη σωστή εφαρμογή τους, επιβλέπει αν φρουρείται καλά η περιοχή και παίρνει μέτρα ασφαλείας κατά τη λειτουργία του Ασυρμάτου. Είναι ιερέας στη Μεγαλόχαρη και εμψυχώνει όλους να ζητούν απ’ τη Θεοτόκο την ευλογία του ιερού αγώνα τους.

   Κι όταν ήρθε η ώρα προτρέπει τους αδελφούς του Βαγγέλη και Αρτέμη να φύγουν για τη Μέση Ανατολή και να πολεμήσουν εκεί στο πλευρό των Συμμάχων για τη λευτεριά της Πατρίδα. Πήγαν κι εκείνοι εθελοντές μαζί με άλλα παλικάρια…

  ΄Ολοι τους στην οικογένεια Κορνάρου γνωρίζουν πως οι Γερμανοί καταβάλλουν απεγνωσμένες προσπάθειες για τον εντοπισμό του Ασυρμάτου και ξέρουν καλά τι τους περιμένει αν συλληφθούν. Αλλά κανείς ποτέ δεν δείλιασε. ΄Ολοι προσέφεραν μέχρι τέλους με αφοσίωση τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στην Πατρίδα με πίστη και αφοσίωση. ΄Ολοι τους κράτησαν το μεγάλο μυστικό και κανείς ποτέ δεν έμαθε ούτε υποψιάστηκε ότι στην πόλη της Τήνου, μέσα στο σπίτι του Νικολάου Κορνάρου λειτουργούσε μυστικός πομπός.

  Η Τήνος απελευθερώθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1944. Τότε στο σπίτι εκείνο κυμάτισαν ολόγυρα οι Σημαίες των Συμμάχων, Αμερικανών, ΄Αγγλων, Αυστραλών, Νεοζηλανδών κλπ μαζί με την Ελληνική Σημαία και οι χωρικοί, που περνούσαν απ’ το δρόμο για τα χωριά τους, απορούσαν « Τι συμβαίνει; Τι έγινε εδώ; Εμείς ανεβοκατεβαίναμε κάθε μέρα και δεν καταλάβαμε τίποτα; Μωρέ μπράβο!». Και ποτέ ο Παππούς και η Γιαγιά δεν καυχήθηκαν στα εγγόνια τους για τη μεγάλη τους προσφορά. «΄Ετσι έπρεπε να κάνουμε για την Πατρίδα» έλεγαν. Αιωνία τους η Μνήμη !



Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Οἱ Γυναῖκες τῆς Γορτυνίας λίγο πρίν, λίγο μετά τό ’60

 

Στήν ἱερά μνήμη τῶν γιαγιάδων μου, Μαργαρίτας  καί Κωστούλας. 

   Γεννήθηκα στήν Τρίπολη, πολιτογραφήθηκα μέ καθυστέρηση τεσσάρων ἡμερῶν στό Δρακοβούνι Γορτυνίας ὃπου θά ἐπέστρεφε ἡ οἰκογένεια, ἀλλά οἱ γονεῖς    ἀποφάσισαν νά κατέβουν στά  πεδινά, στό Αἲγιο.

  Μετά τό έμφύλιο ρήμαξε ἡ Γορτυνία, ἓνας τόπος πού ἒσφυζε ἀπό ζωή καί  προκοπή. Ὁλόκληρα χωριά ἒσβησαν, οἱ  κάτοικοί της ἒφευγαν χωρίς κἂν νά  ρίξουν μιά τελευταία ματιά  πίσω  τους, ἀπό φόβο  μήν γίνουν «στήλη ἂλατος».   

  Οἱ φρικαλεότητες τοῦ ἐμφυλίου τούς ἀπελευθέρωσαν ἀπό  τον φόβο τοῦ θανάτου, γιά αὐτό ἦταν διαφορετικοί καί στό  πῶς «ἐπαναστατοῦν». Τό θά μείνουμε και θα παλέψουμε ἀπεδείχθη οὐτοπία. Ἡ ζωή δέν ζωντάνευε.

   Ἡ ἀπόφαση τῶν γονιῶν γιά κάθοδο στά πεδινά, φανέρωσε τήν ἐσωτερική δομή  τῆς ἐπαναστατικῆς σκέψης τῆς οἰκογενειακῆς  ἱστορίας. Ἒχει  φαίνεται πάντα μιά διαρκή δύναμη ἐπικαιρότητας ὁ τρόπος φανέρωσης τῆς Καθόδου, εἲτε πρόκειται γιά λαούς, εἲτε γιά οἰκογένειες, εἲτε γιά μεμονωμένα ἂτομα. Κάθοδος σέ ἂλλα μέρη, πού φάνταζε μᾶλλον ἒξοδος ἀπό τήν καταπίεση. Κάθοδος γιά  ἀναζήτηση μιᾶς καλύτερης ζωῆς, γιά ὃλους.Ἦταν ἡ οἰκογενειακή ἐπανάσταση, πού ἂνοιξε σημεῖα προκοπῆς, ὁρίζοντες σκέψης καί ἀναζήτησης.

  Πρόκειται γιά ἠθικό ταξίδι καί ὂχι μόνο γεωγραφικό. Γιά πορεία συθέμελης ἀλλαγῆς, καί  πού κυρίως ξόρκιζε τόν δαίμονα τῆς καταπίεσης, τῆς κακίας τοῦ ἐμφυλίου, τοῦ μίσους ἀντίστασης σ’ ὂλους τούς πειρασμούς τοῦ ἐμφυλίου καί τήν ἐκ τούτου πολυεπίπεδη ἀνέχεια, ὐλική καί πνευματική. Σέ συνθῆκες καταπίεσης τό ζητούμενο εἶναι ὁ θυμός καί  ἡ ἐλπίδα, ὂχι ἡ παραίτηση.

  Ἡ κάθοδος στό Αἲγιο ἀπετέλεσε μιά  πνευματοποίηση τῆς πρόσκλησης γιά ἠθική  οἰκογενειακή ἐπανάσταση χωρίς  τήν ὁποία ἡ οἰκογένεια δέν θά ἀξιωνόταν τῆς ὃποιας προκοπῆς, ὑλικῆς καί πνευματικῆς.

  Τήν οἰκογένεια φαίνεται ὃτι δέν τήν χωροῦσε τό Αἲγιο. Τό ἐπόμενο βῆμα ἦταν ἡ Νάουσα, κατόπιν τό Ναύπλιο, κατάρρευση οἰκονομική, ὂχι ψυχολογική,  καί συνέχιση τῶν κατιόντων στἠν Ἀθήνα, στό Αἲγιο στήν Τῆνο, μέ  τόν μεγάλο, τόν ἰθύνοντα ἐπιχειρησιακό νοῦ,  νά ἀξιώνεται τό νόστιμον ἦμαρ, στόν Γόρτυνα τόπο πού γεννήθηκε.   

  Τά χωριά τῶν γονιῶν τό ἐπισκεπτόμουν ἀπό μικρός, ὁπότε  διαθέτω ἓνα    βιωματικό κομμάτι τοῦ μοντέλου γυναῖκας τῆς περιοχῆς τῆς Γορτυνίας -αὐτό τό μετά τόν ἐμφύλιο- ἀπό τήν γιαγιά, τίς θεῖες, τίς συγχωριανές,  τίς γυναῖκες στά χωράφια, τήν οἰκογένεια, τίς  γυναῖκες πού ἢξεραν τά μυστικά  τῆς πίτας, τῶν  χόρτων, τοῦ ψωμιοῦ, τοῦ παστοῦ χοιρινοῦ, τοῦ  τραχανά, τῆς χυλοπίτας, ἀλλά καί τήν «τεχνογνωσία» τῆς ἀντοχῆς, σέ μιά  κοινωνία καθαρά  πατριαρχική. 

  Αὐτἐς οἱ θηλυκές ψυχές, ἡ κορωνίς τῆς φύσεως, ἔφτασαν στήν Κερπινή στό Δρακοβούνι, στήν Γόρτυνα γῆ, ὡς προφήτιδες, ἀπεσταλμένες τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂλλες Δεβόρες, μέ σκοπό νά μάθουν, νά νιώσουν, νά σκεφτοῦν, νά διδάξουν γιατί γεννηθήκαμε. Τίς ἀκοῦς ἀλλά δέν τίς καταλαβαίνεις. Ἡ  γλῶσσα τους παράφορη. Μόνο  στήν ἀκίνητη φλόγα τῶν ματιῶν τους πιστεύεις. «Στούς κατιόντες  δέν  ἄφησαν ἄλλον κλῆρο, ἀπό τήν σιγουριά τοῦ χώματος μόνο.  Καί τοῦ νεροῦ. Καί τά δυό τά εἶχαν πλούσια». Ἡ γιαγιά πρόσθετε ὅμως: «πλιό πλούσιο νερό ἀπό τά δάκρυα κανένα». Ὂχι κατηφεῖς· εὐδιάθετες καί χαμογελαστές  πάντα. 

  Ἐν  ἀρχῇ  ἦν ὁ Λόγος: Σέ κάθε σπίτι ἔκαιγε ἡ ἀκοίμητη λαμπάδα τῶν ματιῶν τῆς μάνας, τῆς γιαγιάς,  μέ τά παιδιά νά τά παραδίδουν στήν ἂσκηση τήν ὁμιλητικῆς, τῆς ρητορικῆς τῆς εὐφωνίας, τῆς ἄρθρωσης, νά προφέρουν εὔηχα, τήν νηφαλιότητα, καί τόν διάλογο, τήν προώθηση τῆς καταλλαγῆς, τήν ἐπούλωση τῶν πληγῶν τοῦ ἐμφυλίου, τόν διακριτό λόγο, ἀλλά  καί τόν προφητικό, ὀφειλετική παρέμβαση ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου· ὑπέρ τῆς προστασίας του ἀπό κάθε αὐθαιρεσία. Καί τά κακέμφατα καί αὐτά εὔηχα. 

Αὐτές οἱ ἀνώνυμες ταπεινὲς καθημερινὲς γυναῖκες ἀφιέρωσαν ὅλο τους τὸ εἶναι στὰ αὐτονόητα καὶ κράτησαν τὴ συνοχὴ τῆς κοινωνίας· ἔκαναν ἁπλὰ τὸ καθῆκον τους. Ἐπιτέλεσαν τὸν σκοπὸ τῆς ὕπαρξῆς τους, ὅπως ὅλες οἱ καταδικασμένες στὴν ἀφάνεια γυναῖκες. Οἱ ἀνώνυμες, ἀθέατες, ἐξόριστες τῆς ἱστορίας, οἱ Ἑλένες ποὺ ἔσπειραν κακοτράχαλες γαῖες, ἀνάθρεψαν ἥρωες, ἔθρεψαν ἀναρίθμητα στόματα, καὶ γιατροπόρεψαν μυριάδες ἄρρωστα κορμιά, θρήνησαν βρέφη καὶ παιδιά, οἱ Μαργαρίτες ποὺ μάζεψαν ξύλα τὸ καταχείμωνο, τρύγησαν σταφύλια στὶς ψηλοκρεμαστὲς πεζοῦλες, θέρισαν μὲς στὸ λιοπύρι κατακαλόκαιρο, ἔχτισαν ξερολιθιές, ἔζεψαν ὑποζύγια, οἱ Κωστοῦλες ποὺ ζεύτηκαν καὶ οἱ ἴδιες, γιὰ νὰ πηγαίνουν ζαλωμένες μὲ τὰ μωρὰ ἢ τὰ πολεμοφόδια ἢ τὴν ταγὴ στὴν πλάτη, ποὺ ἔπλυναν πληγὲς ὁπλιτῶν, ἡ Ἀγγέλω ποὺ γέννησε τὴν ὥρα ποὺ ἔκοβε ξύλα στὴν Κερνίτσα, οἱ Ἀθίτσες ποὺ κουβαλοῦσαν νερὸ ἀπὸ τὸ ποτάμι, ποὺ κυνήγησαν λύκους, ποὺ ὄρθωσαν τὸ ἀνάστημά τους στὸν κατακτητή, διαχειρίστηκαν τὸ βιὸς τῆς φαμίλιας, ἔθαψαν ὄνειρα, καημούς, ταπεινώσεις, προσδοκίες, ἀγωνίες, βάσανα κι ἀπογοητευμένες ἀγάπες, κατάπιαν οἰκογενειακὲς ἀγριότητες, τραγούδησαν κρυφά τὴν ἀγάπη, θάφτηκαν στὰ τάρταρα γιὰ νὰ στερεώσουν γεφύρια καὶ νὰ τιμήσουν τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα, τοῦ συζύγου, τοῦ ἀδελφοῦ.  Ἐπιτέλεσαν τὸν σκοπὸ τῆς ὕπαρξῆς τους, ὅπως ὅλες οἱ καταδικασμένες στὴν ἀφάνεια Ἑλένες, τοῦ χθὲς καὶ τοῦ προχθές, τοῦ σήμερα καὶ δυστυχῶς τοῦ αὔριο.

  Μοῦ ἒχουν μείνει, τά  συγκινημένα δακρυσμένα ἀλλά χαμογελαστά πρόσωπά τους,  πάνω στόν ἀργαλειό, πάνω ἀπό τίς ἀχνιστές κατσαρόλες, στήν Ἐκκλησία, στά  χωράφια, τό βουβό κλάμα πού ἀνέβαινε στόν λαιμό τους, πού οὒτε  κἂν προσπαθοῦσαν νά τό πνίξουν, γιατί γνώριζαν ὃτι δέν θά τά καταφέρουν -ἐξ ἂλλου ἒλεγαν τό φαγητό  γίνεται πιό νόστιμο μέ τά δάκρυα- μαγείρευαν ζηλευτά, γνώριζαν συνταγές γλυκῶν δοσολογῶντας μέ τό μάτι, χωρίς οἱ ἦχοι τῆς  κουζίνας καί τοῦ τραπεζιοῦ νά ἒχουν πρωταγωνιστικό  ρόλο,  γελοῦσαν αὐθόρμητα κι ἂλλοτε αὐθόρμητα σχεδιασμένα, ψυχές πού δούλευαν μέ ἓνα  σουρεαλιστικό πείσμα, πικρά καί ἡρωικά, δυναμικές, μέσα στἠν ἡσυχία τοῦ ἀετίσιου βλέμματος, μέ τήν ἐπιθυμία νά σβήσει τό διαγενεακό  τραῦμα πού κληρονόμησαν ἀπό  τίς μανάδες τους, ἀποφεύγοντας κάθε ἒνταση πού θά μποροῦσε νά προκαλέσει ἀλλαγή –ἐστίασα πάνω σέ αὐτό καί δούλεψα πολύ γιά νά τό ἀναγνωρίσω στίς ὀργισμένες ἀντιδράσεις τῆς μάνας- ἀξιοποιοῦσαν τήν κληρονομιά τοῦ τόπου τους καί δημιουργοῦσαν, κόντρα στίς καταστροφές πού τίς χτύπησαν, μέ φαντασία καί πεῖσμα, ἀκόμη καί μέσα στό  χαλάσματα, δέν κουνοῦσαν τό δάχτυλο, δέν χάιδευαν  αὐτιά, δέν ἡρωοποιοῡσαν, δέν κατηύθυναν λεκτικά, δέν ἀποπλανοῦσαν, δέν ἢθελαν νά γίνει τό δικό τους, τό πικρό αὐτονόητο ὀ θυμός, ἀνάμεικτος μέ γνήσια ἀπόγνωση ἀλλά καί πείσμα, ξεκινοῦσαν πάντα τό γαμήλιο γλέντι μέ μοιρολόι, καί συνέχιζαν μέ ὂμορφα τραγούδια ἀγάπης, μέ μιά μπρουτάλ ἑρμηνεία, πού ἀργότερα τήν παρομοίωσα μέ τόν ὠμό, εἰλικρινή, ἀφτιασίδωτο τρόπο πού εἶπε ἡ Nico τό «All tomorrow’s parties», στην Preston Warehouse.

  Ὃσο γιά τίς γιαγιάδες, ὃλες μαυροφορεμένες,  μοῦ ἒχει μείνει  ἡ εἰκόνα τους μέ τίς μακριές πλεγμένες κοτσίδες στεφανωμένες στό κεφάλι, καλυμμένες μέ τήν μαντίλα, τυλιγμένες τόν χειμῶνα στίς πελερίνες τους, τά αὐλακωμένα κουρασμένα πρόσωπά τους ἀπό τήν σκληρή δουλειά στό σπίτι καί στά χωράφια. Τώρα πού βλέπω πιό καθαρά, οἱ φυσικές ἀντοχές τους παραπέμπουν σέ ὑπεράνθρωπες.

Χαίρομαι, γιατί μέσα ἀπό τήν βασανισμένη  ματιά τῆς Γορτύνιας ὁδηγήθηκα σέ μιά ἀνάγνωση βαθύτερη καί πιό ἀποκαλυπτική τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ σκληρή ζωή της, ἡ ἐσωτερική της διαδρομή, οἱ ἀμείλικτες ἀποφάσεις της, ἡ ψυχική της πάλη ἀνάμεσα στά συναισθήματα καί στίς πράξεις, καθιστοῦν πολύ δύσκολη τήν γεμάτη ὀδυνηρά μηνύματα καταγραφή: ἦταν φορτωμένη μέ τήν φρικιαστική ἐπίγνωση ὂτι τό νά γεννηθεῖς γυναῖκα, ἐκείνη τήν ἐποχή, ἦταν κόλαση.

  Παρακολουθοῦσα τόν κοινωνικό της ρόλο ἀκόμη καί μέσα στό ἲδιο της  τό φύλο. Πῶς ἡ πεθερά πρός τήν νύφη ἒπαιρνε ἀνδρικά χαρακτηριστικά, γινόταν σκληρή, χειριστική ἀπέναντι στίς νεότερες γυναῖκες τῆς ἲδιας οἰκογένειας. Καί  οἱ γυναῖκες καί οἱ ἂντρες, ἒριχναν λάδι στήν  φωτιά τοῦ μαρτυρίου τους, διαιωνίζοντας ἀντιλήψεις πού παρήγαγαν θύτες καί θύματα.

  Ἐάν οἱ Γέροντες τῆς ἐρήμου εἶναι πρότυπα ἀληθείας μιᾶς μακραίωνης παράδοσης, θεμέλια ὓπαρξης γιά ὃλους μας καί ὂχι κάποιες ἰδιαίτερες περιπτώσεις  ἀναχωρητῶν τοῦ μακρινοῦ παρελθόντος, τό πνεῦμα   τους ὑπῆρξε καί ἂγγιξε τήν ψυχή αὐτῶν τῶν γυναικῶν τῆς Γορτυνίας. Ἡ  παράδοση ἀνοίγει δρόμους ζωῆς, διαφορετικά  δέν  ὐφίσταται. Ἲσως τήν ἐποχή μας ἡ πνοή  τους νά μήν γίνεται αἰσθητή  στίς τσιμεντένιες  πολιτείες μας, ὃμως δρόσιζε μέχρι χθές τά πρόσωπα τῶν ἂμεσων προγόνων μας. Οἱ γυναῖκες τῆς Γορτυνίας,  μετά τόν γάμο ἐγκατέλειπαν τήν πατρική ἑστία ἀναχωρητικά καί ἐγκαθίσταντο στό σπίτι τοῦ γαμπροῦ ὡς σέ μονή μετανοίας, ὃπου καί ἀφοσιώνονταν ἐν λήθη ἑαυτοῦ ἂχρι θανάτου. Λόγοι, σκέψεις, μέριμνες εἶναι πλέον τά παιδιά.

  Αὐτές ἦταν, ἁδρά,  οἱ  γυναῖκες τῆς Γορτυνίας, καί  τέτοιες ὐπῆρξαν οἱ  γυναῖκες πού ἒσωσαν ἀπό τον κομμουνισμό Ρωσίες καί  Ἀλβανίες. Παιδεία τους  οἱ  Ἀκολουθίες καί κοινωνική ζωή ἓνας τιποτένιος χῶρος μέ κέντρο τό  μαγεριό, καί περιφέρεια τήν γειτονιά. Καί ὃμως ἀπό  τήν κλεισούρα τούτη, ἀνέβλυζε πυκνότητα αἰσθημάτων, ἀγάπη καί ἀντοχή. Καρποφοροῦσαν χωρητικές σάν Παναγίες τῶν οὐρανῶν πλατύτερες.   Ἀσφαλῶς γκρίνιαζαν, κουτσομπόλευαν, ζήλευαν καί ὃ,τι  ἂλλο ἀνθρώπινο πάθος. Δέν εἶχαν σπουδές καί διπλώματα, εἶχαν πάντως τό ἀπόλυτο πνεῦμα κάθε ζωῆς πληρωμένης μέ αἷμα· ἀγαποῦσαν προτοῦ  νά τό ζυγίσουν καί τό  σκεφθοῦν.

ΥΓ. Ξεκίνησα αὐτή τήν παρέμβαση ἀπό τήν ἀνάγκη νά ἀναψηλαφήσω τήν καταγωγή μου, νά προσκυνήσω τίς ρίζες μου, νά τιμήσω ἐπαναπροσδιορίζοντας τό μέλλον μου σέ ἓναν κόσμο πού πλέον δέν ἐξελίσσεται φιλικά. 

 

  

 

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2023

Τοξικές, μισαλλόδοξες ἐκκλησιαστικοπολιτικές τακτικές.

                                                                                                                       Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

 Φαίνεται ὃτι ὁ κ. Δωρόθεος παρά τήν βαριά ἧττα πού δέχθηκε στήν   προσπάθειά του νά ἀλώσει τό  Ἲδρυμα, τό δημόσιο στραπατσάρισμά του στόν αὐλόγυρο τῆς Παναγίας καί τήν ἂρον ἂρον φυγάδευσή του, δέν ἒχει παραιτηθεῖ ἀπό τά δικαιώματά του  στήν φερομένη ἰδιοκτησία του, ἂν καί  τά καμπανάκια ανώριμης φυσικῆς φθορᾶς τοῦ κτυποῦν ἀπό καιρό. 

  Δέν δυσκολεύεται καθόλου νά βρίσκει πάντα κάποιον νά ἀναλαμβάνει τήν ἐπικαρπία τοῦ ἀκινήτου του, σέ ὃλη τήν ἐπικυριαρχία τοῦ τσιφλικιοῦ του. Συνεσκέφθη μετά του ἑαυτοῦ του, τόν Πρωθυπουργό,  καί τήν συνείδησή του τόν κ. Φανερό, καί ἀποφάσισαν τήν ἂκομψη ἀνοιχτή καταφυγή τους στήν μηχανορραφία, στό χάλκευμα, στήν πλεκτάνη, στήν ἲντριγκα, στήν ραδιουργία, στήν σκευωρία, στήν δολοπλοκία, ὃπως ἀκριβῶς τά παραπάνω λειτούργησαν στήν ἀνάδειξη ἀντιπροέδρου στό Ἱερό Ἰδρυμα. «Καί γιά τούς ψηφοφόρους τοῦ  Κοινοῦ κατεβάζουμε πρόταση ροκανίσματος», διετείνοντο προεκλογικά οἱ παπάδες. Πέτρο  πότε πέρασες νά πάρεις τήν εὐχή μας, ἐννοῶ τήν ἂδειά μας;  Μήν κουράζεσαι λοιπόν μέ  τήν  παρέα σου, ψηφίζουμε ἐμεῖς πρίν ἀπό σᾶς γιά σᾶς. Ὃταν ὐπάρχει  πελατεία κάποιος θά τό  ἀνοίξει τό μαγαζί, γιατί νά μήν  τό άνοίξουμε ἐμεῖς, εἶπαν  οἰ  Πρωτοπαπάδες  καί  τό  ἒκαναν. Ἲνα πληρωθεῖ τό  ρηθέν: «Ἡ πολιτική εἶναι γιά ἂσχημους (μεταφορικά) ἀνθρώπους». Κ. Μητσοτάκη, Πρωθυπουργέ  μας, φίλε καί προστάτη,τοῦ κ. Πολυκανδριώτη σας, γιά  τό παρασκήνιο, τίς μεταμοντέρνες φιγοῦρες, τά  σασπένς, τό στοιχεῖο τῆς  κωμωδίας, ὃλα τά «ἂσχημα» ἐκλογικά τοπικά… «ἀσπουλάϊτε»! 

   Δέν θά ὑπάρξει Σιῶτος- Νομικός, οἰκογενειάρχης- δήμαρχος αὐτή τήν πενταετία καί δέν ἒχω πρόβλημα προσωπικό μ’ αὐτό. Ἐκτιμῶ ὃτι οὒτε ὁ Γιάννης ἒχει πρόβλημα. Εἶναι φιλοσοφημένο παλικάρι. Στήν ζωή του  ἒχει  ἀσκηθεῖ  σέ ἀθλήματα  μεγάλων ἀποστάσεων, εἶναι πειθαρχημένος, τοῦ ἀρέσει  αὐτό πού κάνει, καί ἐκτιμῶ ὃτι ὁ ρόλος του στήν μείζονα ἀντιπολίτευση θά εἶναι δημιουργικός. Ἐξ  ἂλλου τό δημαρχηλίκι, ἡ ἀνάμειξή του μέ τά κοινά δέν τοῦ εἶναι πρός βιοπορισμό. 

   Οἱ πρόσφατες τοπικές ἐκλογές θά παραμείνουν ὠς μιά πολύτιμη παρακαταθήκη, καί δέν εἰρωνεύομαι στό ἐλάχιστο. Εἶναι τό παράδειγμα μιᾶς φιλοσοφημένης ζωῆς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου. Ἓνα γερό χαστούκι στήν μυθοποίηση τῆς  ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας ἐκ τῶν  ἒσω, αὐτῆς τῆς σύγχρονης τοπικῆς πολιτισμικῆς μάστιγας-ἐκτός ἀπό  Εὐαγγελικῆς λαίλαπας- πού ἒχει καταπιεῖ ἀμέτρητους δημιουργικούς ἀνθρώπους, ἒχει ἐκμαυλίσει μεγάλο  ἀριθμό φιλόδοξων, καί φυσικά σημαντικό ἀριθμό ψηφοφόρων.

   Ἂντε μετά νά βρεῖς, μέ τέτοιες δωροθεϊκές γλυκερότητες, «διάδραση» μέ τούς πιστούς, πού ἀπέμειναν στίς ἐκκλησίες, ὃταν τό μότο  τους εἶναι «μεγάλη ἀναταραχή, ὡραία  κατάσταση». Ὃσο  ἀποκόβεσαι ἀπό τό συλλογικό βίωμα, τόσο σέ καταλαμβάνει ὁ  κυνισμός. ν οι κληρικοί ἦταν ἒστω καί κανονικοί ἐπαγγελματίες, θά ἒκαναν τήν δουλειά τους περίπου ὃπως καί ἐμεῖς: μέ κόπο καί ἀνασφάλεια. Θά ζορίζονταν ἀνελλιπῶς γιά νά παράγουν ἁπτᾶ ἀποτελέσματα, θά ἦταν ὑποχρεωμένοι νά παρουσιάζουν καί νά δικαιολογοῦν τά ἀποτελέσματα αὐτά ἀναλυτικά, θά ἀξιολογοῦνταν καθημερινά σέ προσωπικό ἐπίπεδο καί σέ ἐπίπεδο ἒργου, θά ὑφίσταντο (κυριολεκτικές) κυρώσεις σέ περίπτωση λάθους, θά διέτρεχαν πάντα τόν κίνδυνο νά ἀποπεμφθοῦν, ἐνῶ θά ἦταν ἀναγκασμένοι νά τηροῦν καί αὐστηρούς κανόνες συμπεριφοράς-δεοντολογίας. Ἂν ἦταν κανονικοί ἐπαγγελματίες, θά ἐργάζονταν μέ τούς ὃρους πού θέτει ἡ ἀγορά· τό γεγονός ὃτι εἶναι παπάδες δέν θά τούς διαφοροποιοῦσε ἀπό τούς κοινούς ἐργαζομένους, ὃπως ἀκριβῶς ὀ Ἀπόστολος Παῦλος.  Τήν ἐργασία του -σκηνοποιός- τήν θεωροῦσε  ἠθική ἐνίσχυση τῆς  ὑποχρέωσής του νά φανεῖ ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τοῦ   λαοῦ τοῦ Θεοῦ.  

 Κύριε Πολυκανδριώτη, ἐκκλησιαστικότητα εἶναι νά ζεῖς τήν ζωή τῆς κοινότητας ἐκείνης ἡ ὁποία λογαριάζει   στά σοβαρά τόν ζωντανό Θεό, ὡς ζωντανό Θεό. Ἐκκλησιαστικότητα εἶναι νά  πασχίζεις νά  ἀνταποκριθεῖς στό κάλεσμά Του. Πῶς; Μέ τήν ἐλευθερία, τήν εὐθύνη, καί τήν διακινδύνευση πού ἐμπεριέχονται καί ὁρίζουν τό πάλεμα  μιᾶς σχέσης ζωντανῶν, ὑπεύθυνων καί ἐλεύθερων Ὑποκειμένων, μιά σχέση πού διαυγάζει τήν Δημοκρατία, προσεγγίζοντάς την θυσιαστικά.

  Ἒχουμε ὑποχρέωση νά διαφωνοῦμε μέ τήν μαζική, ὑμνητική κολακεία, νά ἒχουμε τήν δυνατότητα νά ἀπορρίπτουμε καί νά διατυπώνουμε γνῶμες πού δέν συμπίπτουν μέ  τό κυρίαρχο ρεῦμα. Δέν εἶναι καμιά ἐπανάσταση ἡ δημόσια διαφωνία, εἶναι ἁπλῶς μία στοιχειώδης δημοκρατική λειτουργία, χρήσιμη κι ἀνακουφιστική σέ προσωπικό καί συλλογικό επίπεδο.

  Ἐνδέχεται νά θεωρεῖτε τήν ὀργή μου ἐναντίον σας ὑπερβολική – ὃμως τί θετικό κάνατε στό κάτω κάτω γιά νά ἀξίζετε μιά κάποια  ἐπιδοκιμασία;  

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

Πόση βία μποροῦμε νά ἀντέξουμε; Πόση φρίκη μποροῦμε νά μεταβολίσουμε;

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου.

 

Στὴν Δημοκρατία, ὅπως οἱ κάποτε Ἕλληνες τὴν γέννησαν καὶ τὴν ἄσκησαν, δὲν ὑπάρχει δήμιος, ὅπως δὲν ὑπάρχουν καὶ σωματικὲς ποινές, ραβδισμοί, μαστιγώσεις, φραγγελώσεις, ἀκρωτηριασμοί, δημόσια ἀπογύμνωση. Εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἀτιμαστεῖ ἡ «ἱερότητα» τοῦ σώματος τοῦ πολίτη. Ὁ καταδικασμένος σὲ θάνατο, ἀκοινωνησία, πολίτης ἢ θὰ πάρει μόνος του νὰ πιεῖ τὸ κώνειον, «πειθόμενος τοῖς νόμοις», ἢ θὰ αὐτοεξοριστεῖ.

  Ἡ κεντρική σκηνή στό ἒργο τοῦ Αἰσχύλου Χοηφόρες, ἡ κρισιμότερη καί σκληρότερη, εἶναι ὁ φόνος τῆς μητέρας ἀπό τόν γιό, τῆς Κλυταιμνήστρας ἀπό τόν Ὀρέστη.

  Τίποτα δέν ὑποχρέωνε τόν Τραγωδό νά βγάλει τόν φόνο στήν σκηνή. Καί  μάνα καί  γιός ἦταν μέσα στό παλάτι. Βγαίνουν καί οἱ δύο  γιά νά συγκρουστοῦν, σέ μιά σκηνή βίας πού δέν ἒχει προηγούμενο. 

  Τήν ἀρχική βίαιη σύγκρουση μεταξύ τους καί ἡ ὀργή που προκαλεῖ καί μόνο τό ὂνομα τοῦ Αἲγισθου, ἀκολουθεῖ  τό ἀνέμισμα τοῦ σπαθιοῦ άπό   τόν γιό, ἡ προβολή  τοῦ γυμνοῦ στήθους ἀπό τήν ἲδια τήν μάνα, καί  τό  δίλημμα πού βασανίζει τόν Ὀρέστη, σέ ἓναν καί μόνο στίχο: «Πυλάδη, τί νά κάνω; Νά τήν σφάξω»; Τελικά ἒρχεται ἡ ἂκαμπτη ἀπόφαση, οἱ μορφές καί οἱ ἀπειλές ἐναλλάσσονται στίχο μέ στίχο, χωρίς τίποτα νά κλονίζει τον γιό. Κι ἡ ἐναλλαγή αὐτή τούς ὁδηγεῖ σχεδόν ὡς τό τελικό  κτύπημα. «Ὃποιον δέν ἒπρεπε ἒσφαξες καί ὃμοια θά πάθεις». 

  Λέω σχεδόν ὡς τό τελευταῖο κτύπημα: ὂχι ὡς τό τέλος. Γιατί ἓνας κανόνας αἰσθητικός καί συγχρόνως ἠθικός, ἀπαγόρευε νά γίνεται ὀ φόνος μπροστά στά μάτια τῶν θεατῶν. Ἡ σκηνή ἐκτυλίσσεται ὃσο τό δυνατόν μακρύτερα καί δέν άκούγεται οὒτε μιά φωνή πού  νά βεβαιώνει τόν θάνατο τῆς Κλυταιμνήστρας. Μόνο  ὁ χορός σχολιάζει τόν φόνο πού ἒχει συντελεσθεῖ.

  Στή Ἠλέκτρα τοῦ  Σοφοκλῆ δέν βλέπουμε καθόλου τόν Ὀρέστη μαζί μέ τήν μάνα του. Ἀκοῦμε τήν στιχομυθία τους, τίς φωνές καί τίς έκκλήσεις τῆς Κλυταιμνήστρας, ἀπό τό παλάτι. Ἒξω βρίσκεται ἡ Ἠλέκτρα πού σχολιάζει, συμμετέχοντας ἀπό μακρυά.

Κλυταιμνήστρα: ἂχ, ἂχ σπίτι ἒρημο ἀπό φίλους καί  γεμᾶτο φονιάδες.

Ἠλέκτρα: Φωνάζει κάποιος ἀπό μέσα;

Χορός: Ἂκουσα, νά μήν ἂκουγα, κι ἒφριξα ἡ δόλια.

Κλυταιμνήστρα: Ἂχ τί μέ  βρῆκε! Πού εἶσαι Αἲγισθε;

Ἠλέκτρα: Ἂκου πάλι φωνές.

 Κλυταιμνήστρα: Παιδί μου, παιδί  μου, λυπήσου τήν μάνα σου!

Ἠλέκτρα: Ἐσύ δέν λυπήθηκες, οὒτε τόν πατέρα πού τόν γέννησε.

Χορός: Πόλη καί μαύρη γενιά. Μέρα κι αὐτή, μοίρα κι αὐτή πού λιώνει, πού σέ λιώνει. 

Κλυταιμνήστρα: Ὢχ μέ κτύπησε!

Ἠλέκτρα: Χτύπα, ξανά.

Κλυταιμνήστρα: Ὢχ, ὢχ, ξανά.

Ἠλέκτρα: Ἂμποτε καί τόν Αἲγισθο.

  Στήν Ἠλέκτρα τοῦ Εὐριπίδη  διατηροῦνται ἀπό τήν σκηνή τοῦ φόνου μόνο  οἱ ἐκκλήσεις τῆς Κλυταιμνήστρας, μέσα ἀπό τό παλάτι καί οἱ σχολιασμοί τοῦ χοροῦ.  

Κλυταιμνήστρα: Γιά ὂνομα τῶν Θεῶν, τήν μάνα σας, παιδιά  μου μήν θανατώσετε.

Κορυφαία: Ἀκούς κραυγή από μέσα;

Κλυταιμνήστρα: Ὢωχ, ὢωχ. 

Κορυφαία: Κλαίω καί  ὀδύρομαι πού σέ σφάζουν τά ἲδια τά  παιδιά  σου.

   Ἒχει πολύ συζητηθεῖ ὁ αίσθητικός κανόνας τῆς ἑλληνικῆς τραγωδίας πού  δέν ἐπιτρέπει στόν ποιητή νά δείξει ἂμεσα στούς θεατές  τήν βία ὡς θέαμα  καί τόν θάνατο, γιά λόγους ἠθικῆς καί διακριτικῆς  καλαισθησίας. Οἱ Τραγωδοί ἀποφεύγουν τίς μεγάλες σκηνές βίας, γιά νά δώσουν ἒμφαση σέ σκηνές ὀδύνης Παραλείπουν τήν σύγκρουση, τό δράμα, γιά νά τονίσουν τίς συνέπειες τοῦ πάθους. 

   Ἡ πιό γνωστή στιγμή πάθους συνδέεται μέ τό ἂλλο ἒγκλημα, πού εἶναι χειρότερο ἀπό τήν μητροκτονία: ὁ μονόλογος τῆς Μήδειας πρίν ἀπό  τόν φόνο τῶν παιδιῶν της.  Με τίς ἀπότομες μεταστροφές του, τίς ἀμφιβολίες, τούς φόβους, ὀ μονόλογος ἐπαναλαμβάνει, σέ εὐρύτερη ἐνορχήστρωση τό «τί νά  κάνω;» τοῦ Ὀρέστη. (Μήδεια, στ.1042). Καί παρ’ ὃτι ὁ φόνος θά γίνει στό  ἐσωτερικό  τοῦ σπιτιοῦ, μετά ἀπό διακόσιους στίχους, ἡ παρουσία τῶν θυμάτων, ἡ ἀδυναμία, ἡ ἀθωότητά τους, προσδίδουν στήν ἀβεβαιότητα τῆς Μήδειας ἓναν χαρακτῆρα ἀκρότατου πάθους, πού γίνεται  ἂμεσα  αἰσθητό σάν νά  τό βλέπουμε στήν σκηνή. Ἐπειδή  ὁ Εὐριπίδης ἀποδέχεται αὐτές τίς συγκλονιστικές στιγμές πού πηγάζουν ἀπό τήν ὀδύνη πρίν ἀπό τήν πράξη, προτιμᾶ  νά ἀναπτύσσει τήν ἒκφραση τῆς ἀδύνης καί γι αὐτό τήν ἀπομονώνει ἀπό  τήν πράξη, τῆς παρέχει κάποιο χρόνο ἀνάπαυλας, ὣστε  νά ἐκδηλωθεῖ ἐλεύθερα.

Ὁ πολιτιστικός διάδοχος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ Ρώμη, ἒφερε τά πάνω κάτω. Θέσπισε τίς μονομαχίες, τίς γιορτές  αἴματος πού τίς ἀπολάμβανε ὃλη ἡ πόλη, τόν δημόσιο προγραμματισμένο στραγγαλισμό ἀόπλων πού θανατώνονται μπροστά σ’ ἕναν μαινόμενο, ἀφηνιασμένο, ἀφιονισμένο   ὄχλο, πέρασε ὡς φυσιολογικό γεγονός τό λαμπάδιασμα τῶν σωμάτων δίκην φανοστατῶν, τήν καταδίκη, ad destias, στά θηρία, τήν σφαγή τοῦ πρωινοῦ, τίς μαζικές ἐκτελέσεις πού  μεταβάλλουν τίς κατά τόπους  ἀρένες σέ ἀνθρώπινο σφαγεῖο,  πάντα μέ μεσάζοντες τοῦ θανάτου  τόν ὄχλο.

   Μπαίνοντας στούς στίβους τῶν ρωμαϊκῶν ἱπποδρόμων ἔχει κανείς τήν ἐντύπωση ὅτι κατεβαίνει στήν Κόλαση. Ὅλα εἶναι  σκεπασμένα με αἷμα. Σέ κάθε νέο κτύπημα καί πληγή στό Κολοσσαῖο γιά τήν δόξα τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας, τό  πλῆθος ξεσποῦσε σέ κραυγές ἱκανοποίησης γεμᾶτες μίσος. Δέν ἱκανοποιεῖτο  ὁ σαδισμός τοῦ ὂχλου παρά μόνο ὅταν  ἒβλεπαν νά  καταρρέει  ὁ μονομάχος μετά ἀπό ἕναν ἀναπόφευκτο, ἀργό, βασανιστικό θάνατο, πού καθιστοῦσε τήν γενναιότητα ἀνώφελη. Ἠδονίζοντο νά παρακολουθοῦν ἕνα θέαμα πού ἀνέβλυζε αἷμα, πόνο, ἀγωνία, μέ προσκήνια καί παρασκήνια, μέ ὀρατή δράση καί ἀόρατες διεργασίες, πού  μετέτρεπαν τό ἀπάνθρωπο γεγονός, τό τραγικό θέαμα  σέ  ψυχαγωγία,

 

  Τά ἀνάγλυφα μέ τά  ὀποῖα οἱ Ἀσσύριοι βασιλεῖς στόλιζαν τά παλάτια τους, ἀπεικόνιζαν λεπτομερῶς τό γδάρσιμο τῶν ἐχθρῶν τους  ζωντανῶν καί πυραμίδες  ἀπό κομμένα κεφάλια. Πιό πρόσφατα, στρατιῶτες τοῦ Ἀζερμπαϊτζάν καί τῆς Τουρκίας ἀνάρτησαν φρικαλεότητες πού διέπραξαν εἰς βάρος τοῦ ἐχθροῦ, Ἀρμενίων πολιτῶν καί στρατιωτῶν. Οἱ Ρῶσοι στήν Οὐκρανία κάνουν τό  ἲδιο, περισσότερο γιά δική τους τέρψη, σύμφωνα μέ τούς ἰσχυρισμούς τους.

  Εἶσαι στό πλοῖο, καί πρίν καθήσεις καλά καλά, πιάνεις τό κινητό ἀντί νά  πιάσεις κουβέντα μέ τόν διπλανό σου, τό  ἲδιο καί αυτός, ἀνοίγει τό κινητό του ἀντί νά ἀνοίξει  συζήτηση μαζί σου. Τό ἲδιο σκηνικό: Τά νεκρά γυναικόπαιδα στήν Λωρίδα τῆς Γάζας, τόν δημόσιο βιασμό ἁγιασμένων  κοριτσιῶν καί μπροστά στήν κάμερα ἀποκεφαλισμός τῶν «ἀπίστων», ἀπό  φονταμενταλιστές  μουσουλμάνους. Ἡ γιαγιά εἶναι στήν παιδική χαρά. Μέ τό ἓνα χέρι κουνᾶ τό ἐγγονάκι της μέ τό ἂλλο βλέπει ἓνα βίντεο μέ μιά οἰκογένεια πού ἐκλιπαρεῖ γιά οἶκτο.

 Εἶσαι στό λεωφορεῖο ἀπό ἢ πρός σπίτι ἀνοίγεις τό ΤikTok καί οἱ οἰμωγές  ἀπό τήν  εἰσβολή στήν Ουκρανία, τό δυστύχημα στά Τέμπη, τίς καταστροφές, τίς πυρκαγιές, τίς πλημμύρες,  ξεχύνονται ἀπό τό καλώδιο τῶν ἀκουστικῶν σου. Εἶσαι  σπίτι, ἀργά βράδυ, ὃταν ὃλοι κοιμοῦνται, καί τό  πρόσωπό σου φωτίζεται ἀπό τή ὀθόνη τοῦ κινητοῦ σου. Ὁ ἀλγόριθμος σοῦ βγάζει πρώτη εἲδηση τ’ ἀποκεφαλισμένα βρέφη στό Ἰσραήλ.

  Παρατᾶς  στήν ἂκρη τό κινητό καί  ἀνοίγεις τήν τηλεόραση, τό  ἲδιο σκηνικό. Οἱ εἰδήσεις ἀναχαράζουν τήν βία. Ἐξ ἂλλου δέν ὑπάρχει ἐλληνική  ἢ ξένη τηλεοπτική σειρά χωρίς σκηνές βίας· ἡ βία ἐναλλάσσεται μέ ὡραιοποιημένες εἰκόνες, οἱ εἰδήσεις γιά τόν πόλεμο μέ εἰδήσεις γιά τήν σόουμπιζ ἢ τί γίνεται στόν ΣΥΡΙΖΑ μέ τόν νέο ἀρχηγό. Παρακολουθοῦμε ἀποσβολωμένοι, συλλέγουμε ἀναλυτικές πληροφορίες ἀκατανόητης  βίας, πού προστίθενται στήν ἐπιβαρυμένη καθημερινότητά μας καί ὁλα μοιάζουν νά καταλήγουν στήν ἲδια χοάνη. 

 

   Συμφωνεῖτε νομίζω ὅτι ἀγαπᾶμε τίς τραγωδίες ἐφόσον δέν συμβαίνουν σέ μᾶς τούς ἴδιους. Ὅμως δέν βλέπετε ὅτι δήμιοι, θύματα καί θεατές φορᾶμε  τίς ἴδιες ἀλυσίδες;

  Ὅσο ἡ ἀνθρώπινη φύση παραμένει ἡ ἴδια, διά πλεονεξίαν καί φιλοτιμίαν (Θουκυδίδης 3,28), τά ἴδια ἁμαρτήματα θά συνοδεύουν τούς ἀνθρώπους ξανά καί ξανά. Τά λόγια τοῦ περιώνυμου ἱστορικοῦ δείχνουν ὅτι  δέν περιμένει καμμιά ἀλλαγή. Ἡ μετέπειτα ἱστορική διαδρομή τόν δικαιώνει ἀπολύτως. Μόνο κληρονομιά τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου ὑπάρχει, μέ ἄλλα λόγια αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τῆς κτιστότητας, τόν ὁποῖο μέ ὅλα τά συμπαρομαρτοῦντα βαδίζει ἡ ἀνθρωπότητα.

  Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι, εἴτε δέχομαι τόν  Θεό εἴτε ὄχι, ἐνώπιόν μου χάσκει μιά τραγωδία: πόνος, ἡ βία, ἡ ἀσθένεια, ὁ θάνατος. Γιά τόν ἄνθρωπο δέν εἶναι μόνο τό βιολογικό τέρμα, ἀλλά κυρίως ἡ δύναμη πού συνεχῶς τραυματίζει τήν ζωή, τήν χαρά, τήν ἀγάπη, τήν δημιουργικότητα, τό κάθε νόημα. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἡ ζωή -ἰσχυρότερη καί μόνιμη δύναμη, ὡς φυσική ἐνέργεια-μάχεται τήν φθορά τόν θάνατο ἀκατάπαυστα. Μοῦ ἒλεγαν οἱ γονεῖς, τήν στιγμή πού σέ κάποια γωνιά κάποιος σκότωνε στόν ἐμφύλιο τήν άδελφή του ἐπειδή ἀγάπησε ἀπό τήν «ἀλλη ὂχθη», στό ἂλλο στενό, εἶχαν συνάντηση ἀγάπης δύο εὐλογημένες ψυχές.      

  Μύρια ὅσα βάσανα καί βασανιστήρια δοκιμάζουν αὐτή τήν στιγμή ἀθῶες ὑπάρξεις, στήν Μέση Ἀνατολή, στό Ἰσραήλ, στήν Παλαιστίνη, στό Ἰράν, στήν Τουρκία τά Κουρδάκια, στό Ἰράκ τά Γιαζιντάκια, γενικά ὃπου τό φρικαλέο σύμπτωμα τῆς ἀνθρώπινης ἐγωπάθειας καί κυριαρχικότητας, μέ σκληρότητα σκοτώνει μικρά ἀγοράκια καί μικρές κοροῦλες, καί σέ ἀρκετές περιπτώσεις τά βασανίζει σεξουαλικά,    κάτω ἀπό τά μάτια ἑνός Θεοῦ πού σιωπᾶ.  «Ὄχι, πάτερ μου. Ἔχω άλλη γνώμη γιά τήν ἀγάπη. Καί θά ἀρνοῦμαι μέχρι θανάτου ν’ ἀγαπῶ τούτη τήν δημιουργία ὅπου φρικωδῶς βασανίζονται παιδιά». (La peste, Camus).

 

 

 

 

   

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

Ἒμπονη ψηλάφηση τῆς πορείας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐνορίας, μέ τήν ὀρμή τῆς συνέχισης καί ὂχι ἁπλῶς ὡς ἀναδρομή. ( Μέρος δεύτερο)

 

Δέν εἶμαι σέ θέση νά  προτείνω κάτι ἐδῶ, ἐκτός ἀπό τό ὃτι αὐτός εἶναι  ὀ μόνος ἀποδεκτός τύπος συνοδικότητας γιά ἒναν ὀρθόδοξο στοχαστή. Εἶναι ἠ Καθολική Ἐκκλησία ἒτοιμη γιά μιά τέτοια βαθιά ἀλλαγή; Μπορεῖ ὀ «Πρῶτος» ὁ Πάπας, νά εἰδωθεῖ ὡς μέρος  τῆς κοινότητας, ὡς ἀληθινά σχεσιακό λειτούργημα, κι ὂχι ὡς αὐτοπροσδιοριζόμενο;

  Τό  πρότυπο τῶν σχέσεων πού προκύπτει ἀπό τον 34ο κανόνα τῶν Ἀποστόλων ἀνιχνεύεται σέ ὃλα τά ἐπίπεδα  τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως δέν ὐπάρχει πρωτεῖο πού νά μήν  ἀσκεῖται σέ συνοδικό  πλαίσιο, τόσο τοπικά ὃσο καί οἰκουμενικά. Ὁ Πρῶτος πρέπει πάντα νά δρᾶ σέ συμφωνία μέ ὃλους τούς ἐπισκόπους, οἱ ἐπίσκοποι πρέπει νά δροῦν μαζί μέ  τόν Πρῶτο, καί ὃλοι μαζί νά δροῦν σέ  συμφωνία μέ τό  Ποίμνιο, τούς πιστούς.

  Τό Πρωτεῖο  σέ  παγκόσμιο ἐπίπεδο, τοῦ Οίκουμενικοῦ καί τοῦ Πάπα, εἶναι χαρισματικό λειτούργημα, τό ὁποῖο λειτουργεῖ μέ τήν ἀπόλυτη συμφωνία τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι, ὃπως εἲπαμε, μιά σχεσιακή πραγματικότητα. Χτίζω τό ἐπιχείρημά μου στό γεγονός ὃτι δέν ὑπάρχει τίποτα δεδομένο στήν Ἐκκλησία -εἲτε αὐτό λέγεται διακονία, εἲτε μυστήρια, εἲτε Οἰκουμενική Σύνοδος,  εἲτε ἂλλες μορφές δομῆς- πού δέν πρέπει πρῶτα νά ζητηθεῖ, σάν νά μήν προϋπῆρχε. Ὃλα χρειάζονται μιά  συναίνεση, ἓνα «Ἀμήν» ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ. 

  Τί σημαίνει αὐτό; Ὃ.τιδήποτε κάνει ὁ κληρικός, ἐφ’ ὃσον ἐνεργεῖ ὡς  Οἰκουμενικός πατριάρχης, ὡς  Πάπας, ὠς Ἐπίσκοπος, ἢ ὡς Ἱερέας χρειάζεται τήν ἐπιβεβαίωση (τό «Ἀμήν»)  τῶν «πολλῶν». Εἶναι ὀ  Πρῶτος σέ κοινωνία μέ τά ἂλλα λειτουργήματα τῆς Ἐκκλησίας, καί ὂχι μονάρχης πού στέκεται ἐκτός τῆς κοινότητας. Τό  Πρωτεῖο γίνεται ἓνα ἀκόμη χάρισμα καί ὠς τέτοιο ὐπόκειται διαρκῶς στήν ἐπίκληση τῆς κοινότητας.  

  Ἡ ἀποδοχή αὐτῆς  τῆς Πνευματολογικά  προσδιορισμένης ὀντολογίας, μᾶς ἐπιτρέπει νά κατανοήσουμε ὂτι στήν Ἐκκλησία τίποτα δέν ὐπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ του, ἀλλά  μόνο ὠς ἀποτέλεσμα τῆς ἐλεύθερης κοινωνίας.

  Στήν  ὀρθόδοξη παράδοση ἀκόμη καί ἂν οἰ πατέρες στις Συνόδους κάνουν ὃλα ὂσα πιστεύουν ὃτι ἀπαιτεῖ ὁ Θεός ἀπό αὐτούς, πρέπει νά ἀφήνουν ἓνα περιθώριο  γιά τήν πιθανότητα νά  ἒκαναν καί  κάτι τό ὁποῖο δέν θά εἶναι ἐπικυρωμένο ἀπό τόν Θεό στήν Βασιλεία του. Σέ αὐτή τήν συνοδική ὀντολογία ἡ ἀλήθεια δέν μπορεῖ νά ἀντικειμενοποιηθεῖ καί νά μεταβιβαστεῖ ξεκομμένα, ex  cathedra.  

  Ὃλες οἱ ἐκκλησιαστικές σύνοδοι (τοπικές καί οἰκουμενικές) δέν  βρίσκονται οὒτε  ὑπεράνω οὒτε ἐναντίον, ἀλλά πάντα ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καί πάντα ἐξαρτῶνται ἀπό τήν πρόσληψη τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων, ἀπό ὁλόκληρο τό σῶμα  τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀπόψεις τῆς Συνόδου λαμβάνουν χώρα ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Ρέουν φυσικά μέσα στήν συνάντηση ἢ τήν σύναξη τῶν πιστῶν, δηλαδή τήν Εὐχαριστία. Ἀληθινή σύνοδος  εἶναι αὐτή πού δέν ἐπιδιώκει τήν αὐτόματη ἐπαλήθευση, ἀλλά ἀναζητᾶ τήν πρόσληψή της ἀπό τίς κατά τόπους  Ἐκκλησίες. Ἡ συνοδικότητα ἐμπεριέχει τήν συμμετοχή καί τήν κοινωνία ὃλων τῶν πιστῶν.  

  Ἀναφέρω χαρακτηριστικά  τήν Δεύτερη Σύνοδο τῆς Ἐφέσου (449), ἡ ὁποία ἂν καί συνεκλήθη μέ ὃλα τά χαρακτηριστικά μιᾶς Οἰκουμενικῆς, καί οἱ ἀποφάσεις της εἶχαν τήν αὐτοκρατορική ἐπικύρωση, ἒμεινε στήν ἱστορία ὡς Ληστρική Σύνοδος, ἀφοῦ  δέν ἀναγνωρίστηκε  ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

   Ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὃτι ζοῦμε σέ ἓναν ὃλο καί περισσότερο ἑνοποιημένο κόσμο, σέ ἓναν κόσμο  ἀλληλοεξάρτησης, εἲμαστε Χριστιανοί πού συμμεριζόμαστε τήν πίστη καί τήν τάξη τῆς πρώτης χιλιετίας. Ὁλόκληρη αὐτή ἡ περίοδος τῆς ἱστορίας δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται «Συνοδική». 

  Ὃπως ὃλα στήν χριστιανική ζωή, ἡ ὀντολογία τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς προσκαλεῖ νά  κατανοήσουμε τίς Συνόδους ὑπό  τήν μορφή τους ὡς διαδικασίας. Ἂλλωστε μήπως ἡ λέξη «σύνοδος» δέν σημαίνει κυριολεκτικά τό νά εἲμαστε καθ’ ὁδόν μαζί; «Ὁ ὃρος “σύνοδος” ἦταν συνώνυμος τοῦ  “συνοδοιπόρος”» λέει ὁ Hovorun. Τό νά εἲμαστε  καθ’ ὁδόν, στόν δρόμο, ὑπονοεῖ ἓναν προσανατολισμό πρός τό  μέλλον. Δέν εἲμαστε ἀκόμη ἀλλά στήν  πορεία νά γίνουμε. Ἡ ἒννοια αὐτῆς τῆς συνοδικῆς ὀντολογίας εἶναι ὃτι κανένα ἒργο στήν ἱστορία δέν εἶναι τέλειο  στήν ἀρχή του, ἀλλά ἀναμένεται νά  κατανοηθεῖ καί νά ὁλοκληρωθεῖ ἀργότερα, μετά ἀπό μιά ἱστορική τροχιά.

  Στήν σκέψη μου ἒχω τήν ὀδοιπορία πρός Ἐμμαούς, μέ τον Χριστό νά δίνεται στούς Ἀποστόλους ἀλλά νά μήν κατέχεται· νά τόν δεξιώνονται καί νά τούς ζωοποιεῖ ἀλλά νά μήν τούς αἰχμαλωτίζει, καί νά μήν αἰχμαλωτίζεται. Κί ἒτσι νά συνεχίζεται ἠ ὀδοιπορία, μέ τό πνεῦμα τῆς  ἐλεύθερης ξενοδόχησης αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ὁ «ὢν καί ὁ ἦν» ἀλλά καί ὁ «ἐρχόμενος» καί ὂχι  «ἐσόμενος»..

  Αὐτἠ ἡ ἐπισήμανση εἶναι σημαντική γιά νά κατανοήσουμε τόν χαρακτήρα τῆς συνοδικότητας στήν Ἐκκλησία Ὀρθόδοξη Καθολική,  στήν ὁποία ὑπάρχει πάντα μιά συγκεκριμένη διαλεκτική τοῦ «ἢδη ἀλλά ὂχι ἀκόμα», μιά διαλεκτική ἡ ὁποία ξεπερνᾶ ὀλόκληρη τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ διαλεκτική τῆς «συνόδου» πού ἒχει ἐκδιώξει τήν ἰδέα ἑνός ἀνώτατου ἡγέτη πάνω στούς πολλούς. Κάθε σύναξη τῆς συνόδου ξεκινᾶ μέ προσευχή ἐπίκλησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἑνώνει ὃλους τούς Χριστιανούς στό σῶμα Χριστοῦ σέ τοπικό  καί οἰκουμενικό ἐπίπεδο τήν ἲδια στιγμή. Αὐτό πού ὀρίζει ὁ 34ος ἀρχαῖος ἀποστολικός κανονας εἶναι ἡ ἰσορροπία, ἡ ἀμοιβαία ἐκτίμηση στίς σχέσεις τῶν ἐπισκόπων μέ τόν Πρῶτο (προεξάρχοντα) ἐπίσκοπο. Τήν ἲδια στιγμή ἡ συνοδικότητα  ὃλων  τῶν ἐπισκόπων τονίζεται στήν διαποίμανση καί τήν ὀργάνωση ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.

   Τό  θέμα τῆς συνοδικότητας καί τοῦ πρωτείου, ἀναφέρεται συνοψιζόμενο καί  στήν εὐχαριστηριακή σύναξη κάθε Ἐνορίας, ἀνεξάρτητα ἀπό τό  ποσοτικό μέγεθός της. Κάθε ἐπίσκοπος διατηρεῖ τήν διαλεκτική ἀνάμεσα στόν «ἓνα» Χριστό καί τούς «πολλούς» τῆς τοπικῆς ἐκκλησιαστικῆς  κοινότητας, φυσικά μέ τήν προϋπόθεση  ὃτι τό Πρωτεῖο ἐκλαμβάνεται ὡς λειτούργημα καί ὃχι ὡς ἀπολυτότητα  ἢ ὡς ὑπεροχή, ἐλεγχόμενο ἀπόλυτα ἀπό τούς ὑπόλοιπους ἐπισκόπους, ἀλλά καί ἀπό  τό σύνολο τοῦ πληρώματος: κληρικούς καί λαϊκούς.

  Ἂν αὐτή ἡ θέση εἶναι  ἐκκλησιολογικά  σωστή, τότε  ἒχουμε τόν χρυσό  κανόνα, τόν ἀλγόριθμο, τῆς  συνοδικότητας. Ἡ συνοδικότητα ἒχει  κέντρο  καί ὁρισμένη δομή. Ὁ ἓνας καί οἱ πολλοί εἶναι στοιχεῖα ἀλληλένδετα. Σέ τοπικό ἐπίπεδο, δέν ὑπάρχει ἐπίσκοπος χωρίς  πιστούς καί πιστοί χωρίς ἐπίσκοπο. Στήν Εὐχαριστηριακή του μορφή  αὐτό  τό  μοτίβο σχέσεων ἀντανακλᾶται πιό λαγαρά: Κανένας ἐπίσκοπος, στήν ὁρθόδοξη περιοχή, κανένας γενικά κληρικός, δέν διαθέτει τήν δυνατότητα νά τελέσει τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας χωρίς τήν παρουσία πιστῶν. 

 Ὡς Εὐχαριστιακή ἐκδήλωση τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἠ συνοδικότητα μπορεῖ νά προφύλαξε τήν πρώτη  Ἐκκλησία ἀπό τό νά γίνει ἓνα «πολυσύμπαν» ἀπό ξεχωριστές ἐκκλησίες, ἀλλά δυστυχῶς στίς μέρες μας, ἠ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἀπό ἓναν ἀπροσδιόριστο ἀριθμό αὐτοκεφαλιῶν, κάθε μιά μέ τούς δικούς της κανόνες λειτουργίας, καί φυσικά ἒχοντας δυσκολία νά μιλήσει γιά ὃλα τά θέματα μέ μιά φωνή.

  Χωρίς γνήσια συνοδικότητα, ἡ ὀποία ὑπονοεῖ τήν διαλεκτική τοῦ «ἑνός» τοῦ Πρώτου, καί τῶν «πολλῶν»  στήν  Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἒρχεται φυσικό νά βλέπουμε Ὀρθόδοξους πατριάρχες ἐναντίον Ὀρθοδόξων μέ έπιχειρήματα ἐκκλησιολογικά. Ρωσία ἐναντίον Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Σερβίας ἐναντίον Οὐκρανίας, Βουλγαρία, Σκόπια, Σερβία, Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας ἓνα σωροκούβαρο στήν ὑπηρεσία σοβινιστικῶν συμφερόντων. Στήν ἲδια Χώρα πάμπολοι Ἀρχιεπίσκοποι: Στό Παρίσι π.χ. ἀρχιεπίσκοποι ὀρθόδοξοι  Ρῶσων, Βουλγάρων, Σέρβων…,  ἐνῶ Καθολικῶν ἓνας. Δέστε  καί τήν κατάσταση  πού προέκυψε ἀπό τήν περίφημη Σύνοδο  τῆς Κρήτης τό 2016. Θά πρέπει νά παραδεχθοῦμε ὃτι ἡ τρέχουσα συνοδική κατάσταση στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προκαλεῖ σύγχυση, ἀμηχανία καί θλίψη, παρά συνεννόηση. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἒχει πέσει στήν δίνη τῶν ἐθνικισμῶν, τήν ὑπερηφάνεια γιά τό παρελθόν, τήν ἐσωστρέφεια τῆς αὐτάρκειας καί τήν περιφρόνηση τοῦ σύγχρονου κόσμου. Με τό πέρασμα τοῦ χρόνου τό ξεστράτισμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περπατησιάς ἐκλαμβάνεται ὡς κανονικότητα. 

  Φυσικά δέν μποροῦμε νά ἐφαρμόσουμε τήν συνοδικότητα σάν ἐσωστρεφῆ πραγματικότητα. Τό πρόβλημα εἶναι σύνθετο καί χρειάζονται διευκρινήσεις γιά νά  ἀποφύγουμε παρεξηγήσεις.

   Ἡ συνοδικότητα  στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἀποτελοῦσε μιά σχεσιακή πραγματικότητα  τοπικῶν ἐκκλησιῶν ἢ ἐνοριῶν, οἱ ὁποῖες ἦταν συνδεδεμένες μέσω τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης. Καί αὐτό τελικά  κατέστη κριτήριο  γιά ὃλα σχεδόν τά  ἐρωτήματα τῆς έκκλησιαστικῆς ζωῆς. Τό γεγονός  ὃτι τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες δέν ὑπῆρχαν ἐθνικές  Ἐκκλησίες ὃπως ἒχουμε σήμερα, δέν ἀποτελεῖ τυχαῖο ἱστορικό ἀτύχημα. Ὁ βασικός λόγος γιά τόν ὀποῖο ἠ σημερινή κανονική μορφή συνοδικότητας δέν θά ταίριαζε  εὒκολα στό πρότυπο τῆς θεολογίας ἐκείνης τῆς περιόδου εἶναι βαθιά θεολογικός. Ἒχει να κάνει μέ τό  γεγονός ὃτι ἐκείνη τήν ἐποχή ἡ Ἐκκλησία θεωροῦνταν ἓνα παν-περιεκτικό μυστήριο τῆς σωτηρίας.   

  Ἡ σύνοδος γιά τήν Συνοδικότητα τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, ἡ ὁποία λαμβάνει χώρα αὐτή τήν περίοδο, χαρακτηρίζεται σωστά ὡς ἡ μεγαλύτερη διακινδύνευση τῆς θητείας Του. Εἶναι μιά ριψοκίνδυνη προσπάθεια, ἀλλά παρ’ ὃλα αὐτά, αὐτός εἶναι ὀ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας. Δέν θά μποροῦσε νά εἶναι διαφορετικά, ἀφοῦ τό μέλλον (ἠ ἐσχατολογία) εἶναι αὐτό πού ἐπαληθεύει τίς ἱστορικές ἀποφάσεις.

  Ὁ Πάπας Φραγκίσκος ἒχει δηλώσει ὃτι ἡ συνοδικότητα εἶναι αὐτό πού ὁ Θεός περιμένει ἀπό  τίς  Ἐκκλησίες  τον 21ο αἰώνα. Προσωπικά  ἐκτιμῶ ὃτι τά λόγια του εἶναι ἀβάσταχτα εἰλικρινή καί δείχνουν τήν ἐπανανακάλυψη, τοῦ ἐργαλείου γιά μιά δυναμική Ἐκκλησία. Ἂν θελετε καλύτερα, διακρίνω μιά εὐκαιρία γιά ἀνανέωση  τῆς συνοδικῆς παράδοσης καί τήν διαφοροποίησή του ὃσον αφορά τήν διαχυθείσα μέχρι τώρα ἂποψη περί  Ἀλάθητου  καί Παπικοῦ Πρωτείου.

  Δέν βαυκαλίζομαι ὅτι μιά προσωπική παρέμβαση θά  ἐξαλείψει   ὁλάκερους αἰῶνες δεσποτισμοῦ καί φτώχειας πνευματικῆς. Ἡ Καθολική καί ἡ  Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι δεσμευμένες στόν θεολογικό διάλογο καί δέν μποροῦν νά ποῦν ἡ μιά στήν ἂλλη, σέ εὐαίσθητα θέματα θεολογίας καί  τάξης, «αὐτό εἶναι ἐσωτερικό μας θέμα, μεῖνε μακριά». Μιά  τέτοια  στάση θά ἦταν προδήλως ἐνάντια στό οἰκουμενικό πνεῦμα πού ὐπάρχει στήν εὐχή «Ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἐνώσεως…»

  Αὐτἠ ἡ Ρωμαϊκή πρακτική τῆς συνοδικότητας αὐτή ἡ ἐκδοχή τῆς συνοδικότητας ὡς  ἁπλοῦ μέσου  διαβούλευσης ἐνῶ οἱ  ἀποφάσεις θά λαμβάνονται ἀπό κάποιο  ἂλλο θεσμικό τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία εἶναι ἀνώτερη καί  τελική, χρόνια τώρα ἒγινε καί κύριο χαρακτηριστικό τῆς καθ’ ἡμᾶς  Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πλέον ἀπροκάλυπτα θυσιάζει τήν άκεραιότητα τῆς κάθε τοπικῆς Ἐνορίας στήν ἐπισκοπική ἂποψη, καί  αὐτό μέ τήν  σειρά του μετατρέπει τήν πρωτοκαθεδρία σέ ἓνα σχῆμα ἀνώτερου-κατώτερου, (κορυφῆς-βάσης), σέ κάτι «μοναρχικό», δεσποτικό. Φυσικά δέν  εἶναι συμπτωματικό πού ὁ ἐπίσκοπος ὀνομάζεται πλέον  δεσπότης. Μιά κεντρική  ἐξουσία, πού ἒχει τήν δύναμη νά ἐπιβάλει στούς ὑπόλοιπους τί νά κάνουν καί  τί νά μήν κάνουν. Στήν περίπτωσή μας δέν ὑπάρχει κἂν ἐπισκοπική ἂποψη, ἀλλά φορέας τῆς  ἀπολυτότητας μετατρέπεται ὁ ἀντ’ αὐτοῦ.

  Τό ἐνοριακό ἂφημα π.χ τῆς τελικῆς ἀπόφασης σέ μιά κοινή συμφωνία μεταξύ τῶν ἐνοριτῶν, ἡ συζήτηση θεμάτων ὃσο χρειάζεται, ὣστε νά ἐπιτευχθεῖ συμφωνία ἢ τουλάχιστον κοινή συναίνεση, ὡς  ἀποτέλεσμα ταπεινῆς ὑποταγῆς στό Ἃγιο Πνεῦμα, ἀπαιτοῦν ἀποκεντρωμένο τρόπο ὀργάνωσης πού πλέον ἀπουσιάζει κραυγαλέα ἀπό τόν ὀρθόδοξο χῶρο.

  Συνδέοντας ἱστορία καί  ἐσχατολογία (μνήμη καί ἐπίκληση) ὁ ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος  Γιέφτιτς μίλησε γιά τόν ἐσχατολογικό χρόνο τοῦ Θεοῦ, «ὁ ὁποῖος ἀπό ἀγάπη ταπείνωσε τόν ἑαυτό Του γιά νά μᾶς συναντήσει, χωρίς νά μᾶς ἀπορροφήσει στήν μεγαλειότητά Του».

  Ὃπως εἶπε ὁ Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος «ὃταν δέν εἶσαι βέβαιος,  ὃταν δέν ἒχεις τίποτα νά ἐλπίζεις  ἢ νά βασιστεῖς, τότε κατά παράδοξο τρόπο εἶσαι πιό ἀσφαλής, γιατί ἒχεις μόνο τόν Θεό νά βασιστεῖς καί  ἀπό αὐτόν  παίρνεις δύναμη. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀσφάλεια».

 

  

 

 

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

Ἒμπονη ψηλάφηση τῆς πορείας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐνορίας, μέ τήν ὀρμή τῆς συνέχισης καί ὂχι ἁπλῶς ὡς ἀναδρομή. ( Μέρος πρῶτο)

 

 "Ἐμεῖς οἱ Καθολικοί ἒχουμε ἓναν Πάπα, ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἒχετε τήν Συνοδικότητα. Ἐμεῖς ἒχουμε ἓνα ζήτημα, ἐσεῖς ἒχετε  ἓνα πρόβλημα". Καρδινάλιος  koh.

Εἰσαγωγικά

   Κάποια προσωπικά σχόλια, ἀναστοχασμοί,  σχετικά μέ τήν συνοδική φύση τῆς Ἐκκλησίας  καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο αὐτή ἐκφράζεται ἱστορικά. Ἡ προσωπική μου ἂποψη  περί συνοδικῆς παράδοσης ὑπό τό φῶς τῶν σύγχρονων προκλήσεων, ὂχι πάντα ἀρνητικῶν, σέ συνδυασμό μέ τό γεγονός ὃτι ἀπευθύνεται καί σέ Καθολικούς συντοπίτες καί φίλους.  

« Τούς τῆς σεπτῆς Τριάδος τρισσούς ἱερομύστας συνελθόντες εὐφημήσωμεν… τούς συνοδίτας οἰ ὀδοιπόροι» (δοξαστικό τῶν στιχηρῶν, τῆς ἑορτῆς τῶν τριῶν Ἰεραρχῶν)  

  Φράση ἀποθέωση τῆς ἒννοιας τῆς συνάντησης ἐν κινήσει. Ἐνῶ συχνά φανταζόμαστε τήν συνάντηση ὡς τόν τερματισμό τῆς διαδρομῆς, ἐδῶ συνάντηση εἶναι ἡ διαδρομή. Στρατοκόποι (ὁδοιπόροι), σέ συνάντηση ἀνθρώπων ἢδη πορευμένων μέ ἂλλους ἀντάμα, μέ παρέα (συνοδίτες).

  Κοπιώδεις καί περιπετειώδεις διαδρομές τῆς συνοδικότητας, ἡ ὀποία, ἄς μήν ξεχνᾶμε, δέν σημαίνει  μόνο συνεδρία, ἀλλά κοινή πορεία, συμπόρευση, (σύν-οδο). Καί μάλιστα συνοδικό εἶναι ὂχι μόνο τό περιεχόμενο τοῦ κειμένου, ἀλλά καί ἡ περίσταση στήν ὀποία γεννήθηκε:

  Τό θέμα τῆς συνοδικότητας  γίνεται  ὃλο καί πιό ἐπίκαιρο ἐν ὂψει τοῦ μεγάλου χριστιανικοῦ Ἰωβιλαίου τό 2025, τῆς 1700ης ἐπετείου τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας (325). Πῶς μποροῦμε νά μεταπλάσουμε τήν  συνοδικότητα τῆς Νικαίας σέ ἓνα σύγχρονο  ἐννοιολογικό   πλαίσιο; Ἡ σύνοδος τῆς Νικαίας παραμένει τό σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς Ὀρθόδοξης  Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι δύσκολο νά τήν χρησιμοποιήσεις ὡς πρότυπο ἢ παράδειγμα πρός μίμηση. Ἡ σύνοδος τῆς Νικαίας δείχνει πώς ἡ συνοδικότητα εἶναι ἓνα σύνθετο καί ἀπρόβλεπτο φαινόμενο, ἓνα φαινόμενο πού μερικές φορές  δημιουργεῖ περισσότερο προβλήματα, παρά λύσεις. Γιά  παράδειγμα, στά μεθεόρτιά της, ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας ὁδήγησε σέ περισσότερη σύγχυση παρά σέ λύσεις.

   Στήν διάρκεια πενήντα καί πλέον χρόνων μετά τήν Σύνοδο, ὐπῆρξε μιά τεράστια προσπάθεια μεταξύ τῶν Πατέρων νά ἐπαναπροσαρμόσουν, ἐπανερμηνεύσουν καί ἐπαναπροσλάβουν τήν θεολογική κληρονομιά τῆς Νίκαιας. Μιά σειρά ἀπό τοπικές Συνόδους, στά ἀνατολικά καί δυτικά μέρη τῆς ρωμαϊκῆς  αὐτοκρατορίας, ἐπιζητοῦσαν νά  ἐπαναβεβαιώσουν τήν πίστη τῆς Νικαίας χρησιμοποιώντας διαφορετικές,, συχνά ἀντιφατικές δογματικές διατυπώσεις, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν σέ ἓνα λαβύρινθο Συμβόλων. [Σύνοδοι Ἀντιοχείας (341), Σαρδικῆς καί Φιλιππούπολης (343), Μιλάνου (345), Σιρμίου (357), Ἀγκύρας (358), Ρίμινι (359), Κωνσταντινουπόλεως (360), Ἰκονίου (376), Λαμψάκου (365), Ρώμης (377) κλπ]

  Ἡ συνοδικότητα-μιά λέξη μέ πολλές ἀποχρώσεις- εἶναι εύαίσθητο ζήτημα. Ὑπονοεῖ διαλεκτική καί ἀπαιτεῖ πρόσληψη. Δέν εἶναι αὐτοσκοπός. Ὡς Ὀρθόδοξοι καλούμεθα νά ἐξετάσουμε  τήν συνοδικότητά μας στό φῶς τῶν σύγχρονων προκλήσεων, συμπεριλαμβανομένων καί κάποιων θετικῶν πού προέρχονται ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική παράδοση. Αὐτό ἲσως ἀκούγεται  ὑπερβολικά ταπεινό ἀπό μέρους ἑνός Ὀρθόδοξου: τί μποροῦμε ἐμεῖς νά μάθουμε περί συνοδικότητας ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς; Ἡ ἀπάντησή μου εἶναι ἁπλή: ἒχουμε ἐπιτρέψει ὡς Ὀρθόδοξοι νά ξεχάσουμε κάποια στοιχεῖα τῆς γνήσιας συνοδικότητας καί νά υἱοθετήσουμε κάποια ξένα στοιχεῖα, καί αὐτό ἒχει συμβεῖ σέ τέτοιο βαθμό, ὣστε τό συνοδικό σύστημα σέ κάποιες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες σέ ὂλο τόν Ὀρθόδοξο κόσμο νά εἶναι άφενός κλειστή καί αὐτόνομη δομή καί ἀφετέρου ἀντιγραφή τοῦ παπικοῦ συστήματος πού βρίσκουμε  στήν Μεσαιωνική Καθολική Ἐκκλησία. Ὃπως παρατηρεῖ ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν: «Ἒχοντας ἀπορρίψει καί ἀπορρίπτοντας ἀκόμα τό καθολικό πρωτεῖο στήν ρωμαϊκή του μορφή… ἡ Ὀρθόδοξη συνείδηση τό ἒχει εὒκολα ἀποδεχθεῖ στίς ἀποκαλούμενες ‘αὐτοκεφαλίες’» (L' idée de primauté dans l'ecclésiologie orthodoxe).

  Φυσικά μποροῦμε νά βροῦμε ἀδυναμίες σέ κάθε φανέρωση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὡστόσο ἡ παρατηρούμενη ἀδυναμία τῆς Ὀρθόδοξης συνοδικότητας θά πρέπει νά ἀποδοθεῖ ὂχι στό γεγονός ὃτι εἶναι ἐγγενῶς ἀδύναμη, ἀλλά στίς μετατροπές  της ἐντός συγκεκριμένων συναφειῶν. Ἐξετάζοντάς την στίς κανονικές της διαστάσεις, προτοῦ συμβοῦν τέτοιες στρεβλώσεις, ἠ συνοδικότητα εἶναι κάτι οὐσιῶδες.

Μέ αἲσθηση ἒκπληξης ὡς Ὀρθόδοξοι, μαθαίνουμε ὃτι ἡ Ἁγιότητα τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, στό 2013 κατά τήν διάρκεια τῆς συνάντησής του μέ τήν ἀντιπροσωπεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Ρώμη, κατά  τόν ἑορτασμό τῶν Ἀποστόλων  Πέτρου καί Παύλου, εἶπε ὃτι οἱ Καθολικοί πρέπει νά μάθουν ἀπό τούς Ὀρθόδοξους ἀδελφούς καί ἀδελφές τους γιά τό «νόημα τῆς ἐπισκοπικῆς συλλογικότητας καί τήν παράδοση τῆς συνοδικότητας, δύο πράγματα τόσο ἀντιπροσωπευτικά τῶν Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν». Στό ἲδιο πνεῦμα ὁ Πάπας πρόσφατα τόλμησε νά ἀναγνωρίσει τόν σκοπό τῆς  Συνοδικότητας. «Ἡ Σύνοδος… μᾶς καλεῖ νά γίνουμε μιά Ἐκκλησία πού ἀφυπνίζεται , μιά Ἐκκλησία πού δέν κλείνεται στόν ἑαυτό της ἀλλά εἶναι  ἱκανή νά προχωρήσει μπροστά, ἀφήνοντας πίσω τίς φυλακές της, μιά Ἐκκλησία πού ξεκινᾶ  νά συναντήσει τόν κόσμο  ἒχοντας τό θάρρος νά ἀνοίξει πόρτες»

  Ἐκτιμῶ ὃτι τό σημεῖο   πού πρέπει νά ἐστιάσουμε  σήμερα  τήν προσοχή μας, Ἀνατολικοί καί  Δυτικοί,  εἶναι τό  πνεῦμα τοῦ λδ΄ (34ου) ἀρχαίου ἀποστολικοῦ κανόνα, ὁ ὁποῖος ἐπικυρώθηκε καί ἀπό τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο: «Τούς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης . . . Ἀλλά μηδέ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γάρ ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεός, διά Κυρίου, ἐν ἁγίω Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καί ὀ Υἱός, καί τό ἃγιον Πνεῦμα» (Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή, Σύνταγμα τῶν  θείων καί ἱερὡν κανόνων, Ἀθήνησιν 1852, τόμ. 2, σελ. 45)       

  Αὐτός ὁ  ἀρχαῖος κανόνας προτείνει τήν ἱσορροπία   ἀνάμεσα στόν «ἓνα» καί τούς «πολλούς», ἀποδεικνύοντας  ὂτι ἡ  συνοδικότητα  δέν εἶναι ἀπλῶς  ἓνα ὑποκατάστατο  τοῦ Παπικοῦ πρωτείου. Ὀρθά  κατανοούμενη εἶναι ὁ ὃρος τοῦ δεύτερου.

  Ἡ συνοδικότητα ἒχει κέντρο καί ὁρισμένη δομή. Ὁ ἓνας καί οἱ πολλοί εἶναι στοιχεῖα ἀλληλένδετα: δέν ὑπάρχουν ἐπίσκοποι χωρίς τό πρωτεῖο ἀλλά, μέ τόν ἲδιο τρόπο, δέν ὑπάρχει πρωτεῖο χωρίς τούς ἐπισκόπους. Δέν  προκαλεῖ ἐντύπωση ὃτι ὁ κανόνας τελειώνει μέ τήν άναφορά στήν Ἁγία Τριάδα; Σύμφωνα μέ τόν Ζηζιούλα, αὐτό δείχνει ἒμμεσα «ὃτι οἱ κανονικές διατάξεις αὐτοῦ τοῦ εἲδους δέν εἶναι θέμα ἁπλῆς ὀργάνωσης, ἀλλά ἒχουν θεολογική καί μάλιστα Τριαδολογική ἂποψη».