Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου
Ἒχω τήν αἲσθηση, πού γίνεται πεποίθηση, ὂτι τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς ἐγκαινιάζει ἐκρηκτική ἀνοιχτωσιά μέσα στόν κόσμο μας. Ἀρχίζει καί τελειώνει μέ δύο διακηρύξεις τοῦ Χριστοῦ. Στήν ἀρχή: «Ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὓδατος ζῶντος» καί στό τέλος «ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί, οὐ μή περιπατήσει ἐν τῆ σκοτία, ἀλλ’ ἒξει τό φῶς τῆς ζωῆς». εἶναι σημαντικό νά προσδιορίσουμε τό πλαίσιο πού ἐκφωνήθηκαν τά λόγια αὐτά.
Ἀνάμεσα στίς δύο αὐτές φράσεις τοῦ Ἰησοῦ στήν ἀρχή καί τό τέλος τῆς περικοπῆς, μεσολαβοῦν ἓνα σωρό λόγια, λόγια καί ἒργα τοῦ κόσμου. Ὁ ὂχλος καί οἱ Φαρισαῖοι, ὁ Νικόδημος και οἱ «ὑπηρέτες» πού στάλθηκαν νά συλλάβουν τόν Ἰησοῦ. Ἂλλοι μιλοῦσαν ὑπέρ Του, ἂλλοι κατά. Ὁ ὂχλος σέ σύγχυση, ὁ Νικόδημος, μιά φωνή πού πνίγεται οἱ ἂλλες πολλές, οἱ μπερδεμένοι ὑπηρέτες, ἂλλα τους στέλνουν νά κάνουν και ἂλλα πράττουν, οἱ Φαρισαῖοι ὀργισμένοι… Ἂποτέλεσμα κανένα: «ἐπορεύθη ἒκαστος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ»». Καθολική σύγχυση, ὀργή και δυσαρμονία, τίποτα δέν ὁδηγεῖ πουθενά. Στήν πραγματικότητα ὁ Ἰωάννης καταγράφει μιά εἰκόνα τοῦ κόσμου μας, μια εἰκόνα γεμάτη πέτρες, καί σκοτάδια, σκληροκαρδία καί τυφλότητα. Σ’ αὐτά τά σκοτάδια ἒρχεται ὁ Ἰησοῦς νά γίνει φῶς.
Καί ξαφνικά μιά βουή ἀπό τόν οὐρανό συνεπῆρε τόν «οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι» οἱ Ἂποστολοι «ὀμοθυμαδόν», κι ἒλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἃγιο. Ποιοί ἦσαν αὐτοί; Τό ἒχουμε σκεφθεῖ; Μά φυσικά οἱ μαθητές του. Αὐτοί πού ἒζησαν κοντά του. Τόν ἀκολουθοῦσαν παντοῦ, πήγαιναν ὃπου πήγαινε, τόν εἶδαν νά θαυματουργεῖ, πότε γνώριζαν πότε δέν γνώριζαν ποιός εἶναι, μᾶλλον μπερδαμένοι ἦσαν, τόν ἢθελαν μεσσία ἀλλά κάπως ἀλλιῶς, ὂχι ἀκριβῶς ἒτσι, τόν ἂκουγαν νά λέει ὃτι δέν ἒχει ποῦ νά γείρει τό κεφάλι του καί ἐκεῖνοι τοῦ ζητοῦσαν πρωτοκαθεδρίες, τούς ζητοῦσε πίστη καί νά ἀγρυπνοῦν μαζί του καί αὐτοί «τό ἒκοβαν στόν ὓπνο», ἂλλος τόν ἀρνήθηκε ἂλλος τόν πρόδωσε, ὃλοι τόν ἐγκατέλειψαν στά χέρια τῶν δημίων του, καί στήν Σταύρωσή του ἐξαφανίστηκαν κρυμμένοι καί φοβισμένοι στήν σιγουριά κάποιου ὑπερώου, γεμάτοι ἀπορία καί φόβο, σύγχυση και μπέρδεμα μέ κάποια πίστη καί κάποια προσδοκία, ἂνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας σάν καί μένα σάν καί σᾶς, γεμάτοι πέτρες καί σκοτάδια καί ἓνα σκίρτημα πού μοιάζει μέ πίστη.
Πορευόμαστε διαρκῶς γεμάτοι πόνο καί πληγές, μέ θέληση ξέπνοη καί λογισμούς φθηνούς, χάνουμε τήν ἐλπίδα μας και γεμίζουμε ἀπογοήτευση, ἀπόγνωση. Ὁ κόσμος μας βυθισμένος στήν «σκοτία» και ἡ καρδιά μας «λίθινη». Μά πρέπει πάντα νά θυμόμαστε πώς ἡ συναίσθηση τῆς δικῆς μας ἀνεπάρκειας δέν εἶναι πιά άφορμή ἀπελπισίας. Δέν χρειάζεται νά εἲμαστε ἐπαρκεῖς. χρειάζεται νά εἲμαστε ἐκεῖ «ὁμοθυμαδόν», ὃλοι μαζί σάν ἓνα, προσκομίζοντας καθένας τά ἀσθενῆ καί τά ἐλλείποντά του, καί μαζί ὂποια πίστη γεννιέται μέσα ἀπό τέτοια ὑλικά, προπαντός μέ καρτερία! Καρτερία γιά μιά βουή πού σκίζει πέτρες καί σκοτάδια.
(Μήν λησμονοῦμε ὃτι στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει ἀτομική προσπάθεια, ἀτομική προσευχή. Ὃλες οἰ προσευχές ἒχουν συλλογική ἀναφορά: Πάτερ ἡμῶν…, πρόσχωμεν τά Ἃγια τοῖς ἀγίοις…. παράσχου Κύριε .. σῶσον ἡμᾶς Υιέ Θεοῦ… τά κεφαλάς ἡμῶν τῶ Κυρίω κλίνομεν….. ).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου