Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου
Πῶς ἓνα μυαλό σάν τόν Νῖτσε διολίσθησε σέ ἀτραπούς ἀνεδαφικές καί στράφηκε πρός τά πίσω; Πῶς μιά τέτοια σκέψη διαγιγνώσκεται ὡς ἀλλεργικός στήν Δημοκρατία χαρακτηρίζοντάς την καθεστώς «ἀγέλης»; Πῶς ὁ λόγος του περί Δημοκρατίας κατατάσσεται σέ περιοχές τῆς ἀντιδραστικῆς ἀκροδεξιᾶς, τῆς νοσταλγίας τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας;
Κάποιοι ἰσχυρίζονται ὃτι ὁ Νῖτσε μᾶλλον ἀντιδρᾶ χολερικά στήν παθολογία τῆς νεότερης Δημοκρατίας, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ πάντοτε -καί πολύ περισσότερο τότε- νά συνδυάζει ἀποδοτικά τήν δικαιοσύνη μέ τήν δημιουργική ἐλευθερία. Ἒτσι ἀντιμετωπίζει αὐτή τήν παθολογία σάν ἀδυναμία καταστατική, ὁπότε δέν μπορεῖ οὒτε θέλει νά τήν σκέπτεται ἐξελικτικά μέ θετικότερο τρόπο καί μένει καθηλωμένος σέ παρωχημένα διανοητικά σχήματα.
Τό μένος κατά τῆς Δημοκρατίας ἀκόμη καί σήμερα, γιά νά μήν πῶ ἰδιαίτερα σήμερα, καλά κρατεῖ. Ἂν καί εὐτελές ντύνεται μέ λογικο-ἀποδεκτική ἐπάρκεια, ἐμβριθεῖς ἀναλύσεις ντόπιων καί ἀλλοδαπῶν σπαθοφόρων: «Ἡ Δημοκρατία γεννάει τήν τυραννία τοῦ μεγάλου ἢ ἐλάχιστου ἀριθμοῦ καί αὐτοαναιρεῖται…ἡ ψῆφος τοῦ σοφοῦ καί τοῦ ἀνόητου μετροῦν τό ἲδιο…Φαῦλος κύκλος, ὃπου ἀξία μέν θεωρεῖται ἡ ἰσότητα, πηγή δέ τῆς ἀξίας γίνεται ὁ ἀριθμός… Ἡ ἰσότητα ὡς μέσον καί σκοπός καταλύει τήν ἀξία, εὐτελίζει τήν ἒννοια τῆς τιμῆς καί ὁδηγεῖ τήν κοινωνία σέ κατάπτωση… ποῦ’σαι Παπαδόπουλε…» καί ἓπονται παρόμοιες σαφήνειες!, ὣν οὐκ ἒστι ἀριθμός καί συστολή.
Ὁ τετριμμένος αὐτός κοινός λόγος ὁδηγεῖ στό κενό. Στό κενό τῆς αὐθαιρεσίας καί τῆς βίας. Εἶναι ὀξύμωρο νά ὑπενθυμίσει κανείς ὃτι ἡ Δημοκρατία δέν εἶναι ἡ τυραννία τοῦ ἀριθμοῦ καί ὃτι ἡ ἀξιοκρατία θάλλει μόνο μέσα στήν θαλπωρή τῆς Δημοκρατίας. Ἂν ἡ Οἰκουμένη ἒχει βιώσει τίς ὃποιες μέχρι τώρα τίς ἐλάχιστες ἀνεκτές ὧρες της, αὐτό ἒγινε μόνο σέ συνθῆκες Δημοκρατίας.
«Περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἔστω τις ἕτερος λόγος· ὅτι δὲ δεῖ κύριον εἶναι μᾶλλον τὸ πλῆθος ἢ τοὺς ἀρίστους μὲν ὀλίγους δέ, δόξειεν ἂν λύεσθαι καί τιν᾿ ἔχειν ἀπορίαν, τάχα δὲ κἂν ἀλήθεια. Τοὺς γὰρ πολλούς, ὧν ἕκαστός ἐστιν οὐ σπουδαῖος ἀνήρ, ὅμως ἐνδέχεται συνελθόντας εἶναι βελτίους ἐκείνων, οὐχ ὡς ἕκαστον ἀλλ᾿ ὡς σύμπαντας, οἷον τὰ συμφορητὰ δεῖπνα τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης παρασκευασθέντων. πολλῶν γὰρ ὄντων ἕκαστον μόριον ἔχειν ἀρετῆς καὶ φρονήσεως, καὶ γίνεσθαι συνελθόντας ὥσπερ ἕνα ἄνθρωπον τὸ πλῆθος, πολύποδα καὶ πολύχειρα καὶ πολλὰς ἔχοντ᾿ αἰσθήσεις, οὕτω καὶ περὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν διάνοιαν. διὸ καὶ κρίνουσιν ἄμεινον οἱ πολλοὶ καὶ τὰ τῆς μουσικῆς ἔργα καὶ τὰ τῶν ποιητῶν· ἄλλος γὰρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δὲ πάντες.» (Ἀριστ. Πολιτικά 3ο βιβλίο. 1,1281Β). Πιό ἁπλᾶ κοντά στό νοῦ καί ἡ γνώση γιά τά αὐτονόητα.
Ὃσο γιά τό πλῆθος ποιός διαβεβαιώνει ὃτι ἓνας ἀδήριτος νόμος τό καταδικάζει νά εἶναι πάντα ἀνόητο καί ἂπειρο; Ἡ αὐτοπροτεινόμενη αὐθαιρεσία τῶν κατά Πλάτωνα «βασιλέων-φιλοσόφων» καί ὃσων παρόμοιων ἀπόψεων, παρέχει μήπως τήν συνταγή ριζικῆς θεραπείας; Μακριά ἀπό τέτοια βλαστήμια…
Μόνο μέσα σέ συνθῆκες Δημοκρατίας τό πλῆθος μπορεῖ νά πάψει νά εἶναι ἀγέλη «ἂν ᾖ τὸ πλῆθος μὴ λίαν ἀνδραποδῶδες, ἔσται γὰρ ἕκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἅπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους» (Ἀριστ.3ο βιβλ.1282α). Ἐάν τό πλῆθος, ὁ λαός δέν εἶναι ὑπερβολικά δουλοπρεπές ἢ αποχαυνωμένο («μὴ λίαν ἀνδραποδῶδες»), τότε μπορεῖ νά εἶναι καλύτερος κριτής γιά διάφορα θέματα ἀκόμη καί ἀπό τούς εἰδικούς.
Εἶναι τόσο καταλυτική γιά τούς αὐτεπιτακτικούς ἀρχηγίσκους ἡ διαυγής μετριοπάθεια τοῦ Ἀριστοτέλη: Άρκεῖ τό πλῆθος νά μήν εἶναι ἀνδραποδῶδες. Ἂς εἶναι καί κάπως ἀνδραποδῶδες δέν πειράζει. διότι αὐτοί οἱ δύσμοιροι, οἱ περιφρονημένοι, συνελθόντες ὃλοι μαζί θά εἶναι καλύτεροί ἢ ἐν πάση περιπτώσει, δέν θά εἶναι χειρότεροι (οὐ χείρους) ἀπό τούς ἐμπαθεῖς εἰδὀτες.
Καί κάτι πιό αὐτονόητο ἀκόμη : «περί ἐνίων…οἷον οἰκίαν οὐ μόνον ἐστὶ γνῶναι τοῦ ποιήσαντος, ἀλλὰ καὶ βέλτιον ὁ χρώμενος αὐτῇ κρινεῖ» ( Ἀριστ.3ο βιβλίο1282α) Ὁ ἒνοικος ἒχει καλύτερη ἂποψη γιά τό σπίτι ἀπό αὐτή τοῦ κτίστη. Πόσο μᾶλλον τήν κοινωνία πού εἶναι οἰκία ὃλων μας! Ἐμεῖς ὃλοι πού τήν χρησιμοποιοῦμε, πού σέ κάθε στιγμή τήν διαμορφώνουμε, μποροῦμε νά τήν κρίνουμε πολύ καλύτερα ἀπό τόν αὐτόκλητο πρωτομάστορα.
Κάποιοι ἂλλοι, ἀλλοῦ και ἐδῶ, ἰσχυρίζονται ὃτι ἡ σύγχρονη κοινωνία τῶν δικαιούχων εἶναι μικρόνοια κατ’ ἐξοχήν ἀντικοινωνική. Ἀσφαλῶς τούς διαφεύγει μιά ἂλλη συμμετρική δημοκρατική «μικρόνοια» τοῦ Εὐαγγελίου «μακάριοι οἱ πτωχοί τῶ πνεύματι, ὃτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην ὃτι αὐτοί χορτασθήσονται». Κανένας δέν ἒχει δικαίωμα νά ἐθελοτυφλεῖ. Στήν ἑλληνοχριστιανική σωτηριολογία ὑπάρχει ἑνότητα πνεύματος καί σάρκας. Τό σοσιαλιστικό αἲτημα ὃπως καί τό ἑλληνορθόδοξο, εἶναι βαθύτατα ὑπερβατικό καί μόνο μιά ἀνόητη ἰσοπέδωση, μπορεῖ νά ἀποδώσει στήν ἰκανοποίηση τῆς «ἀνάγκης» τήν διάσταση τῆς στομαχικῆς πλησμονῆς. Ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ ἂνθρωπος δέν εἶναι πρᾶγμα, ἐπειδή μετέχει τοῦ θείου καί εἰκονίζει τό θεῖο, γι’ αὐτό καί ἡ μικρότερη ὑλική ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου συμμετέχει στήν συνολική του ὑπερβατική φύση.
Ἀκριβῶς ἐπειδή ἡ δυνατότητα πρόσβασης πρός τό θεῖο εἶναι δυνατή στόν ἂνθρωπο γι’ αὐτό καί ἡ χύδην φύση του μετέχει ἐν συνόλω τοῦ θείου, δέν εἶναι καθόλου χριστιανική ἡ διάκριση ὑλικῶν και πνευμτικῶν ἀναγκῶν, καί συνακόλουθη κατασκευή ἀξιολογικῆς κλίμακας. (Ἂλλο πρᾶγμα ἡ ἀσκητική). Τό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὑπόμνηση τοῦ θείου εἶναι ὁλόκληρο τό πρόσωπό του, δηλαδή εἶναι συνεχῶς τό ταπεινό πρόσωπο καί τό χθονίων ἀναγκῶν του.
Αὐτοί εἲμαστε καί μέσα σ’ αὐτόν τόν ρύπο τῆς ἀπληστίας καί τῆς «μαινομένης» ἰσότητας ἐνυπάρχει συνεχῶς καί ἀκατάλυτη ἡ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς «βλέπετε οὖν τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς· ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ θεός, ἵνα καταισχύνῃ τοὺς σοφούς, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ θεός, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά..» Α΄Κορινθ, 1.
Μωρίας ἐγκώμιον, συνηγορία ὑπέρ τῆς ἰσότητας, καταισχύνη σοφῶν, τό Εὐαγγέλιο ἀναμέλπει συνεχῶς τόν εὐσπλαχνικό ὓμνο τῆς Ἑλληνοορθοδοξίας. Δέν ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος χῶρος γιά κανενός εἲδους αὐταρχισμό.
Μεμονωμένα ὁ κάθε πολίτης μπορεῖ νά εἶναι χειρότερος κριτής ἀπό τόν εἰδικό ἢ τόν ἐπιστήμονα. Ὡστόσο, ὃταν ὃλοι συνέρχονται καί συζητούν ἀπό κοινοῦ, ὁμοθυμαδόν, ἡ συλλογική τους κρίση ἀποδεικνύεται ἐφάμιλλη ἢ καί καλύτερη.
Γνωρίζουμε ὃτι ὁ Σωκράτης ἦταν νομοταγής πολίτης, καί συγχρόνως αὐστηρός κριτής τῶν ἀπόψεων τῆς πλειοψηφίας, χωρίς νά διανοηθεῖ συνεργασία μέ τούς Τριάκοντα τυράννους. Καταλάβαινε πώς ἡ κοινωνία ὑπάρχει μόνο μέσω τοῦ Δικαίου, ὃμως ἀνεγνώριζε ὡς πηγή δικαίου τήν ἀλήθεια καί ὂχι τήν δύναμη ὃπως οἱ Σοφιστές. Ἡ πάσης μορφῆς ἐγκόσμια ἐξουσία τόν ἂφηνε ἀδιάφορο. Ἡ ἐξουσία βασίζεται στήν λογική τῆς τιμωρίας καί τήν ἀπειλή. Ζητοῦσε μέ ὃλη του τήν δύναμη τήν ἀρετή καί ἡ ἀρετή δέν μπαίνει στήν λογική τῆς ἀνταπόδοσης. Ἡ ἀρετή ἀπαγορεύει νά κάνεις κακό εἲτε νά ἀνταποδώσεις τό κακό πού σοῦ ἒκαναν. Εἶναι ἀνεπαρκής ἡ πειθώ, ὣστε νά χρειάζεται ἡ ἐπιβολή τῆς τάξεως ἐκ τῶν ἂνω; Μήπως τήν αἲσθηση τῆς δυνάμεως ἀκολουθεῖ ἠ πολιτική τῆς πυγμῆς; Τό αἲσθημα ἰσχύος και ἀνωτερότητας, ὃταν δέν αὐτοκατανοεῖται θυσιαστικά, μᾶς σπρώχνει στην ἂσκηση βίας. Τό παράδειγμα τοῦ Σωκράτη τό ἐπιβεβαιώνει. Μποροῦσε νά γλυτώσει ἀλλά «μετέστρεψε» τήν ἁπλῆ ποινή σέ θανατική. Ἡ τότε κοινωνία, μέχρι καί ἡ σημερινή, θεώρησε αὐτή τήν ἐκδοχή, ὡς ἀπόλυτο παραλογισμό. Ἀνέκαθεν ἡ ἀνθρωπότητα γράφει τήν ἱστορία της μέ ὃρους δυνάμεως.
Ἀναγακαία ὑποσημείωση:
Ὃταν ἀναφέρομαι στήν Ἐκκλησία ἐννοῶ τό σῶμα τῶν χριστιανῶν, τήν στρατευομένη Ἐκκλησία· τό πάντα δυσδιάκριτο σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἀναφέρομαι στήν ἐκκλησία τῆς διοίκησης, τήν ἰθύνουσα γιατί ἐκεῖ ἓνας μεγάλος ἀριθμός ἐπισκόπων-δεσποτάδων, καί παπάδων, ἒχουν υἱοθετήσει τακτικές Χρυσῆς Αὐγῆς ἢ εἶναι κρυφοχρυσαυγίτες: Ἂνομοι, ἐπιθετικοί, ὂχι ἀνεκτικοί, ἂδικοι, ἒχουν ἀντιγράψει νόρμες τῆς Χούντας, ἂν δέν συμβαίνει τό ἀντίθετο: Ἡ δομή τῆς διοικούσας ἐκκλησίας καί ἡ διάρθρωσή της ἒχει ὃλα τά χαρακτηριστικά ἑνός ταγματασφαλίστικου πλαισίου.
Δυστυχῶς στήν ἱστορική έκκλησία ὑπάρχει ἒντονο τό στοιχεῖο τοῦ αὐταρχισμοῦ, πού ἀπλώθηκε καταστροφικά σέ ὁλόκληρο τό ἐκκλησίασμα, πλήρωμα-κοινωνία. Φαίνεται ὃτι διατηροῦν στό ἀκέραιο τό φασιστικῆς ἐμμένειας ἦθος τοῦ ἰνστρούχτορα δεσπότη, ἱεροκήρυκα, πνευματικοῦ, γέροντα. Ἡ συνταγή εἶναι ἁπλῆ: Πολτοποιοῦν τήν ἑτερότητα, συρρικνώνουν τήν, ἀσυμπίεστη ἂλλως, ἰδιομορφία τοῦ ἂλλου καί προωθοῦν ἰσοπεδωτικά τήν δική τους ἂποψη, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἂποψη τῆς ὐπεροχῆς τους, τοῦ ὑπεροχικοῦ αὐταρχισμοῦ τους. Ἁπλό καί πανάρχαιο.
Ἡ συνύπαρξη πολλῶν δυνατῶν ἀληθειῶν εἶναι ἲσως ἡ μόνη αὐθεντική συνεισφορά τῆς Ἑλλάδος στήν ἑνιαία ἀλυσίδα άγάπης καί μίσους πού συνέχει τήν ἀνθρώπινη περιπέτεια καθώς αὐτή ἀποπειρᾶται συνεχῶς τήν ἀτέρμονή της θέωση. Ἀλλά ἡ συνύπαρξη δέν ταιριάζει στούς συμφεροντολάγνους κληρικούς, τούς «αὐτεπιτακτικούς ἀγελαιοστρόφους».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου