Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Ἡ ἀνάδυση τοῦ μηδενισμοῦ F. Nietsche

 

  «Αὐτό πού ἀφηγοῦμαι ἐδῶ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν δύο ἑπόμενων αἰώνων. Περιγράφω αὐτό πού ἒρχεται, αὐτό πού δέν μπορεῖ πιά νά ἒρθει ἀλλιῶς: τήν ἀνάδυση τοῦ μηδενισμοῦ. Αὐτή τήν ἱστορία μπορεῖ ἢδη  ἀπό τώρα νά τήν ἀφηγηθεῖ κανείς: διότι ἐδῶ δρᾶ ἡ  ἲδια ἡ ἀναγκαιότητα. Τοῦτο  τό μέλλον μιλάει πιά μέ ἑκατό σημάδια, παντοῦ ἀναγγέλει τόν ἐρχομό της τούτη ἡ μοίρα· ὃλα τά αὐτιά εἶναι ἢδη τεντωμένα γι’ αὐτή τήν μουσική τοῦ μέλλοντος. Ἀπό καιρό πιά ὁ εὐρωπαικός πολιτισμός μας κινεῖται μέ βασανιστική ἒνταση, πού  αὐξάνει ἀπό τήν μιά δεκαετία στήν ἂλλη, σάν νά κινεῖται πρός μια καταστροφή: ἀνήσυχα, βίαια, βιαστικά: μοιάζοντας μέ ρεῦμα, πού θέλει νά φθάσει στό τέλος, πού δέν σκέφτεται πιά, πού φοβᾶται να σκεφτεῖ.

 

  Ἡ ἒκπτωση τῶν κοσμολογικῶν ἀξιῶν

  Ὁ μηδενισμός σάν ψυχολογική κατάσταση, ἐμφανίζεται πρῶτα ὡς ἐπακόλουθο τῆς ἀναζήτησης ἒκ μέρους μας κάποιου «νοήματος» μέσα στό σύνολο τῶν συμβαινόντων, χωρίς ὃμως νά τό βρίσκουμε ἐκεῖ: ἒτσι πού ὁ ἀναζητητής χάνει τελικά τό κουράγιο του. Μηδενισμός εἶναι τότε ἡ συνειδητοποίηση τῆς μακρόχρονης σπατάλης δυνάμεων, τό μαρτύριο τοῦ «εἰς μάτην», ἡ ἀβεβαιότητα, ἡ ἒλλειψη κάποιας εὐκαιρίας νά ξανασάνεις κάπως, κάπου ν’ ἀναπαυθεῖς -ἡ ντροπή μπρός στόν ἲδιο σου τόν ἑαυτό, σάν νά τόν ἐξαπατοῦσες γιά πολύ καιρό… Τό νόημα αὐτό θά μποροῦσε νά εἶναι: Τό ὃτι τό σύνολο τῶν συμβαινόντων «ἐμφορεῖται» ἀπό ἓνα ὓψιστο ἠθικό κανόνα, τήν ἠθική κοσμική τάξη: ἢ αὒξηση τῆς ἀγάπης καί ἁρμονίας στίς σχέσεις μεταξύ τῶν ὂντων· ἢ προσέγγιση κάποιας παγκόσμιας κατάστασης εὐδαιμονίας· ἢ τό ξαμόλυμα πρός μιά παγκόσμια μηδενιστική κατάσταση -ἓνας σκοπός συνιστᾶ πάντα κάποιο νόημα. Τό κοινό σημεῖο ὃλων αὐτῶν τῶν θεωριῶν εἶναι ὃτι κάτι πρέπει νά φτάσει μέσα ἀπό τήν ἲδια τήν πορεία πρός αὐτό:-ἀντιλαμβάνεται ὃμως κανείς πώς μέ τό γίγνεσθαι τίποτε δέν κατορθώνεται, τίποτε δέν φτάνεται…  Ἡ ἀπογοήτευση λοιπόν άπό κάποιο ὑποθετικό σκοπό τοῦ  γίγνεσθαι, σάν πρωταίτιο τοῦ μηδενισμοῦ: εἲτε αὐτός ἀναφέρεται σέ κάποιο ἐντελῶς καθορισμένο σκοπό, εἲτε γενικά σάν συνειδητοποίηση τῆς  ἀνεπάρκειας ὂλων τῶν μέχρι τώρα ὑποθετικῶν σκοπῶν ἀναφορικά μέ τήν ὃλη «ἐξέλιξη» (ὁ ἂνθρωπος δέν εἶναι πιά συνεργός, πολύ λιγότερο κέντρο τοῦ γίγνεσθαι). 

  Ὁ μηδενισμός σάν ψυχολογική κατάσταση ἐκδηλώνεται κατά δεύτερο λόγο, ὃταν ἁπλώνουμε πάνω στό σύνολο τῶν συμβαινόντων ἢ κάτω ἀπ’ αὐτά ἓνα  ὃλον, μια συστηματοποίηση, ἢ ἀκόμη κάποια ὀργάνωση: ἒτσι πού ἡ ψυχή πού διψάει  νά  θαυμάσει νά σεβαστεῖ, νά ἐντρυφήσει στήν γενική θεώρηση ὃτι ὑπάρχει μιά ὓψιστης μορφή κυριαρχία ἢ ἐπιστασία (κι ἂν αὐτή εἶναι ἡ ψυχή ἑνός πού ἀσχολεῖται  μέ τήν λογική, ἀρκεῖ ἡ ἀπόλυτη ἀκολουθία καί ἡ διαλεκτική τοῦ πραγματικοῦ, γιά νά τά συμφιλιώσει  ὃλα…). Ἓνα εἶδος ἑνότητας, μιά κάποια μορφή «μονισμοῦ»: σάν συνέπεια αὐτῆς τῆς πίστεως, ὁ  ἂνθρωπος καταλαμβάνεται ἀπό ἓνα βαθύ συναίσθημα σχέσεως και ἐξαρτήσεως ἀπό  ἓνα ὃλον πού ὑπερτερεῖ ἂπειρα, ἓνα  εἶδος θεότητας… «Τό  καλό τοῦ συνόλου ἀπαιτεῖ τήν θυσία τοῦ ἑνός»… Ὃμως, δές, δέν ὑπάρχει   ἓνα τέτοιο   ὃλο! Κατά βάθος, ὁ ἂνθρωπος, ὃταν παύει νά ἐνεργεῖ μέσ’ ἀπ’ τόν  ἲδιο, ἓνα ἂπειρα πολύτιμο ὃλον, χάνει τήν πίστη του στήν ἀξία του, μ’ ἂλλα λόγια ἐπενόησε ἓνα τέτοιοὃλο γιά νά μπορεῖ νά πιστεύει στήν ἀξία του.      

   Ὁ μηδενισμός σάν ψυχολογική κατάσταση ἒχει μιά τρίτη καί τελευταία  μορφή.  Δεδομένων τῶν δύο προηγουμένων θεωρήσεων, ὃτι μέ τό γίγνεσθαι τίποτε  δέν κατορθώνεται καί ὃτι καμμιά μεγάλη ἑνότητα δέν κυριαρχεῖ κάτω ἀπό τό σύνολο τοῦ γίγνεσθαι μέσα στήν ὁποία τό ἓνα ἀπορροφᾶται  σάν μέσα  σ’ ἓνα στοιχεῖο κάποιας ἀνώτερης ἀξίας, ἀπομένει σάν διέξοδος ν’ ἀνακηρύξουμε ὃλον ἐτοῦτο τον κόσμο τοῦ γίγνεσθαι ἀποτηλό, καί νά ἐπινοήσουμε ἓναν κόσμο πού βρίσκεται πέρα ἀπ’ αὐτόν ἐδῶ σάν ἀληθινό κόσμο. Ἀμέσως ὃμως μόλις ὁ ἂνθρωπος ἀντιληφθεῖ ὂτι ὁ κόσμος αὐτός δέν εἶναι παρά μιά κατασκευή πού την ὑπαγόρευσαν  ψυχολογικές άνάγκες καί ὂτι ἑπομενως δέν ἒχει κανένα ἀπολύτως δικαίωμα στήν ἀληθινότητα πού τοῦ  ἀποδίδεται, γεννιέται ἡ τελευταία μορφή μηδενισμοῦ, περιεχόμενο τῆς  ὁποίας εἶναι ἡ ἀπιστία σ’ ἓνα μεταφυσικό κόσμο- ἐκείνη πού ἀπαγορεύει στον ἑαυτό της τήν πίστη σ’ ἒναν ἀληθινό κόσμο. Μέσ’ ἀπ’ αὐτήν τήν θεώρηση ὁ ἂνθρωπος ὁμολογεῖ τήν πραγματικότητα τοῦ γίγνεσθαι σάν μόνη πραγματικότητα καί ἀπαγορεύει στόν ἑαυτό του κάθε λοξοδρόμημα πού ὁδηγεῖ σέ κόσμους πού βρίσκονται πίσω ἀπ’ αὐτόν  ἐδῶ καί σέ ψεύτικες θεότητες- ὃμως δέν μπορεῖ νά ὑποφέρει αὐτόν ἐδῶ στόν κόσμο, πού μολαταῦτα, δέν θέλει πιά ν’ ἀρνηθεῖ.

-Τί συνέβη στήν πραγματικότητα; Ὃταν οἱ ἂνθρωποι κατενόησαν ὂτι ὁ συνολικός χαρακτήρας τοῦ ὑπάρχειν δέν μπορεῖ νά ἐρμηνευθεῖ οὒτε μέ τήν ἒννοια τοῦ «σκοποῦ», οὒτε μέ την ἒννοια  τῆς   «ἑνότητας», οὒτε μέ τήν ἒννοια τῆς «ἀλήθειας», ἀναπτύχθηκε τό αἰσθημα τῆς ἐλλείψεως κάθε ἀξίας. Τίποτε δέν κατορθώνεται, τίποτε δέν φθάνεται μέ τίς ἒννοιες αὐτές. Λείπει  ἡ ὑπερβατική ἑνότητα στήν πολλότητα τοῦ συμβαίνοντος: ὁ χαρακτήρας τοῦ  ὑπάρχειν δέν εἶναι «ἀληθινός» εἶναι ψευδής…Δέν ἒχουμε πιά κανένα ἀπολύτως λόγο νά πείσουμε τούς ἑαυτούς μας γιά τήν ὓπαρξη ἑνός ἀληθινοῦ κόσμου…Μέ δύο λόγια, οἱ κατηγορίες «σκόπός», «ἑνότης»,  «εἶναι», μέ τήν βοήθεια τῶν ὁποίων ἀποδώσαμε στον κόσμο μιάν ἀξία, ἀναιροῦνται πάλι ἀπό ἐμᾶς -καί πλέον, ὁ κόσμος μοιάζει χωρίς ἀξία…

 Β΄ Δεδομένου ὃτι ἀναγνωρίσαμε πόσο ὁ κόσμος δέν μπορεῖ πλέον νά  ἐξηγηθεῖ μ’ αὐτές τίς τρεῖς κατηγορίες, καί ὃτι μετά τήν συνειδητοποίηση αὐτή ὁ κόσμος ἀρχίζει νά γίνεται δίχως ἀξία γιά ἐμᾶς, πρέπει νά ρωτήσουμε, ἀπό ποῦ προέρχεται  ἡ πίστη μας στίς τρεῖς αὐτές κατηγορίες- ἂς δοῦμε, μήπως εἶναι δυνατόν νά καταγγείλουμε τήν πίστη μας σ’ αὐτές!  Ἂν τίς ἀπαξιώσουμε,  τότε τό γεγονός ὃτι ἡ ἐφαρμογή τους ἐπί   τοῦ παντός ἀποδεικνύεται ἀδυνατη, δέν θά ἀποτελεῖ πιά λόγο νά ἀπαξιώσουμε το πᾶν.

-Συμπέραμα: Ἡ πίστη στίς κατηγορίες τοῦ λόγου εἶναι τό πρωταίτιο τοῦ μηδενισμοῦ, -μετρήσαμε τήν ἀξία τοῦ κόσμου μέ κατηγορίες πού ἀναφέρονται  σ’ ἓναν καθαρά φτιαχτό κόσμο.

-Τελικό συμπέρασμα: Ὃλες οἱ ἀξίες μέ τίς ὁποῖες προσπαθήσαμε μέχρι τώρα νά κάνουμε τόν κόσμο πολύτιμο στούς ἑαυτούς μας πρῶτα, καί  πού μ’ αὐτές τίς ἲδιες τελικά τόν ἀπαξιώσαμε, ὃταν ἀποδείχθηκαν ἀνεφάρμοστες -ὃλες αὐτές οἰ ἀξίες, ψυχολογικά ἰδωμένες, δέν εἶναι  παρά προϊόντα μιᾶς  ὁρισμένης ὡφελιμιστικῆς προοπτικῆς γιά σταθεροποίηση καί αὒξηση τῆς ἀνθρώπινης κυριαρχίας καί τῶν  ἀνθρώπινων δημιουργημάτων: μονάχα ψεύτικα προβάλλονται πάνω στήν οὐσία τῶν πραγμάτων. Εἶναι πάντα ἡ  ὑπερβολική ἀφέλεια τοῦ ἀνθρώπου νά θεωρεῖ τον ἑαυτό του σάν νόημα καί  μέτρο τῆς ἀξίας  τῶν πραγμάτων.

  Ἀναγέννηση καί Μεταρρύθμιση.

  Τί ἀποδεικνύει ἡ  Ἀναγέννηση; Πώς ἡ βασιλεία τοῦ «ἀτόμου» δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι μόνο σύντομη. Ἡ σπατάλη εἶναι πολύ μεγάλη· λείπει ἀκόμα καί ἡ δυνατότητα  τῆς σωρεύσεως, τῆς καφαλοποιήσεως κι ἒτσι ἡ ἐξάντληση ἀκολουθεῖ κατά πόδας. Ὑπάρχουν ἐποχές ὃπου ὃλα ἀσωτεύθηκαν, ὃπου σπαταλήθηκε ἀκόμα κι ἡ δύναμη μέ τήν ὁποία ὁ ἂνθρωπος ἀποθησαυρίζει, φτιάχει κεφάλαιο, σωρεύει πλοῦτο πάνω σέ πλοῦτο… Ἀκόμα κι οἱ ἀντίπαλοι τέτοιων κινημάτων παρωθοῦνται σέ μιά τέτοια ἀλόγιστη σπατάλη δυνάμεως·  ἀκόμα κι αὐτοί  ἐξαντλοῦνται γοργά,  φθείρονται κι  ἀδειάζουν.

  Στήν Μεταρρύθμιση ἒχουμε ἓνα συγκεχυμένο καί συρφετῶδες  ἀνάλογο τῆς ἰταλικῆς Ἀναγέννησης, γεννημένο ἀπό συγγενεῖς μ’ ἐκείνη δυνάμεις, μόνο πού στίς καθυστερημένες, ἂξεστες χῶρες  τοῦ βορρᾶ, ἒπρεπε  νά ντυθεῖ μ’ ἓνα θρησκευτικό ροῦχο -ἐκεῖ, ἡ ἰδέα τῆς ἀνώτερης ζωῆς, δέν εἶχε ἀκόμα ἀποχωρισθεῖ ἀπ’ τήν ἰδέα τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς.

  Καί στήν Μεταρρύθμιση τό ἂτομο θέλει τήν ἐλευθερία του. Τό «καθένας ἱερέας τοῦ ἑαυτοῦ του» δέν εἶναι παρά μιά φόρμουλα ἐλευθεροζωίας.  Ἀλήθεια, ἂρκεσε μία  μόνο λέξη - «εὐαγγελική  ἐλευθερία» καί ὃλα τά  ἒνστικτα πού εἶχαν λόγους νά παραμένουν κρυμμένα, χύμηξαν πρός τά ἒξω σάν ἀγριόσκυλα, οἱ κτηνοδέστερες ἀνάγκες ἀποθρασύνθηκαν μονομιᾶς, ὃλα φαίνονταν ἐπιτρεπτά… οἱ ἂνθρωποι φυλάγονταν ἀπ’ τό ν’ ἀντιληθφθοῦν ποιά ἐλευθερία ἦταν αὐτή πού στήν πραγματικότητα ποθοῦσαν, ἒκλειναν τά μάτια μπρός στόν ἲδιο τόν ἑαυτό τους… Τό  ὃτι ὃμως ἒκλειναν τά μάτια καί ὓγραιναν τά χείλη μέ λόγια ἐνθουσιώδη, δέν τούς ἐμποδιζε  ν’ ἀρπάξουν ὃπου ὑπῆρχε κάτι γιά  ἃρπαγμα, δἐν ἐμπόδιζε τήν κοιλιά νά γίνει ὁ Θεός τοῦ «ἐλεύθερου εὐαγγελίου», και τούς πόθους γιά ἐκδίκηση καί φθόνο νά ξαπολυθοῦν μ’ ἀχόρταγη μανία…

 Αὐτό κράτησε κάμποσο καιρό· κι  ὓστερα ἦρθε ἡ ἐξάντληση, ἀκριβῶς ὃπως εἶχε ἒρθει καί στήν Νότια Εὐρώπη· ἀλλά κι αὐτή πάλι ἦταν μιά χυδαία ἐξάντληση, ἓνα γενικό ruere in servitium…»

 

Σημείωση 1. Οἱ προηγούμενες γραμμές εἶναι ἀπόδοση ἀπό τά γαλλικά. Ὀ  Γερμανογάλλος συμφοιτητής μας Emile Coch, μετέφρασε ἐπιλεγμένα κείμενα τοῦ φιλοσόφου, γιά τίς ἀνάγκες τοῦ μαθήματος: Εἰσαγωγή στήν φιλοσοφία τοῦ Νῖτσε. Πρόκειται γιά ἀποσπάσματα ἀπό τά κατάλοιπα τοῦ φιλοσόφου πού ἐκδόθηκαν μετά τόν θάνατό του. Διάλεξα τίς παραπάνω γραμμές, ἀνάμεσα στίς πολλές ἂλλες πού ἒχουν παραπλήσιο περιεχόμενο, καί πού  ἐπισημαίνουν καίριες  αἰτίες τῆς  κρίσεως τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ σειρά πού δημοσιεύονται ἐδῶ εἶναι δική μου. Δέν ἒκανα καμμιά ἐνδιάμεση περικοπή. Ὃπου ὑπάρχουν ἀποσιωπητικά (…)  εἶναι τοῦ πρωτότυπου.  (Γιῶργος Δημόπουλος) (Γιῶργος Δημόπουλος)

  

 Σημείωση 2.  Τό "ruere in servitium" (ὁρμῶ, ρίχνομαι στήν δουλεία) εἶναι μιά ἐμβληματική φράση τοῦ Ρωμαίου ἱστορικοῦ Τάκιτου. Ἀπαντᾶται στά Χρονικά (Annales, 1.7) καί περιγράφει τήν τραγική στιγμή κατά τήν ὀποία οἱ Ρωμαῖοι ἀξιωματοῦχοι καί πολίτες ἒσπευσαν οἰκειοθελῶς νά ὑποταχθοῦν στήν νέα αὐτοκρατορική ἐξουσία τοῦ Τιβέριου, μετά τόν θάνατο τοῦ Αὐγούστου.

  Στήν λατινική γραμματεία καί τήν πολιτική φιλοσοφία, ἡ φράση ἀναφέρεται στήν ἐθελοδουλεία: τήν ψυχολογική καί πολιτική συνθήκη ὃπου οἱ ἂνθρωποι ἀπαρνοῦνται οἰκειοθελῶς τήν ἐλευθερία τους γιά χάρη τῆς ὑποταγῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου