Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Μεσίτες φιλίας πού ἀποστηθίζουν σενάρια.

 

                                                                                                                    Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

  Κάποιες φορές πιάνω τόν ἑαυτό μου, σέ ἀκράτεια σκέψης, νά μουρμουρίζει κάτι ἀκατάληπτο. Ὁ νοῦς μου μοιάζει νά εἶναι χαμένος λές καί τά ἐγκόσμια εἶναι κάτι πού καιρό πιά ἒχω ἀφήσει πίσω. Ἀνάβω προβολεῖς καί βυθίζομαι στό σκοτάδι, μέχρι πού καταφεύγω στό φῶς τό ἀμυδρό πού ἒχω μέσα μου, αὐτό πού μέ ὁδηγεῖ σέ ὃλες μου τίς πορεῖες. Δύο οἱ πόλοι του: Ἑλληνική παράδοση καί Γαλλία. Προγονική νοημοσύνη, ἀπό τούς γονεῖς καί τήν Ἀρχαία Ἓλλάδα, σέ συνδυασμό μέ τήν ποικιλομορφία  τοῦ γαλλικοῦ πολιτισμοῦ, αὐτή πού σφυρηλάτησε πολιτιστικές καί πολιτικές ἐκφράσεις σέ ὃλο τόν κόσμο, μέχρι τήν πολλά ὑποσχόμενη  τεχνητή νοημοσύνη. 

  Τά συναισθήματά μου στό παρελθόν, σχετικά ἀλλοπρόσαλλα, κάποιες φορές κατά καιρούς ἀντιθετικά, ἀλλά  τώρα ξέρω ὃτι μπορῶ νά τά ἐλέγξω. Τό ἲδιο καί οἱ  σκέψεις μου. Μοῦ χαιδεύει τά αὐτιά    ἡλικία μου νά εἶναι ἓνας ἀριθμός, ἀλλά δέν εἶναι.

  Αὐτοσαρκάζομαι σέ ὃλες τίς ἀποχρώσεις, διώχνοντας σύν  τῷ χρόνῳ  τά περιττά, ἐρχόμενος  ταυτόχρονα πιό κοντά στόν ἑαυτό μου.  Γι’ αὐτό μοῦ ἀρέσει ἡ  Τῆνος ὡς νησί, ταιριάζουμε. Ἒχει κρατήσει, ὃπως ὁ ποιητής τά ἀπολύτως ἀπαραίτητα. Τίποτα τό περιττό, τίποτα σέ ὑπερβολή. Οὒτε «φρού φρού, οὒτε ἀρώματα». Μυρίζει ἱδρῶτα, πόνο, τρυφερή  ἀπελπισιά, πάθος, αἷμα, ἒρωτα, θάνατο, τό ἲδιο μέ τήν Γόρτυνα γῆ.

  Τά πλάνα τοῦ κήπου μου εἶναι ἡλεκτρισμένα μέ μιά σιωπηλή ἒνταση. Δέν δίνω σημασία στό μικρό τῆς ἒκτασης, καμμιά. Κάποτε εἶδα τό κηπαράκι μου σέ σχέδιο, ὃπου  ἡ δυναμική τῆς προοπτικῆς, παραδίδει τό κάθε τί στήν ὑλική του βαρύτητα καί δέν μοῦ ἂρεσε. Μοῦ ἀρέσει ὁ κηπᾶκος μου στήν καθημερινότητά του, πού ὁ κυματισμός τοῦ συνόλου τ’ ἀλαφραίνει  καί τό ζωντανεύει. Τό βλέπουμε χαρακτηριστικά στήν αἰσθητική τοῦ γυναικείου σώματος: τό παντελόνι βαραίνει μαζί μέ τά μέλη καί τό σῶμα· ὁ κυματισμός τοῦ φουστανιοῦ διασπᾶ χορευτικά τήν βαρυτική ἕλξη, καί μᾶς θυμίζει ὃτι ἡ ψυχή κατοικεῖ στό σῶμα. Τό ἲδιο καί ὁ κῆπος, δέν ὁρίζεται ἀπό τό ἐκτόπισμα τῆς ἒκτασης, ἀλλά ξεδιπλώνεται σάν σκίρτημα τῶν ἀνέμων στήν φύση  ὁλάκερη.

  Τίς ἲδιες σκέψεις κάνω καί γιά τό ἐντός ταπεινό κτίσμα. Χαίρομαι πού εἶναι δομημένο ἐσωτερικά σύμφωνα μέ τά σώψυχά μου. Συνδυασμός κοινωνικότητας ἒφεση στήν μοναχικότητα,  μέ άποῦσα τήν κοσμικότητα. Ὁ  χῶρος του, θυμίζει ἀρένα πού ἡ δύναμη καί ἡ  ὀμορφιά πρόκειται νά συγκρουστοῦν. Θυμίζει τό φοιτητικό μου δωμάτιο, ὃπου, ὁ ἀδέξιος καί ἐπιφυλακτικός ἒφηβος, στεκόταν μέ τήν αἲσθηση τῆς ἐλευθερίας μέσα του καί ἒξω του. Παρατηροῦσα τά πάντα μέσα ἀπό τούς τοίχους του μέ ἓνα βλέμμα πού ἦταν ταυτόχρονα γεμᾶτο ἐκτίμηση, ἱκανοποίηση  καί βουλιμία. Ἦταν ἡ περιοχή καί ἡ ἐποχή πού κατάλαβα ὃτι τό ἀλάτι τῆς  ζωῆς εἶναι ἡ, χωρίς καμμιά σχέση μέ τό κουτσομπολιό, φιλοπεριέργεια. Χωρίς αὐτό τό πάθος εἶναι δύσκολο νά κάνεις κάτι δημιουργικό.

 Ἓνα κρεβάτι, μιά ντουλάπα, ἒνα γραφεῖο, μιά καρέκλα, μιά βιβλιοθήκη, πρό παντός μιά εἰκόνα. Ἐκεῖ ὃπου ἒπαψα νά αἰσθάνομαι ὡς βαθύς γνώστης, καί ἰδίως νά πιστεύω ὃτι  μπορῶ νά εἶμαι ἀντικειμενικός. Τήν ἲδια αἲσθηση ἒχουν καί οἱ φίλοι πού κατά καιρούς φιλοξενοῦνται. Προτιμοῦν τόν Χατζηράδο καί ὂχι τήν Χώρα. 

  Στήν Τῆνο δέν ἒχω κάνει φιλίες δυνατές παρά μόνο μέ τόν Κοκολάκη, πού βιάστηκε νά φύγει. Τόν αἰσθανόταν καί ἡ Ἰωάννα φίλο. Κάποιες φορές ἀπροειδοποίητα ἐμφανιζόμαστε τό μεσημέρι μετά τόν Χατζηράδο, ὣρα φαγητοῦ χωρίς κανένα πρόβλημα. Τόσο τά τηλέφωνα, ὂσο καί τά ἂλλα μέσα ἐπικοινωνίας μειώνουν τήν κατά καιρούς ἀνάγκη φιλικῆς ψυχικῆς  ἐπικοινωνίας, ἀλλά ὃπως καί νά τό κάνεις ἂλλη αἲσθηση ἒχει ἡ διά ζώσης ἐπικοινωνία.  

   Μόλις τελειώσαμε λοιπόν μέ τούς φίλους μου, (Ἐβραῖος ὁ ἓνας, Ἀρμένης ὀ ἂλλος γνωριμία μισοῦ αἰῶνα… καί μόνο πού τό σκέπτομαι συγκινοῦμαι…)  τά σκληρά τῆς παρέας ἀστεῖα γιά τό πῶς οἱ νεαροί πρωταγωνιστές «ἒχασαν τήν ὁμορφιά τους»… Ὁ ἓνας μιλοῦσε ἐβραίικα,  ὁ ἂλλος ἀρμένικα καί  ἐγώ ἑλληνικά  δέν καταλάβαινε κανένας τίποτα ἀπό τήν γλώσσα τοῦ ἂλλου. Μόνο τά μάτια μιλοῦσαν καί κοιταζόμαστε μέ τήν  ἀθώα ἀπορία τῆς πρώτης συνάντησης στά φοιτητικά ἒδρανα. Ὁ ἓνας ἒγινε ἐπιχειρηματίας, ὁ ἂλλος μεταφραστής, καί ἐγώ τά γνωστά.

  Εἲμαστε σέ μιά φάση τῆς ζωής πού νιώθουμε πολύ  χαλαροί καί ἒτοιμοι γιά πειράγματα, γι’ αὐτό καί διασκεδάζουμε πολύ σέ παρέες αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων. Στήν κοινή γλῶσσα λοιπόν, συζήτηση χαλαρή ἐφ’ ὃλης τῆς ὓλης.  Ξεκινάμε μέ ἐρώτηση τοῦ Ἰωνᾶ; Ποιός εἶναι ὁ πιό ἒξυπνος λαός, μεταξύ τῶν τριῶν: ὁ ἑλληνικός, ὁ ἀρμένικος ἢ ὁ ἐβραϊκός; Ὁ Λεσλί καί ἐγώ ἀμέσως εἲπαμε οἱ Ἐβραῖοι. Ὁ Ἰωνᾶς ἀπαίτησε νά δικαιολογήσουμε τήν θέση μας. Λέγαμε καί οἱ δυό τά γνωστά, τά τετριμμένα.  Ὁ Ἰωνᾶς ἐπιχειρηματολόγησε ὑπέρ τῶν Ἑλλήνων ὡς ἑξῆς: Ἐμεῖς οἱ Ἐβραῖοι γιά νά πᾶμε μπροστά ἒχουμε χίλιους Ἐβραίους πού μᾶς σπρώχουν νά βρεθοῦμε  στήν πρώτη  θέση. Ἐσεῖς οἱ Ἓλληνες ἒχετε χίλιους Ἓλληνες πού σᾶς ἐμποδίζουν νά  προκόψετε καί τελικά τά καταφέρνετε, βγαίνετε μπροστά.

  Πιό καίρια, ἂλλο νά  περπατάω στούς δρόμους τοῦ Χατζηράδου ἀνώνυμος καί ἂλλο στά  μπουλεβάρτα τοῦ Παρισιοῦ. Ἐδῶ αἰσθάνομαι εὐγνώμων πρός ὃλους, τό διακρίνω στά πρόσωπα ὃλων, ἂν καί  ἀγνώστων. Τό  βλέμμα τους, μοῦ χαρίζει μιά αἲσθηση οἰκειότητας καί ζεστασιᾶς.

  Τό χρῶμα τῶν βράχων, ἡ ἀπόχρωση τῆς βλάστησης, τό μῆκος τῶν σκιῶν, ὁ ἦχος τοῦ ἀνέμου, ὃλα αὐτά δημιούργησαν μέσα μου τήν αἲσθηση ὃτι αὐτό τό μέρος μοιάζει μέ τήν περιοχή πού γεννήθηκε ἡ μάνα μου. Χαίρομαι πού ἒρχομαι στήν Τῆνο, δέν ἒχω πάει στό Ἰσραήλ, καί ἂν μοῦ ποῦν ποιό θέλεις να εἶναι τό τελευταῖο σου ταξίδι, θά ἒλεγα μόνιμα στήν Τῆνο νά εἲμαστε μαζί. Ἡ Ἐσθήρ καί ἡ Βιολαίν ταιριάζουν μέ τήν Ἰωάννα. Καλά ἐμεῖς ἀκόμη καί στούς καυγᾶδες μας ταιριάζουμε. Ἐξ ἂλλου καί γιά σένα δέν εἶναι ἡ Τῆνος πατρίδα σου. Σκέψου πῶς θά ἦταν νά διαμορφώσουμε τό σπίτι τῶν πεθερικῶν σου σέ ἒνα κοινόβιο τῶν  ἒξι. Γνωρίζω ἀπό προσωπικές συζητήσεις ὃτι συμφωνεῖ καί ὁ Λεσλί καί ἡ Βιολαίν.

  Ἐσθἠρ: Κατάγομαι ὡς γνωστόν ἀπό μιά φανατική οἰκογένεια σοῦπερ Ὀρθοδόξων  Ἐβραίων. Ὃμως μπῆκα σέ μιά εὐλογημένη ἐβραϊκή οἰκογένεια καί κοινότητα πού μέ ἀγκάλιασε καί μέ ὐποστήριξε νά  ἀναδείξω τήν καταπιεσμένη προσωπικότητά μου, μοῦ ἒδωσε τό  δικαίωμα νά ζήσω μιά ζωή ὃπου ἀπολαμβάνω τόν ἒρωτα,  νιώθω προστατευτικά ἀνάμεσα σέ γυναῖκες, μέ παρέα τήν Ἰωάννα πιό πολύ, δέν φοβᾶμαι νά μιλήσω σέ κανέναν καί  κυρίως μπορῶ νά ἀνακαλύψω χωρίς περιορισμούς τόν ἑαυτό μου, πολυεπίπεδα.

  Στήν Τῆνο συνάντησα ἀπό τήν πρώτη στιγμή τό  παρελθόν μου, τό ἒδεσα μέ τό  παρόν, καί ἐπουλώνοντας τίς παλιές πληγές, δημιούργησα ἒνα συναρπαστικό μέλλον πού «μυρίζει» ἀνθρώπινη κατάσταση σέ ὃλη τήν μαγική της πολυπλοκότητα. Γιατί περισσότερα σέ ἑνώνουν μέ τόν διπλανό σου παρά σέ χωρίζουν. 

 Ἀπό τήν πρώτη μου ἐπίσκεψη, χρόνια τώρα, αἰσθάνθηκα βαθιά σχέση μέ τόν τόπο, σέ συνδυασμό μέ τήν  ἀγάπη μου γιά  τήν  μυθολογία, πού συνεχίζει νά πυροδοτεῖ τἠν φαντασία μου, καθώς παρατηρῶ ποῦ τέμνονται οἱ μῦθοι μέ τά  τοπία καί τά σύμβολα τῆς γῆς· καί ἡ Τῆνος μέ τήν γύρω περιοχή εἶναι γεμάτη ἀπό παρόμοιες τομές.

Λεσλί: Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὃτι σήμερα μοῦ ἀρέσει ὁ τρόπος πού ζούσαμε ὡς φοιτητές στό Στρασβοῦργο, ἲσως ἐπειδή στήν πραγματικότητα δέν μποροῦμε νά τόν ἀκολουθήσουμε πλέον. Δέν εἲχαμε ἰντερνέτ, οὒτε τηλεόραση στό δωμάτιό μας καί εἲμαστε  εὐτυχισμένοι μέ τά λίγα πράγματα πού διαθέταμε–τίς παλιές κασέτες, τήν μουσική, καί ἰδίως τά βιβλία μας. Τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ὃτι ποτέ δέν θεωροῦμε ὃτι ἒχουμε ἀρκετά, πάντα θέλουμε περισσότερα. Ἰδίως τά παιδιά μας, ἡ  νεότερη γενιά, μεγαλώνει μέσα σέ μιά κουλτούρα πού τῆς λέει συνεχῶς «πρέπει νά θέλεις κι ἂλλο». Ἒτσι, ὃταν βλέπουμε τόν φοιτητή τῆς τότε, νιώθουμε μιά παράξενη νοσταλγία, μιά ἐπιθυμία νά ζήσουμε πάλι τήν ἐποχή, χωρίς νά μποροῦμε.

 Βιολαίν: Συμφωνῶ μέ τόν Ἰωνά, νά ἀποφασίσουμε ζήσουμε στήν Τῆνο καί μέ τά ἀπολύτως ἀπαραίτητα, μέ μόνα ὑπάρχοντα νά χωροῦν σέ μία βαλίτσα. Αὐτό κι ἂν εἶναι  μινιμαλισμός. Ἀλλά ὑπάρχουν πράγματα πού πλέον εἶναι προέκτασή μας. Δέν μποροῦμε νά ὑπάρξουμε χωρίς αὐτά… κινητό, ἰντερνέτ, αὐτοκίνητο… Τό νά ἒχεις πάντως λίγα εἶναι εὐλογία.  Μήν ξεχνᾶμε ὃτι μέ τήν ἐπιστήμη δημιουργήθηκαν ὁ Παρθενῶνας, οἱ πυραμίδες, καί τά ὃπλα μαζικῆς καταστροφῆς. Ἡ τεχνολογία μπορεῖ νά μᾶς θρέψει ἢ νά μᾶς κλείσει τήν πόρτα.

 

   Ο Βίκτωρ Οὐγκό ἒγραψε: «Κανείς μας δέν ἒχει τήν τιμή νά ζήσει μιά ζωή πού νά εἶναι μόνο δική του». Ἀφοῦ ὃμως ὃλα τά πράγματα βιώνονται ἀναπόδραστα σέ ἀτομικό ἐπίπεδο, μποροῦν νά διαβαστοῦν μέ τόν ἲδιο τρόπο ἐφόσον τό «Ἐγώ» ἑνός κειμένου  γίνει, ὑπό μία ἒννοια, πρόδηλο, καί τό «Ἐγώ» τοῦ ἀναγνώστη ἢ τῆς ἀναγνώστριας καταφέρει νά τό κυριέψει. Αὐτά, ὃταν αὐτό τό Ἐγώ γίνει ἐν ὀλίγοις ὑπερπροσωπικό.

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου