τοῦ Γιώργου Δημόπουλου
Γιά τούς Ἐβραίους ἂκουσα γιά πρώτη φορά πιτσιρικάς στό Αἲγιο ἀπό μιά γριούλα γειτόνισσα, λίγο σαλεμένη, τήν συμπαθέστατη Λιοῦ, τήν ἐρωτευμένη παράφορα μέ τόν τότε Βασιλιά Παῦλο. Κάθε πού περνοῦσε ἀεροπλάνο ἀπό τήν περιοχή πίστευε ὃτι πιλότος ἦταν ὁ Βασιλιάς πού περνοῦσε ἲσα νά τήν δεῖ, καί τόν χαιρετοῦσε μέ ἀκράτητη χαρά. Κατά τά ἂλλα τῆς ἂρεσε νά διηγεῖται στήν «μαρίδα» τῆς περιοχῆς διάφορες «ἱστορίες γιά ἀγρίους», μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ἡ ἑξῆς:
«Ἂν σᾶς φωνάξει κανένας ἂγνωστος καί σᾶς προσφέρει καραμέλες ἢ γλυκά ἠ σοκολάτες, νά μήν πᾶτε εἶναι δόλωμα, εἶναι Ἐβραῖος. Καί ξέρετε τί θά σᾶς κάνει; Θά σᾶς βάλει σέ ἓνα βαρέλι πού ἐσωτερικά ἒχει πρόκες καί θά σᾶς κυλάει μέχρι νά πεθάνετε. Μετά θά μαζέψει τήν οἰκογένειά του καί θά πιοῦν τό αἷμα σας».
Παρόμοιες ἱστορίες κυκλοφοροῦσαν καί κατά τούς πρωτοχριστιανικούς χρόνους γιά τούς Χριστιανούς, λόγω τῆς ἀναφορᾶς σέ αἷμα στήν Θεία Κοινωνία, ἀλλά στήν συγκεκριμένη περίπτωση μᾶλλον πρόκειται γιά καλυμμένο παιδεραστικό προϊδεασμό.
Ἂλλη ἀναφορά στούς Ἐβραίους στήν παιδική μου ἐποχή ἦταν αὐτή στά κάλαντα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς: «Σήμερον μαῦρος οὐρανός, σήμερον μαύρη μέρα, σήμερον ὃλοι θλίβονται καί τά βουνά λυποῦνται. Σήμερον ἒβαλαν βουλή οἱ ἂνομοι Ἐβραῖοι, οἱ ἂνομοι καί τά σκυλιά κι’ οἱ τρισκαταραμένοι, γιά νά σταυρώσουν τόν Χριστό, τῶν πάντων βασιλέα…».
Στό Δημοτικό καί στό Γυμνάσιο μάθαμε περισσότερα στά θρησκευτικά γιά τούς Ἐβραίους. Μάλιστα γνωρίσαμε καλύτερα τήν ἱστορία τήν ἐβραϊκή άπό τήν ἑλληνική.
Ἂν καί μήτρα τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ὀ Ἐβραϊσμός, στην Θεολογική τά σχετιζόμενα μέ τήν Παλαιά Διαθήκη μαθήματα, Ἐβραϊκά κλπ δέν μέ συγκινοῦσαν ἰδιαίτερα. Οἱ περισσότερες περί τόν ἐβραϊσμό πληροφορίες ἦρθαν καί ἒρχονται ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὀποία κινεῖται σέ δύο ἀκραίους πόλους: ἢ ἀποδέχεται ἀκρίτως θέσεις καί ἀπόψεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἢ τίθεται σαφῶς ἰουδαιοφοβικά..
Ἡ σέ βάθος γνωριμία μου μέ τόν Ἐβραϊσμό, σχετίζεται μέ τήν φιλία μου μέ Ἐβραῖο, τόν συμφοιτητή μου Ἰωνᾶ, ἡ ὁποία φιλία ὂχι μόνο κρατάει δυνατή μέχρι τώρα, ἀλλά ἒχει ἐπιφέρει καί σχετική οἰκογενειακή ὢσμωση.
Θυμᾶμαι τήν ἂνεση τῆς μάνας του ὂταν συναντηθήκαμε γιά πρώτη φορά οἱ τρεῖς μας συμπτωματικά «ποῦ γυρίζετε βρέ ἀλῆτες; Τό γνωρίζει ἡ μάνα σας; Μέ πῆρε τηλέφωνο ὀ Κοσμήτοράς σας καί μοῦ εἶπε ὃτι κάνατε σκασιαρχεῖο. Θά τημωρηθεῖτε μέ γεῦμα καμωμένο ἀπό τήν κ. Ρεβέκκα. Ἂντε πᾶμε παλιόπαιδα». Αὐτό ἦταν. Σέ λίγες μέρες βρεθήκαμε πάλι γιά φαγητό, μετά ξανά καί ξανά, συνδαιτημόνας γιά πολλοστή φορά. Ποιός ἀμφιβάλλει ὃτι στά συμπόσια γίνονται οἱ πιό ὡραῖες συζητήσεις.
Στίς συναντήσεις μας μιλούσαμε γιά πολλά, σκαλίζοντας ὂχι μόνο τίς οἰκογενειακές ἀναμνήσεις, ἀλλά καί τίς ἐσωτερικές ψυχολογικές διεργασίες πάνω στίς ὁποῖες χτίζει κανείς τήν ταυτότητά του, τήν αίσθησή του γιά τόν κόσμο, γύρω του καί γιά τόν ἑαυτό του. Πῶς εἶναι νά ζεῖ κανείς ὡς Ἐβραῖος στήν Γαλλία, πῶς καταφέρνουν νά μήν ξεχνοῦν τόν πολιτισμό τῶν προγόνων τους, τήν ταυτότητά τους, μετά ἀπό τόσες γενιές, πῶς συντηροῦν τήν φλόγα τοῦ Ἐβραϊσμοῦ ζωντανή, πῶς ἐπιβίωσαν τῶν ναζιστικῶν στρατοπέδων ὁριακά, πῶς ἦρθαν στήν Γαλλία χωρίς νά μιλοῦν τήν γλῶσσα, ἂγνωστοι χωρίς συγγενεῖς, πῶς ἐγκαταστάθηκαν ἀρχικά στό Στρασβοῦργο καί δέν μετακινήθηκαν, πῶς συνάντησαν καί ἂλλους Ἐβραίους, πῶς δέν μετακινήθηκαν …
«Στήν Γαλλία δέν ἒνιωσα τήν ἀνάγκη νά ἀλλάξω το όνομά μου, στήν Πολωνία τό ἒκαναν οἱ πρόγονοί μου, ἐδῶ δέν προσπάθησα νά γίνω κάτι πού δέν εἶμαι. Μεγαλώσαμε μέ τήν φιλοσοφία ὃτι πρέπει νά εἲμαστε ἐνταγμένοι στήν γαλλική κοινωνία, κρατῶντας ὃμως παράλληλα τήν ταυτότητά μας: νά μιλᾶμε ἐβραϊκά, νά συμμετέχουμε στά κοινά, νά ἒχουμε φίλους Γάλλους καί Ἐβραίους. Χαίρομαι πού τό παιδί μου ἒκανε καί Ἓλληνα φίλο. Αὐτό μᾶς μετέδωσαν οἱ δικοί μας, αὐτό μεταδίδουμε καί ἐμεῖς στά παιδιά μας. Πάντα ξέραμε πολύ καλά ποιοί εἲμαστε, πάντα αἰσθανόμαστε τήν καταγωγή μας ὡς κάτι φυσικό, νά μήν πῶ προσόν. Ἒτσι, λέμε ὃτι εἲμαστε διγενεῖς. Εἲμαστε Ἐβραῖοι ἀλλά ἡ Παιδεία, ἡ κουλτούρα μας εἶναι Γαλλική. Ξέρω πιό πολύ τήν γαλλική ποίηση καί λογοτεχνία ἀπό ὃ,τι τήν ἐβραϊκή, ἀλλά δέν παύω νά λέω ὃτι εἶμαι καί Ἐβραία». (κ. Ρεβέκκα, μητέρα τοῦ Ἰωνᾶ).
Σέ κάθε ἐβραϊκό σπίτι δεσπόζουν τά θρησκευτικά τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ σύμβολα: Τό ἂστρο τοῦ Δαυίδ, ἡ ἑπτάφωτη λυχνία, ἡ ἐννιάφωτη λυχνία, σέ κάθε πόρτα τά phylactère (φυλακτήρια: να ζευγάρι μικρά μαῦρα δερμάτινα κουτιά πού περιέχουν περγαμηνές μέ ἐδάφια ἀπό τήν Πεντάτευχο), σέ εἰδική περιοχή ἡ κιπά τό μικρό καπελάκι πού φοροῦν οἱ ἂντρες ὃταν βρίσκονται στήν Συναγωγή ἢ ὃταν κάνουν κάποια προσευχή, οἱ θρησκευόμενοι φοροῦν τήν κιπά συνέχεια, τό ταλίτ ἓνα παραλληλόγραμμο σάλι πού τό φορούν πάντα ἂντρες στήν Συναγωγή κατά τήν διάρκεια συγκεκριμένων προσευχῶν. Τά ἲδια ἰσχύουν καί στα ἀμιγῆ Ἐβραϊκά σχολεῖα πού λειτουργοῦν ἀνά τήν ὑφήλιο. Μάλιστα τά φυλακτήρια εἶναι τοποθετημένα σέ κάθε πόρτα τοῦ σχολείου, μέ τούς μαθητές εἲτε ἐξέρχονται εἲτε εἰσέρχονται ὑποχρεοῦνται νά ἀγγίζουν τό φυλακτό τῆς κάθε πόρτας.
Τέλος κατά τόν Ἰουδαϊσμό, Ἐβραῖος θεωρεῖται ὃποιος ἒχει Ἐβραία μητέρα. Ἡ μάνα προσδιορίζει τήν ἐθνική τους ταυτότητα. Ἡ καταγωγή καί ἡ θρησκεία τοῦ πατέρα δέν παίζει κανένα ρόλο. Μπορεί καί κάποιος ἀπό μή Ἐβραία μητέρα, νά ἀσπαστεῖ τόν Ἰουδαϊσμό, ὀφείλει ὃμως νά ἀκολουθήσει μιά διαδικασία κατήχησης, ἡ ὁποία διαρκεῖ συνήθως πάνω ἀπό ἓνα χρόνο, καί τοῦτο ἀκόμη κι ἂν ὁ πατέρας του εἶναι Ἐβραῖος. Οἱ Ἐβραῖοι, θεωρώντας τόν ἑαυτό τους "ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ", οὐδέποτε ἐπιδίωξαν νά διαδώσουν τήν θρησκεία τους προσηλυτίζοντας ἂλλους λαούς.
Πρόκειται γιά ἓναν πανέξυπνο λαό, πού ἱστορικά ἒχει ὑποφέρει τά πάνδεινα, ἐπέζησε ἀφανισμῶν, διωγμῶν, πυρός, μαχαίρας, βάζοντας τήν Πατρίδα τους πάνω ἀπό τίς προσωπικές φιλοδοξίες καί συμφέροντα. Ὡς Ἓλληνας τούς ζηλεύω.
Ὁ Ἰωνᾶς θυμᾶται: «Πάντα ἡ μαμά ἒκανε μεγάλα τραπέζια, ἦταν καλή μαγείρισσα καί τῆς ἂρεσε νά μαγειρεύει τά παραδοσιακά φαγητά. Τώρα πού σκέφτομαι τήν ζωή μας, άναρωτιέμαι πῶς τά κατάφερνε μέ τόσα παιδιά καί ἓναν δύσκολο πατέρα.Ἦταν φαρμακοποιός, εἶχε τήν δική της ἐργασία ἀλλά μαγείρευε κάθε μέρα. Τῆς άρεσε καί ἡ ὂλη διαδικασία, νά στρώσει τό τραπέζι, νά βγάλει τά σερβίτσια τά καλά, ὃταν εἲχαμε, καί εἲχαμε συχνά φίλους συνδαιτημόνες. Τά φαγητά της ἦταν πολύ νόστιμα, ἂν καί πάντα ὃλοι ἒτσι δέν λένε γιά τά φαγητά τῆς μάνας τους; Φυσικά, κουβαλοῦσε τήν παράδοση των Ἐβραίων τῆς Διασπορᾶς».
Ἀλλά ποιά παράδοση, ἀλήθεια;
Σύμφωνα μέ τήν ἐβραϊκή παράδοση Kosher, ὁποιοδήποτε φαγητό πού ἒχει βάση τό κρέας, δέν μπορεῖ ποτέ να προσφερθεῖ καί νά καταναλωθεῖ στό ἲδιο γεῦμα μέ ἓνα γαλακτοκομικό προϊόν. Ἐπιπλέον, ὃλα τά σκεύη καί ὁ ἐξοπλισμός πού χρησιμοποιοῦνται γιά τήν ἐπεξεργασία καί τόν καθαρισμό τοῦ κρέατος καί τῶν γαλακτοκομικών πρέπει νά ἒχουν τόν δικό τους ξεχωριστό τόπο, ἀκόμη καί τόν δικό τους νεροχύτη. Τό πρῶτο λοιπόν πού φροντίζει μιά ἐβραϊκή οἰκογένεια εἶναι νά ἒχει στό σπίτι δύο κουζίνες μέ τελείως ξεχωριστά σκεύη.
Ἡ κατανάλωση ζώων τά ὁποῖα δέν ἒχουν σφαγεῖ ὑπό συγκεκριμένες διαδικασίες πού ὁρίζονται ἀπό τούς νόμους τῆς shechita ἀπαγορεύεται. Ἡ ἀπαγόρευση αὐτή περιλαμβάνει καί τά ζῶα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἒχουν σφαγεῖ ἀπό μή Ἐβραίους.
Τέλος, τά πλάσματα πού ζοῦν στό νερό καί δέν ἒχουν ὡς φυσικά χαρακτηριστικά πτερύγια καί λέπια - ὃπως οἱ γαρίδες, τά καβούρια, τά στρείδια, ὁ ἀστακός καί ἂλλα εἲδη ὀστρακοειδῶν δέν ἐπιτρέπονται. Μποροῦν νά καταναλωθούν ὁρισμένα ἐξημερωμένα πτηνά, ὃπως κοτόπουλα, χῆνες, ὀρτύκια, περιστέρια καί γαλοποῦλες.
Ἡ διατροφική αὐτή τους κουλτούρα χαρακτήριζε καί τό φοιτητικό ἐστιατόριο τοῦ Στρασβούργου στό ὁποῖο σχηματιζόταν «οὐρά», μεσημέρι, βράδυ, μέ τούς φοιτητές Μουσουλμάνους, νά πλειοψηφοῦν.
Ἡ κοινωνική ζωή τῶν ἀπανταχοῦ Ἐβραίων ἀνέκαθεν διέγραφε ἓναν κύκλο γύρω ἀπό τἠν Κοινότητα καί τἠν Συναγωγή. Ἡ Συναγωγή δέν εἶναι μόνο χῶρος λατρείας, ἀλλά ἓνα ζωντανό κύτταρο κοινωνικοποίησης, σημεῖο συνάντησης ἀλλά καί φρουρός τῆς ἐβραϊκῆς ταυτότητας. Ἡ δομή τῶν ἐβραϊκῶν κοινοτήτων σ’ ὃλο τόν κόσμο εἶναι ἲδια καί, ἂν ἓνας Ἐβραῖος ξαφνικά βρεθεῖ ἀπό τήν Γαλλία στήν Ελλάδα ἢ στήν Νότια Ἀφρική, σίγουρα θά νιώσει τήν ἀνάγκη νά ἐπισκεφθεῖ τήν Συναγωγή, προκειμένου νά συναντήσει δεσμούς μέ τήν τοπική κοινότητα.
Οἱ Κοινότητες παρέχουν προστασία καί ἀσφάλεια, ἀλλά ποτέ δέν λειτούργησαν ὡς γκέτο. Τό νά εἶσαι κομμάτι καί νά ἐνταχθεῖς στην τοπική κοινωνία αὐτό ήταν καί τό προτέρημα τῶν Ἐβραίων καί γι’ αὐτό δέν γκετοποιήθηκαν πουθενά.
Ἰδιαίτερα ἐντάχθηκαν στίς δυτικές κοινωνίες γιατί δέν ὑπῆρχε φόβος, ἐκατέρωθεν. Δέν αἰσθάνθηκαν ξένο σῶμα, ἀλλά οὒτε ἡ τοπική κοινωνία τούς ἒβλεπε ὡς ξένο, ἀπροσάρμοστο σῶμα, λόγω τῆς ἐθνοτικῆς καταγωγῆς τους.
Οἱ Ἐβραϊκές Κοινότητες χαρακτηρίζονται ἀπό μιά βαθιά αἲσθηση συνοχῆς, διατηρῶντας μιά μοναδική ταυτότητα πού συνδυάζει θρησκευτικές, πολιτισμικές, ἱστορικές καί ἐθνοτικές παραδόσεις
Ἡ διαδικασία τῆς περιτομῆς, κατά τήν ὂγδοη ἡμέρα ἀπό τήν γέννηση τοῦ ἀρσενικοῦ Ἐβραιόπουλου, νοεῖται ὡς ἡ ἐπίσημη ἒνταξή του στήν Ἐβραϊκή Κοινότητα, καί φυσικά εἶναι ὑποχρεωτική. Ὁ ἀριθμός ἑπτά εκπροσωπεῖ τήν φύση – ἑπτά εἶναι οἱ ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, ἑπτά τά χρώματα τοῦ οὐράνιου τόξου, ἑπτά οἱ μουσικές νότες κλπ. Ὁ ἀριθμός ὀκτώ εἶναι ὁ ἀμέσως ἑπόμενος καί συμβολίζει τό θαυμαστό, τό μεταφυσικό. Ὁ φίλος Ἰωνᾶς μᾶς πληροφορεῖ: «Κάνουμε τήν περιτομή τήν ὂγδοη ἡμέρα διότι ὁ Ἐβραϊκός λαός ἐπιβιώνει μέ θαύματα. Ἡ ἱστορία μας δείχνει νά ἀψηφᾶ τούς φυσικούς νόμους. Καλωσορίζουμε ἓνα νεογέννητο Ἐβραιόπουλο αὐτή τήν θαυμαστή ὓπαρξη, τήν ὂγδοη ἡμέρα τῆς ζωῆς του, γιά νά τοῦ ποῦμε: «Περίμενε θαῦμα»
Τό Σάββατο ἢ Σαμπάτ εἶναι ἡ ἱερότερη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας γιά τούς Ἐβραίους. Ξεκινᾶ τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς μέ τήν Δύση τοῦ ἡλίου καί διαρκεῖ ἒως τἠν ἀνατολή τῶν τριῶν πρώτων ἀστεριῶν τό βράδυ τοῦ Σαββἀτου. Εἶναι μια ἡμέρα ἀνάπαυσης, πνευματικότητας καί οἰκογενειακῆς συγκέντρωσης, στοχασμοῦ.
«Δέν ἐργαζόμαστε, δέν δημιουργοῦμε, δέν καταναλώνουμε ἐνέργεια. Δέν ψωνίζουμε, δέν ταξιδεύουμε, δέν ὁδηγοῦμε, δέν χρησιμοποιοῦμε μηχανήματα, τηλέφωνα, ὑπολογιστές κλπ».
Φυσικά ἀπό ἓνα τέτοιο θρησκευτικό περιβᾶλλον δέν θά μποροῦσαν να λείψουν οἱ ὑπερβολές. Δέν θά μποροῦσαν νά απουσιάζουν οἱ ἀκραῖοι, οἱ φανατικά θρησκευόμενοι, οἱ Ὀρθοδοξοι καί Ὑπερορθόδοξοι Ἐβραῖοι, οἱ ὁποῖοι ἀριθμητικά ἀγγίζουν τό ἓνα ἑκατομμύριο ὀκτακόσιες χιλιάδες. Πρόκειται γιά ἐθνικοθρησκευτικό περιβᾶλλον, τοῦ ὁποίου τά μέλη ἀντιτίθενται στό τρόπο ζωῆς τῶν κοσμικῶν Ἐβραίων, ὃσων δηλαδή ἐνστερνίστηκαν σύγχρονες ἀξίες καί πρακτικές.
Κατά τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου, δέν μιλοῦν γιά δουλειές, οὒτε τήν λέξη χρῆμα προφέρουν, κι ἂν παρεμπιπτόντως τό φέρει ἡ συζήτηση, βρίσκουν τρόπους νά προσπεράσουν τήν ἀναφορά ἀντικαθιστῶντας την μέ ἂλλη. Ἀκόμη καί τό πάτημα τοῦ κουμπιοῦ στόν ἀνελκυστῆρα κατά τό Σάββατο ἀπαγορεύεται. Ὁ θάλαμος σταματᾶ αὐτόματα καί διαδοχικά σέ ὃλους τούς ὀρόφους τοῦ κτιρίου, οἱ δέ πόρτες ἀνοίγουν καί κλείνουν αὐτόματα.
Μιά κοινωνία γνωρίζεται ἀπό τήν θέση πού ἒχει τοποθετήσει τήν γυναῖκα δημόσια καί ἰδιωτικά. Οἱ Ἐβραῖοι αὐτῆς τῆς θρησκευτικῆς ἂποψης θέλουν τήν γυναῖκα νά ἒχει «θολή» εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ της. Σύμφωνα μέ τήν θεολογική τους ἂποψη οἱ γυναῖκες εἶναι γεννημένες γιά τό σπίτι. Κύριος λόγος ύπαρξῆς τους, ἡ ἀπό κανονισμένους γάμους τεκνοποίηση καί ἡ ἀνάδειξη τοῦ ἂντρα συζύγου σέ βασιλιᾶ τους. Οἱ προγαμιαῖες σχέσεις ἀπαγορεύονται ἀπό τήν Τορά (Πεντάτευχο) καί ἡ νύφη ὑπακούει στίς βουλές καί κελεύσματα τῆς πεθερᾶς της. Ἡ ἀπουσία κάθε μορφῆς αὐτοδιάθεσης καθιστᾶ τήν ἐπιβίωση αὐτῶν τῶν γυναικῶν στόν πραγματικό κόσμο πολύ δυσκολη. Κάθε ἐνέργειά τους, κάθε κίνησή τους, κάθε ἀπόφασή τους ἐξαρτῶνται ἀπό τίς ραβινικές ἑρμηνεῖες τοῦ ἐβραϊκοῦ νόμου.
Φοροῦν ροῦχα φαρδιά, πού καλύπτουν ὁλόκληρο τό σῶμα: μακριές φοῦστες, μπλοῦζες πού καλύπτουν τόν λαιμό καί μανίκια πού ξεπερνοῦν τούς ἀγκῶνες, ἀποφεύγοντας τά ἒντονα χρώματα.
Ἒτσι καί περάσει δέ κατά λάθος γυναῖκα ξεμανίκωτη, μέ παντελόνι ἢ μέ μίνι φούστα άπό τό γκέτο τους, πουτάνα τήν ανεβάζουν, ξεσχισμένη, ξετσίπωτη τήν καταβάζουν, τήν φτύνουν, τήν προπηλακίζουν βάναυσα, καί τοῦτο εἲτε πρόκειται γιά συνοικίες ἐβραϊκές τῆς Νέας ‘Υόρκης εἲτε γι’ αὐτές τοῦ Ἰσραήλ. Ἐνδεικτικά σημειώνουμε ὃτι οὒτε ὀ ἂντρας της δέν ἐπιτρέπεται νά τήν δεῖ γυμνή. Πρός τοῦτο κατά τήν ἐρωτική συνεύρεση τοῦ ζευγαριοῦ ἡ γυναῖκα καλύπτει τό σῶμα της μέ λευκό σεντόνι τό ὁποῖο φέρει σχετική σχισμή στό ἐπίμαχο σημεῖο.
Ἀποσώνω τήν σχετική καταγραφή μέ μιά ἀναφορά σέ σχετική εἲδηση τοῦ περασμένου καλοκαιριοῦ. «Τό ἰσραηλινό ὑπουργεῖο Ὑγείας ἀποφάσισε νά βραβεύσει μιά καθηγήτρια Παιδιατρικῆς, τήν Χάνα Μααγιάν, γιά τό σύγγραμμά της, μέ θέμα τίς πιό διαδεδομένες στούς Ἐβραίους κληρονομικές ἀσθένειες. Γνωρίζοντας πώς στήν τελετή ἀπονομῆς τοῦ βραβείου θά παρευρίσκοντο καί θά ἒδιναν τό «παρών» τόσο ὁ ἐκτελῶν χρέη ὑπουργοῦ Ὑγείας, πού εἶναι ὑπερορθόδοξος, ὃσο καί ἂλλοι θρησκευόμενοι Ἰσραηλινοί, ἡ δρ Μααγιάν φόρεσε μιά μπλούζα μέ μακριά μανίκια καί μιά μάξι φούστα. Αὐτό ὃμως δέν ἦταν ἀρκετό. ἡ δρ Μααγιάν ὑποχρεώθηκε νά καθίσει χωριστά ἀπό τόν σύζυγό της, καθώς ἂνδρες καί γυναῖκες διαχωρίστηκαν. Ἐπιπλέον, τῆς εἶπαν πώς τό βραβεῖο θά ἒπρεπε νά τό παραλάβει ἐκ μέρους της ἓνας ἂνδρας συνάδελφός της, διότι δέν ἐπιτρεπόταν νά ἀνεβοῦν γυναῖκες στήν σκηνή». (Ἐφ. Καθημερινή).
Αὐτά ὃταν ἡ Ἀλίνα Τράιγκερ εἶναι ἡ πρώτη γυναῖκα ραβίνος πού ἐκπαιδεύτηκε καί χειροτονήθηκε πρόσφατα στήν Γερμανία. Θά ἀναλάβει τήν ἐβραϊκή κοινότητα τοῦ Ὀλντενµπουργκ καί θά ἒχει ἲδια δικαιώματα καί ὑποχρεώσεις µέ τούς ἂνδρες ραβίνους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου