Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

«Τίς ἀγορεύειν βούλεται;».


Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

 

  Τό μεγαλύτερο ἀρχαιοελληνικό κατόρθωμα  εἶναι ἡ δημιουργία τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης καί τοῦ λόγου μέ τό «τίς ἀγορεύειν βούλεται;». Ἒφταναν στήν Πνύκα Ἀθηναῖοι πολίτες ὂλων τῶν τάξεων, ὁποιοδήποτε καί νά ἦταν τό ἀντικείμενο τῆς βιοποριστικῆς τους ἐνασχόλησης,  καί μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ ὀργανωτῆ «ποιός θέλει νά μιλήσει;»  μποροῦσε νά σηκωθεῖ ὃποιος πολίτης εἶχε κάτι σημαντικό νά πεῖ καί κανείς δέν φοβόταν τόν ἀντίλογο. Ἡ ἰσηγορία, τὀ ἲσο δικαίωμα τοῦ κάθε πολίτη νά λάβει τόν λόγο στἠν Πνύκα, ἦταν ἓνας ἀπό τούς βασικούς πυλῶνες τῆς Αθηναϊκῆς Δημοκρατίας. Οἱ Σπαρτιᾶτες  δέν διανοήθηκαν ποτέ κάτι τέτοιο.

  Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἡ Δημοκρατία έξελίχθηκε σέ ἀντιπροσωπευτική καί πλέον τό Βῆμα τῆς Πνύκας παραχωρήθηκε  στούς ἐκλεγμένους ἐκπροσώπους τοῦ ἐκλεκτορικοῦ σώματος. Φυσικά ἱστορικά ἒχουμε καί ἂλλες μορφές Βήματος ὃπως ἒντυπη δημοσιογραφία, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κήρυγμα, καί γιατί ὂχι καί τό καφενεῖο. 

  Σήμερα τό πιό διάσημο καί δημοφιλές Βῆμα εἶναι ἡ παγκόσμια κοινωνική δικτύωση. Τό νεοφανές διαδίκτυο μέ τό παγκόσμιο πλέγμα διασυνδεδεμένων ὑπολογιστῶν, ὑπηρεσιῶν καί πληροφοριῶν μέ τήν δυνατότατα προσωπικῶν σχολιασμῶν καί ἀνταλλαγῶν εἰκόνων, θέσεων καί ἀπόψεων διαθέτει σήμερα τρεισήμισι δισεκατομμύρια ἐνεργούς χρῆστες παγκόσμια. 

 

   Μιά ὁμιλία,  ἓνα κείμενο, ἓνα ἂρθρο, μιά ἐπιφυλλίδα  δίνει κάποιες εὐκαιρίες· ἡ ὑποδοχή, ἡ ἀποδοχή, μερική ἢ ὁλική, ἡ ἐτοιμότητα εἶναι δική μας πάντα. Ὃμως ἂν δέν προβάλλεται τό παρόν τοῦ συντάκτη καί τοῦ ἀποδέκτη καθαρά στό  κείμενο, κανένας δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτα. Οὒτε αὐτός πού τό συνέθεσε δέν μπορεῖ νά τό διαβάσει. Μιά ζωντανή σχέση δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τήν αὐτονομία τῶν μερῶν της. Ἂν δέν εἶναι τά μέρη ἐλεύθερα καί ξεκάθαρα, δέν μποροῦν νά προκαλέσουν τήν ἀγωνία καί τό αἲνιγμα τῆς σχέσης. Γιατί ἡ σχέση εἶναι περισσότερο αἲνιγμα ἀπό ἀντικειμενική πραγματικότητα. Αἲνιγμα τό ὁποῖο προσπαθοῦμε νά λύνουμε συνεχῶς καί αὐτό εἲτε ἀντιστέκεται εἲτε κατά περίπτωση συνθηκολογεῖ. 

  Ἐκτός ἀπό τήν ἐπώνυμη  εἰκόνα τοῦ προσώπου τοῦ ἀγορητή, τό βασικό χαρακτηριστικό τῆς Πνύκας καί τῆς κάθε Πνύκας, ἦταν καί εἶναι τό εὐθαρσές, τό καθαρό, τό διαυγές, ὁ λαγαρός λόγος τοῦ ρήτορα. Οἱ πρόγονοί μας ὀνόμαζαν  «λιγύ» ἀγορητή, αὐτόν πού ὁ λόγος του χαρακτηριζόταν ἀπό ὀξύτητα, καθαρότητα, εὐκρίνεια, ὃποιου ὁ ἦχος, μεταφορικά, εἶχε μελωδικότητα. Οὒτε «μπηχτές», οὒτε ἀόριστα, οὒτε θολούρα, οὒτε σύγχυση, οὒτε μπέρδεμα. Μιά ἐπιστολή χωρίς παραλήπτη δέν φθάνει στόν προορισμό της ποτέ, ὃποιο καί νά εἶναι τό μέγεθος τῆς εὐφράδειας, ὃποιος καί νά εἶναι ὁ ἀποστολέας της. Καί παραλήπτης δέν νοεῖται ποτέ ἡ «ἂδικη κενωνία». Ἒχει ὀνοματεπώνυμο και διεύθυνση.

 

  Ὁπωσδήποτε νά φθάσει κανείς τά μέτρα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καί τῶν Ἀρχαίων Χριστιανῶν, τό εὐθαρσές γιά νά εἶναι ἀγωνιστικά παρόν, γιά πολλούς λόγους εἶναι κάπως δύσκολο, φυσικά ὂχι ἀδύνατο.

    Βιώνουμε σήμερα στόν τόπο μας σωρεία ἐκφυλιστικῶν φαινομένων, τά ὁποῖα ἐδηλώνονται ἀδιακρίτως στίς κρατικές ὑπηρεσίες, στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, στό ἐκπαιδευτικό σύστημα, στίς οἰκονομικές δραστηριότητες, στήν καθημερινή μας ζωή, σέ βαθμό πού νά δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση μιᾶς γενικῆς κατεδάφισης.

  Τό νά μιλήσει λοιπόν κανείς ἐπώνυμα καταγράφοντας ταυτόχρονα τόν παραλήπτη, νά προσδιορίσει δηλαδή τήν ὀργανωμένη δύναμη, τήν ἀδικία, τήν κακία, τήν καταπίεση καί τήν ψυχρή λογική, ὁμάδας ἢ προσώπου εἶναι μιά ἒνδειξη τῆς ἀγωνιστικῆς διάθεσης, τοῦ χειραφετημένου ἀπό ἐξωτερικούς δεσμούς πρός τήν ὁμάδα  ἀτόμου, τό  ὁποῖο βεβαιώνεται στήν αὐτοσυνειδησία καί τήν εὐθύνη  του ἒναντι τῶν ἂλλων. Ὁ σκοτεινός τύπος εἶναι κρυψίνους, συμφεροντολόγος, συμφεροντολάγνος, «δἐν λέει κουβέντα κρατᾶ κρυμμένα μυστικά καί ντοκουμέντα».

 

  Στήν Δημοκρατία τό ἡμίφως παίζει ἀρνητικό ρόλο, ἂν δέν γίνεται ἐμπόδιο  ἀνυπέρβλητο.  Ἒχω τήν αἲσθηση ὃτι τό ρολόι τῆς Ἑλλάδος ἒχει σταματήσει καί τό  ζοφερό τῆς δικτατορικῆς παρένθεσης πέτυχε νά καταστήσει τόν σημερινό ἂνθρωπο σέ μή λειτουργικό, τόν ἒκανε ἓνα ἀνάπηρο δοῦλο. Γιά νά ξανακτυπήσει τό ρολόι πρέπει τό ζήτημα τοῦ ἀτόμου νά τεθεῖ συνειδητά καί ν’ ἀπαντηθεῖ μ’ ἓναν καινούργιο ἂνθρωπο.

  Ἡ θωράκιση τοῦ Ἐγώ μᾶς χωρίζει ἀπό τόν συνάνθρωπο, μέ τό ἂνοιγμά του, συνθέτει πολιτισμό. Ἡ ἐσωτερική ἂνοιξη προϋποθέτει Ἐγώ  ἐλευθερωμένο  ἀπό τό βάρος τῆς θωράκισής του. Τό Ἐγώ προκαλεῖ ρωγμές στήν ζωή τῆς ὁμάδος· τό Ἐγώ ἀπεργάζεται, μέ τόν πολιτισμό πού δημιουργεῖ, τήν πνευματική ἑνότητα τῆς κοινωνίας. Τήν ἀγωνία τοῦ Ἐγώ παρακολουθεῖ ἡ ἀγωνία τῆς κοινωνίας. Ὂχι πώς τό ἐμεῖς περιλαμβάνει ἀθροιστικά τά Ἐγώ -εἶναι  ἀντιθέτως, ὃλα τά Ἐγώ καί συγχρόνως κανένα, κατ’ αὐτό δέ τόν τρόπο συνιστᾶ τόπο βεβαίωσης καί ἀναγνωρίσεώς των. Χωρίς τόν ἂλλον ἂνθρωπο δέν γίνομαι Ἐγώ, ὃπως χωρίς Ἐγώ τό Ἐμεῖς εἶναι Κανείς. Ὃταν λέμε «ἀνοίγομαι στόν πλησίον», σημαίνει ὃτι ὁ πλησίον δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά  ἐμένα ὡς Κανείς, ὡς Οὖτις. Τό βάθος τῆς  ἀπόκρισης τοῦ Ὁδυσσέα στόν Πολύφημο ἒγκειται σ’ αὐτό: ἓνας ἂνθρωπος ἀπευθύνεται κι  ἐξαπατᾶ ἓνα τέρας μέ τήν γλῶσσα πού ἐκεῖνο καταλαβαίνει. Διότι τέρας εἶναι τό ὂν γιά το ὁποῖο δέν ὑπάρχει Ἂλλος. Τό τέρας ἀγνοεῖ τήν κοινωνία. Μόνο ὃταν ὁ Ἂλλος εἶναι Οὖτις μποροῦμε νά δεχθοῦμε πώς  ὑπάρχει, ἂν εἲμαστε τέρατα. 

 

«Ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο  πρόκειται, ὡς πρός τούς ὁμιλοῦντες καί διακινδυνεύοντες τεχνίτες τῆς  σκέψης καί τῆς ποιητικότητας, εἶναι τό αἲνιγμα  τοῦ κόσμου, τό ἐρώτημά του, τό ὁποῖο φέρνουν στήν γλῶσσα. Σ’ ἐκείνους, ἡ ἐρώτηση εἶναι οἰκεία. Πάντοτε στήν  ἐγγενῆ ξενικότητα. Μιλώντας καί λέγοντας, μεταμορφώνουν ἐκεῖνο πού, ἂν  κανείς δέν τό εἶχε πεῖ καί σκεφθεῖ, δέν θά ἒπαιζε  τέτοιο».   (Κώστας Ἀξελός, Αἰνιγματικές ἀπαντήσεις, ἐκδ. Ἑστίας, Ἀθήνα 2005, σ. 27).  

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου