Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ἡ θάλασσα τῆς ψυχῆς τοῦ Τάσου Λειβαδίτη, ἡ θάλασσα τοῦ κόσμου του, ἡ θάλασσα τῆς γέννας Χριστοῦ.

 

  Σᾶς καλῶ νά ψηλαφίσουμε μαζί κάποια ἀπό τά πολλά πού μᾶς ἒχει χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης: τό παλέμά του μέ τήν χαρά, τήν ἐνοχή,  τό κοινωνικό κακό καί  τήν χριστιανική πίστη, τήν ἒξοδο στίς ρύμες τῆς πόλης καί τήν καταβύθιση στόν σκοτεινιασμένο ἑαυτό. Μᾶς ἐνδιαφέρει πολύ ἠ βιωμένη του διαπλοκή δύο δρόμων πού πολλοί τούς νομίζουν ἀσύμπτωτους: Τῆς λαχτάρας γιά ἓναν κόσμο  δίκαιο καί τῆς συνάντησης μέ τόν Χριστό. Δρόμοι κοπιώδεις ἀμφότεροι γιά τόν Λειβαδίτη, ὁ ὁποῖος τήν στροφή του στην  πίστη τήν ἒκανε ἠχηρή ἀπό  τά μισά περίπου τῆς ποιητικῆς του διαδρομῆς, φορτισμένος ἀπό τήν ματαίωση τοῦ πολιτικοῦ του ὁράματος.

  Χρειαζόμαστε μιά σεβαστική σπουδή τοῦ ἲδιου, σεβαστική διαισθητική συζήτηση μέ τόν ἲδιο. Φαίνεται πώς ὁ Τάσος Λειβαδίτης κέρδισε ἐμπόνως αὐτό πού ξεγλιστρᾶ ἀπ’ τά δάχτυλα πολλῶν καθ’ ἓξιν θρησκευμένων: μιά βαθιά, καρδιακή θεολογική αἲσθηση, ἀνοιχτή στόν ζωντανό Χριστό κι ὂχι κλειστή σάν καλοδουλεμένο σύστημα. Μιά ἀντίστιξη τοῦ ἲδιου: «Καί κάθε φορά πού μοῦ μιλοῦσαν γιά τόν Θεό δέν τούς πίστευα, ἀλλά ὓστερα ὃταν ἒμενα  μόνος μέ τήν σιωπή, καταλάβαινα καί τόν Θεό καί τό ἒργο του» (Ὁ ἀστερισμός τοῦ Λέοντος).  

  Σ’ αὐτή τήν προοπτική δένει τήν κοινωνική ἒγνοια μέ τήν ζωντανή πίστη: «Ὁ κόσμος μόνο ὃταν τόν μοιράζεσαι ὑπάρχει… (Ὁ ἀστερισμός τοῦ Λέοντος). Αὐτή ἠ ἀποστροφή του κρίνει ὃλη τήν λογιοσύνη μας, γι’ αὐτό ἲσως ἡ κορυφαία. 

  Θυμᾶμαι τήν ρομαντική μου  ἒνταξη στἠν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐλπίδας ὡς φοιτητής καί στήν συνέχεια τήν σταδιακή μου ἀπεμπλοκή ἀπό τά πολιτικά ὁράματα τῆς ἐφηβίας μου.  Στἠν συνέχεια ἐπιχείρησα,  τήν ἐποχή τῶν μεγάλων φοιτητικῶν κοινωνικῶν ἀγώνων, νά καλύψω τήν ψύχρα τῆς μεγάλης ματαιότητας μέ στροφή στήν  μεταφυσική.

  Ὁπωσδήποτε σημασία ἒχει ἡ προσωπική ἀπόκριση τοῦ καθενός μας στίς προκλήσεις τῆς καθημερινότητας, ἡ πίστη στήν συμμετοχή τῆς ἀνθρώπινης δράσης στό ἒργο τῆς λύτρωσης τοῦ κόσμου  ἀπό τήν ἀδικία καί τήν φτώχια, μέ ὃραμα ἓναν δικαιότερο κόσμο, πού μέ τήν πάροδο  τοῦ χρόνου θά γίνεται πιό περιεκτικό καί οἰκουμενικό, καί πού  θά ἒχει ὡς θεμέλιο τήν  ἀνθρώπινη καλοσύνη,  καί ὂχι θέτοντας στήν θέση τῆς κακίας μιά  ἂλλη κακία πιό βίαιη.  «Πιστεύω στά δισταχτικά ἀδέξια βήματα τῶν ταπεινῶν καί στόν Χριστό πού διασχίζει τήν Ἱστορία. Αὐτή ἡ πίστη πού ὑπαγορεύει τήν μακροθυμία καί τήν συγνώμη τοῦ ἀντιπάλου, γεννᾶ χειρονομίες στοργῆς καί ἐπιείκειας, ἐμπνέει σκέψεις ἀπόλυτα καταδικαστικές τοῦ μίσους. Ὃταν λές μισῶ, ὁ πρῶτος φόνος τοῦ κόσμου ξαναγεννιέται  μέσα σου» (Ποίηση). Ἡ κακία ὀρθώνετει στήν θέση τῆς ἀγάπης δηλητηριάζοντας, καί αὐτόν πού μισεῖ, καί ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα μέ τό ἁμάρτημα τοῦ Κάιν.  

  Στήν ἀπολογία του στήν βασική δίκη του ὁ Λειβαδίτης δήλωσε «Γιατί ὁ ποιητής ἢ ὁ συγγραφέας, ἀπό τήν στιγμή πού θά χαράξει τήν πρώτη φράση του πάνω στό χαρτί εἶναι δεμένος μέ ὃρκο ἀκατάλυτο νά ὑπερασπίσει ὂ,τι πιό ἂξιο ἒχει ἠ ζωή: τήν δικαιοσύνη, τήν ἀλήθεια, τήν  ὁμορφιά, τήν εἰρήνη» σάν να ἒχουν ἐγγραφεῖ ἐντός του οἱ Μακαρισμοί τοῦ Χριστοῦ. 

   Εἶναι ἐφικτός ὁ  κοινωνικός μετασχηματισμός μέ ἐπίκεντρο καί γνώμονα τούς ταπεινούς, δίχως τό ταξικό μίσος καί τήν βία, πού  ἀρχικά ὑπηρέτησε, λίγο  ἀργότερα ἀμφισβήτησε καί, ἐντέλει, ἀποκήρυξε ὁ Τάσος Λειβαδίτης; Ἡ θεολογική σκέψη καί τά χριστιανικά πολιτικο-κοινωνικά κινήματα μᾶς δίνουν ποικίλες καί ἀμφιλεγόμενες ἀπαντήσεις. Μιλῶντας πάντως γιά τόν Λειβαδίτη, τόν ποιητή μας, θά τολμοῦσα νά  είκάσω ὃτι μᾶλλον γέρνει πρός τήν λυτρωτική δύναμη τῆς ἀγάπης-τόν ἀντίποδα τοῦ μίσους- και τοῦ πόνου, πού «ἀπαιτεῖ» τήν ὓπαρξη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται πηγή σωτηρίας στό θεῖο Πάθος.

«Τοσοῦτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμι, καί οὐκ ἐγνωκάς με, Φίλιππε;»  Μέ αὐτή τήν βιβλική προμετωπίδα, ἀπό τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο ξεκινᾶ ὁ δεύτερος  τόμος τῶν ἀπάντων τοῦ Τάσου Λειβαδίτη. Δέν χωρᾶ καμμιά ἀμφιβολία ὃτι αὐτή προειδοποεῖ τίς προθέσεις τοῦ ποιητή, προθέσεις πού στό κέντρο τους ἒχουν τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ ἀκατάλυπτου Θεοῦ πού γνωρίζεται καί μένει ἂγνωστος, πού φανερώνεται καί μένει κρυμμένος, πού ποιεῖ καί ἐκπλήσει, πού σιωπᾶ καί ἀποκαλύπτεται.

  Γι’ αὐτό καί σέ ἀντίθεση μέ τόν Φίλιππο-καί δέν εἶναι  καθόλου τυχαῖο τό γεγονός τῆς χρήσης τοῦ συγκεκριμένου χωρίου-, ὁ ποιητής στήν ἐρώτηση «ποιόν περιμένετε;», στό  ποίημά του «Προθάλαμος», ἀπαντᾶ μέ τό ἀφοπλιστικό, σαφές καί ἂκρως δηκτικό, «ποιόν νά περιμένω, βρέ ἂθλιοι, τούς λέω, ἂν ὂχι τόν Ἰησοῦ Χριστό;». Ἀπάντηση πού δείχνει ξεκάθαρα πώς  ὁ ποιητής ἀναγνωρίζει καί κυρίως γνωρίζει τό  Ἰησοῦ.

Ἡ ποίηση τοῦ Τάσου Λειβαδίτη εἶναι μιά ἐναγώνια προσπάθεια νά περάσει «πέρα». Νά ἀνοίξει  τήν ὓπαρξη γιά νά χωρέσει ἡ συγχώρεση, νά χωρέσει τήν συγχώρεση, νά βρεῖ χῶρο ἡ συνάντηση.

  Αἰσθάνομαι μιά ζεστασιά παρακολουθώντας τίς διαδορομές τοῦ Τάσου Λειβαδίτη στήν Ἁγία  Γραφή παρά διαβάζοντας ὁμιλίες γραμμένες γιά τούς πιστούς, ἢ ἐκφωνούμενες ἀπό ἱεροκήρυκες! στήν Ἐκκλησία. Ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο παραπέμπει στήν Καινή  Διαθήκη, εἶναι φανερό ὃτι ὁ Λειβαδίτης τήν γνωρίζει καλά. Τήν μεταχειρίζεται μέ ἐλευθερία καί οἰκειότητα, Οἰ ἀναφορές του φαίνεται ὃτι τόν ἀκουμποῦν βαθιά, τόν ἀφοροῦν στό παρόν του, βρίσκει ἐκεῖ τόν ἑαυτό του, βρίσκει τόπους νά ταυτιστεῖ καί αὐτό τον ζεσταίνει.

 Ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι κάτι δικό του, κάτι  τό ὁποῖο βρίσκει τόν ἑαυτό του, κάτι πού τόν συγκινεῖ καί αἰσθάνεται ἐλεύθερος νά χρησιμοποιήσει στοιχεῖα Της στίς δικές του ὑπαρξιακές καταθέσεις. Ἡ χαμένη Ἐδέμ, ὁ Λάζαρος, ὁ Γολγοθάς, τά καρφιά τῆς Σταύρωσης, εἶναι κομμάτια τῆς ποίησής του, κομμάτια πού ἂρχουν ἢ ἂρχονται στούς στίχους του ἀνάλογα μέ τήν φάση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ ἲδιος.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου