Παρασκευή 11 Απριλίου 2025

Στοῦ ἒρωτα τήν Ἐρυθρά θάλασσα.

 

«Πλῆθος νερά νά σβήσουν τήν ἀγάπη δέν μποροῦν κι οὒτε μποροῦν ποτάμια νά τήν πνίξουν». Ἆσμα  Ἀσμάτων 8,7

 Δέν ὑπάρχει ἂνθρωπος πού νά μήν ἐρωτεύεται, πού νά μήν  βασανίζεται. Κάποιοι τό ἀπωθοῦν καί ὑποφέρουν, καί ἂλλοι, προσέρχονται ἐκουσίως, ἐν γνώσει τῆς μέλλουσας ταλαιπωρίας,  παγερά ἀδιάφοροι γιά τἠν καραδοκούσα βάσανο.  

  Ὁ καθηγητής Ψυχιατρικῆς Mehl στό μάθημα τῆς Ψυχανάλυσης, ἒλεγε στούς φοιτητές κοινωνιολογίας καί ψυχολογίας τοῦ Στρασβούργου: «Δικαίωμα γιά τήν ἂσκηση τῆς τέχνης τῆς ψυχιατρικῆς ἒχει ὃποιος ἢ  ὃποια διακατέχεται  ἀπό  τήν ἒμφυτη ἱκανότητα νά διακρίνει ἀπό τό  βάθος τοῦ ἀναστεναγμοῦ καί τήν συχνότητά του, περί τίνος πρόκειται. Πρόκειται γιά καημό έρωτικό, καημό πίκρας ἐρωτικῆς, στενοχώριας ψυχικῆς, ἀνέχειας, προβληματισμοῦ φιλοσοφικοῦ, διαφορετικά ἂς διαλέξει  ἂλλο ἐπάγγελμα».

  Ὁ ἐρωτικός  λόγος, ποιητικός καί πεζός, ἐξεικονίζει πυρφόρο τόν ἒρωτα. «Καίγομαι καί σιγολιώνω…». Ὁ καημός κατάγεται ἀπό τό καίω, ἀπό  τόν ἀόριστό του. Γενικά καημός ὃποια καί ἂν εἶναι ἡ αἰτία του. Εἰδικά ὃμως ἡ ἀγάπη, ἡ τερπνή καί ἡ στενόχωρη, δέν  μπορεῖ παρά να εἶναι πύρινη, καί ἒτσι ἀκριβῶς ἒχει τραγουδηθεῖ  σέ ὃλες τίς ἐποχές τής ἱστορίας.

  Ἡ βιοχημεία καί οἱ νευροεπιστῆμες, γράφει ἡ Ἂννα Λιδάκη, στό βιβλίο της, Ἀναζητώντας τό χαμένο παράδειγμα, ἒχουν μελετήσει τό φαινόμενο τῆς ‘‘φλόγωσης’’ τῶν ἐρωτευμένων καί τήν χημεία τοῦ ἒρωτα καί μᾶς ἐξηγοῦν γιατί  ἡ καρδιά παρουσιάζει ταχυπαλμία, φτερουγίσματα λέμε,  πού προκαλεῖ ὑπεραιμία, ὃταν ἀντικρύζουμε τό πρόσωπο πού μᾶς ἐνδιαφέρει  ἐρωτικά.

  Καί ἡ ψυχανάλυση και ἡ φιλοσοφία καί ἡ λογοτεχνία ἒχουν νά ποῦν πολλά γιά τό μυστήριο τοῦ πύρινου ἒρωτα. Ἀλλά ἒρχεται φυσικό νά φαίνονται λίγα καί νά ἠχοῦν ἀνίσχυρα κάθε φορά πού παίρνει φωτιά μιά καρδιά. Ἡ ποίηση τραγουδισμένη καί μή, στοχαστική καί «ἀφελής», κάθε ἐποχῆς καί κάθε τόπου, εἶναι τό δύσκολο ἐγχείρημα νά δοθεῖ  σχῆμα καί φωνή εἲτε στήν ἁγία  φλόγα πού ἀνάβει στά γενέθλια ἑνός ἒρωτα εἲτε στήν στάχτη πού ἀφήνει πίσω της· στάχτη τοῦ ζευγαριοῦ ἢ στάχτη τοῦ ἑνός μόνο μέλους της.

  Σέ ὃλες τίς γλῶσσες ὃταν προσπαθεῖ ὁ ἂνθρωπος νά  ἐκφράσει ἒντονο πάθος, χρησιμοποιεῖται αὐτή ἡ μεταφορά· προφανῶς  ὁ ἒρωτας καίει παντοῦ τό ἲδιο. Γιά παράδειγμα, ὃταν μιλᾶμε γιά τήν Κάρμεν λέμε ὃτι εἶναι φλογερή… Εἶναι νομίζω χαρακτηριστικό τό γεγονός ὃτι ἡ λέξη ‘‘γιάκ’’ στήν  γλώσσα τῶν Τσιγγάνων, χρησιμοποιεῖται μέ δύο σημασίες: γιά νά δηλώσει τήν ἐρωτική ματιά   καί τήν φωτιά.   

Τό μοτίβο τῆς φωτιᾶς ἀπαντᾶ σέ πολλές τίς περιοχές και σέ ὃλες τίς ἐποχές. Ἀπό τόν ἀποθησαυρισμό τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα στό μνημειῶδες ἒργο του «Κόκκιν’ ἀχείλι ἐφίλησα», 843 σελίδες, ἐκδ. ΑΓΡΑ, δανείζομαι τίς παρακάτω γραμμές:

Αὐθόρμητο ξεχείλισμα τοῦ παράπονου μιᾶς ἀπαρνημένης κόρης:

 Τήν φλόγαν, τήν πολλήν πυράν, τήν ἒχει ἡ καρδιά μου

τίς νά τήν σβέση δυνηθῆ καί νά ’ν’ παρηγοριά μου;

Ἀλλά στήν ἀγάπη δέν χωροῦν παράπονα. Ὃλοι εἲμαστε προειδοποιημένοι:

Ἡ ἀγάπη ἒννεν πωρικόν νά φᾶς καί νά σοῦ μείνει,

μά ἐν λαμπρόν μές στήν καρκιάν π’ ἀφταίνει σόν καμίνι. (λαμπρόν: φωτιά, ἀφταίνει: ἀνάβει)

Τά πάθη  τῶν ἐρωτοπυρόπληκτων στά Τζουμέρκα:

Αὐτό τό ἂχ! νά μοῦ ’βγαινε ἀπ’ τῆς καρδιᾶς τά φύλλα,

θέλα καιγόταν ὁ ντουνιά  χωρίς φωτιά καί ξύλα. 

Δύο καυτές κρητικές μαντινάδες:

Ἀπ’στῆ καρδιᾶς μου τή φωτιά μιά λάβρα θά ὁρμήσει,

δέντρα, βουνά, δάση, κλαδιά, ὃλα θά τά κεντήσει.

Καίγομαι κι ἂθος γίνομαι,, ὡς καίγεται τ’ ἀπύρι,

γιά σέ  ψηλομελαχρινή, κι ὂχι γι’ ἂλλης χατίρι. (ἂθος: στάχτη,<αἲθω, καίω, λάμπω,< αἰθάλη).

  Τί κάνει ἡ λυγερή ἀφοῦ πυρπολήσει τόν ἂντρα πού τήν ποθεῖ; Ὁρισμένες ἀπό τίς πιθανές ἐπιλογές τίς ἒχουν τραγουδήσει ἐπώνυμοι καί ἀνώνυμοι λόγιοι Φαναριῶτες   ἀλλά καί λαϊκοί μαντιναδόροι. 

Παγερή ἀδιαφορία, καί  ἀπομάκρυνση ἀπό τό πεδίο τοῦ πόνου:

Ἀφοῦ μ’ ἂψες τή φωτιά, ἒφυγες κι ἂφησές με,

μηδέ Θεό φοβήθηκες μηδ’ ἐλυπήθηκές με.

Ἀπήτις μ’ἂψες τή φωτιά τοῦ διπλοκακομοίρη,

οὒτε στήν πόρτα βγαίνεις μπλιό οὒτε στό παραθύρι.

Στάση  δεύτερη, τό χαιρέκακο ἢ σαδιστικό χάζι ἀπό ἀπόσταση ἀσφαλείας:

Ἀπήτις μ’ ἂψες τή φωτιά, ἐσέρθηκες ὀπίσω

κι ἒκανες τό σεΐρι σου ἲντα λογῆς θά σβήσω

Στάση τρίτη, ἡ ὑποκριτική συμπόνια, φαρισαϊκά πυροσβεστική:

Ἀπήτις μ’ ἀψες τή φωτιά, ἢπιασες τό λαήνι

καί κάνεις πώς τή λαντουρᾶς, μά κείνη μπλιό δέν σβήνει. (λαντουρῶ: καταβρέχω).

Στάση τέταρτη, ἡ αὐτοαπανθράκωση, ὃπως τήν ὁρίζουν οἱ στίχοι ἑνός  φαναριώτικου, ποιήματος, πού ἱστοροῦν τόν γυναικεῖο καημό:

Μονάχη μου τά φύσηξα τά κάρβουνα κι ἀνάψαν,

κι ἐμπῆκα μέσα   εἰς αὐτά καί τό κορμί μου κάψαν.

Καί ὁ ἂντρας; Ἒχει τους τρόπους του, πού διαφέρουν ἀπό τούς τρόπους τῆς γυναίκας, ἀφοῦ οἱ αἰῶνες δέν διαμόρφωσαν τήν ψυχή τους μέ τό ἲδιο  καλέμι. Μιά ἐπιλογή του  εἶναι ἡ παραπονιάρικη καταγγελία:

Δέν  εἶσαι σύ πού γιόμωσες κάρβουνα τήν καρδιά μου

καί φύσηξές  τα κι ἂναψαν κι ἒκαψες τήν καρδιά μου;

Μιά δεύτερη, ὁ βαρύς ἂρκος και ἡ αὐτοκατάρα, πού ἀπό τό συμβολικό  πῦρ μετακινεῖται στό φυσικό:

Πάλι κι ἂν σ’ ἀρνηθῶ κι ἐγώ καί κάμω ἂλλο ταίρι,

νά καίγομαι ὡς καίγεται ἡ γῆς τό καλοκαιρι.

Καί ἡ τρίτη ἐπιλογή μέ τήν ἀπανθράκωση ἒχει νά κάνει, μόνο πού τήν φωτιά δέν τήν στέλνουν οἱ τιμωρητικοί οὐρανοί ἀλλά τήν ἀνάβει μέ τά ἲδια του τά χέρια ὁ καταδουλωμένος τοῦ ἒρωτα.

Πάνω στά  ὃρη στά βουνά φωθιά θά πάω  ν’ ἂψω,

νά βάλω τό κορμάκι μου γιά σένα νά τό κάψω.

Τέταρτη ἐπιλογή ἡ ἐκδίκηση, Ὃπως τήν ἐξαγγέλλει  ἓνα κυπριακό δίστιχο.

Πού το στενόσ σ’ ἒν νά διαβῶ τσ’ ἒν νά σοῦ τραουδήσω,

νά κάψω  τήν καρτούασ   σου τσ’ ἒν νά τήν καπυρίσω. (καπυρίσω: καψαλίσω).  

Πέμπτη ἐπιλογή τό δάκρυ, μέ τήν  προσδοκία ὃτι θά λειτουργήσει ἀνακουφιστικά. Τό δίστιχο εἶναι από τήν Νάξο.

Ἡ μόνη μου παρηγοριά εἶναι τά δάκρυά μου,

Πού τρέχουνε καί σβήνουνε τή φλόγα τῆς καρδιᾶς μου.

 Τό παραπάνω δίστιχο μοῦ θύμισε τά παρακλαυσίθυρα ἂσματα, -κλαίω παρά τήν θύραν- μιά ἀπολεσθεῖσα τακτική παραπονιάρη ἐρωτευμένου  πού προσπαθεῖ νά ἀλλάξει τήν ἂποψη τῆς κοπελιάς καταφεύγοντας στήν πρόκληση τῆς λύπησή της, κλαίγοντας ἒξω ἀπό τήν πόρτα της.   

Ώς πότε πιά, Προδίκη, θέ νά κλαίω; Ώς πότε πιά, σκληρή, θά σέ ἱκετεύω

χωρίς καμμιά ἀνταπόκριση·  πιά τώρα ἀρχίσανε ν’ ἀσπρίζουν τά μαλλιά σου

καί θέ νά μοῦ δοθεῖς σύντομα, ὃπως ἐδόθηκε στόν Πρίαμο ἡ Ἑκάβη.

  Ὁ Ἀριστοφάνης θά συνθέσει ἓνα ὁλοκληρωμένο τέτοιο ποίημα, στίς Ἐκκλησιάζουσές του, ὃπως καί ὁ Θεόκριτος, τό 270 π. Χ., στό βουκολικό του ποίημα Ἀμαρυλλίς, μέ τήν εἰρωνική διαφορά ὃτι ὁ πρωταγωνιστής του τραγουδάει στήν ἀγαπημένη του βοσκοπούλα μπροστά στήν εἲσοδο μιᾶς σπηλιᾶς, ὃπου βέβαια πόρτα δέν ὑπάρχει.

  Στήν συνέχεια παραθέτω δύο σύγχρονα ἐρωτικά ποιήματα, πού μοῦ ἀρέσουν. Τό πρῶτο  «Δέν εἶσαι πουθενά» τό ἒγραψε ἡ Βάσω Ἀλαγιάννη καί τό ἐρμἠνευσε ὁ Λιδάκης, καί τό δεύτερο «Τά θαύματα», πού στιχουργό  ἒχει τόν Κατσούλη Ἠλία, συνθέτη δέ καί ἑρνηνευτή τόν Παντελή Θαλασσινό. Ἒχουν πολύ καημό, πόνο, δάκρυ, καί φυσικά πολύ φωτιά. Καί ἡ γυναίκα καί ό ἂντρας πονάνε τό ἲδιο· δυνατά πολύ.  

«Δέν εἶσαι πουθενά»
 Είπα να γράψω ένα τραγούδι
Και ήρθες στο νου μου εσύ
Είπα να κόψω ένα λουλούδι
Κι ήρθες στο νου μου πάλι εσύ.

Σε ψάχνω μεσ’ στον κόσμο
Δεν είσαι πουθενά
Ανάβω όλα τα φώτα
Και είναι σκοτεινά.

Έφυγες δίχως ένα γεια σου
Χωρίς εξήγηση
Κι έμεινα με το άρωμά σου
Και με πικρή τη θύμηση

Σε ψάχνω μεσ στον κόσμο
Δεν είσαι πουθενά
Ανάβω όλα τα φώτα
Και είναι σκοτεινά

 

«Τά θαύματα»

Να 'ρχόσουνα στον ύπνο μου, σεμνή και λυπημένη

Αγία που μαρτύρησε, απ' όλους ξεχασμένη

Να γονατίσω ταπεινά και να σε προσκυνήσω

Να πω "συγνώμη" τρεις φορές, και να μετανοήσω

 

Όμως αυτά τα θαύματα γίνονταν σ' άλλα χρόνια

Τότες που ζούσαν άνθρωποι με καθαρή ψυχή

Που κοίταγαν πολύ ψηλά, στου ουρανού τ' αλώνια

και ξέρανε, ποιο σύννεφο θα φέρει τη βροχή

 

Να 'ρχόσουνα στον ύπνο μου, σαν Παναγιά ντυμένη

Να μου 'λεγες η εικόνα σου πού βρίσκεται κρυμμένη

Βαθιά να σκάψω να τη βρω, με χιόνια και λιοπύρι

και να σου χτίσω εκκλησιά, και μέγα μοναστήρι

Τέλος μεταφέρω ἓνα τραγούδι ἀπό τήν Μαυριτανία, μεταφρασμένο ἀπό τόν Ἀθανάσιο Β. Νταουσάνη:

Ἡ καρδιά μου στέγνωσεν

ὃπως ἡ σαβάνα

σέ ξερό καιρό: Δέν ἒχω

πιά καμμιά χαρά.

Τό κακό πού μ’ ηὗρε

Τό λένε Ἀγάπη:

 

Μέ καίει, πιό

πολύ κι ἀπό φωτιά·

μέ πληγώνει, πιό

πολύ κι ἀπό τό δόρυ·

μέ σφάζει, πιό πολύ

κι ἀπό λεπίδι κοφτερό-

 

βαθειά μέσα μου.

 

 

Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Πάλιν καί πολλάκις…

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

  Ὁ κ. Δωρόθεος προφανῶς εἶναι προϊόν μιᾶς πολιτικοεκκλησιαστικῆς καμαρίλας, μέ τούς τοπικούς κλακαδόρους, βλέπε ἡγούμενο Τουρλιανῆς, Χορευτή…,  νά τόν ὑπηρετοῦν γλοιωδῶς.  (Τοπικά ἒχουμε συνηθίσει τίς ἁγιογραφίες του).  Ἀλλάζει τούς κανόνες κατά βούληση ἀφοῦ τούς εἶχε φτιάξει κάποια στιγμή στά μέτρα του. Ὃταν ὁ σωματότυπος τῶν συμφερόντων του διαφοροποιεῖται, προσαρμόζει τό παιχνίδι κατά τό δοκοῦν. Ἀπό τήν μιά εἶναι προϊόν τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐλιτίστικης ἑλλαδικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί ἀπό τήν ἂλλη σύμπτωμα ἀπόλυτης ὓβρεως.

  Διέλυσε τό σαθρό κατεστημένο τοῦ ἀγαθοῦ τελικά γερο-Δωρόθεου,  καί αἰχμαλώτισε τήν τοπική ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀδίστακτα στά δεσποτικά του συμφέροντά. Συναγελάζεται τήν πολιτική ἡγεμονία καθώς καί αὐτήν τῆς ἀπόλυτης πλουτοκρατίας, ὑπηρετεῖ τό πολιτικό συμφέρον τῶν κατά καιρούς πολιτικῶν, πιστεύει στήν κοινωνική καί πολιτική δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἒχει καμία αἲσθηση κοινωνικῆς εὐθύνης ἢ τήρησης τῶν κανόνων, και  δέν νοιάζεται διόλου γιά τόν ἀντίκτυπό τους, καθ’ ὃτι ἀπέκτησε πολιτική καί οἰκονομική ἰσχύ, πού ξεπερνάει τήν κοινή λογική, ἀκόμη και τήν φαντασία του.

  Δέν γράφω στό ξεκούδουνο…Πόσοι κληρικοί τοπικά, νέοι στήν ἡλικία, ἒχουν φύγει ἀπό ἀνίατες ἀσθἐνειες, οἱ ὁποῖες  σύμφωνα μέ τούς εἰδικούς εἶναι συνέπεια στυγνῆς καταπίεσης; Πόσοι κληρικοί ἦρθαν καί ἒφυγαν καί πόσοι ἀναζητοῦν τήν  εὐκαιρία νά φύγουν; (Δέν θά ὑπάρξει τελευταῖος). Πόσοι κληρικοί ὑποφέρουν  ἀπό χρόνια προβλήματα σωματικά καί ψυχικά, μέ πρώτους τούς καταπιεστές τους; Ἐνδιαφέρθηκε ποτέ ὡς πατέρας, ὡς ὑπογράφει,  γιά τά προσωπικά  καί οἰκογενειακά προβλήματα τῶν ἱερέων τοπικά; Ἒχει ἀναφερθεῖ ὁ ἲδιος λεβέντικα στά προβλήματα ὑγείας πού τόν ταλανίζουν; Τό μόνο ἀνύσταχτο ἐνδιαφέρον του, ὁ δίκην μανεκέν ἀκκιζόμενος στολισμός του. «Καβαλᾶς τό ἀλογό σου μέχρι νά πεθάνει καί μετά τό τρῶς». Αὐτό ὃμως δέν εἶναι μοντέλο λειτουργίας πού θά ἒπρεπε νά ἓχει ἓνας κληρικός

 Σεβασμιώτατε,

  Ἀνασυνταχθεῖτε; Χωρίς ἀνάσα εὐαγγελική πῶς πορεύεσθε ὡς ἐπίσκοπος; Δέν αἰσθάνεσθε  τήν ἀνάγκη νά δεῖτε   καθαρότερα τόν ἑαυτό σας;  Ἰσχύει γιά ὂλους μας:  Ἂν  θέλουμε νά μᾶς κατανοήσουμε καλύτερα, πρέπει νά πάρουμε ἀπόσταση ἀπό τόν ἑαυτό μας. Νά τόν δοῦμε γιά λίγο ἀπό ἒξω.    Ἐάν εἲμαστε μονίμως βυθισμένοι μέσα μας καί βράζουμε στό ζουμί μας, δέν μποροῦμε νά κοιταχτοῦμε κριτικά. Ἂν δέν ξεφύγουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας, δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε ἀδυναμίες, δέν μποροῦμε νά δοῦμε τά ὑπόγεια ρεύματα πού  μᾶς ὁδηγοῦν καί ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν.       Ξεφεύγουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας ὃταν ὑπάρχουμε γιά τόν ἂλλο, τόν Νίκο, τόν Μανώλη, τήν Ἑλένη, τήν Μαρία…, τόν ἐπώνυμο ἂλλο, ὂχι γιά τόν ἂλλο ἒτσι ἀόριστα. Ἡ ἀπόσταση ἀπό τόν ἑαυτό μας, μᾶς κάνει νά ἀντέχουμε καί στόν χρόνο. Ὁ χρόνος μᾶς νικάει ὃταν εἲμαστε ἀπορροφημένοι ἀπό τόν ἑαυτό μας, ὁπότε πεθαίνουμε μαζί του.

   Βγαίνουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας δέν σημαίνει παραιτούμαστε ἢ ἐγκαταλείπουμε τόν ἑαυτό μας. Ἀσταμάτητα μέσα μας κάνουμε κάτι. Ἁπλᾶ ἡ  ἒξοδος γίνεται σάν φορά τῶν  πραγμάτων. Ἡ ἲδια ἡ ἒνταση τῆς σκέψης μᾶς ὑποχρεώνει νά τήν ὑπηρετήσουμε. Ὃσο ἡ σκέψη μᾶς ὑπηρετεῖ εἲμαστε χαμένοι. Πρέπει κάπου νά ὑπηρετήσουμε τήν σκέψη μας.  Αὐτό δέν γίνεται μέ  κάποια ἀπόφασή μας.  Εἶναι ἡ διολίσθηση μιᾶς δωρεᾶς, ἡ ὁποία σέ κατευθύνει. Καί τό  δέχεσαι. Δέν σημαίνει δηλαδή ὃτι  ἐγκαταλείπεις τόν ἑαυτό σου καί  γίνεσαι ἂγγελος. Παραμένεις μέ τά ἐλαττώματά σου, μέ τά προσωπικά σου χαρακτηριστικά, μέ ὃλα ὃσα κουβαλάμε ὃλοι, ἀλλά ξαφνικά φεύγεις ἀπό ἐσένα καί ὑπηρετεῖς πιά αὐτό πού μέχρι τώρα περίμενες νά σέ ὑπηρετήσει.  

  Κύριε Πολυκανδριώτη,

Ὁ μακάριος πατήρ Ἰωήλ Γιαννακόπουλος διέκρινε ἀπόλυτα τό ἀξίωμα ἀπό τήν ἀξία καί ἒλεγε: Ἂν ἒχεις ἀξία δέν χάθηκε ὁ κόσμος ἂν θά ἀποχτήσεις ἢ ὂχι ἀξίωμα. Ἂν δέν ἒχεις ἀξία, τί νά τό κάνεις τό ἀξίωμα; Θά σέ ἐκθέτει. Ἐσᾶς  προσωπικά, σᾶς ἐκθέτει πολύ, ὑπερβολικά πολύ.

  Ἂν δέν πορευτοῦμε, ὃλοι μας ἀντάμα, ὡς πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, συνειρμικά μέ πλάγιους φωτισμούς τῶν Μαρτύρων μας, πού δέν τυφλώνουν, ἀπανωτῶν παρενθέσεων καί ἂμα χωρίς εὐαγγελικές ἐκπτώσεις χοντρές, κανένας δέν μπορεῖ νά προχωρήσει στό χῶρο τοῦ λόγου τῆς Σωτηρίας ἀλλά καί τῆς δημιουργίας, αὐτῆς πού ἰσορροπεῖ τό ὑποκειμενικό καί τό ἀντικειμενικό.

   Η εποχή δεν απαιτεί αναγνώσεις πίσω από τις γραμμές, μόνο στοιχειώδη ειλικρίνεια. Τίποτα πια δεν είναι κρυφό. Εἶναι πολλά τά σημάδια πού δείχνουν ὃτι ἡ ἐκκλησιαστική κρίση τοπικά ὑποκρύπτει μιά συστημική ἀποτυχία. Ὃποιος ζεῖ τοπικά  διαπιστώνει ὃτι ὁ πήχης ἒχει πέσει χαμηλά σέ πολλούς τομεῖς, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

  Ἡ Ἐκκλησία στήν Τῆνο ἒχει ἀλλάξει προκλητικά καί ἀνησυχητικά. Κανένα ἀπό τά χαρακτηριστικά Της δέν θυμίζει Εὐαγγέλιο. Γιά πάντα;

 

 

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

Σέ ἀνοιχτή ἀκρόαση

 

Ἐπικοινωνία τηλεφωνική μέ φίλο. Ἡ φιλία μας κρατάει ἀπό τήν πρώτη δημοτικοῦ.

 …..

-Κάποιες φορές αἰσθάνομαι πεταμένος στόν ἀκάλυπτο, ρέ Γιώργη. Χάος γύρω μου μεγάλο. Δέν νιώθω πλέον τήν οἰκειότητα, τήν  μεγάλη οἰκειότητα, μέ τόν γείτονα, μέ τόν συμμαθητή μας. Διακρίνω μιά ἐπιθετική διάθεση, ἲσως καί βίαιη, στήν καθημερινότητα ἀκόμη καί ὃταν εἶναι εὐγενής, εἶναι ἐπίπλαστη,  προσβλητικά ἀπαξιωτική, καί δυστυχῶς   ἐξελίσσεται μέ τρόπο ραγδαῖο. Αἰσθάνομαι τσιτωμένος. Νεῦρα παντού. Νεῦρα στήν Μητροπόλεως, νεῦρα στό καφενεῖο, στό σπίτι, νεῦρα ἀκόμη καί στόν καθρέφτη. Ὢρες ὢρες δέν μέ ἀντέχω…

-Βασιλάκο νά σοῦ θυμίσω ὃτι ἐμεῖς, ὡς παιδιά, μεγαλώσαμε σέ μιά ἀτμόσφαιρα βίας. Βία στό σχολεῖο,  βία παντοῦ. Θυμᾶμαι ἀκόμη, ὃταν μικρό παιδάκι μέ ἒστειλαν νά πάρω ἓνα φάρμακο, ἒκανα λάθος καί μπῆκα στό διπλανό καφεκοπτεῖο. Ὁ καφεπώλης τό τί βρισίδι μοῦ τράβηξε δέν λέγεται. Βλάκα, βλαμμένο, ἠλίθιο… ἀκόμη καί ὃταν ἒβγαινα άπό τό φαρμακεῖο  ἦταν στήν πόρτα καί μ’ ἒβριζε. Ἡ διαφορά μέ τώρα ἦταν ὃτι ἡ τότε βία δέν μᾶς δημιουργοῦσε ψυχολογικά τραύματα. Ἐσύ γιατί  τόσα νεῦρα;

-Κάθε μέρα  ἀκούω πώς κάποιοι κλέβουν ρεῦμα, οἱ βενζινᾶδες  κλέβουν βενζίνη ἢ τήν νοθεύουν, κλέβουν τό Κράτος, ἀγρότες κλέβουν τήν Ε.Ε. μέ ψεύτικες ἐπιδοτήσεις, κλέβουν ὃ,τι μπορεῖ ὁ καθένας, καί τό Κράτος  τούς ἀφήνει νά  ξανακάνουν τό ἲδιο, βιασμοί,  δολοφονίες, 80 δικαστικοί ἀπόλύθηκαν γιά διαφθορά, ὁ συμμαθητής μας, ὁ φαρμακοποιός. μοῦ ἒλεγε τίς προάλλες ὃτι ὁ τζίρος ἀπό τά ψυχοφάρμακα εἶναι αὐξανόμενος,  μέ πολύ ἐπικίνδυνη τήν ἂνοδο χρηστῶν σκληρῶν ναρκωτικῶν, οἱ τηλεοπτικές σειρές γιά τά μπάζα,  σενάρια, διάλογοι, σκηνοθεσίες ἀπίστευτα χαμηλῆς στάθμης, μιά  διαρκῆς καταφυγή στό ἀποπολιτικοποιημένο, ἐπαρχιώτικου στύλ, μελόδραμα, μιά παραίτηση, μιά εὐκολίαὑπονομεύοντας ἀπροκάλυπτα τήν  πιθανότητα αὐτός ὁ λαός νά χειραφετηθεῖ μαζικά ἀπό τίς μαλακίες του.

 Ἐσύ;

-Καί ἐγώ ἒχω μιά αἲσθηση μεγάλης κακουχίας. Παρατηρῶ μιά αὐξανόμενη, ἑλλαδική καί διεθνή ἀταξία, πού δέν εἶναι κάτι νέο, ἀλλά πλέον ἐπιδεινώνεται ἐπικίνδυνα.   Κανείς δέν μπορεῖ νά προβλέψει ποῦ θά καταλήξει ὃλο αὐτό τό σκηνικό. Ἒχω τήν αἲσθηση πάντως ὃτι διανύουμε τήν περίοδο τοῦ ἀπόλυτου σόκ, τῆς κατάρρευσης κάθε βεβαιότητας.

-Ὁρισμένοι ἐπιστήμονες λένε ὃτι μπαίνουμε ἢδη στήν φάση τοῦ «ἓκτου μαζικοῦ ἀφανισμοῦ». Ἡ μοίρα κάθε προηγμένου, τεχνολογικά, πολιτισμοῦ εἶναι ἡ αὐτοκαταστροφή του.

-Δέν εἶμαι εἰδικός… Μᾶλλον εἲμαστε στήν ἀρχή τῆς βίαιης ἀφύπνισής μας. Πιστεύω ὃτι ἲσως πρόκειται γιά ἓνα «τέλος διαρκείας». Καί ὃτι μπορεῖ ἢδη νά ἒχει ξεκινήσει, μέ κάμποσες ἐνδείξεις τά τελευταῖα χρόνια, τόσο ὡς πρός τά φυσικά φαινόμενα ἀλλά καί ὡς πρός τά πολιτικά καί κοινωνικά. Συνδυασμός καί τῶν δύο εἶναι ἡ κλιματική ἀλλαγή, μέ τό βάρος ὃμως νά πέφτει ἐξ ὁλοκλήρου πάνω στόν  ἀνθρώπινο παράγοντα. Ἂν καί  ἀκόμη τά βολεύω ἀρκετά καλά, ἒχω μιά αἲσθηση μεγάλης κακουχίας στο κορμί μου, τά τοιχώματα τῆς ψυχῆς παρουσιάζουν μικροραγίσματα…Στό αἷμα μου καί βαθύτερα ἀκόμη στό μεδούλι μου κυκλοφοροῦν  ἀγκαθάκια φραγκόσυκου, πού σταδιακά γίνονται σκληρά σάν ρινίσματα σιδήρου.

-Καί ἐγώ κουρασμένος ψυχολογικά. Μάλιστα ἡ  κούραση μοιάζει νά μονιμοποιεῖται, δέν προχωράω ἐλεύθερα, κάτι μέ  τραβάει πρός τά κάτω σάν ἀσήκωτο βαρίδι. Ψάχνω τό κουράγιο ἀκόμη  καί νά χαμογελάσω. Σκέπτομαι νά πάω χαλαρά, σέ ἓναν ψυχίατρο. Ὂχι ψυχολόγο. Ξεφύγαμε από τούς παπάδες καί πέσαμε στούς ψυχολόγους. Τούς  πληρώνουμε κιόλας.  Τά παιδάκια μου μιά χαρά. Ἡ κόρη μου ἦρθε στό Αἲγιο μόνιμα, τά ἐγγονάκια μου μιά χαρά… Μέ τήν γυναίκα μου, ὃπως ὃλοι μας. Τώρα εἲμαστε σάν συγγενεῖς, πρώτου βαθμοῦ πλέον…

Ὑπάρχουν γυναῖκες πού ὀνειρευόμαστε καί γυναῖκες πού μᾶς κάνουν νά ὀνειρευόμαστε…

Αὐτά, ἂλλη φορά…

-Καί ἐγώ νιώθω κάπως ἀμήχανα ἀλλά παραμένω ψύχραιμος, σταθερός, μέ ὃλο καί πιό  ἒντονη τήν αἲσθηση τῆς ἀπειλῆς, τήν ἀνασφάλεια  νά ἒρχεται ἀπό παντοῦ… κατά καιρούς ἒχω τίς μαύρες μου.. εὐτυχῶς ὑπάρχει τό κηπαράκι τοῦ Χατζηράδου τό ὁποῖο μέ  βοηθᾶ νά ἀντιμετωπίζω πολλά… Προσπαθῶ νά κάνω ψυχανάλυση στόν ἑαυτό μου, μέ τά λίγα πού γνωρίζω.

-Πολλά διαζύγια στό Αἲγιο.

-Καί στήν Τῆνο τό ἲδιο.

-Σκεπτόμουν τίς προάλλες, τί συμβαίνει καί χωρίζουν οἱ ἂνθρωποι.

-Τί;

-Ὂχι πάντως ἐπειδή πλήττουν. Οὒτε  ἂν ἒχουν ἢ δέν ἒχουν παιδιά. οὒτε ἂν φλερτάρουν ἢ κοιμοῦνται μέ ἂλλους. Χωρίζουν ὃταν σταματοῦν νά αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη νά ἐπικοινωνοῦν μέσα ἀπό ἱστορίες. Ξέρουν ὃτι μόνο ἱστορίες ὑπάρχουν ἀνάμεσά τους, κάτω άπό τά ροῦχα τους, άπό τά σεντόνια τους, ἀπό τό δέρμα τους. Τίποτα ἂλλο. Ἱστορίες πού ἒχουν ζήσει μαζί ἢ χώρια, ἀκούσει, ὀνειρευτεῖ, ἱστορίες πού ἒχουν κατασκευάσει, ξαναβρεῖ, συγκεκριμένες ἢ ἀόριστες, ἡμιτελεῖς, ἀτελείωτες, ὁλοκληρωμένες, ἱστορίες συγκινητικές, ἀνιαρές, τρομακτικές, ἀστεῖες, ἱστορίες χωρίς ἱστορία, χωρίς πρόσωπα.

-Γι’ αὐτό ἐμεῖς κρατᾶμε τήν φιλία μας. Γιατί λέμε ἱστορίες;

-Σπάνια μιλᾶμε στό τηλέφωνο, καί πιό σπάνια συναντιόμαστε.. καί ὃμως ὃταν βρισκόμαστε εἶναι σάν νά εἲχαμε βρεθεῖ πάλι τήν προηγούμενη.

(Ὁ φίλος ἀρνεῖται πεισματικά τήν χρήση  ὑπολογιστή, ἀλλά χαζεύει στήν τηλεόραση τά βράδια γιά νά τόν πάρει ὀ ὓπνος, ὃπως ἰσχυρίζεται)

-Γιώργη βγάλε τήν ἒνταση ἀπό τήν ζωή σου. Ἀποσυνδέσου. Ἒχεις γίνει  ἓνα κομπιοῦτερ. Κομπιοῦτερ καί κινητό. Ἀποσυνδέσου. Γενικά ἀποσυνδέσου ἀπό τοξικές  μνῆμες, τοξικές εἰδήσεις, τοξικούς ἀνθρώπους. Δέν σοῦ μιλάω σάν μαμά..

-Δάσκαλε πού δίδασκες…

-Γιατί  τό λές;

-Γιατί βλέπεις τηλεόραση, ἀκατάσχετα.

-Ὂχι, μόνο ἀθλητικά… μπάσκετ καί ποδόσφαιρο, καί κανένα παιχνίδι. Μέ τίποτα, εἰδήσεις καί πολιτικές, οἰκονομικές συζητήσεις, ἀναλύσεις, σειρές. 

Ἡ λογική τοῦ ἀνίσχυρου, τοῦ ἒκπτωτου, τοῦ παρατημένου εἶναι ἡ τρέλα. Δέν θά κάνω σέ κανένα τό χατίρι νά χάσω τό μυαλά μου. Ὃσο και νά μέ καλοπιάνουν, νά μέ χαϊδεύουν, δέν ὑποχωρῶ. Δέν θέλω ρέ τήν αὒξηση τῶν 25 εὐρώ, δέν τήν θέλω…Δέν πρόκειται νά μέ δεῖτε σαλεμένο, γιά νά φωτιστεῖ ἡ ἀνέκφραστη ὂψη σας, τό μουχλιασμένο χαμόγελο τῆς ψυχῆς σας.

-Προσωπικά,  δέν  βλέπω τήν ὢρα νά πάω στό κτῆμα πού ξέρεις. Τηλεόραση δέν  βλέπω σχεδόν καθόλου. Χαζεύω πολύ ἐλαφρά στόν ὑπολογιστή, φευγαλέα στήν σελίδα τῆς Ἰωάννας, πατάω κατά καιρούς δυό καρδοῦλες συγκεκριμένα ἐκεῖ πού θέλω, ὃπου ἒχω ἀδυναμία,  γράφω γιά τήν Ἀντοψία… Ἐσύ τά πρωινά σου;

-Καφενεῖο…μέ κούρασε κι αὐτό τό καφενεῖο κάθε μέρα… τίς ἲδιες φάτσες, οἱ ἲδιες ἀνιαρές συζητήσεις, στήν ἲδια θέση, στήν ἲδια στάση…Ἐσύ δέν βαρέθηκες μέ τό κτῆμα;

-Πιστεύω ὃτι ἀπό τήν φύση του ὁ ἂνθρωπος ἒχει ἀνάγκη τήν κούραση, τόν ἱδρῶτα. Βάλε στό πρόγραμμα  νά  ἀσχοληθεῖς μέ τό κτῆμα σου. Ἀπό τό σπίτι σου ἂνετα  πᾶς στό κτῆμα μέ τά πόδια, ἒχεις νερό…

-Μέ ἒχεις πρήξει μέ  τό κτῆμα…

  Μείναμε ἐκεῖ γιατί κατέφθασε τό ἐγγονάκι του καί ὃλα παραμερίζονται, ὃπως γιά ὃλους μας. Ἐμένα τά ἐγγόνια μου, μοῦ δίνουν δυό χαρές: τήν μία ὃταν ἒρχονται καί τήν δεύτερη  ὃταν φεύγουν… Τά ἐγγόνια σέ τρελαίνουν, ἀλλά part time. Νά μήν ἀντικαταστήσουμε τούς γονεῖς. Τό νά τρελαίνεσαι μέ τά ἐγγόνια σου εἶναι χαζοτικό. Ποιός παππούς δέν ἒχει στυλ παπποῦ ‘‘διαφθορέα’’. Ποιός δέν μοιράζεται μέ τά ἐγγόνια  του μυστικά καί σκανταλιές; Τό πιό ἁπλό:  στίς διακοπές ἡ χαοτική χρήση τοῦ κινητοῦ λέγοντας μπροστά στήν μαμά: παίξτε ρέ παλικάρια καί λίγο μέ τό κινητό… ἀπαγορεύονται οἱ  τσίχλες γιά τήν μικρή ἀπό τήν μαμά ἀλλά συμπτωματικά βρισκόμαστε στό περίπτερο, καί πάλι ἀπό μιά σύμπτωση  πέφτουμε πάνω σέ τσίχλες, τί νά κάνουμε;… Τέλος μιά συμβουλή πρός τούς παπποῦδες: παίξτε κοῦκλες μέ τήν ἐγγονή σας, ἒχει μιά γλύκα, ὃσο γλυκειά εἶναι καί ἡ πριγκηπέσσα ἐγγονή σας, φυσικά ὂχι τόσο γλυκειά ὃσο ἡ κόρη σας…