Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

20 Μαϊου 1941- Αρχίζει η Μάχη της Κρήτης.

 

Της  Άννας Κ. Κορνάρου-Καλαμαρά

  Τούτη την εποχή, που ανθοφορεί η ελληνική γη και παρά την πανδημία απολαμβάνομε τον μυρωμένο αέρα της εθνικής μας ελευθερίας, ας πλέξουμε στεφάνι μνήμης και τιμής για τους ήρωες της Κρήτης μας. Εκείνοι, το τρίτο δεκαήμερο του Μαϊου 1941, τόλμησαν- μετά το Αλβανικό μέτωπο και τα Μακεδονικά οχυρά - και αντέταξαν το τρίτο « ΟΧΙ» στην αλαζονεία του Χίτλερ. Αγώνας τιμής και χρέους ήταν η αντίσταση στη Μεγαλόνησο, τη μόνη ελεύθερη γωνιά της ελληνικής Πατρίδας, που κυμάτιζε η Γαλανόλευκη. Εκεί λοιπόν στην Κρήτη κατευθύνθηκε ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ και η ελληνική Κυβέρνηση στις 23 Απριλίου 1941, πριν εισέλθουν οι μηχανοκίνητες γερμανικές δυνάμεις στην Αθήνα. Με διάγγελμα στον ελληνικό λαό, προ της αναχωρήσεώς του, εξηγούσε: «Τα σκληρά πεπρωμένα του πολέμου αναγκάζουν ημάς σήμερον, όπως μετά του Διαδόχου του θρόνου και της νομίμου κυβερνήσεως της χώρας απομακρυνθώμεν εξ Αθηνών και μεταφέρωμεν την πρωτεύουσαν του κράτους εις Κρήτην, οπόθεν θα δυνηθώμεν να συνεχίσωμεν τον αγώνα (…) μετά την απρόσκλητον επίθεσιν, ην υπέστημεν εκ μέρους δύο αυτοκρατοριών…».

  Αλλά η σπουδαία θέση της Κρήτης στην Ανατολική Μεσόγειο μαγνήτιζε τις διαθέσεις του Χίτλερ. Η κατάκτηση της Μεγαλονήσου θα του χρησίμευε ως «Βάση» για να προστατευθούν οι θαλάσσιες επικοινωνίες στο Αιγαίο από βρετανικές επιθέσεις με προέλευση την Αλεξάνδρεια. Θα προστατεύονταν ιδιαίτερα οι μεταφορές πετρελαίου από την Κωνστάντζα, μέσω των Στενών, στην Ιταλία. Πρωτίστως όμως η Κρήτη θα ήταν η απόκτηση μιας βάσεως στην Ανατολική Μεσόγειο για τις αεροπορικές επιθέσεις του κατά της Αγγλίας. Και επειδή υστερούσε των αντιπάλων του σε ναυτικές δυνάμεις, προτίμησε την εισβολή στην Κρήτη από τον αέρα, όπου είχε την απόλυτη υπεροχή. ΄Ετσι στις 25 Απριλίου 1941, με τη διαταγή υπ’ αριθμ. 28, δίνει το σύνθημα για την έναρξη της επιχειρήσεως «ΕΡΜΗΣ». Η μεγαλύτερη επιχείρηση αερομεταφοράς στρατιωτικών δυνάμεων σε όλη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου άρχιζε την αυγή της 20ής Μαϊου 1941.

   Εκείνο το πρωινό, λίγο μετά τις 6.30, στην Αττική, τα βαριά Γιούνκερς το ένα μετά το άλλο, μερικά από αυτά σέρνοντας πίσω τους και ανεμοπλάνα, ορμούσαν στους διαδρόμους απογειώσεως. Γρήγορα υψώθηκαν πάνω από την αποπνικτική ατμόσφαιρα των αεροδρομίων Φαλήρου και Ελευσίνας φέρνοντας κύκλους στον γαλανό ουρανό της Αθήνας. Κάτω τους έλαμπε λευκή η Ακρόπολη στο φως του ήλιου, ενώ το ήρεμο αττικό τοπίο και οι κάτοικοί του αναστατώνονταν από το πανδαιμόνιο εκατοντάδων αεροπλάνων, σαν να επρόκειτο για αποδημία γιγαντιαίων αρπακτικών πουλιών, που κατευθύνονταν στα νότια πάνω απ’ την ακύμαντη θάλασσα.

   Είχαν βέβαια προηγηθεί της μεγάλης αποβατικής επιχειρήσεως αεροπορικές επιδρομές στην Κρήτη καθημερινώς από την 1 η Μαϊου με μεγάλες δυνάμεις. Τα αεροπλάνα της Λουφτβάφφε βομβαρδίζουν αγγλικά καράβια, τις λιμενικές εγκαταστάσεις της Σούδας, τα αεροδρόμια του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά, και του Ηρακλείου. Αντικειμενικός σκοπός να καταστραφούν τα αντιαεροπορικά πυροβόλα και να παρεμποδιστεί η χρησιμοποίηση των δρόμων μεταξύ Σούδας, Χανίων και Μάλεμε. Σκληρή μάχη, μεγάλες απώλειες. Είκοσι τρία αεροπλάνα έχουν καταρριφθεί από τους ΄Αγγλους. Η άμυνα του νησιού όμως είναι αξιοθρήνητα ανεπαρκής και ο ανεφοδιασμός δύσκολος. Αλλά οι Γερμανοί, μεθυσμένοι από τη νίκη τους στην Ελλάδα και βέβαιοι για τον προσεχή τους θρίαμβο στην Κρήτη, δεν έχουν πάρει μέτρα ασφαλείας και η επιχείρησή τους δεν μένει απολύτως μυστική. Οι Σύμμαχοι τούς περιμένουν. «Η Κρήτη, ο επιθετικός προμαχώνας μας εις την Μεσόγειον, πρέπει να κρατηθεί με κάθε θυσία» τονίζει ο Τσώρτσιλ. Η Μέση Ανατολή στέλνει ενισχύσεις με ανεφοδιασμούς, αλλά η γερμανική αεροπορία επιτηρεί και οι ΄Αγγλοι δυσκολεύονται- έστω και τη νύχτα- στη μεταφορά δυνάμεων παρά τη ναυτική τους υπεροχή. Στην Κρήτη βρίσκονται 12.000 περίπου ΄Ελληνες στρατιώτες, διαμοιρασμένοι σε 11 τάγματα. Εκπαιδευμένοι είναι μόνο οι άνδρες των 3 ταγμάτων. Οι άλλοι νεοσύλλεκτοι με ελλιπέστατο οπλισμό. 800 ΄Ικαροι της ελληνικής αεροπορίας, 2.800 Χωροφύλακες και 350 περίπου ενθουσιώδεις Ευέλπιδες της Σχολής. Καλούνται στα όπλα διάφορες εφεδρείες με ποικίλο ατομικό οπλισμό και χωρίς βαρύ οπλισμό. Συμμετέχουν Παλαιστίνιοι και Κύπριοι, άοπλοι όμως και αγύμναστοι, ως βοηθητικά σώματα. Συμμαχικά στρατεύματα: 30.000 περίπου Βρετανοί, Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί ήλθαν από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η αρχηγία έχει ανατεθεί στον Νεοζηλανδό Στρατηγό Φράυμπεργκ, άνδρα γενναίο και εμπειροπόλεμο με διακρίσεις κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αεροπορική δύναμη όμως είναι θλιβερή: 6 «Χαρικαίην» και 17 παλαιωμένα. Λίγα σμήνη αεροπλάνων, χρησιμοποιούνται για τη συνοδεία νηοπομπών. Πυροβολικό, αντιαεροπορικά, αντιαρματικά και παράκτιες πυροβολαρχίες με ανεπαρκή πυρομαχικά. Δεν αρκούν για την άμυνα ούτε των αεροδρομίων του νησιού. Ελάχιστα τα μεταφορικά μέσα και τα αποθέματα του πολεμικού υλικού. Προβληματική η συντήρηση των στρατευμάτων και των 450.000 χιλιάδων αμάχου πληθυσμού. Ισχυρή μόνο η υπεροχή του αγγλικού στόλου.

   Η γερμανική αεροπορία θα μεταφέρει στην Κρήτη 16.000 άνδρες της επίλεκτης 7 ης μεραρχίας αλεξιπτωτιστών. Επίσης θα φθάσουν στο Νησί, μεταφερόμενοι με επιταγμένα ελληνικά καΐκια και αλιευτικά σκάφη, 7.000 άνδρες της 5ης μεραρχίας αλπινιστών και σύνταγμα της 5 ης θωρακισμένης μεραρχίας. Για την υποστήριξη της αποβάσεως θα χρησιμοποιηθούν 400 βομβαρδιστικά αεροπλάνα και Στούκας, 250 καταδιωκτικά και αναγνωριστικά, μεταγωγικά 500 «Γιούνκερς 52» και ανεμόπτερα. Και μόνη η αναφορά του αριθμού των αεροπλάνων προξενεί τρόμο! Τρεις είναι οι αντικειμενικοί στόχοι: Τα αεροδρόμια Μάλεμε, Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Θα τα καταλάβουν αλεξιπτωτιστές και στη συνέχεια θα χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά ενισχύσεων και πολεμικού υλικού.

    Γύρω στις 7 το πρωί της 20ής Μαϊου 1941 αρχίζει στη Μεγαλόνησο, κατά μήκος της ακτής ανάμεσα στη Σούδα και στο Μάλεμε, άγρια αεροπορική επιδρομή από βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως, από βαριά βομβαρδιστικά και μαχητικά με πολυβόλα και πυροβόλα. Κόλαση πάνω απ’ την Κρήτη, σε όλη την περιοχή των Χανίων μέχρι του Μάλεμε. Σφυροκοπούν με βόμβες των 250 και 450 κιλών τις θέσεις που κατέχουν τα αγγλικά στρατεύματα. Όλα μαζί τα αντιαεροπορικά πυροβόλα από το έδαφος ανοίγουν πυρ, ενώ τα καταδιωκτικά πυροβολούν με λύσσα τις θέσεις τους. Ουρλιάζουν τα αεροπλάνα. Τραντάζει το σύμπαν. Σύννεφα άμμου σηκώνονται και σκόνη αποπνικτική, καθώς τα θραύσματα των βομβών σκορπούν τριγύρω. Ορατότης μηδέν. Σφαίρες σφυρίζουν παντού. Σύνθημα συναγερμού στην Κρήτη.

   Και να! Πάνω απ’ το αεροδρόμιο του Μάλεμε φθάνουν κατά κύματα τα γερμανικά Στούκας και τα Χάινκελ. Μια ώρα αργότερα εμφανίζονται τα πρώτα τρικινητήρια Γιούνκερς 52. Πετούν χαμηλά, σε ύψος 90 μέτρων, σε γραμμή μετώπου, και πίσω από την πρώτη γραμμή ακολουθεί δεύτερη, τρίτη, τέταρτη… Τα πρώτα αλεξίπτωτα, μεγάλα μανιτάρια, κάπου δώδεκα εκτοξεύονται από κάθε αεροπλάνο. Σκιάζουν τον ουρανό πάνω απ’ το αεροδρόμιο του Μάλεμε. Σχεδόν ταυτόχρονα άλλα προς τις φυλακές της Αγυιάς και του Γαλατά. Λευκά, κόκκινα, πράσινα, γαλάζια. Τεράστια και εφιαλτικά, που όσο πλησιάζουν προς τη γη, με ελαφρό κυματισμό στον αέρα, μεγαλώνουν. Και φωνές πιο παράξενες κι άγριες διασχίζουν τους αιθέρες, καθώς οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κραυγάζουν ο ένας στον άλλο, για να συνεννοούνται ή να ενθαρρύνονται μεταξύ τους. Οι Νεοζηλανδοί πυροβολούν, οι Γερμανοί απαντούν με πολυβολισμούς και οβίδες. Αεροπλάνα πέφτουν φλεγόμενα. Εκατό αλεξιπτωτιστές κατεβαίνουν κοντά στην περιοχή διαμονής του Βασιλιά. Με δυσκολία κατορθώνει να διασωθεί η Α.Μ. με τους ακολούθους προς τις Μαδάρες και τα Λευκά ΄Ορη. Οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές αποδεκατίζονται. Πολλοί φθάνουν στη γη νεκροί. Κομματιασμένα αλεξίπτωτα χαρωπά χρώματα στο μακάβριο σκηνικό της σφαγής. Πολλοί τραυματίες κι άλλοι παραδίδονται. ΄Οσοι διασώζονται δημιουργούν φωλιές αντίστασης. Ανεμοπλάνα σύρονται στους ελαιώνες ή συντρίβονται στη θάλασσα. Κι όμως τα μεταγωγικά αποβιβάζουν αδιάκοπα νέες δυνάμεις στο διάδρομο προσγειώσεως, που έχουν ήδη θέσει υπό τον έλεγχό τους. Αποβιβάζουν ακόμη και στις ακρογιαλιές. Μα οι προσπάθειές τους εξουδετερώνονται από τον αγγλικό στόλο που πλέει γύρω απ’ το Νησί.

   Οι μαχητές απ’ το έδαφος κυριεύονται από άγρια έξαρση. Απ’ το Μάλεμε ως τη Σούδα άνδρες πολεμούν απεγνωσμένα. Και τμήμα πολιτοφυλακής οργανωμένο υπό την αρχηγία του αντισυνταγματάρχη Παύλου Γύπαρη. Εθελοντές πολιτοφύλακες παιδιά 16-17 χρόνων. Και τα φυσίγγια ανεπαρκή. Μόλις 50-60 στο κάθε παλικάρι. Αλλά ξεσηκώνεται και ο άμαχος πληθυσμός της Κρήτης. Απ’ όλες τις μεριές άνδρες, γυναίκες και παιδιά, οπλισμένοι με τουφέκια και κάθε λογής πρωτόγονα όπλα, σχηματίζοντας αυτοσχέδιες ομάδες, συρρέουν στα σημεία προσγείωσης του εχθρού. Ο πύρινος θάνατος αιωρείται και βρυχάται πάνω απ’ τα κεφάλια τους – τι παράξενος τούτος ο πρωτοφανής πόλεμος απ’ τον ουρανό – κι αυτοί με ατσαλένια την ψυχή τους πυροβολούν υπερασπιζόμενοι τις προγονικές τους εστίες απ’ τον φοβερό κατακτητή. ΄Ωρες ο αγώνας σώμα με σώμα μέσα στις ελιές, σε ολάνθιστους κήπους, στα κριθαροχώραφα ή πίσω από βράχια σπαρμένα στις πλαγιές των λόφων. Στόχος τους να κρατήσουν ελεύθερες τις συγκοινωνίες. Αλλά ο εχθρός με βαρύτατες απώλειες εξακολουθεί να αποβιβάζει δυνάμεις. Τα αεροπλάνα ρίχνουν τους αλεξιπτωτιστές και στρίβουν φεύγοντας προς τις βάσεις τους. Επανέρχονται και κατευθύνονται ανατολικά.

   Γύρω στις 4 μ. μ. βομβαρδίζονται ανηλεώς τα αεροδρόμια Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Η Κρήτη φλέγεται σαν άλλο Αρκάδι. Μαίνεται η μάχη απ’ το Μάλεμε και το Κολυμπάρι του Γαλατά ως την άλλη άκρη της Μεγαλονήσου. Κάθε σπιθαμή γης αναμοχλεύεται απ’ το ατσάλι που ρίχνουν τα γερμανικά αεροπλάνα. Πλήττονται οι τηλεφωνικές επικοινωνίες των ΄Αγγλων απ’ τους βομβαρδισμούς της γερμανικής αεροπορίας. Κόβονται τα σύρματα απ’ τη πτώση των αλεξιπτωτιστών. Σε λίγο οι διαταγές θα αποστέλλονται με αγγελιαφόρους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η φρουρά του Ηρακλείου δεν γνώριζε για τις επιθέσεις απ’ τον αέρα στην υπόλοιπη Κρήτη μέχρι το μεσημέρι της 21 ης Μαϊου, οπότε άκουσαν τη ραδιοφωνική εκπομπή του Λονδίνου. Κι όμως οι αμυνόμενοι αγωνίζονται μέχρις εσχάτων και ανανεώνουν τον οπλισμό τους απ’ τους νεκρούς εχθρούς. Ως το απόγευμα της δεύτερης μέρας (21 Μαϊου) κανένα απ’ τα αεροδρόμια δεν έχει κατακτηθεί απ’ τους αλεξιπτωτιστές, που συνεχώς αποδεκατίζονται. Τέλεια αποτυχία των Γερμανών στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο. Τελικά όμως, μέχρι να πέσει το σκοτάδι, οι αλεξιπτωτιστές του 1 ου συντάγματος καταλαμβάνουν το αεροδρόμιο του Μάλεμε και προσγειώνονται οπλιταγωγά με ένα σύνταγμα της 5 ης ορεινής μεραρχίας.

   Τη νύχτα 21 προς 22 Μαϊου, μοίρα Αγγλικού στόλου βυθίζει βορείως των Χανίων και καταστρέφει γερμανική νηοπομπή. Ενισχύσεις χιλίων (1000) ανδρών και λίγων αρμάτων καταποντίζονται. Αλλά μεταξύ των Βρετανών επικρατεί σύγχυση λόγω της τρομακτικής ελλείψεως επικοινωνιών και πληροφοριών. Το πρωί 22 Μαϊου η γερμανική αεροπορία βυθίζει πλοία του αγγλικού ναυτικού στα κρητικά νερά και το καθιστά ανίκανο στο εξής να δώσει υποστήριξη στη φρουρά της Κρήτης. Στην ξηρά μάχες πεισματώδεις και αιματηρές. Πολεμούν Σύμμαχοι, ΄Ελληνες και Κρήτες, αλλά τα πυρά του εχθρού είναι τρομακτικά και η οργάνωσή τους τέλεια. Μέρα –νύχτα προσγειώνονται νέοι αλεξιπτωτιστές. 23 Μαϊου ο Βασιλιάς και η ελληνική Κυβέρνηση εγκαταλείπουν το Νησί και καταφεύγουν αρχικά στην Αίγυπτο και μετά στη Νότια Αφρική, για να καταλήξουν στο Λονδίνο. Εντωμεταξύ οι αναμετρήσεις συνεχείς μέσα στους ηλιόλουστους δενδρόκηπους και άγριες οι συγκρούσεις στις χαράδρες.

    24 Μαϊου σφοδρός βομβαρδισμός των Χανίων. Η πόλη φλέγεται. Κάθε ζωντανή ψυχή απομακρύνεται. Η πρωτεύουσα της Μεγαλονήσου μεταβάλλεται σε απέραντη νεκρούπολη ερειπωμένη κατά τα 3/4. Κυριακή 25 Μαϊου επικός αγώνας στον Γαλατά. Την ίδια μέρα με επιστολή ο Διοικητής των ελληνικών δυνάμεων Στρατηγός Σκουλάς αναφέρει στον Φράϋμπεργκ «…Η εχθρική αεροπορία δρώσα με καταφανή κτηνωδία κατεδαφίζει πόλεις και χωριά άνευ διακοπής…».. «Κρήτες και ΄Ελληνες μάχονται υπέροχα» διαμηνύει ο επικεφαλής των Αυστραλών Κάμπελ. Στις 26 Μαϊου το Υπουργείο Στρατιωτικών της Μ. Βρετανίας στέλνει τηλεγράφημα έξω πραγματικότητος «…Γνωρίζομεν εχθρός πιέζεται σκληρώς. Πάσα δυνατή βοήθεια αποστέλλεται». Ο Στρατηγός Φράυμπεργκ τηλεγραφικά αναφέρει στη Μέση Ανατολή «Οποιαδήποτε απόφασις και αν ληφθή, από στρατιωτικής απόψεως η θέσις μας εδώ είναι απελπιστική…». Στις 27 Μαϊου καταλαμβάνονται τα Χανιά και το λιμάνι της Σούδας. Ο ελληνικός στρατός βάλλεται αδιάκοπα και χωρίς τρόφιμα και εφόδια έχει αρχίσει να κάμπτεται.

   Πιεζόμενος από παντού ο Φράυμπεργκ ζητά από τη Μέση Ανατολή να δοθούν οδηγίες για της εκκένωση της Κρήτης. Δίδεται η έγκριση εκκενώσεως από το Λονδίνο στις 27 Μαϊου. Στις 29 οι γερμανικές πεζικές δυνάμεις, που προελαύνουν τώρα προς ανατολάς, ενώνονται με νέα τμήματα αλεξιπτωτιστών στο Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Στο μεταξύ όμως έχει αρχίσει η αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων προς τη νότια Κρήτη μέσα από τις ορεινές διαβάσεις, που ολοκληρώνεται την 1 η Ιουνίου με βρετανικά πλοία από την περιοχή των Σφακίων. Ακολουθεί και η νεοζηλανδική μεραρχία. Χιλιάδες περιπλανώμενοι στρατιώτες και τραυματίες δεν προλαβαίνουν να επιβιβαστούν. Οι Γερμανοί δεν καταδιώκουν συστηματικά τους υποχωρούντες. Ο Στρατηγός Φράυμπεργκ αναθέτει τη διοίκηση των τμημάτων που παραμένουν στην Κρήτη στον αρχαιότερο αξιωματικό με την εντολή να συνάψει ανακωχή με τον εχθρό κατά την 1 η Ιουνίου, ενώ ο ίδιος αναχωρεί για Αίγυπτο τη νύχτα της 31 ης Μαϊου με υδροπλάνο. Τα ελληνικά τάγματα και βέβαια οι ένοπλοι πολίτες δεν αποχωρούν.

  ΄Ετσι τελειώνει η Μάχη της Κρήτης, η πιο παράδοξη και ένδοξη συνάμα μάχη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τελευταία αιματηρή αντίσταση κατά του εισβολέα σε ελληνικό έδαφος. Και βέβαια για τον Αγώνα στην Κρήτη ο Στρατηγός της Μάχης Νεοζηλανδός Φράυμπεργκ ομολόγησε: « Δεν έχω παρά μόνο λόγια επαίνου διά τον τρόπον με τον οποίον ο ελληνικός στρατός και ο πληθυσμός της Κρήτης προσεπάθησε να υπερασπίση το τελευταίον φρούριον του έθνους των. Ολίγα έθνη έχουν τα ευγενικά των προτερήματα…». Στην Κρήτη έσβησε η περηφάνια του Χίτλερ. Εκεί άλλαξε η πορεία του πολέμου. Θεώρησε ο δικτάτορας θέμα λίγων ωρών την κατάκτηση της Μεγαλονήσου, αλλά η 10ημερη μάχη καθυστέρησε την «Επιχείρηση Μπαρπαρόσσα», την προγραμματισμένη δηλ. κατά τα μέσα Μαϊου εισβολή των στρατευμάτων του στη Σοβιετική ΄Ενωση. Και ήταν πύρρεια η νίκη του

στην Κρήτη. Αποδεκατίστηκε το επίλεκτο σώμα των αλεξιπτωτιστών και παραδέχτηκε ο ίδιος ότι « η Κρήτη απέδειξε πως οι μεγάλες ημέρες των αλεξιπτωτιστών τελείωσαν». Για τον ίδιο δε λόγο ο Τσώρτσιλ μιλώντας με το τέλος της Μάχης στην αγγλική Βουλή είπε: «…Στην Κρήτη απεκεφαλίσαμεν το φοβερόν τέρας».

   Δεν είχε υπολογίσει εξάλλου ο Χίτλερ πως παράπλευρα στον συμμαχικό και στον τακτικό ελληνικό στρατό θα πολεμούσε ο αγέρωχος κρητικός λαός, παρατεταγμένος με πνεύμα θυσίας και αυταπάρνησης απ’ τους πρόποδες των Λευκών Ορέων έως τους πρόποδες του Ψηλορείτη. Την ιστορική αλήθεια αποτυπώνει λιτά το τραγούδι της εποχής εκείνης:

 Χίτλερ να μην το καυχηθής

πως πάτησες την Κρήτη.

Ξαρμάτωτη την ηύρηκες

και λείπαν τα παιδιά της.

Μα πάλι πολεμήσαμε.

  Πραγματικά «ξαρμάτωτη». Αναφερθήκαμε στην τρομερή ανεπάρκεια εξοπλισμού και την αδυναμία να βοηθηθεί η Κρήτη από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Μα επιπλέον επισημαίνει ο Γιώργος Σεφέρης στο ΧΕΙΡΟΓΡΑφΟ ΣΕΠΤ.΄41 « ..τώρα σ’ αυτήν εδώ την ξενιτιά, με βαραίνει το πάρσιμο της Κρήτης… δεν έγινε καμιά προετοιμασία, τίποτε` κάναμε το αντίθετο. Τέλος Απρίλη, ούτε ο δρόμος από τη Σούδα στα Χανιά δεν ήταν έτοιμος. Χάσαμε τόσους μήνες` όχι: αδιαφορήσαμε- η Κρήτη ήταν το άπιστο νησί, το κλίμα του δεν πήγαινε στο καθεστώς».

  Αλλά και τα στρατευμένα παιδιά της «λείπαν». Η 5 η μεραρχία Κρήτης, ή σωστότερα όσα τμήματά της είχαν παραμείνει σαν οργανωμένες ομάδες μετά την κατάρρευση του μετώπου, είχε μείνει στην Ελλάδα. Γι’ αυτό κλήθηκαν στα όπλα διάφορες εφεδρείες και τους δόθηκε στοιχειώδης οπλισμός. ΄Ετσι ανέλαβε ο άμαχος πληθυσμός να αναπληρώσει το κενό και αποδεικνύοντας τη φλογερή ιδιοσυγκρασία του ρίχτηκε στις μάχες «υπέρ βωμών και εστιών» κτυπώντας από παντού τον εισβολέα. Το επιβεβαιώνει ο Γερμανός αξιωματικός Φλέηκερ. «Και μικρά ακόμη παιδιά μάς επυροβόλουν. Από παντού αόρατος εχθρός μάς πυροβολεί».

   Και να η ανταπόδοση. Εξοντωτικά αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό και τα ορεινά χωριά. Δέκα Κρήτες εκτελούνται για ένα νεκρό Γερμανό. Εκατοντάδες Κρητικών στημένοι στον τοίχο περιμένουν την ώρα της εκτελέσεως. Λεηλασίες και βιαιότητες. Η Κρήτη βομβαρδίζεται συνεχώς, η γη ανασκάπτεται, ερημώνονται οι πόλεις, ισοπεδώνονται τα χωριά. Η Βιάννος, η Κάνδανος, τα Μεσκλά, το Κοντομαρί, τα Ανώγεια κ.ά. ένα μνημείο σε κάθε χωριό. Αυτά δεν πέρασαν ποτέ στη Γερμανική ιστορία. Οι Γερμανοί αρνούνται ακόμη τις αποζημιώσεις. Σήμερα σταυροκοπιούνται οι Κρητικοί περνώντας απ’ τους τάφους, πυκνοσπαρμένους στο Νησί ολόκληρο. «Πιστεύω και διακηρύττω ότι ουδείς λαός εδοκιμάσθη περισσότερον από τον Λαόν της Κρήτης από της 20ής Μαϊου 1941 έως της 30ής» γράφει ο τότε Αρχηγός της Πολιτοφυλακής έφεδρος αντισυνταγματάρχης Παύλος Γύπαρης. Κι όμως η ματωμένη Μεγαλόνησος απ’ άκρη σ’ άκρη παραμέρισε τον πόνο για τους νεκρούς της και την ορφάνια κι αντιστάθηκε γενναία στα τέσσαρα τραγικά χρόνια δεινής Κατοχής, που ακολούθησαν.

    ΄Εδρασαν τότε οι αντιστασιακές ομάδες του πληθυσμού δίπλα στους Βρετανούς. Τα ηρωικά χωριά του Κέντρους, σκαρφαλωμένα ανάμεσα στα δυο μεγάλα βουνά της κεντρικής Κρήτης, τον Κέδρο και τον Ψηλορείτη, ήταν η καρδιά της αντίστασης και της αντιγερμανικής δράσης. Προπύργιο και καταφύγιο για όλους Βρετανούς, Νεοζηλανδούς, Αυστραλούς, πού` χαν μείνει πίσω, όταν τα Βρετανικά στρατεύματα αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το νησί στις 29 Μαϊου 1941. Εκεί συνέρρεαν οι Σύμμαχοι να κρυφτούν στα βουνά, στα χωριά του Αμάρι, στις στάνες, να ντυθούν, να τραφούν να επιζήσουν με κίνδυνο της ζωής των χωρικών.

  Εκεί ορίστηκε η κεντρική έδρα της Βρετανικής μυστικής Αποστολής στην Κρήτη. Στις σπηλιές του Κέδρου και του Ψηλορείτη έστησαν τα λημέρια και τους ασυρμάτους τους οι Βρετανοί αξιωματικοί με τη βοήθεια και τη φιλική συνεργασία όλης της επαρχίας με άκρα μυστικότητα. Και τα μικρά παιδιά ήξεραν πού ήταν κρυμμένοι οι ασύρματοι. Κι ενώ οι Γερμανοί είχαν εντοπίσει ότι το Αμάρι ήταν το φρούριο της πολεμικής μηχανής εναντίον τους, δεν κατόρθωσαν παρά τις επανειλημμένες επιδρομές, τις φυλακίσεις, τα μαρτύρια και τις εκτελέσεις ούτε ένα ενοχοποιητικό στοιχείο να ανακαλύψουν. Μα δόθηκε το κτύπημα για τη σφαγή, ίσως όταν επιχειρήθηκε το πιο τολμηρό εγχείρημα της παγκόσμιας σύρραξης: η απαγωγή του Γερμανού Στρατηγού Φον Κράιπε από την Κρήτη με τη συνεργασία των Κρητικών στις 26/4/1944. Ε, τότε εκείνα τα χωριά του Αμάρι στις 22 Αυγούστου 1944, στο γλυκοχάραμα της απελευθέρωσής τους από τους Ναζί, πλήρωσαν για την πίστη και τον πατριωτισμό τους με τη σφαγή και τον όλεθρο. Φωτιά και δυναμίτης τα εξαφάνισαν κι εκατοντάδες κάτοικοί τους δολοφονήθηκαν με τον πιο θηριώδη τρόπο.

«Οι τάφοι τους θα στέκουν μνημεία αιώνια της γενναιότητας, του πατριωτισμού και της αυτοθυσίας της γενναίας επαρχίας» είπε στα ελληνικά ο ΄Αγγλος αξιωματικός Πάτρικ Λη Φέρμορ,(ψευδώνυμο: Φιντελέμ,) ο επικεφαλής της απαγωγής του Γερμανού Στρατηγού, εκφωνώντας επιμνημόσυνο λόγο στις 22 Αυγούστου 1946, δεύτερη επέτειο από την ολοκαύτωση των χωριών εκείνων. Και ομολόγησε « Εμείς οι ΄Αγγλοι νοιώθαμε ένα ισχυρό συναίσθημα δυνάμεως και ασφαλείας, έχοντας δίπλα μας προστάτη όλο τον πληθυσμό της μεγαλειώδους αυτής επαρχίας. Επικεφαλής της Οργάνωσης ήταν οι δάσκαλοι, οι γιατροί, οι παππάδες, οι πρώην αξιωματικοί και στρατιώτες- δηλ. όσοι εξασκούσαν τοπική επιρροή και απολάμβαναν το σεβασμό- ανεξάρτητα από τάξη, από πλούτη ή από κοινωνική θέση. Πάνω στα βουνά, όπως έγινε πάντα στην Κρήτη, αρχηγοί ήταν οι τσομπάνηδες…». Αλλά και στην επίσημη βρετανική έκθεση για την αντίσταση στη «λεβεντογέννα και αγιοτόκο» Κρήτη γράφει: « ΄Ολες οι θυσίες των Κρητικών υποκινούνταν από μία αίσθηση του χρέους. Μερικοί από `κείνους που μας βοήθησαν ήταν ένα είδος άγιοι». Ο δε αξιωματικός Ραλ Στόκμπριξ ( ψευδώνυμο : Σήφης) υπενθυμίζει: « Ας μην ξεχνούμε ότι αν κάτι κατάφεραν οι Βρετανοί στην Κρήτη οφείλεται στους ίδιους τους Κρητικούς, χωρίς την περίθαλψη και προστασία των οποίων κανένας Βρετανός αξιωματικός δεν θα είχε επιζήσει πέραν των 24 ωρών».

   Αλλά και 4.465 Γερμανοί στρατιώτες που έπεσαν στη Μεγαλόνησο έχουν βρει φιλόξενη γη στην Κρήτη εκεί στο Κοιμητήριο, κοντά στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, και 1.527 στρατιώτες του Συμμαχικού στρατού, Βρετανοί, Νεοζηλανδοί, Αυστραλοί, Καναδοί στο Κοιμητήριο, δυτικά της Σούδας μέχρι την αμμουδιά. Αναπαύονται εχθροί και φίλοι σε πανέμορφα τοπία γαλήνης.

   Η μάχη όμως της Κρήτης -με ποταμούς αιμάτων και δακρύων- έμεινε στην Ιστορία ως η τελευταία μεγάλη συμβολή της Ελλάδας στη νίκη των Συμμάχων. Γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Τσώρτσιλ: «Ο Χίτλερ σπατάλησε άδικα τις δυνάμεις του στην Κρήτη, ενώ θα μπορούσε να κατακτήσει Κύπρο, Συρία, Ιράν ίσως και την Περσία». Σπαταλώντας δυνάμεις έχασε πολύτιμο χρόνο στην Κρήτη για τη γερμανική εκστρατεία στη Ρωσία κι έτσι ανοίχτηκε η πρώτη και κύρια πύλη στη Συμμαχική νίκη! 

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Στιχομυθία δύο κλοσάρ στό Παρίσι τοῦ 2005

 

   Δύο κλοσάρ, τυλιγμένοι μέ φθαρμένες κουβέρτες,  κάθονται σιωπηλοί  ἀνακούκουρδα μέ κατεβασμένο κεφάλι, μιά ἡλιόλουστη μέ δόντια μέρα, στήν ἂκρη ἑνός ἀεραγωγοῦ  τοῦ μετρό κοντά στή πλατεία Τροκαντερό παρέα  μέ ἓνα μεγάλο, μαλλιαρό, μαῦρο, βρόμικο σκυλί. Στά πόδια τους, σ’ ἓνα χαρτόνι εἶναι γραμμένο μέ χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο: «Ἂν αἰσθάνεστε τήν ἀνάγκη μιλήστε μας». Ξαφνικά ἀρχίζουν νά ἀποφαίνονται μέ μορφή στιχομυθίας   σάν νά ἀπαγγέλλουν:

-Ἂν ὃλα εἶναι σέξ τίποτα δέν εἶναι σέξ.

-Ἂν ὃλα εἶναι χρῆμα, τίποτα δέν εἶναι χρῆμα.

-Ἂν ὃλα εἶναι πολιτική, τίποτα δέν εἶναι πολιτική.

-Ἂν ὃλα εἶναι Θεός, τίποτα δέν εἶναι Θεός.

-Ἂν ὃλα εἶναι ἀγάπη, τίποτα δέν  εἶναι ἀγάπη.

-Ἂν ὃλα εἶναι μίσος τίποτα δέν εἶναι μίσος.

-Ἂν ὃλα εἶναι ἀδιαφορία, τίποτα  δέν εἶναι ἀδιαφορία.

-Ἂν ὃλα εἶναι σιωπή, τίποτα  δέν εἶναι σιωπή.

-Ἂν ὃλα εἶναι θάνατος τίποτα δέν εἶναι θάνατος.

Κάποια στιγμή ὁ νεότερος σηκώνει τό κεφάλι του καί προσηλώνει τό βλέμμα του στό κενό

-Ἂν ὃλα εἶναι, τίποτα δέν εἶναι.

…..

-Τό θέμα πλέον δέν εἶναι ὃτι ὑπάρχουμε…

-Δηλαδή;

-Ἀπό  ἓνα σημεῖο καί μετά τουλάχιστον….

-Κάπου σέ χάνω..

-Ὃταν ἒχεις χρόνο μπροστά σου ὃλα φαίνονται τόσο ἀβίαστα, τόσο αὐτονόητα…

-Σέ χάνω, σέ χάνω…

-Τό θέμα εἶναι ποῦ ἒχεις τόν χρόνο. Μπροστά ἢ πίσω

Τό  σκυλί σηκώνεται καί ἀρχίζει νά κουνάει ἒντονα τήν οὐρά του.

-Σέ νιώθω ἀνήσυχο.

-Κλείνουν τά μάτια μου.

-Χθές εἶδα τά πιό ἀπαίσια ὂνειρα τῆς ζωῆς μου. Μᾶλλον μέ πείραξε ἡ πίτσα πού φάγαμε χθές.

-Ἐμένα δέν μέ πείραξε. Τό κρασί σέ πείραξε.

-Ἒχω παχύνει;

-Κάποτε καμάρωνα τό κορμί σου. Θυμᾶσαι;

-Τό θέμα εἶναι πώς ἀναπνέουμε ἀκόμη.

-Τό θέμα  εἶναι πῶς ἀναπνέουμε;

-Δηλαδή κάποτε θά πάψουμε νά ἀναπνέουμε;

-Αὐτό τό λές ἐσύ.

-Ἐσύ τί  λές;

-Ὃ, τι εἶπα πρίν λίγο.

-Γίνε πιό σαφής.

-Πόσο περισσότερο;

-Λίγο…

-Πόσο;

-Κάποτε ἦσουν πιό καταδεκτικός…

 -Ὃ, τι  κατάλαβες, κατάλαβες!

-Περισσότερο εὐγενής πιό πρᾶος…Κουράστηκα.

Γιά νά μήν πῶ πιό τρυφερός….

Κου-ρά-στη-κα.

  Ὁ νεότερος γυρνάει τήν πλάτη στόν ἂλλο. Ὁ μεγαλύτερος σηκώνεται ὂρθιος. στέκεται ἀκριβῶς πάνω του, καί μέ πιό ἒντονο ὓφος:

-Κι ἐγώ κουράστηκα νά μοῦ μιλᾶς συνέχεια γιά τήν μάνα σου πού τραγουδοῦσε στήν ὂπερα, γιά τόν πατέρα σου πού ἒκανε θαλάσσιο σκί. Καί στήν τελική ἂδειασέ μου τήν γωνιά. Φιλοξενούμενός μου εἶσαι. Ἂσε πού ροχαλίζεις σάν ἀρκούδα καί ζέχνεις σάν ἀσβός. Τό κατάλαβες;

 Ὁ ἂντρας μέ γυρισμένη πλάτη παριστάνει τόν κοιμισμένο. Τό σκυλί ἀρχίζει νά γαβγίζει φοβισμένα τούς περαστικούς, πού ἀδιαφοροῦν πλήρως  γιά τήν διένεξη τῶν δύο κλοσάρ, καί ἐγώ, τελείωσα τήν ἒρευνα τῆς βιτρίνας ὑποδημάτων. Ἢδη ἡ  ἒκπτωση σέ  μποτάκι πού μοῦ  ἀρέσει ἀπό 360 ἒχει πάει σέ ἓνα μῆνα, σταδιακά, στά 60. Θά βρῶ στό νούμερό μου;

  Γραμμένο μέ τήν τρυφερότητα πού δικαιοῦται  νά νιώθει ἓνας ἐπιφυλλιδογράφος γιά  τά πρόσωπα πού δημιουργεῖ,  τοποθετῶντας τα, στό  παράλογο κοινωνικό περιβάλλον, σέ συνδυασμό μέ τήν αἲσθηση τῆς ἀλλοτρίωσης τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου.  Μέ ἂλλα λόγια πρόκειται γιά ἀναζήτηση τοῦ τρόπου πού ἐπιθυμοῦμε νά εἶναι ὁ κόσμος καί τόν κόσμο, ὃπως πραγματικά εἶναι.

 Τό πῶς θέλουμε νά εἶναι ὁ κόσμος, φαίνεται ὃτι εἶναι μέρος τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας.  Διαθέτουμε μιά ἒμφυτη αἲσθηση δικαιοσύνης. Ἐπιδιώκουμε τό κακό νά τιμωρεῖται καί ἡ ἀρετή νά ἀνταμείβεται. Θέλουμε ἐπίσης νά καταλάβουμε γιατί εἲμαστε ἐδῶ, ποῦ πηγαίνουμε καί τί σημαίνουν ὃλα αὐτά.

  Ὡστόσο, τό κακό  συχνά μένει ἀτιμώρητο καί πράξεις ἀρετῆς δέν  ἀνταμείβονται. Καλά πράγματα συμβαίνουν σε κακούς ανθρώπους καί κακά πράγματα συμβαίνουν σέ καλούς ἀνθρώπους καί αὐτό φαντάζει ἀκατανόητο.   

 Ποιός διαφωνεῖ ὃτι ἀδυνατοῦμε νά προσδιορίσουμε αὐτό πού θέλουμε νά καταλάβουμε.  Πόσοι ἀπό  ἐμᾶς δέν θεοποιοῦμε αὐτό πού μᾶς  συνθλίβει καί πόσοι ἀπό ἐμᾶς δέν βρίσκουμε λόγο νά ἐλπίζουμε σέ αὐτό πού μᾶς ἐξαθλιώνει;       Εἶναι στό χέρι μας νά ζήσουμε τήν ζωή μέ πάθος, ἐλευθερία καί ἐξέγερση – τρεῖς συνέπειες τοῦ Παραλόγου– διαφορετικά ἐνδίδουμε συχνά σέ μιά ἀπατηλή ἐλπίδα ἢ ἐπιλέγουμε νά μήν ζήσουμε Ἀγκαλιάζοντας τά πάθη μας καί τήν παράλογη ἐλευθερία, τοποθετοῦμε τόν ἑαυτό μας στόν κόσμο χρησιμοποιώντας ὃ,τι μᾶς ἒχει  δοθεῖ ὡς θεϊκό χάρισμα.  Ἀκόμα κι ὁ ἴδιος ὁ ἀγῶνας πρός τήν κορυφή φτάνει γιά νά γεμίσει μιά ἀνθρώπινη καρδιά. Ὡς ἐκ τούτου, τελικῶς, ὀφείλουμε  νά φανταστοῦμε τόν Σίσυφο εὐτυχισμένο.

 

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Μνῆμες φοιτητικές Ἑσπέριες, τῶν ἀρχῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 70

 

   Ἀπό τά φοιτητικά στήν Ἑσπερία χρόνια εἶμαι ἐξοικειωμένος μέ τήν ἐπιλογή κάποιων νά ζοῦν μιά ζωή πού δέν ὑπακούει σέ  νόρμες κοινωνικά ἀποδεκτές. Στό Στρασβοῦργο γύρω ἀπό τά φοιτητικά ἐστιατόρια σύχναζε κάποιος ἀριθμός   ἀστέγων τῶν ὁποίων τό φαγητό καί ἡ ἒνδυση ἦταν ἀποκλειστική φροντίδα τῶν φοιτητῶν. Σ’ αὐτό τοῦ Gallia ξεχώριζαν ὁ Daniel  καί ὁ Vladimir.  Γιά τόν πρῶτο δέν γνωρίζαμε τίποτα τό ἰδιαίτερο,  παρά μόνο ὃτι τό σῶμα του ἐκαλύπτετο δερματοστιξικά, ἐξ ὁλοκλήρου, άπό διάφορες στάσεις ἐρωτικές, πορνό. Ἀπό πού «κράταγε  ἡ σκούφια του», τίποτα. 

  Ο δεύτερος ἐκαλύπτετο ἀπό ἓνα πέπλο μυστηρίου. Ἦταν Ρῶσσος, πρώην  ἠθοποιός διωγμένος ἀπό τό καθεστώς, εἶχε ὂντως ὑποκριτικές ἰκανότητες, ἀπήγγελε ποιήματα Γάλλων. Ἂγγλων  καί Ρώσσων  ποιητῶν, καί γνώριζε ἂριστα τήν ρωσική  τήν ἀγγλική, καί φυσικά τήν γαλλική.

  Μέ τόν Vladimir ἀναπτύξαμε αὐθόρμητα καί σύντομα μέ τήν ἀγκατάστασή μου στό Στρασβοῦργο μιά πηγαία σχέση, καί τοῦτο  λόγω τῆς κοινῆς μας θρησκείας.    Λαχταροῦσε νά βρίσκεται  σέ  ὃποιας ἐθνικότητας Ὀρθόδοξη σύναξη, ἀλλά τά δεδομένα του δέν ἐπέτρεπαν  συγχρωτισμούς. Τοῦ ἒλειπε περισσότερο  ἡ Θεία Κοινωνία. Ὁ πατήρ Νικολά, τῆς Ρώσικης, -ὁ ἂνθρωπος πού μέ ἐλευθέρωσε ἀπό δογματοπαγεῖς  ἀγκυλώσεις-ἀφοῦ τό συζητήσαμε, μοῦ πρότεινε νά τοῦ μεταφέρω τήν Θεία Κοινωνία στήν μέση τοῦ Ἀντίδωρου, κάθε πού θά ἐτελεῖτο Θεία Λειτουργία. Κοντά τρία χρόνια, κάθε πού ὁ ἃγιος αὐτός ἂνθρωπος τελοῦσε  τήν Θεία Λειτουργία, ὁ Vladimir περίμενε μέ λαχτάρα νά πάρει  τήν Θεία Μεταλαβιά. Ἀφοῦ ἒκανε τόν Σταυρό του τρίς, κοινωνοῦσε μέ δάκρυα στά  μάτια σάν νά ἦταν ἡ πρώτη καί τελευταία του φορά. Κάποτε ὃμως  δέν τόν βρῆκα, μέ τόν Daniel νά μέ πληροφορεῖ ὃτι πέθανε κατά τήν διάρκεια τῆς νύχτας. «Greco, μπορῶ νά τό κάνω ἐγώ γιά τόν φίλο μου», μέ ρωτάει. Καί φυσικά τοῦ λέω. 

   "Greco σ’ εὐχαριστῶ θερμά…μέχρι   θανάτου θά ἀναζητῶ  τήν οὐσιαστική ἐπαφή μέ τόν ἑαυτό μου καί  τήν ζωή, ἡ ἀπόλαυση ποτέ δέν μοῦ ἒλεγε τίποτα. Ἀκόμη καί ὁ ἐρωτισμός γιά μένα ὃριζε τήν μέχρι θανάτου ἐπιδοκιμασία τῆς ζωῆς· τό  ἲδιο καί ἡ φιλία. Ὁ ἀδόκητος θάνατος τοῦ Vladi, ἀναμενόμενος…

  Περνούσαμε καλά καί ἢσυχα. Τώρα πού ἒχασα τόν συνταξιδιώτη μου, τό  δικό μου τραυματικό παρελθόν ἒρχεται στήν  ἐπιφάνεια καί μέ στοιχειώνει. Ψηλαφῶ τήν  κούραση στήν ζωή μου, τά χρόνια πού ἀφαίρεσα ἀπό  τά νιάτα μου.  Ἀφομοιωθήκαμε ἀπό  τό Στρασβοῦργο, ἀπό αὐτή τήν γωνιά τήν φοιτητική. Μᾶς ἒμαθαν οἱ φοιτητές, μᾶς γνωρίζουν, ἐμεῖς δέν τούς ξέρουμε ἀλλά γνωρίζουμε τήν φροντίδα τους.  Κατά καιρούς ἐπιθυμῶ τήν φύση, ἀλλά ἒμαθα στήν γωνιά μου.   Γνωρίζω  ὃτι ὁ κύκλος ἒχει ὁλοκληρωθεῖ, χωρίς νά γίνει αὐτό που εἶχα φανταστεῖ ἀπό μικρός…"

  Ξαφνικά εἶδα  τον Daniel ἀπό ἂλλη  ὀπτική γωνία. Μοῦ ἒγινε πολύ ἀνθρώπινος, σέ σπαρακτικό βαθμό, τά λόγια του σμίλευαν λεπτομερῶς τήν πραγματικότητα, δίχως μελοδραματισμούς, στό μάτι του παρέμενε ἡ έκρηξη ὡς ἐλπιδοφόρο  νεανικό γεγονός, κάθε του ἀνάσα, κάθε του λέξη μοῦ φάνταζαν βαθιά οὐσιαστικές.  Δέν ἦταν ὁ Daniel πού ἐπιλέγει τήν ζωή τοῦ κλοσάρ,  ἀλλά ἓνας ἂνθρωπος πού κοιτᾶ κατάματα τά τραύματά του καί μαθαίνει ξανά τήν ὓπαρξή του, ἀκροβατῶντας μεταξύ σωματικῆς φθοράς καί πνευματικής ἀναγέννησης. Ἦταν καθηλωτικός.

  Νά εἶναι καλά ἐκεῖ  πού εἶναι καί οἱ δύο.    

  Στήν Γαλλία βρέθηκα σέ ἓνα Στρασβοῦργο μεγάλων πνευματικῶν συμφύσεων.     Σέ ὃποιο ἀμφιθέατρο Ἀνθρώπινων Ἐπιστημῶν καί νά  βρισκόσουν, ἂκουγες νά μιλοῦν γιά τόν Πλάτωνα, καί τόν Ἀριστοτέλη, εἲτε γιά τούς προσωκρατικούς. Ὃ,τι καί νά  διάβαζες ἒπεφτες πάνω τους. Σἑ εὐρεῖς φιλοσοφικούς κύκλους γινόταν ἐπίσης πολύς λόγος καί ἀναφορά στούς ἐκκλησιαστικούς Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς, τῶν ὁποίων ἀπό τίς ἐδῶ σπουδές εἶχα λίγη ἀπό τήν αὒρα τους.  Χωρίς νά τό καταλαβαίνεις, αὐτό ἐπηρέαζε τήν ταυτότητά σου. Ἂρχισα νά βλέπω τήν Ελλάδα μέ ἂλλο μάτι. Ταξίδεψα στήν Εὐρώπη νά συναντήσω τόν Χέγκελ τόν Κάντ, τόν στοχαστή τῆς ὑποκειμενικότητας, τούς βρῆκα, ἀλλά πίσω τους ὑπῆρχε ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀριστοτέλης. Ὃλοι οἱ δρόμοι ὁδηγοῦσαν στήν Βυζαντινή θεολογική σκέψη καί σέ μιά πλατύτερη θέαση τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

  Αὐτή τήν περίοδο συνειδητοποίησα ὃτι ὑπῆρχε γιά τήν Ἑλλάδα θέμα ἒνταξης σέ  πιό προηγμένες περιοχές τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι, καί ἂρχισα νά προβληματίζομαι ὑπό ποιούς ὃρους θά μποροῦσε νά συντελεστεῖ αὐτή ἡ μετακίνηση χωρίς ἀλλοιώσεις βαθύτερες καί ἐκεῖ αἰσθάνθηκα τήν ἀνάγκη νά καταλάβω τό ὑποκείμενό της τόν – Ρωμηό- καί νά μελετῶ διαχρονικά τό ζήτημα.

  Στήν πόλη αὐτή συνάντησα «κάθε καρυδιᾶς καρύδι», γένη,  φυλές, κουλτοῦρες  καί πολιτισμούς. Εἶδα γυναῖκες ἱερεῖς, γυναἰκες ἐπισκόπους, λειτουργίες ὀρθόδοξες σέ καθολικούς καί προτεστάντικους ναούς. Φανταστεῖτε στήν Ἑλλάδα νά παραχωρηθεῖ ὀρθόδοξος ναός πρός λατρευτική χρήση κάποιας καθολικῆς ἢ προτεσταντικῆς κοινότητας! Ἀκόμη καί νά περάσει ἀπό τό μυαλό κάποιου πρέπει νά πάει νά ἐξομολογηθεῖ. Μέ θλίψη θυμᾶμαι ὃταν πέθανε ἓνας προτεστάντης στόν Τριαντάρο ό δεσπότης δέν ἐπέτρεψε νά τόν βάλουν στόν Ναό «ἳνα μή μιανθεῖ».   

  Τό Στρασβοῦργο τότε ἒβραζε καί ἀκτινοβολοῦσε παντοῦ. Αἰσθάνθηκα τήν ἀλήθεια  τῶν λόγων τοῦ Βίκτωρα  Οὐγκό: «Μιά μεγαλούπολη πού σέβεται τόν ἑαυτό της σέ κάνει νά αἰσθάνεσαι δικό της παιδί. Ἀκόμη κι ἂν δέν ἒχεις δεσμούς αἳματος, μπορεῖς νά ἀναπτύξεις ὀψίμως δεσμούς ἐξ ἀγχιστείας, νά αἰσθανθεῖς συγγένεια μέ τούς ἀγνώστους πού περπατοῦν δίπλα σου στόν δρόμο».