Της Άννας Κ. Κορνάρου-Καλαμαρά
«Εάλω η πόλις …»! Οδυνηρή η κραυγή απ’ τα κατάστηθα του Γένους διασχίζει τους αιώνες και αναζωπυρώνει την εθνική μνήμη. Ο νους και η καρδιά μας στρέφoνται στην αποφράδα αλλά κα αξιομνημόνευτη εκείνη μέρα της 29 ης Μαϊου 1453. Τότε «εψάλη η τελευταία λειτουργία υπό τους θόλους της Αγίας Σοφίας και» τότε «η πύλη του Ρωμανού μετεβλήθη εις της Ιστορίας ημών καιριώτατον και ενδοξότατον τόπον» έγραφε ο Καθηγητής μας Ν.Β.Τωμαδάκης. Ο τελευταίος Παλαιολόγος «δια της ηρωϊκής του αντιστάσεως και της υπερτάτης θυσίας επλήρωσε αίγλης τον θάνατον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» δίδασκε ο Καθηγητής μας Δ.Α. Ζακυθηνός. Χρέος λοιπόν του Ελληνικού ΄Εθνους να μνημονεύει«Κωνσταντίνου αυτοκράτορος και των συν αυτώ επί τη αλώσει πεσόντων υπερασπιστών και αμάχων της Βασιλίδος των πόλεων». Κι είναι πάντα απαραίτητη η ιστορική αναδρομή.
Μετά το θάνατο του Ιωάννου Η΄ Παλαιολόγου ο θρόνος του Βυζαντίου περιήλθε στον αδελφό του, ισχυρό δεσπότη της Πελοποννήσου, Κωνσταντίνο. Η στέψη του έγινε στο Μυστρά στις 6 Ιανουαρίου 1449 και στις 12 Μαρτίου έφθασε στην Κωνσταντινούπολη. ΄Ελληνες και ξένοι ιστορικοί μιλούν με θαυμασμό για την ισχυρή και ευγενή προσωπικότητά του εκθειάζοντας τις αρετές του. Την τιμιότητα και γενναιοδωρία, την υπομονή και το θάρρος, την ευσέβεια στο Θεόν και την αγάπη στη χώρα του. Από πεποίθηση και παράδοση ο Κωνσταντίνος ανήκε στη φιλελεύθερη παράταξη και είχε ταχθεί υπέρ της Ευρωπαϊκής συνεργασίας.
Ανέβαινε στον θρόνο σε μια απελπιστικά κρίσιμη περίοδο. Εξαντλημένο το κράτος οικονομικά και εξουθενωμένο από κάθε άποψη είχε περιοριστεί την εποχή εκείνη στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι τη Σηλυμβρία στα νότια και μέχρι τη Μεσημβρία, Αγχίαλο και Βίζωνα βόρεια. Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας, στα χέρια των Τούρκων από το 1430. Μόνο μερικά νησιά του Αιγαίου ανήκαν στο Βυζαντινό κράτος και η Πελοπόννησος, ενώ το Γαλατά, απέναντι στην Πόλη, κατείχαν οι Γενουάτες. Ολόκληρη η Χερσόνησος του Αίμου υπό τον τουρκικό έλεγχο. Πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους η Αδριανούπολη από το 1365 και στις 3 Φεβρουαρίου του 1451 ο Μωάμεθ Β΄ διαδέχεται στον θρόνο των Οθωμανών το Μουράτ Β΄ σε ηλικία 21 ετών, με μόρφωση και οργανωτικές αρετές, αποφασιστικός, ορμητικός και ανυποχώρητος στον στόχο του: να κατακτήσει τη Βασιλεύουσα.
Απ’ τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1452 ο νέος σουλτάνος ανήγειρε στην Ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου μεγάλο οχυρωματικό έργο, το φρούριο της Ρουμελίας, για να ελέγχει τη ναυσιπλοϊα στον Βόσπορο και να αποκόψει τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης από τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας. Απογοήτευση κατέλαβε τους πληθυσμούς και επανειλημμένως ο Κωνσταντίνος διαμαρτυρήθηκε, όπως μας διασώζει ο ιστορικός της αλώσεως Δούκας: «Αφού αποφάσισες τον πόλεμο… κάμε ό,τι θέλεις. Εγώ προς τον Θεό καταφεύγω κι αν θέλει
να δώσει κι αυτή την πόλη στα χέρια σου, ποιος μπορεί να φέρει αντίρρηση; Αν πάλι θέλει να φυτεύσει ειρήνη στην καρδιά σου κι αυτό ευχαρίστως θα το δεχθώ. Εγώ από του νυν τας πύλας κεκλεισμένας έχω και τους ένδον φυλάξω, όσον η δύναμις. (Απ’ αυτή τη στιγμή κλείνω τις πύλες και θα προστατεύσω αυτούς που κατοικούν μέσα, όσο μπορώ)».΄Ηδη στην ψυχή του τελευταίου αυτοκράτορα εδραιωνόταν η βούληση για την άμυνα μέχρις εσχάτων. Σε απάντηση ο σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο.
Πολύ πριν ανεγερθεί το φρούριο του Βοσπόρου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει αντιτουρκικό ευρωπαϊκό συνασπισμό. Με επανειλημμένες εκκλήσεις στις Δυνάμεις της Δύσης (Ρωμαϊκή Εκκλησία, Βενετία, Γένουα, Ουγγαρία, Γαλλία, Γερμανό αυτοκράτορα κ.ά.) ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια σε πλοία, άνδρες και εφόδια τονίζοντας την τραγική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει η Χριστιανική πρωτεύουσα. Είχαν χρέος να σπεύσουν. Το Βυζάντιο επί χίλια και πλέον χρόνια ήταν το προπύργιο της Χριστιανοσύνης εναντίον των απίστων της Ανατολής και διαφύλαξε τους θησαυρούς της κλασικής φιλολογίας και σκέψης. Η Κωνσταντινούπολη ήταν ο προμαχώνας της Ευρώπης! Αλλά τα Ευρωπαϊκά κράτη μόνο συγκίνηση έδειξαν και αρκέστηκαν σε λόγια παρηγοριάς. Ιδιαίτερα ο αυτοκράτορας απευθύνθηκε στο Πάπα Νικόλαο Ε΄, ο οποίος και πάλι έθεσε ως όρο την ένωση των Εκκλησιών. Ο Κωνσταντίνος με γνώμονα το εθνικό συμφέρον διακήρυξε στις 12 Δεκεμβρίου 1452 στον Ναό της Αγίας Σοφίας την άρση του Σχίσματος, επικυρώνοντας τις αποφάσεις της Συνόδου στη Φλωρεντία. Αλλά η ανθενωτική παράταξη μέσα στην πόλη αντιδρούσε με φανατισμό. Ανθενωτικός ακόμη και ο πρωθυπουργός Λουκάς Νοταράς.
Εχθρική στάση απέναντι του Βυζαντίου για το ίδιο θέμα της ενώσεως κράτησαν και οι σλαβικοί ορθόδοξοι λαοί, οι οποίοι ώφειλαν στην αυτοκρατορία τον εκχριστιανισμό και εκπολιτισμό τους. Κενός και ο πατριαρχικός θρόνος. Γιατί η παρουσία ενωτικού πατριάρχη θα επιδείνωνε την κατάσταση. Αποκλεισμένος ο Βασιλιάς και από τα αδέλφια του Δημήτριο και Θωμά, δεσπότες της Πελοποννήσου, γιατί με διαταγή του σουλτάνου οι Τούρκοι εισέβαλαν εκεί και λεηλάτησαν άγρια το Δεσποτάτο. Τα πάθη εν τω μεταξύ μαίνονταν μέσα στην Κωνσταντινούπολη κι οι στρατιές του Μωάμεθ κινούνταν στα τείχη.
Τα τείχη της ως ασπίδα έχει η Πόλη, που την περικλείουν σχηματίζοντας ένα είδος τριγώνου. Τα χερσαία τείχη στην αριστερή πλευρά, σε δυο σειρές, με 200 περίπου πύργους πάνω τους και μια τάφρο (χαντάκι) 20 μ. πλάτους και 5-8μ. βάθους μπροστά τους. Η δεξιά πλευρά του τριγώνου κατά μήκος του Κερατίου κόλπου και η τρίτη πλευρά νότια κατά μήκος της Προποντίδας. Εδώ τα θαλάσσια τείχη είναι μονά με πύργους. Η οχύρωση αυτή καθιστούσε απόρθητη τη Βασιλεύουσα από τον καιρό του Θεοδοσίου. Είκοσι οκτώ πολιορκίες είχαν αποτύχει στο πέρασμα των αιώνων. (Οι Φράγκοι το 1204 κυρίευσαν την Πόλη απ’ τη θάλασσα). Αλλά τώρα από τις 6 Απριλίου 1453 μπροστά στα χερσαία τείχη αλαλάζουν τα πλήθη του Μωάμεθ. Σε 165.000 άνδρες υπολογίζει τον στρατό τους ο αυτόπτης μάρτυρας, Ενετός γιατρός, Νiccolο Βarbaro, ενώ οι ιστορικοί της αλώσεως δίνουν πολύ μεγάλους αριθμούς. ΄Ισως γιατί ακολουθούσαν τις στρατιές αμέτρητες ορδές ασιατών ατάκτων και αμάχων με πόθο για λεηλασίες. Στρατός άρτια οργανωμένος και άριστα εξοπλισμένος με νέα τεχνικά μέσα και όπλα. Τηλεβόλα και κανόνια. Το «βασιλικό» πυροβόλο «τέρας τι φοβερόν και εξαίσιον» κατά τη φράση του Δούκα. Μπορούσε να εκτοξεύει βλήματα βάρους 700 κιλών σε απόσταση ενός μιλίου. Κι ο αξιόμαχος στόλος τους στο Διπλοκιόνιο του Γαλατά. Ασφυκτική πολιορκία της Βασιλεύουσας από στεριά και θάλασσα.
Ο αγώνας ήταν άνισος. Οι υπερασπιστές της Πόλης ανέρχονταν μόλις σε 5.000 ΄Ελληνες και 2.000 ξένους, κυρίως Γενουάτες και Ενετούς, όλοι κάτω από τη σημαία του Σταυρού. Και τα πληρώματα των πλοίων, που βρίσκονταν στον Κεράτιο. Η είσοδος του κόλπου ασφαλισμένη με βαριά σιδερένια αλυσίδα. Παρ’ όλες τις απελπιστικές συνθήκες ο αυτοκράτορας οργάνωσε με αξιοθαύμαστο σθένος την τελική άμυνα. Και ο λαός της πρωτεύουσας με ηρωισμό συσπειρώθηκε γύρω του. Ο ίδιος πήρε θέση κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, απέναντι στον σουλτάνο. Στο πλευρό του ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης με 700 δικούς του. Εκεί μπροστά στα τείχη είχε στηθεί το μεγάλο τουρκικό κανόνι, που έσπερνε τον τρόμο.
Στις 12 Απριλίου 1453 οι Τούρκοι άρχισαν ανελέητο βομβαρδισμό των τειχών. Νύχτα και μέρα ακατάπαυστα ώς τις 18 Απριλίου, όταν επιχείρησαν την πρώτη έφοδο. Σθεναρή η άμυνα των Βυζαντινών. Οι Τούρκοι προσπαθούν να σπάσουν την αλυσίδα του Κερατίου χωρίς αποτέλεσμα, ενώ στις 29 Απριλίου τρία γενουατικά καράβια κι ένα βυζαντινό με προμήθειες κατόρθωσαν ύστερα από επιτυχή ναυμαχία να ανεφοδιάσουν την Πόλη. Αναπτερώνεται το φρόνημα των Βυζαντινών, αλλά ο σουλτάνος επινοεί αλλόκοτα σχέδια. Και είδαν οι πολιορκημένοι 70 πλοία με τα πληρώματά τους να σέρνονται διά ξηράς και να φθάνουν στον Κεράτιο κόλπο. Η αγωνία κορυφώνεται. Οι επιθέσεις αλλεπάλληλες. Οι φήμες πολλές για επικουρίες του Μωάμεθ. Βυζαντινοί και ξένοι προτείνουν στον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την Πόλη, μήπως η παρουσία του σε ελεύθερο χώρο θα έφερνε τη σωτηρία της. «Ουκ ηθέλησεν» αναφέρει ο Κριτόβουλος « αλλ’ είλε ξυναποθανείν τη τε πατρίδι και τοις αρχομένοις…». Προτίμησε να πεθάνει μαζί με την πατρίδα του και τους πολίτες. Είχε αποφασίσει να διαφυλάξει την Τιμή του και την Ιστορία της Αυτοκρατορίας.
Οι πολιορκημένοι αγωνίζονται στις επάλξεις. ΄Ανδρες και γυναικόπαιδα συνεχώς επισκευάζουν τις ζημιές των τειχών, όταν έντρομοι βλέπουν στις 18 Μαϊου τεράστιο ξύλινο κινητό πύργο, την ελέπολη, να υψώνεται κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, μπροστά στο χείλος της τάφρου, πάνω απ’ τα τείχη. Κι αυτό το πυρπολούν. Οπότε- οργισμένος ο Μωάμεθ για τις αποτυχίες του και φοβούμενος βοήθεια των πολιορκουμένων απ’ τη Δύση - στέλνει πρεσβεία στον Βασιλιά και αξιώνει την παράδοση της Πόλης με ανταλλάγματα. Η απάντηση του Κωνσταντίνου σύμφωνη με το ηθικό νόημα, που έλαβε απ’ την αρχή η αντίσταση του Βυζαντινού κόσμου: Αν θέλεις κράτα τα κάστρα και τα εδάφη, που έχεις. Αλλά δεν έχω δικαίωμα να σου παραδώσω την πόλη ούτ’ εγώ ούτε κανένας απ’ τους κατοίκους της. Αποφασίσαμε όλοι μαζί να πέσουμε πολεμώντας και δε θα λογαριάσουμε τη ζωή μας. «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστι ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη` κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
Ακάθεκτος πια ο Μωάμεθ για τη γενική επίθεση. Πυρετώδεις οι προπαρασκευές την Κυριακή και Δευτέρα, 27 και 28 Μαϊου. Τυμπανοκρουσίες και πανηγυρικά σαλπίσματα, αλαλαγμοί και χοροί στο εχθρικό στρατόπεδο. ΄Αγριους βομβαρδισμούς δέχονται τα ερειπωμένα πια ή ετοιμόρροπα χερσαία τείχη και το τείχος του Κερατίου, όπου αμύνεται ο Νοταράς. Οι Τούρκοι ανοίγουν λαγούμια, για να περάσουν στην Πόλη κάτω απ’ τα τείχη. Οι Βυζαντινοί τους περιμένουν κάτω απ’ τις στοές με φωτιές. Καπνοί. Ασφυξία. Και πάλι γιουρούσια. Μεγάλες οι απώλειες. Ο σουλτάνος καλεί τα στρατεύματα του να κυριεύσουν την ωραιότερη πόλη του κόσμου, το καύχημα των Χριστιανών, «πόλιν πασών κεφαλήν», τη γέφυρα Ανατολής και Δύσης… Και υπόσχεται στους εισβολείς τριήμερη λεηλασία αμύθητων θησαυρών, σφαγές και εξανδραποδισμούς, τιμές και αξιώματα. Εκείνος θέλει μόνο «τας οικοδομάς και τα τείχη της πόλεως».
Μέσα στη Βασιλεύουσα ετοιμάζεται η τελική άμυνα. Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ΙΑ΄ προστάζει να γίνουν λιτανείες. Λαός και κλήρος με τις εικόνες στα χέρια περιέρχονται τα τείχη και ψάλλουν «Κύριε ελέησον», «λύτρωσαι πάσης εχθρών αλώσεως την σην πόλιν, Θεοτόκε», ενώ τα σήμαντρα όλων των εκκλησιών ηχούν και δονούν τις καρδιές των υπερασπιστών. Ο αυτοκράτορας εμψυχώνει άρχοντες και αρχομένους και συστρατιώτες «στήτε ανδρείως …αποθάνωμεν υπέρ πίστεως και πατρίδος…». Κι ύστερα όλοι στον Ναό της Αγίας Σοφίας γονατιστοί ψάλλουν. Η τελευταία λειτουργία ! «Κι απ’ την πολλή τη ψαλμουδιά εσειούνταν οι κολώνες» θυμίζει το δημοτικό τραγούδι. Αγκαλιάζονται, αλληλοσυγχωρούνται, μεταλαμβάνουν. «Ο δε βασιλεύς μετά κλαυθμού τα έσχατα θεία μυστήρια μετέλαβε». Κλαυθμοί και θρήνοι. «Ει και από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ήν, ουκ εδύνατο μη θρηνήσαι» γράφει ο Σφραντζής.
Δευτέρα βράδυ. Το τελευταίο βράδυ της ελληνικής ελευθερίας. Στο στρατόπεδο των Τούρκων μυριάδες φώτα. ΄Εχει λαμπαδιάσει ο κόσμος. Τα μεσάνυχτα νεκρική σιγή. Η καταιγίδα πλησιάζει. ΄Επειτα από δυο ώρες αρχίζει η φρικαλέα επίθεση και «σαν καμίνι» ανάβει ο πόλεμος. Η γη τρέμει απ’ τους κανονιοβολισμούς. Παταγωδώς κτυπούν τα τύμπανα, ουρλιάζουν οι σάλπιγγες. Καταιγισμός στην περιοχή της πύλης του Αγίου Ρωμανού. Πρώτη έφοδος. Δεύτερη… «Οι δε της πόλεως αντεμάχοντο ανδρείως» πυρπολώντας με το υγρό πυρ, τοξεύοντας, λιθοβολώντας, γκρεμίζοντας κλίμακες με τους αναβάτες. Είναι ξάγρυπνοι, νηστικοί και καταπονημένοι, μα η ψυχή
τους πυρακτωμένη πολεμά. Τρίτη έφοδος. 12.000 γενίτσαροι εφορμούν «ώσπερ αετοί πετώμενοι». Οι υπερασπιστές «καρδίαν ως λέοντες εποίησαν». Μάχες σώμα με σώμα… Την πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης πληγώνεται ο Ιουστινιάνης, ο γενναίος συμπολεμιστής του αυτοκράτορα. Σύγχυση και ταραχή. Και ενώ ο Κωνσταντίνος αγωνίζεται να συγκρατήσει τους μαχητές, οι γενίτσαροι ορμούν σαν χείμαρρος στην Πόλη απ’ την Κερκόπορτα -«μικρόν του τείχους παραπόρτιον».΄Ολοι απεγνωσμένα μάχονται. Και ο Βασιλεύς πολεμά και εγκαρδιώνει τους συμπολεμιστές του και «τό αίμα ποταμηδόν εκ των ποδών και των χειρών αυτού έρρεε». Μάχεται μέχρις εσχάτων- «άγιο μάρτυρα» τον ονομάζει ο ιστορικός της αλώσεως Σφραντζής- και φωνάζοντας «Ουκ έστι τις των Χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού» δέχεται το τελειωτικό κτύπημα. Με τον ηρωϊκό θάνατό του ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος επισφράγισε «την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως και την κατάλυσιν της Βυζαντινής αυτοκρατορίας».
Η ροδαυγή της Τρίτης, 29 Μαϊου 1453, ηύρε τη Βασιλεύουσα να πλέει στο αίμα και στην ατίμωση. «Η γη …εκ των νεκρών ουκ εφαίνετο». Οι ιστορικοί της αλώσεως περιγράφουν με έντονη δραματικότητα φρικιαστικές και σπαρακτικές σκηνές του ολέθρου. Ανηλεείς σφαγές, αρπαγές και λεηλασίες, βιαιότητες και συλήσεις ιερών και οσίων. ΄Εσερναν δεμένους στους δρόμους για τα σκλαβοπάζαρα «άνδρας, γυναίκας, παίδας, πρεσβύτας, νέους, ιερείς, μοναχούς…». Σκόρπιζαν τριγύρω άγια λείψανα, έκαιγαν εικόνες και χειρόγραφα, βίβλους ιερές και βιβλία φιλοσόφων, βεβήλωναν ιερά σκεύη και άμφια…Πού καρδιά να βλέπεις κάθε είδους βαρβαρότητα και ασχημοσύνη! Όταν την ίδια μέρα μπήκε ο σουλτάνος στην Πόλη σάστισε – παρά τη φρικτή λεηλασία και πυρπόληση – το κάλλος και τη λαμπρότητα των οικοδομημάτων και ομολόγησε «οίαν πόλιν εις διαρπαγήν και ερήμωσιν εκδεδώκαμεν». Κι όταν έφθασε στο Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας- «θρόνον της Εκκλησίας» τον ονομάζει ο Ρωμανός ο Μελωδός- όπου ανάμεσα στους σωρούς των πτωμάτων έψαλε από τον άμβωνα ο μουσουλμάνος ιερέας, προσευχήθηκε και ο ίδιος «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης». «Φρίξον ήλιε, στέναξον η γη !». «Βωμός βαρβάρων η Μεγάλη Εκκλησία…». Ψηλά από την αψίδα του ιερού η Βρεφοκρατούσα Θεοτόκος – ψηφιδωτή παράσταση μέσα στον ολόχρυσο κάμπο (φόντο)- έβλεπε με σπαραγμό τον αφανισμό του Γένους των χριστιανών. Κι απ’ τις πρώτες μέρες μετά την άλωση Την παρηγορεί ο λαός που νιώθει τον πόνο Της:
«Σώπασε, κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνους, με καιρούς πάλι δικά μας θα’ ναι»
Μάρτυρες της πίστεως! Και πρώτος νεομάρτυρας της Εκκλησίας μας και πρωτομάρτυρας του Ελληνισμού ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς. Αποκεφαλίστηκε,αφού είδε να σπαρταρούν μπροστά του τα αποκεφαλισμένα πτώματα των δυo παιδιών του. Ο ιστορικός Δούκας διέσωσε τα λόγια, που τους είπε ο πατέρας τους προ του μαρτυρίου, για να μη δειλιάσουν. « …Εν ονόματι του σταυρωθέντος υπέρ ημών και θανόντος και αναστάντος αποθάνωμεν και ημείς, ίνα συν αυτώ απολαύσωμεν των αγαθών αυτού». Συναξάριο διαβάζεις σε άγιο «ξίφει τελειωθέντα» και όχι ιστορία!
Η Κωνσταντινούπολη έπεσε «κρίμασιν οις οίδε Κύριος». Την ώρα της πτώσης της η καρδιά του Ελληνισμού κτυπούσε παντού. Η Οθωμανική κυριαρχία κράτησε σ’ ολόκληρη την Ελληνική γη. Ο ελληνικός λαός έκλαψε την άλωση της Βασιλίδος των πόλεων. « Μας πήρανε την Πόλη μας και την Αγιά Σοφιά μας»
Στους «θρήνους» και τα δημώδη άσματα έκλεισε την πίκρα αλλά και την ελπίδα για την ανάστασή του. Οι θρύλοι για τον «μαρμαρωμένο βασιλιά» κι οι λαϊκές παραδόσεις έγιναν η παρηγοριά του στα 400 χρόνια δουλείας. Μα και η υμνολογία της Εκκλησίας κρατούσε «στητή κι ολόρθη την ψυχή» του. Εθνικός ύμνος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας έγινε το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…» και το «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…» πυροδοτούσε τους πόθους του. Είχε καταλυθεί το Βυζάντιο. Αλλά οι ακατάλυτες αξίες, που δημιούργησε στην ιστορική πορεία του, έκαναν ακατάλυτο το ΄Εθνος μας και με την Πίστη του ξαναβρήκε τη λευτεριά του.
Σήμερα, πεντέμιση και πλέον αιώνες από τότε, σήμερα, που η λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης μεθοδικά και τέλεια οργανωμένα επιδιώκει να ξεριζώσει τα θεμέλιά μας, να αλώσει την εθνική μας συνείδηση και να αλλοτριώσει την εθνική μας ταυτότητα, είναι καιρός με βαθιά επίγνωση να συνειδητοποιήσουμε την αξία του Αγώνα και της Θυσίας των υπερασπιστών της Κωνσταντινούπολης. Μόνο η φλογερή Πίστη μας στον Αναστάντα Κύριο μπορεί να εδραιώσει μέσα μας πανίσχυρες εστίες αντιστάσεως. Αυτή η ΠΙΣΤΗ μπορεί να δοξάσει το ΄Εθνος μας και να μας σώσει!
Σύλλαβος Βυζαντινών μελετών και κειμένων, Ν.Β.Τωμαδάκη
Βυζαντινή Ιστορία, Δ.Α.Ζακυθηνού
Ιστορία του Ελληνικού ΄Εθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος Θ΄
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου