Ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει πλέον ὂτι βαδίζει πρὀς τόν θάνατο. Γνωρίζει τί θά ἐπακολουθήσει ὂχι ὡς μάντης πού σκηνοθετεῖ καί παίζει τό δρᾶμα του, ἀλλά ἐπειδή πρόκειται γιά συνέπεια τῶν ἐπιλογῶν του, οἱ ὁποῖες δείχνουν θυσιαστικά καί ἀναστάσιμα τό νόημα ζωῆς καί τοῦ ἒργου του. Ἀντί νά ἒρθει κάποτε ἂνωθεν ἡ μεσσιανική Βασιλεία,- ὁ Ἰησοῦς ταυτιζόμενος μέ τόν ἀνώνυμο πάσχοντα δοῦλο τοῦ Ἠσαΐα (53) ὁ ὁποῖος παίρνει ἐπάνω του τήν ἐνοχή ἂλλων-, τήν ἐκπληρώνει ἐδῶ καί τώρα προσωπικά, εἰσάγοντας νέα ἀντίληψη τῆς ἐσχατολογικής προσδοκίας ὡς θυσιαστικἠς πράξης. Ἡ βουλή τοῦ Κυρίου καί ἡ θυσιαστική ἀντιλήψῃ τοῦ τέλους συμπίπτουν. Ἀντί ἀναμονῆς τοῦ ἐσχάτου ὁ Ἰησοῦς ἀναλαμβάνει τήν πρωτοβουλία νά βιάσει τήν ἐλεύσῃ του εἰσάγοντας το στήν ἱστορία.( Μτ.11,12 ἀπό δέ τῶν ἡμερῶν ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν. πρβλ. ἐπίσης καί Λκ,16,16῾ Ὁ νόμος καί οἱ προφῆται ἕως ᾿Ιωάννου· ἀπό τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται, καί πᾶς εἰς αὐτήν βιάζεται). Τό τίμημα τῆς ἐπιλογῆς Του εἷναι προφανές: ὅ,τι καί νά συμβεί θά φέρει ὁ ἴδιος τό βάρος τῆς εξιλέωσης. Ἡ περιοδεία στήν Καισάρεια τοῦ Φιλίππου καί ἡ Μεταμόρφωση ἀποτελοῦν τό κρίσιμο κομβικό σημείο, τόν συνδετικό κρίκο τῆς ἐσχατολογικῆς ἐνσάρκωσης καί τό ζωντάνεμα τῆς προσδοκίας μέ τό αἷμα του. Τό νόημα τοῦ δείπνου θά ἀναδειχθεῖ σαφέστερα ἐάν διακρίνουμε τήν ἴδια τήν ἐσωτερική ἐκπλήρωση ἀπό τά παρεπόμενα της.
Ἡ προδοσία τοῦ Ιούδα δεν εἷναι μία ἱστορία τόσο διαφανής ὃσο νομίζουμε. Ἡ κρατοῦσα ἐπί αἰῶνες παράδοση, στηριγμένη στόν Ματθαῖο τόν θέλει προσωποποίηση τῆς παθολογικῆς φιλαργυρίας καί κακίας, ὁ ὁποῖος ὑπέκυψε στίς τύψεις του. (Μτ. 27, 3-5: Τότε ἰδών ᾿Ιούδας ὁ παραδιδούς αὐτόν ὃτι κατεκρίθη, μεταμεληθείς ἀπέστρεψε τά τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καί τοῖς πρεσβυτέροις λέγων· ἥμαρτον παραδούς αἷμα ἀθῷον. οἱ δέ εἶπον· τί πρός ἡμᾶς; σύ ὄψει. καί ῥίψας τά ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καί ἀπελθών ἀπήγξατο). Ὁ Λουκᾶς ἐκφράζει διά στόματος Πέτρου διαφορετική ἂποψη. (Πράξεων 1,18: οὗτος μέν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ μισθοῦ τῆς ἀδικίας, καί πρηνής γενόμενος ἐλάκησεμέσος, -έσκασε στην μέση- καί ἐξεχύθη πάντα τά σπλάγχνα αὐτοῦ).
Κατά τόν Μᾶρκο ὁ Ἰησοῦς δεν ἀποκαλύπτει, οὔτε κἄν ὑπαινίσσεται τήν ταυτότητα τοῦ προδότῃ μαθητή. Δηλώνει ἁπλά ὅτι «καθώς γέγραπται» (14,21), σύμφωνα με τήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Μεσσίας θα προδοθεί ἀπό πολύ δικό του ἂνθρωπο. (πρβλ. Ψαλμ. 40,10: καί γάρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὅν ἤλπισα, ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾿ ἐμέ πτερνισμόν). Ἀλλά ἅς αφήσουμε τό θέμα αὑτό στούς καινοδιαθηκολόγους.
Πάντως εἷναι δύσκολο νά δεχθοῦμε ὡς περιεχόμενο τῆς προδοσίας τήν ἁπλή ὑπόδειξη ἐκ μέρους τοῦ Ιούδα ἑνός προσώπου πασιγνώστου, ὅπως γνωστός ἦταν καί ὁ τόπος στόν οποίο διανυκτέρευσε ὁ Ἰησοῦς κατά τίς ἑορτές τοῦ Πάσχα χωρίς νά κρύβεται ἀπό κανέναν. Τό κρίσιμο ήταν ἡ κατηγορία μέ τήν ὁποία θά συνελάμβαναν καί θά δίκαζαν τόν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἐνοχλητικός καί ἀπροσάρμοστος, ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι δέν εἶχαν κατορθώσει νά ἐντοπίσουν σέ τί ἀκριβῶς ἀπέβλεπε. Καί τό χειρότερο: τά λόγια του καί οἱ τρόποι του δέν ἂφηναν ἀδιάφορο κανένα. Ἀλλά ὃποτε ἐπιχείρησαν νά τόν παγιδεύσουν, τούς ξέφευγε. Παραδείγματα μεταξύ πολλῶν ἄλλων τά θαυματουργικά σημεῖα πού τοῦ ζητοῦσαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ Σαδδουκαῖοι (Μκ. 16,1-4), ἡ ἀπάντησή του στό ἐρώτημα τῶν ἀρχιερέων καί τῶν πρεσβυτέρων «ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καί τίς σοι ἔδωκε τήν ἐξουσίαν ταύτην;» (Μτ. 21,23-27) ἤ στό ἐρώτημα τῶν Φαρισαίων καί τῶν Ἠρωδιανῶν ἄν πρέπει νά πληρώνουν οἱ Ἰουδαῖοι φόρο στόν Καίσαρα (Λκ 20,20-26). Ἑπομένως χρειαζόταν κάποιος νά γνωρίζει τά πράγματα ἐκ τῶν ἔσω, ὥστε ἡ διατύπωση τοῦ κατηγορητηρίου νά μήν ἐπιτρέπει τίς υὑπεκφυγές, νά θίγει τόν βαθύτερο σκοπό τοῦ Ἰησοῦ, ὁπότε ἐκεῖνος νά μήν εἷναι σε θέση νά τόν αρνηθεί χωρίς νά ἀποκηρύξει τόν ἑαυτό του.
Ὅμως γιά ποιόν λόγο ἆραγε ὁ Ἰούδας νά πρόδωσε; Μόνο στήν σφαίρᾳ τῆς καθαρῇς εἰκασίας μποροῦμε νά στραφοῦμε. Καταγόταν ἀπό τό Καριώθ, πολίχνη κοντά στήν Καπερναούμ, καί ἦταν ἰδιαίτερα εὐαίσθητος στήν τάξῃ τοῦ Νόμου. Για νά γίνει ὅμως μαθητής τοῦ Ἰησοῦ καί νά τόν ἀγαπήσει πρέπει νά ἦταν ἀρκετά ἀνήσυχος. Πίστεψε ἴσως σέ ἀναμόρφωση τοῦ Νόμου καί τῆς παράδοσης καί γι’ αὑτό ἐπεδίωξε κάποιον συμβιβασμό. Διαψεύστηκε οἰκτρά. Ὁ Νόμος δεν εἶχε ἄλλο αἴσθημα ἀπό τά αὐτόματα ἀντανακλαστικά τῆς διάρκειάς του καί τῆς ἐπιβολῆς του. Δέν ἒχασε ἁπλᾶ: ὁδήγησε στόν θάνατο αὐτόν πού ἀγαποῦσε καί ἒτσι αὐτοκτόνησε. Τό δρᾶμα του εἷναι καί δικό μας, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι βρισκόμαστε συνεχῶς στό δίλημμα νά διαλέξουμε ἀνάμεσα στόν συμβιβασμό καί τήν ανάληψη τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης, ὅτι αντιμετωπίζουμε κάθε ἡμέρα τό δίλλημα νά διακινδυνέψουμε γιά νά κερδίσουμε τόν ἑαυτό μας ἤ νά συντριβοῦμε ὑπό τό βάρος τῶν δισταγμῶν, νά προδώσουμε τήν βαθύτερή μας ἐπιθυμία καί νά ἰσοπεδωθοῦμε ὑπό τό βάρος τῶν ἐνοχῶν.
Ἄν ὁ Ἰούδας ἀμφέβαλε γιά τήν δύναμη τῆς ἀγάπης, πού τόσο ἐμφαντικά ὑπογράμμιζε ὁ Ἰησοῦς, ἐπειδή ὑπολόγιζε καί τόν Νόμο, ὁ Πέτρος δέν ἀμφέβαλλε διόλου, καθώς εἶχε παραδοθεί ἄνευ ὄρων στόν Ἰησοῦ. Πέρα ὅμως ἀπό τις διαφορετικές προσωπικές περιπτώσεις τους, πέραν τοῦ ἀτομικοῦ τους προβλήματος, ἀκριβῶς τήν ὤρα πού οἱ μαθητές περιστοιχίζουν τόν Ἰησοῦ, μετά τήν ἀποθεωτική του είσοδο στά Ἱεροσόλυμα, τήν ἴδια ὤρα ἐκεῖνος μένει μόνος του, ἀφοῦ εἲτε δεν τόν καταλαβαίνουν εἲτε τόν προδίδουνε εἲτε τόν ἀπαρνοῦνται. Εἰδικά ἡ φλογερή πίστη τοῦ Πέτρου φέρει τό βάρος συναισθηματικῆς ἐπιπολαιότητας. Τό «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» τῆς Μεταμόρφωσης ἔλεγε ἤδη πολλά. Ὃσο αὐθόρμητα δίνεται, τόσο ὑπαναχωρεῖ ὁ Πέτρος βιαστικά. Ἔχει ἕναν ἐνθουσιασμό κινουμένης ἄμμου πού τόν κάνει νά μήν ζυγίζει τίς συνέπιες καί τίς εὔθυνες τῆς ἐπιλογῆς του. Ἀπό τήν μία ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία καί ἀπό τήν ἄλλη τοῦ δίνει συμβουλές συμβιβασμοῦ πού κάνουν τόν Ἰησοῦ νά ἐξοργίζεται (Μκ 8,33 ἐπετίμησε τῷ Πέτρῳ λέγων· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων). Δέν εἷναι τυχαῖο ὅτι χρειάστηκε ὅραμα καί φωνή ἐξ οὐρανοῦ γιά νά κλονιστοῦν οἱ ἀντιλήψεις του περί διατροφικῆς καί εθνοθρησκευτικῆς καθαρότητας. (Πράξ. 10,9-16 καί 28-29), χωρίς τό θέμα νά κλείσει μέσα του ὁριστικά, ἀφοῦ κατά τήν μαρτυρία τοῦ Παύλου (Γαλάτας 2,11-21) δέκα ὁλόκληρα χρόνια μετά τήν Ἀνάσταση δεν εἶχε ἀκόμη χωνέψει πώς ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπό τήν πίστη καί όχι ἀπό τά ἔργα τοῦ Νόμου, πώς ἡ πίστη καί όχι τό αἷμα κάνει τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ ἀντιφατικότητα του ματαίωνε τήν πίστη ἕως ὅτου βγήκε ἀπό τό βαρυτικό πεδίο τοῦ ἑαυτοῦ του καί παρέδωσε μαρτυρικά τήν πίστη στό συναίσθημα. Πλέον ὁ νόμος τῶν μελῶν του δέν μποροῦσε νά αἰχμαλωτίζει τόν νόμο τοῦ νοῦ καί νά κάνει τό θέλημά του εύθραυστο. Ἡ πίστη ἑνώνει ἀδιάσπαστα τούς κόσμους τοῦ πνεύματος καί τοῦ σώματος, τῆς ἰδέας καί τῶν βιοτικῶν της παραιτήσεων, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί τῆς ἀνθρώπινής της ἒκφρασης.
Τά περί Ιούδα καί Πέτρου ὑποβάλλουν ἀνάλογη προσέγγιση τοῦ λεγομένου τελευταίου ἤ μυστικοῦ δείπνου στήν προοπτική πάντα τῆς Σταύρωσης. Ἐπικρατεῖ ἀτμόσφαιρα ἀπογοήτευσης καί ἀντί χαρμοσύνης προσδοκίας κυριαρχεί στό τραπέζι θλιμμένη ἀναμονή που μοιράζονται ἐξ ἴσου ὁ Ἰησοῦς καί οἱ δώδεκα. Περίμεναν τήν Βασιλεία καί ἔρχεται ὁ θάνατος. Ἀνήμερα γιά τούς Συνοπτικούς παραμονή τοῦ Πάσχα γιά τόν Ιωάννη, χωρίς νά συνδέεται ὀργανικά μέ τήν γιορτή τοῦ δείπνου ἤ ἡ πνευματικότητα του νά ὑφαίνεται μά τήν ἴδια τήν γιορτή. Θα μποροῦσε νά ἔχει λάβει χώρα μία ὁποιαδήποτε ἄλλη στιγμή καί ὑπ’ αὑτῇ τήν ἔννοια τά εὐχαριστιακά δρώμενα ἔχουν αὐτοτελῆ τήν σημασία. Στό ἀνώι ἑνός φιλικοῦ σπιτιοῦ, μακριά ἀπό τόν κόσμο καί τήν χαρά τῆς γιορτής, χωρίς ἀρνί, σέ ἓνα τραπέζι μέ πικρά χόρτα καί τήν εἰδική σάλτσα πού τούς έβαζαν (ὅπως ὑποδηλώνει τό βούτηγμα τοῦ ψωμιοῦ στό πιάτο), ψωμί καί κρασί, ὁ Ἰησοῦς σάν ἄλλος ἀρχηγός τῆς οἰκογενείας εὐλόγησε καί μοίρασε τό ψωμί στούς μαθητές, προσθέτοντας: λάβετε φάγετε· τοῦτο ἐστι τό σῶμα μου. Στην συνέχεια τούς έδωσε τό κρασί συμπληρώνοντας: τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον. Πρόκειται γιά τήν νέα διαθήκη πού γράφει καί ὑπογράφει ὁ Ἰησοῦς με τό σῶμα του (ἄρτος) καί τό αἷμα του (οἶνος), για νά τήν συνδέσει στήν συνέχεια μέ τήν καινούργια –ἀναστάσιμη- ζωή τῆς Βασιλείας: ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μή πίω ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίνω καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος δέν εἷναι ἁπλή ὑπόμνηση ἀλλά ἔφοδος στο μέλλον.
Πλησιάζει τό τέλος. Ὁ Ἰησοῦς ἀφήνει τόν κόσμο καί τούς μαθητές του παραμένοντας ἑνωμένος μαζί τους μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του. Στόν πόνο τῆς θυσίας του καί κάθε θυσίας γράφεται ἡ καινή διαθήκη, ἡ νέα συμφωνία μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Μοιραζόμενοι τόν άρτο καί τόν οίνο μετέχουμε στήν ἱερή τροφή τῆς ἀντιπροσφοράς καί τήν λυτρωτική δύναμη τοῦ θανάτους του. Βιάζοντας τήν ἒλευση τῆς Βασιλείας μέ τό σῶμα καί τό αἷμα του ὁ Ἰησοῦς μᾷς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Μεσσίας μόνο θυσιαστικά ἐπιτελεῖ τό έργο του. Ὁ θυσιαστικός του πόνος μεταμορφώνει τήν σχετικότητά μας καί τό μηδέν πού τήν περιχωρεῖ, ἀντί νά προσαρμόζεται σέ ἐξωτερικές χρονικές ἀρμονίες. Μιλᾶμε γιά κοινωνία θυσίας, μετοχή στήν θυσία του μέ τήν δική μας θυσία, για προέκταση τοῦ Σταυροῦ σέ ἔνα καινούργιο κόσμο. Ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια τό στάρι καί τό σταφύλι ἦταν σύμβολα ἀναγέννησης, πού οἱ ἄνθρωποι έβαζαν πλάι στούς νεκρούς. Ὅπως τό στάρι μέ τόν θάνατό του ζωοποιεῖ καί τό κλίμα ξαναβγάζει σταφύλι, ὁ θάνατος εἷναι γιά τήν ζωή. Αὑτό υπενθυμίζουν τά κόλλυβα. Ὁ εὐχαριστιακός θάνατος γίνεται ἀναστάσιμος, ὕλη πού μετουσιώνει πραγματικά σέ σάρκα καί αἷμα Χριστοῦ, μέ τήν πίστη τοῦ λαμβάνοντος. Ἡ ἀνάμνηση τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ δέν ἔχει σχέση με τό παρελθόν εἷναι δεξίωση τοῦ μέλλοντος, ἀποτελεῖ γεγονός δωρεάς πού ἀναδεικνύει ὡς οὐσίας τῆς ὑπάρξῃς τήν χάρη. Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί ἡ ἓνωση μέ τόν Θεό εἷναι μ’ ἄλλα λόγια προσφορά καί χάρισμα. Προσφέροντας τό σῶμα καί τό αἷμα του ὁ Ἰησοῦς ἐξέφρασε τήν ἐσχάτη του ἐπιθυμία: ὁ Θεός νά ὑπάρχει μέσα στόν κάθε ἔνα. Ζήτησε δηλαδή νά μοιραστοῦμε ὅλοι τήν ἐλευθερία του για νά ἐλευθερωθεῖ ὁ κόσμος ἀπό τήν ἀγωνία καί τό βάρος τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Τό νόημα δεν μπορεί νά εἷναι ἡ ἐνοχή· τό νόημα εἷναι ἡ Ἂνοιξη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου