Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

"ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ,,

 

της Ελισάβετ. Δ. Δημοπούλου

 

,, Τ' αντρειωμένου τ' άρματα δεν πάει να πουλιώνται, τους πρέπει μέσ' στην εκκλησιά εκεί να λειτουργιώνται, πρέπει να κρέμονται ψηλά σ' αραχνιασμένο πύργο, σκουριά να τρώει τ' άρματα και γη τον αντρειωμένο,,

 

 

   Ο αγώνας του ανθρώπου, του λαού για τη ζωή είναι πάντα σκληρός και τούτο γίνεται σε κάθε καιρό και τόπο, αλλά για τον τόπο το δικό μας αποτελεί ύψιστη ανάγκη, γιατί η πατρογονική μας γη δεν έχει στην κτήση της ατελείωτα τα πλούτη. Έχει όμως  να προσφέρει στον αγωνιστή λαό της μια δύναμη οδηγήτρα κι υφάντρα του αγώνα και του μόχθου του, μια δύναμη ακατάλυτη, τη Λαϊκή του κληρονομιά, την Παράδοση, που ακουμπά, με μυστική ιερότητα, τις ψυχές που μάχονται τη δίκαιη μάχη της επιβίωσης, την ευλογημένη...

  Όμως, ο αγώνας, που αγωνίζεται  ο άνθρωπος, για να διατηρήσει ή για να ξανακερδίσει τη λευτεριά του, όταν τη χάνει, είναι ο σκληρότερος κι ο βαρύτερος απ' όλους...

...Είναι αγώνας ζωής ή θανάτου...

 Ένας απ' τους τρανότερους αγώνες στη μακριά διαδρομή της Ιστορίας του Έλληνα Λαού, που βάσταξε τέσσερις συγκρατητούς αιώνες, από το 1453 ως τη μεγάλη Επανάσταση του 1821,απέναντι στην Τουρκιά, ήταν εκείνος που υψώθηκε μπροστά στα ξαφνιασμένα μάτια των πολιτισμένων λαών, τρόπαιο αθάνατο σ' ολάκερη την ιστορία του, τρόπαιο τόλμης, ηρωισμού και θυσιών, για το μεγάλο, το πρώτο αγαθό του ανθρώπου που ζει στη γη, τη ΛΕΥΤΕΡΙΑ.

 Κι επειδή τούτο το λαό μέσα στις φλέβες του, μαζί με το αίμα του,  τον γυροφέρνει, αφέντρα, ξελογιάστρα, η Ποίηση, τον πόνο του αγώνα του και τον πόθο του για Λευτεριά τον έκαμε τραγούδι, ξετύλιγμα μιας κληρονομιάς εθνικής, μα κι ανθρώπινης. Και το τραγούδι αυτό ξεπηδάει γεμάτο παλμό, απ' τα ίδια τα σπλάχνα της ζωής, ν' αθανατίσει και να υψώσει σ' αιώνια σύμβολα μορφές και πράξεις αληθινές κι ατόφιες...

  Ο άγνωστος λαϊκός τραγουδιστής, μήτε πέννα έπιασε στα χέρια του, μήτε χαρτί, μήτε μελάνι Απ' την καρδιά ανέβηκε στο στόμα το τραγούδι κι απ' το στόμα βγήκε, όπως λαλεί το λιανοπούλι, κι ύστερα μαθεύτηκε και...,τό πανε οι κούκοι  στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια,,...Κι από στόμα σε στόμα απόμεινε στον κόσμο και τραγουδιέται ....γενιές γενιών...

  Κι είναι τραγούδι με ξεχωριστή μορφή, βγαλμένο απ' τα σπλάχνα του λαού, ξέσπασμα της ψυχής του, που φύτρωσε μέσ' στα στουρνάρια των βουνών κι αντιλάλησε στις πλαγιές και τα λαγκάδια,τα φλομωμένα απ' τους καπνούς του μπαρουτιού και νοτισμένα με την πάχνη και την αντάρα.

 Το τραγούδι αυτό είναι το τραγούδι ,,των αρμάτων ,,είναι το τραγούδι το ,,κλέφτικο,,, που πάει να πει η λαλιά του ανυπόταγου, του ασκλάβωτου σκλάβου, που δε στέργει να ζει ήσυχος κάτω απ' την τυραννία και προτιμάει να ζει παράνομα την αδούλωτη ζωή του κλέφτη, δηλαδή να ζει ,,κλεφτά,, στον ελεύθερο αγέρα  ,τον αζύγωτο,.... αψηφώντας κίνδυνο,πείνα,κρύο...και  τον ίδιο το χάρο ακόμα...

  Το ,,κλέφτικο,, τραγούδι έχει δική του ιδιοτυπία και πρωτοτυπία και στη μορφή και στο περιεχόμενο.' Εχει απλότητα επική, σύνθεση ασύνθετη, πρωτόγονη αφηγηματική τεχνική, λιγοστό, αλλά δροσερό κι άδολο λυρισμό...Κι είναι σφραγισμένο με τη σφραγίδα της περηφάνειας και του μεγαλείου του ανθρώπου, που απ' τη στιγμή που μπαίνει στο νόημα της ζωής, νιώθει μέσα του υπέρτατη κι επιτακτική αποστολή του πάνω στη γη να ζει λεύτερος  στον τόπο του και  ν' απολαβαίνει το μερτικό του, μικρό ή μεγάλο ,απ' τ' αγαθά της φύσης και της ζωής.

  Μα ο δύστυχος ραγιάς, πάνω απ' το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και της λευτεριάς του, νιώθει μέσα του βαθιά κι αυτόματα μιαν  άλλη...υπέρτατη ανάγκη, την ανάγκη της ανθρώπινης συμπόνιας προς το διπλανό του που υποφέρει και ...στέκεται αλληλέγγυος σιμά του.

  Αγανακτεί και τον παίρνει το παράπονο και ξεσηκώνεται, κλωτσοπατάει τη χαμοζωή, τ' αφήνει όλα πίσω του, φαμελιά, σπιτικό, χωριό, πολιτεία και ξεκινάει με το καρυοφίλι του να σμίξει με τ 'άλλα παλικάρια, που  η ίδια τούτη απόφαση κι ορμή τάσπρωξε να βγουν στο ,,κλαρί,,...

,,Βασίλη μ' κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης.. Δεν μπορώ μάνα μ', δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω, θα πάρω το ντουφέκι μου, να πάω να γίνω κλέφτης...,,Σε τούτο το ξεκίνημα τον προστάζει ο πόθος  του να γλυτώσει τον τόπο του...πέρα ως πέρα...

  Έτσι μονάχα ξεπροβάλλουν και πλάθουν ιστορία κι αχτιδοβολούν δόξα κι υψώνονται σε σύμβολα οι αγωνιστές της ανθρωπότητας.

...Κι έτσι γεννιούνται οι Ήρωες...

 Στην αρχή ήταν το τραγούδι των ,,Αρμάτων,, που πρωτοβλάστησε τους μαύρους εκείνους χρόνους, ύστερα απ' το στερνόν αντίλαλο, που σκόρπισαν στον αγέρα οι καμπάνες της Αγιά Σοφιάς...Κι αργότερα, μέσα στο πνιχτό σκοτάδι της σκλαβιάς, άρχισε ν' αχολογάει το καθαυτό ,,κλέφτικο,,  τραγούδι, που μας ποτίζει σύγκορμα και σύψυχα και μας θρέφει με τ' ανάμα που ξεχύνει η συναίσθηση της ανθρώπινης αξιοσύνης. 

 Το τραγούδι αυτό συντροφεύει τον αποσταμένο μαχητή κι είναι πότε εγκώμιο ηρώων ξακουστών, πότε διηγείται κάποια μάχη ,πότε ιστορεί το λάβωμα ενός παλικαριού, ή τη ζωή την κλέφτικη και πότε πάλι ...διαλαλεί τη θανή του καπετάνιου ή του κλέφτη.

 Και...κάπως έτσι έχουμε ...ενότητες του τραγουδιού... του σκλαβωμού, των αρμάτων, της κλεφτουριάς, της μάχης, του αρματωλού και του κλέφτη, της θανής και του θρήνου... 

 ,,Νάξερα και να κάτεχα τι μήνα θα πεθάνω, σε τι εκκλησιά θε να ταφώ, σε τι άγιο μοναστήρι, νά παιρνα τα πελέκια μου, να μπω σε περιβόλι, να βρώ τ' αφράτο μάρμαρο, τ 'ατίμητο λιθάρι, να βρω και πρωτομάστορα...φτιάσε μου ωραίο κιβούρι, νάναι πλατύ για τ' άρματα, μακρύ για το κοντάρι και στη δεξιά μου τη μεριά βάλε ένα παραθύρι, να μπαινοβγαίνουν όμορφες, νά ρχονται μαυρομάτες, να λεν 

...ο Θιος σχωρέστονε το  νιό που μας αγάπα...,,

 Το τραγούδι των ,,αρμάτων,,...το ,,κλέφτικο,, έχει φτέρωμα κι αγέρα παρμένο απ' τα βουνά, που το γεννήσανε, κι ενώ είναι έργο ποιητικό στο είδος του, δεν ξεμακραίνει απ' την αλήθεια την ποιητική, μα και την ιστορική.

Δε φορτώνεται με φαντασία, δεν ομορφαίνεται με δανείσματα, με ηρωισμούς φανταστικούς, παλέματα με γίγαντες και στοιχειά, παραμένει λιτό στις εικόνες του τις ποιητικές, λακωνικά γραμμένες, πιστό και στα έργα τα γενναία, μα όχι παραμυθένιο.

 Τούτο το...πετροχώραφο της γης, που λέγεται Ελλάδα, το βασάνισε πολλές φορές ο δαίμονας του πολέμου και της σκλαβιάς και σώριασε τον πέτρινό του μόχθο, τα κτήρια και τα μνημεία του, σε ερείπια. Σε τούτον τον τόπο όμως, απόμεινε ο πλούτος και το καμάρι του...τα δημοτικά τραγούδια, που στέκουν μνημεία ανεκτίμητα της εθνικής μας λογοτεχνίας και κλείνουν μέσα τους νοήματα υπερβατικά, λαμπερή ανθρωπιά κι αισθήματα ευγενικά, μαστορικά δεμένα, για να τα νιώθουν και να τα τραγουδούν οι επόμενες γενιές.

 

 ,,Τραγούδα αθάνατη ψυχή της βρύσης και του λόγγου, ψυχή του ορθόστητου βουνού και τ αφρισμένου κάβου, ψυχή που αντάρτες στις πλαγιές απλώνεις του Κισσάβου και στήνεις ξέφρενο χορό στα βράχια του Ζαλόγγου...,,

 

 ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ...ανιστόρητο, βουερό, βαθύ ποτάμι, που ακόμα θρέφει σε  η παλιά της Κασταλίας η κρήνη, καθώς κυλά γλυκούς σκοπούς το διάβα σου αναδίνει κι είναι φλογέρα εκστατική το κάθε σου καλάμι. ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ...ψηλό το δέντρο ολάκερο αχολογάει κι αστράφτει, μ' όλους της Τέχνης τους ηχούς, με τ 'ουρανού τα φώτα...ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ...Ω πολύμορφη!

Αλαφρή σαν πεταλούδα, βαριά σαν κάστρο, ολόδροση, σαν κύμα μιας αβύσσου και φλογερή σαν τις καρδιές, που αιώνια θρέφει η γη σου, αθάνατη, βαθιά ψυχή της λεβεντιάς

 

           ,,  ΤΡΑΓΟΥΔΑ,,

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου