Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Τό τελευταῖο δεῖπνο (Κατά Μάρκον 14, 17-31)

   Ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει πλέον ὂτι βαδίζει πρὀς τόν θάνατο.  Γνωρίζει τί θά ἐπακολουθήσει ὂχι  ὡς μάντης πού σκηνοθετεῖ καί παίζει τό δρᾶμα του, ἀλλά ἐπειδή πρόκειται γιά συνέπεια τῶν ἐπιλογῶν του, οἱ ὁποῖες δείχνουν θυσιαστικά καί ἀναστάσιμα τό νόημα ζωῆς καί τοῦ ἒργου του. Ἀντί νά ἒρθει κάποτε ἂνωθεν ἡ μεσσιανική Βασιλεία,- ὁ Ἰησοῦς ταυτιζόμενος μέ τόν ἀνώνυμο πάσχοντα δοῦλο τοῦ Ἠσαΐα (53) ὁ ὁποῖος παίρνει ἐπάνω του τήν ἐνοχή ἂλλων-, τήν ἐκπληρώνει ἐδῶ καί τώρα προσωπικά, εἰσάγοντας νέα ἀντίληψη τῆς ἐσχατολογικής προσδοκίας ὡς θυσιαστικῆς πράξης.   βουλή τοῦ Κυρίου καί θυσιαστική ἀντιλήψῃ τοῦ τέλους συμπίπτουν. Ἀντί ἀναμονῆς τοῦ ἐσχάτου Ἰησοῦς ἀναλαμβάνει τήν πρωτοβουλία νά βιάσει τήν ἒλευσή του εἰσάγοντας το στήν ἱστορία.( Μτ.11,12 ἀπό δέ τῶν ἡμερῶν ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν. πρβλ. ἐπίσης καί Λκ,16,16 νόμος καί οἱ προφῆται ἕως ᾿Ιωάννου· ἀπό τότε βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται, καί πᾶς εἰς αὐτήν βιάζεται). Τό τίμημα τῆς ἐπιλογῆς Του εἷναι προφανές: ὅ,τι καί νά συμβεί θά φέρει ἴδιος τό βάρος τῆς εξιλέωσης.  περιοδεία στήν Καισάρεια τοῦ Φιλίππου καί Μεταμόρφωση ἀποτελοῦν τό κρίσιμο κομβικό σημείο, τόν συνδετικό κρίκο τῆς ἐσχατολογικῆς ἐνσάρκωσης καί τό ζωντάνεμα  τῆς προσδοκίας μέ τό αἷμα του. Τό νόημα τοῦ δείπνου θά ἀναδειχθεῖ σαφέστερα ἐάν διακρίνουμε τήν ἴδια τήν ἐσωτερική ἐκπλήρωση ἀπό τά παρεπόμενά της.

   προδοσία τοῦ Ιούδα δεν εἷναι μία ἱστορία τόσο διαφανής ὃσο νομίζουμε. κρατοῦσα ἐπί αἰῶνες παράδοση, στηριγμένη στόν Ματθαῖο  τόν θέλει προσωποποίηση τῆς παθολογικῆς φιλαργυρίας καί κακίας, ὁποῖος ὑπέκυψε στίς τύψεις του. (Μτ. 27, 3-5: Τότε ἰδών ᾿Ιούδας παραδιδούς αὐτόν ὃτι κατεκρίθη, μεταμεληθείς ἀπέστρεψε τά τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καί τοῖς πρεσβυτέροις  λέγων· ἥμαρτον παραδούς αἷμα ἀθῷον. οἱ δέ εἶπον· τί πρός ἡμᾶς; σύ ὄψει.  καί ῥίψας τά ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καί ἀπελθών ἀπήγξατο). Λουκᾶς ἐκφράζει διά στόματος Πέτρου διαφορετική ἂποψη. (Πράξεων 1,18: οὗτος μέν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ μισθοῦ τῆς ἀδικίας, καί πρηνής γενόμενος ἐλάκησεμέσος, -έσκασε στην μέση- καί ἐξεχύθη πάντα τά σπλάγχνα αὐτοῦ).

    Κατά τόν Μᾶρκο Ἰησοῦς δεν ἀποκαλύπτει, οὔτε  κἄν  ὑπαινίσσεται τήν ταυτότητα τοῦ προδότῃ μαθητή. Δηλώνει ἁπλᾶ ὅτι «καθώς γέγραπται» (14,21), σύμφωνα με τήν Παλαιά Διαθήκη, Μεσσίας θά προδοθεῖ ἀπό πολύ δικό του ἂνθρωπο. (πρβλ. Ψαλμ. 40,10: καί γάρ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὅν ἤλπισα, ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾿ ἐμέ πτερνισμόν). Ἀλλά ἅς αφήσουμε τό θέμα αὑτό στούς  καινοδιαθηκολόγους.

  Πάντως εἷναι δύσκολο νά δεχθοῦμε ὡς περιεχόμενο τῆς προδοσίας τήν ἁπλή ὑπόδειξη ἐκ μέρους τοῦ Ιούδα ἑνός προσώπου πασιγνώστου, ὅπως γνωστός ἦταν καί τόπος στόν οποίο διανυκτέρευσε Ἰησοῦς κατά τίς ἑορτές τοῦ Πάσχα χωρίς νά κρύβεται ἀπό κανέναν. Τό κρίσιμο ήταν κατηγορία μέ τήν ὁποία θά συνελάμβαναν καί θά δίκαζαν τόν Ἰησοῦ. Ἰησοῦς ἦταν ἐνοχλητικός καί ἀπροσάρμοστος, ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι δέν εἶχαν κατορθώσει νά ἐντοπίσουν σέ τί ἀκριβῶς ἀπέβλεπε. Καί τό χειρότερο: τά λόγια του καί οἱ τρόποι του δέν ἂφηναν  ἀδιάφορο κανένα. Ἀλλά ὃποτε ἐπιχείρησαν νά τόν παγιδεύσουν, τούς  ξέφευγε. Παραδείγματα μεταξύ πολλῶν ἄλλων τά θαυματουργικά σημεῖα πού τοῦ ζητοῦσαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ Σαδδουκαῖοι (Μκ. 16,1-4), ἀπάντησή του στό ἐρώτημα τῶν ἀρχιερέων καί τῶν πρεσβυτέρων «ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καί τίς σοι ἔδωκε τήν ἐξουσίαν ταύτην;» (Μτ. 21,23-27) στό ἐρώτημα τῶν Φαρισαίων καί τῶν Ἠρωδιανῶν ἄν πρέπει νά πληρώνουν οἱ Ἰουδαῖοι φόρο στόν Καίσαρα (Λκ 20,20-26). Ἑπομένως χρειαζόταν κάποιος νά γνωρίζει τά πράγματα ἐκ τῶν ἔσω, ὥστε διατύπωση τοῦ κατηγορητηρίου νά μήν ἐπιτρέπει τίς ὑπεκφυγές, νά θίγει τόν βαθύτερο σκοπό τοῦ Ἰησοῦ, ὁπότε ἐκεῖνος νά μήν εἶναι σέ θέση νά τόν αρνηθεί χωρίς νά ἀποκηρύξει τόν ἑαυτό του.

  Ὅμως γιά  ποιόν λόγο ἆραγε  Ἰούδας νά πρόδωσε; Μόνο στήν σφαίρᾳ τῆς καθαρῇς εἰκασίας μποροῦμε νά στραφοῦμε. Καταγόταν ἀπό τό Καριώθ, πολίχνη κοντά στήν Καπερναούμ, καί ἦταν ἰδιαίτερα εὐαίσθητος στήν τάξῃ τοῦ Νόμου. Γιά νά γίνει  ὅμως μαθητής τοῦ Ἰησοῦ καί νά τόν ἀγαπήσει πρέπει νά ἦταν ἀρκετά ἀνήσυχος. Πίστεψε ἴσως σέ ἀναμόρφωση τοῦ Νόμου καί τῆς παράδοσης καί γιαὑτό ἐπεδίωξε κάποιον συμβιβασμό. Διαψεύστηκε οἰκτρά. Νόμος δεν εἶχε ἄλλο αἴσθημα ἀπό τά αὐτόματα ἀντανακλαστικά τῆς διάρκειάς  του καί τῆς ἐπιβολῆς του. Δέν  ἒχασε ἁπλᾶ: ὁδήγησε στόν θάνατο αὐτόν πού ἀγαποῦσε καί ἒτσι αὐτοκτόνησε.  Τό δρᾶμα του εἷναι καί δικό μας, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι βρισκόμαστε συνεχῶς στό δίλημμα νά διαλέξουμε ἀνάμεσα στόν συμβιβασμό καί τήν ανάληψη τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης, ὅτι αντιμετωπίζουμε κάθε ἡμέρα τό δίλημμα νά διακινδυνέψουμε γιά νά κερδίσουμε τόν ἑαυτό μας νά συντριβοῦμε ὑπό τό βάρος τῶν δισταγμῶν, νά προδώσουμε τήν βαθύτερή μας ἐπιθυμία καί νά ἰσοπεδωθοῦμε ὑπό τό  βάρος τῶν ἐνοχῶν.

  Ἄν Ἰούδας ἀμφέβαλλε γιά τήν δύναμη τῆς ἀγάπης, πού τόσο ἐμφαντικά ὑπογράμμιζε Ἰησοῦς, ἐπειδή ὑπολόγιζε καί τόν Νόμο, Πέτρος δέν ἀμφέβαλλε διόλου, καθώς εἶχε παραδοθεῖ ἄνευ ὄρων στόν Ἰησοῦ. Πέρα ὅμως ἀπό τίς διαφορετικές προσωπικές περιπτώσεις τους,  πέραν τοῦ ἀτομικοῦ τους προβλήματος,  ἀκριβῶς τήν ὤρα πού οἱ μαθητές περιστοιχίζουν τόν Ἰησοῦ, μετά  τήν ἀποθεωτική του είσοδο στά Ἱεροσόλυμα, τήν ἴδια ὤρα ἐκεῖνος μένει μόνος του, ἀφοῦ εἲτε δεν τόν καταλαβαίνουν εἲτε τόν προδίδουνε εἲτε τόν ἀπαρνοῦνται. Εἰδικά φλογερή πίστη τοῦ Πέτρου φέρει τό βάρος συναισθηματικῆς  ἐπιπολαιότητας. Τό «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι» τῆς Μεταμόρφωσης ἔλεγε ἤδη πολλά. Ὃσο αὐθόρμητα δίνεται, τόσο ὑπαναχωρεῖ Πέτρος βιαστικά. Ἔχει ἕναν ἐνθουσιασμό κινουμένης ἄμμου πού τόν κάνει νά μήν ζυγίζει τίς συνέπειες καί τίς εὔθυνες τῆς ἐπιλογῆς του. Ἀπό τήν μία ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία καί ἀπό τήν ἄλλη τοῦ δίνει συμβουλές συμβιβασμοῦ πού κάνουν τόν Ἰησοῦ νά  ἐξοργίζεται (Μκ 8,33 ἐπετίμησε τῷ Πέτρῳ λέγων· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων). Δέν εἷναι τυχαῖο ὅτι χρειάστηκε ὅραμα καί φωνή ἐξ οὐρανοῦ γιά νά κλονιστοῦν οἱ ἀντιλήψεις του  περί διατροφικῆς καί ἐθνοθρησκευτικῆς καθαρότητας. (Πράξ. 10,9-16 καί 28-29), χωρίς τό θέμα νά κλείσει μέσα του ὁριστικά, ἀφοῦ κατά τήν μαρτυρία τοῦ Παύλου (Γαλάτας 2,11-21) δέκα ὁλόκληρα χρόνια μετά τήν Ἀνάσταση δεν εἶχε ἀκόμη  χωνέψει πώς σωτηρία ἔρχεται ἀπό τήν πίστη καί όχι ἀπό τά ἔργα τοῦ Νόμου, πώς πίστη καί όχι τό αἷμα κάνει τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ. ἀντιφατικότητα του ματαίωνε τήν πίστη ἕως ὅτου βγήκε ἀπό τό  βαρυτικό  πεδίο τοῦ ἑαυτοῦ του καί παρέδωσε μαρτυρικά τήν πίστη στό συναίσθημα. Πλέον νόμος τῶν μελῶν του δέν μποροῦσε νά  αἰχμαλωτίζει τόν νόμο τοῦ νοῦ καί νά κάνει τό θέλημά του εύθραυστο. πίστη ἑνώνει ἀδιάσπαστα τούς κόσμους τοῦ πνεύματος καί τοῦ σώματος, τῆς ἰδέας καί τῶν βιοτικῶν της παραιτήσεων, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί τῆς ἀνθρώπινής της ἒκφρασης.

 Τά περί Ιούδα καί  Πέτρου ὑποβάλλουν ἀνάλογη προσέγγιση τοῦ λεγομένου τελευταίου ἤ μυστικοῦ δείπνου στήν προοπτική πάντα τῆς Σταύρωσης.  Ἐπικρατεῖ ἀτμόσφαιρα ἀπογοήτευσης καί ἀντί χαρμόσυνης προσδοκίας κυριαρχεῖ στό τραπέζι θλιμμένη ἀναμονή πού  μοιράζονται ἐξ ἴσου ὁ Ἰησοῦς  καί  οἱ δώδεκα. Περίμεναν τήν Βασιλεία καί ἔρχεται ὁ θάνατος. Ἀνήμερα γιά τούς Συνοπτικούς παραμονή τοῦ Πάσχα γιά τόν Ιωάννη, χωρίς νά συνδέεται ὀργανικά μέ τήν γιορτή τοῦ δείπνου ἤ ἡ πνευματικότητά του νά ὑφαίνεται μέ τήν ἴδια τήν γιορτή. Θα μποροῦσε νά ἔχει  λάβει χώρα μία ὁποιαδήποτε ἄλλη στιγμή καί ὑπ’ αὑτῇ τήν ἔννοια τά εὐχαριστιακά δρώμενα νά ἔχουν αὐτοτελῆ τήν σημασία. Στό ἀνώι ἑνός φιλικοῦ σπιτιοῦ, μακριά ἀπό τόν κόσμο καί τήν χαρά τῆς γιορτής, χωρίς ἀρνί, σέ ἓνα τραπέζι μέ πικρά χόρτα καί τήν  εἰδική σάλτσα πού τούς έβαζαν (ὅπως ὑποδηλώνει τό βούτηγμα τοῦ ψωμιοῦ στό πιάτο), ψωμί καί κρασί, ὁ Ἰησοῦς σάν ἄλλος ἀρχηγός τῆς οἰκογενείας εὐλόγησε  καί μοίρασε τό ψωμί στούς μαθητές, προσθέτοντας: λάβετε φάγετε· τοῦτο ἐστι τό σῶμα μου. Στην συνέχεια τούς έδωσε τό κρασί συμπληρώνοντας: τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον. Πρόκειται γιά τήν νέα διαθήκη πού γράφει καί ὑπογράφει ὁ Ἰησοῦς με τό σῶμα του (ἄρτος) καί τό αἷμα του (οἶνος), για νά τήν συνδέσει στήν συνέχεια μέ τήν καινούργια –ἀναστάσιμη- ζωή τῆς Βασιλείας: ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μή πίω ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίνω καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος δέν εἷναι ἁπλή ὑπόμνηση ἀλλά ἔφοδος στο μέλλον. 

 Πλησιάζει τό τέλος. Ἰησοῦς ἀφήνει τόν κόσμο καί τούς μαθητές του παραμένοντας ἑνωμένος μαζί τους μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του. Στόν πόνο τῆς θυσίας του καί κάθε θυσίας γράφεται καινή διαθήκη, νέα συμφωνία μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Μοιραζόμενοι τόν ἂρτο καί τόν οἶνο μετέχουμε στήν  ἱερή τροφή τῆς ἀντιπροσφοράς καί τήν λυτρωτική δύναμη τοῦ θανάτου του. Βιάζοντας τήν ἒλευση τῆς Βασιλείας μέ τό σῶμα καί τό αἷμα του Ἰησοῦς μᾷς πληροφορεῖ ὅτι Μεσσίας μόνο θυσιαστικά ἐπιτελεῖ τό έργο του. θυσιαστικός του πόνος μεταμορφώνει τήν σχετικότητά μας καί τό μηδέν πού τήν περιχωρεῖ, ἀντί νά προσαρμόζεται σέ ἐξωτερικές χρονικές ἀρμονίες. Μιλᾶμε γιά κοινωνία θυσίας, μετοχή στήν θυσία του μέ τήν  δική μας θυσία,  για προέκταση τοῦ Σταυροῦ σέ ἔνα καινούργιο κόσμο. Ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια τό στάρι καί τό σταφύλι ἦταν σύμβολα ἀναγέννησης, πού οἱ ἄνθρωποι έβαζαν πλάι στούς νεκρούς. Ὅπως τό στάρι μέ τόν θάνατό του  ζωοποιεῖ καί τό  κλίμα ξαναβγάζει σταφύλι, θάνατος εἷναι γιά τήν ζωή. Αὑτό υπενθυμίζουν τά κόλλυβα. εὐχαριστιακός θάνατος  γίνεται ἀναστάσιμος, ὕλη πού μετουσιώνει πραγματικά σέ σάρκα καί αἷμα Χριστοῦ, μέ τήν πίστη τοῦ λαμβάνοντος. ἀνάμνηση τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ δέν ἔχει σχέση με τό παρελθόν εἷναι δεξίωση τοῦ μέλλοντος, ἀποτελεῖ γεγονός δωρεᾶς πού ἀναδεικνύει ὡς οὐσία τῆς ὑπάρξῃς τήν χάρη. Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί ἓνωση μέ τόν Θεό εἷναι μ’ ἄλλα λόγια προσφορά καί χάρισμα. Προσφέροντας τό σῶμα καί τό αἷμα του ὁ Ἰησοῦς ἐξέφρασε τήν ἐσχάτη του ἐπιθυμία: Θεός νά ὑπάρχει μέσα στόν κάθε ἔνα. Ζήτησε δηλαδή νά μοιραστοῦμε ὅλοι τήν ἐλευθερία του  για νά ἐλευθερωθεῖ κόσμος ἀπό τήν ἀγωνία καί τό βάρος τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Τό νόημα δεν μπορεί νά εἷναι ἐνοχή· τό νόημα εἷναι Ἂνοιξη.

 

 

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Ὑπομονή, σιγανά καί ταπεινά.

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου  

  Τό λεξικό τῆς Αρχαιοελληνικής τῶν Λίντελ-Σκώτ, ἀποδίδει στό ρῆμα ὑπομένω τίς ἒννοιες «μένω πίσω», «μένω στήν ζωή», «περιμένω κάποιον ἐναντίον μου», «ὑποτάσσομαι ἀδιαμαρτύρητα», «μένω σταθερός στήν θέση μου», «περιμένω νά ένεργήσω», «ἐπιμένω», «περιμένω κάτι».  Ὡς ἀφηρημένο πάλι οὐσιαστικό, ἡ ὑπομονή δηλώνει ἀντίστοιχα τό γεγονός τῆς ἀνοχῆς, αἲφνης ὑβριστικῶν λόγων, τῆς ἀντοχῆς λχ πόνων. ἢ τῆς παραμονῆς σέ  ὁρισμένο σημεῖο π.χ. «Ἐν τῆ Σπάρτη ὑπομένει Δημάρατος».

   Ἡ σημασία παρουσιάζει τοπολογικό χαρακτῆρα ἀκόμη καί στήν περίπτωση ὑπομονῆς στόν πόνο, στήν ὁποία τόπος γίνεται μεταφορικά το ἲδιο τό ὑποκείμενο, ἐφ’ ὃσον αὐτό ὑπομένει κάτι ἐκτός τῆς τάξεώς του. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά ἐσωτερική κατάσταση, ἀλλά γιά σχέση ἐπιβάρυνσης καί άντοχῆς ἑνός τόπου ἀπό ἂλλον. Καί οἱ Ο΄ συνδέουν στήν περίπτωση τοῦ Ἰώβ τήν ὑπομονή μέ τήν ἀντοχή σέ θλιψη ἐξωτερικῆς προέλευσης. Τό ἲδιο συναντᾶμε καί στήν Καινή Διαθήκη ὃπου προστίθεται κυριαρχικά στά ἢδη γνώριμα, καί ἡ διάσταση τῆς ἀπαντοχῆς. Τό μέν ρῆμα ὑπομένω διατηρεῖ τόν παλαιό ἐνεργητικό του χαρακτῆρα, ὃμως τό οὐσιαστικό του, ἡ ὑπομονή, τρέπεται σέ πάθος ψυχικό, αὐτοδύναμη ἐσωτερική πραγματικότητα, ὡς ἐσωτερική κατάσταση καί ὂχι ἐνέργεια ἐξωτερική.

 Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ὑπομονή νά μελετηθεῖ συγκριτικά καί μέ ἂλλες γλῶσσες. Στά λατινογενῆ ἢ τά λατινοτραφῆ ἡ ὑπομονή κατανοεῖται ὡς ἀνθεκτικότητα στίς παροδικές ἢ διαρκεῖς πιέσεις τῆς ζωῆς, εἲτε ὡς ἱκανότητα καί συνεπῶς ἀρετή  ἑνός  ἀνθρώπου νά πράττει ἀβίαστα,  μ’ ἐπιμονή στίς λεπτομέρειες. Ὁ Ἰταλός λέει pazienza, ὁ Γάλλος patience,  ὁ Ἂγγλος patience  ὃλα παράγωγα τοῦ λατινικοῦ patior, πού ἀνάγεται στό ἑλληνικό πάσχω. 

   Διαφέρει κατά πολύ τό ὑπομένω ἀπό τό ὑποφέρω. Τό μένω χαρακτηρίζεται ἀπό τήν διάρκεια ἐνῶ τό φέρω  παραπέμπει στήν σημασία βαστῶ, σηκώνω, κομίζω. Τό ὑπομένω περιγράφει μιά σχέση πού βασίζεται σέ παθητική διάθεση, πού ἐπιτρέπει ἓνα βίωμα τῆς πρόθεσης «ὑπό» σέ χρόνο διαρκείας, ἀδιάκοπο· ἐνῶ στό ὑποφέρω ὁ χρόνος διακόπτεται κάθε στιγμή τῆς πράξεως, καί μέ τόν τρόπο αὐτό περνᾶ.

  Ὁ Ἀρχαῖος δέν ἒκανε ὑπομονή γενικά· ὑπέμενε θλίψεις, βία, πόνους καί ἂλλα. Πιό συγκεκριμένα τό ρῆμα  ὑπομένω συνοδευόταν ἀπό  ἀντικείμενο σαφῶς διακεκριμένο τοῦ  ὑποκειμένου. Με τούς πρώτους ὃμως χριστιανικούς χρόνους, ἡ ἐμπειρία τῶν διωγμῶν καί τοῦ μαρτυρίου ἀνέδειξαν τήν ὑπομονή σέ χάρισμα, παθητικότητα πού προηγεῖται τοῦ πάθους καί άποτελεῖ καθαρά ἠθική δύναμη, ψυχικό σθένος. Εἶμαι ἂρρωστος καί  κάνω ὑπομονή δέν συμπίπτει τό πάθος τῆς ἀσθένειας μέ τό γεγονός ὃτι τό βαστάζω.

   Γινόμαστε ἀνυπόμονοι ἰδιαίτερα σήμερα κρατῶντας τό ρολόι  μέσω τοῦ κινητοῦ στό χέρι ἢ στήν τσέπη μας, πιστεύοντας ὃτι ἒχουμε τόν χρόνο στό «τσεπάκι» μας ἢ  ὁ χρόνος εἶναι  τοῦ χεριοῦ μας, μέ τήν ψευδαίσθηση ὃτι ἐλέγχουμε ὃλες τίς  ὑπαρξιακές μας παραμέτρους. Προφανῶς ἡ ἀνυπομονησία συνορεύει  ἂμεσα μέ τόν ἀπελπισμό. Ἒτσι ἐξηγεῖται ὁ πανικός καί ἡ  ἀπελπισία τοῦ  ἀνυπόμονου. Ἡ ἐλπίδα  συνδέεται μ΄ ἓναν χρόνο καινούργιας ζωῆς καί ὂχι μέ ἓναν χρόνο πού τρέχει: Ἡ ἐλπίδα εἶναι ὁ ἐσχατολογικός τρόπος  ὓπαρξης ἐν τῆ ὑπομονῆ.

  Τό βράδυ τῆς ἡμέρας αἰσθανόμαστε τήν μελαγχολική ἀνακωχή ἀφήνοντας νά ἀναφανεῖ κάτω ἀπό τήν μονοτονία τῆς δυστυχίας μας, μιά ὑπομονή δίχως μέλλον. «Γεμᾶτοι ἀπανθρωπιά καί κατάθλιψη», γίναμε ἀγρίμια πού ἐκφραζόμαστε μέ ἀπουσία ἀντίδρασης στίς συγκινήσεις μας. Γίναμε ἀλαργινοί, ἀπόμακροι γιά τόν δίπλα μας, γιά τόν κόσμο ὃλο, καί δυστυχῶς καί γιά τόν ἑαυτό μας.  Συνθέσαμε ἓναν κόσμο ἀποκλειστικά ὑλικοῦ ἂπληστου συμφέροντος, ἒναν κόσμο πού μοιάζει χωρίς σκοπό καί μέλλον, ἓναν κόσμο πνιγηρῆς ἐπανάληψης καί μονοτονίας, ἓναν κόσμο σιωπῶν τῶν κρυφῶν πληγῶν, σκιάζοντας ἐπιμελῶς τίς  προκλήσεις τῆς ζωῆς. 

   Ἡ ἀσκητική ὑπομονή δέν ἒχει καμμία σχέση μέ τήν παθητικότητα.  Δύναμη τῆς ὑπομονῆς τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου εἶναι ἡ ἐλπίδα καί πίστη σ’ ἓναν χρόνο τελικό καί ἒσχατο. Χωρίς τελικό χρόνο ἡ ἐλπίδα γίνεται ἁπλή  ἀναμονή, παράταση ἐναγώνιος τοῦ ὑπολογισμένου χρόνου, μετεωρισμός στό ξαφνικό κενό. Τό τέλος τοῦτο δέν βρίσκεται σ’ ἓνα ἀπώτατο μέλλον· τό τέλος τοῦ χρόνου βρίσκεται στό παρόν τοῦ Θεοῦ, πού ἒχει ἒρθει καί ἒρχεται. Μόνο ἡ  παρουσία τοῦ Θεοῦ μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ἀκλόνητα πώς ἡ δικαιοσύνη Του ἐπέρχεται. Ἐάν δέν ζοῦσε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ  ὁ Ἰώβ ἢ ἡ γνωστή  μας Μάρτυσσα Διακόνισσα δέν θά πίστευαν, οὒτε θά ὑπέμεναν τά πάνδεινα στό ὂνομά Του. Θά ἒχαναν τήν ὑπομονή καί τήν πίστη τους. 

Τί θέση μπορεῖ νά καταλάβει στήν ζωή μας ἡ ὑπομονή τοῦ μοναχοῦ; Σίγουρα δέν γίνεται νά μεταφέρεται ἡ ἂσκησή του στήν καθημερινότητά μας, καί οὒτε  ἒχει νόημα  ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας. Ποῦ θά ὁδηγοῦσε πχ μιά οἰκονομική δραστηριότητα χωρίς κέρδος ἢ ἓνας ἒρωτας, αὐτή ἡ βίαιη καί ἀνεξέλεγκτη δύναμη τῆς ζωῆς, πού ξεπερνᾶ τό ἁπλό βλέμμα, χωρίς ἀνταπόκριση, χωρίς πλησιάσματα καί ὁλόπλευρα ἁπλόχερα δοσίματα καί ἀγγίγματα;

 Τότε τί νόημα ἒχει νά μιμηθοῦμε τόν κανόνα τοῦ μοναχοῦ στόν κόσμο μας. Μιμούμεθα τήν σημασία τῶν ἒργων τοῦ μοναχοῦ καί κρατοῦμε ὡς ἀλήθεια κοινή,  τόν βαθύτερο λόγο: τίποτα τό οὐσιαστικό  δέν ἐπιτυγχάνεται ἀθυσίαστα, ἂν δέν παραιτηθοῦμε ἀπό κάποια εὐχαρίστηση ἢ ἱκανοποίηση κάποιου θελήματός μας. Ἂν ἀφαιρέσουμε τόν λόγο τῆς νηστείας τοῦ ἀσκητή δέν διαφέρει σέ τίποτα ἀπό τήν νηστεία τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά φροντίσει τήν ἐμφάνισή του. Μέ τήν νηστεία ὀ ἀσκητής ἀναζητάει τήν ἐσωτερική ἂνοιξη, ἐνῶ στήν δεύτερη τά πάντα, ὡραΐζονται στό σφίξιμό τους, καθαγιάζονται στήν γοητεία καί τήν δύναμη.

  Μοναχοί καί λαϊκοί, κληρικοί καί μοναχές, ὃλοι εἲμαστε ἀσκητές, ὃλοι ἀγωνιστές, ὃλοι συνοδοιπόροι καί συνοδίτες. Ἀνατέλλει ὁ χρόνος συνέχεια, χωρίς νά δύει ποτέ.. Ἒχει ὑλικότητα ἀφοῦ εἶναι δημιούργημα, καί φυσικά δέν μπορεῖ νά χωρέσει σέ κανένα ρολόι, σέ κανένα χρονόμετρο.   Ὂθεν ἡ ὑπομονή  ἀναδεικνύεται σέ συν-κίνηση τοῦ χρόνου. Ἀντέχουμε τήν διάρκεια τοῦ χρόνου καί ὂχι τό πέρασμά του.

  Στήν ἐποχή τῆς ἂκοπης ἐλπίδας, πού τά  θέλουμε ὃλα ἐδῶ καί τώρα, χωρίς ἲχνος ἱδρῶτα  καί μόχθο, πού  ψάχνουμε τρόπους νά «σκοτώσουμε» τήν ὢρα μας, στήν ἐποχή τοῦ πῶς θά ἀποκτήσω περισσότερα καί γρήγορα ἒστω καί βρόμικα, μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά  ὑπομονή καί μέχρι ποίου σημείου;

    Μέσα μας, μέσα μας βαθιά, καίει διακριτικά  μιά μικρή φλόγα, ἡ  ὁποία δέν ἐπιτρέπει νά ἀγνοήσουμε τήν ἰδιαίτερη σημασία πού ἀποκτοῦν τά βλέμματα, ὁ χρόνος ὡς δημιούργημα καί αὐτός, οἱ μυρουδιές  τῆς ἀγαπημένης μας, τῆς βροχῆς, τῆς  ἀρμύρας τῆς θάλασσας,.. Εἶναι αὐτά πού μᾶς πείθουν ὃτι ἡ ἐλπίδα καί σέ μεγάλο βαθμό, ἡ εὐτυχία, παραμένουν σέ τοῦτο τόν κόσμο, ζητῶντας μας νά παραχωρήσουμε κάποιο, ἒστω καί ἐλάχιστο χῶρο στήν ὑπομονή.

  Ὃλοι γνωρίζουμε τί εὐχάριστο εἶναι νά μπαίνει στήν ψυχή μας, ὃταν τήν ἒχουμε ἀνοιχτή, ἡ μυρουδιά τῆς νύχτας καί τῶν λουλουδιῶν, καί ὃλοι  μας στήν ἐπαρχία ἒχουμε  χαρεῖ,  χαζεύοντας τόν οὐρανό πού σκοτεινιάζει, τό νεῦμα μιᾶς ὑπόσχεσης βροχῆς, πού  παραχωρεῖται πλούσια ὡς χάρισμα, σέ ἀνυπόμονους καί καρτερικούς, ἐξ  ἲσου, ἁπλόχερα, ὡς ἀνακωχή στήν μελαγχολία μας.

   Συχνά πυκνά στέκομαι στόν ἑλληνικό μῦθο τοῦ Σίσυφου, στόν βαθύ συμβολισμό του, τοῦ παράλογου αὐτοῦ ἣρωα  πού τόσο μᾶς μοιάζει, πού μᾶλλον εἲμαστε εἰκόνα του, στά πάθη καί τά βάσανά του, στήν ἀγάπη  του γιά τήν ζωή, στό μίσος του γιά τόν θάνατο, τό ἀνείπωτο μαρτύριο πού δέν τελειώνει ποτέ.

  Ὁ πρός τήν κορυφή καθημερινός ἀγῶνας του, τοῦ ἀρκεῖ γιά νά ὁπλίζει  τήν καρδιά του μέ ἀποφασιστικότητα, αἰσιοδοξία, ἀντοχή ὑπομονή, καρτερία.  Ὁ ἀγῶνας καί μόνο ἀρκεῖ γιά νά γεμίσει μία ἀνθρώπινη καρδιά. Φαντάζομαι τόν Σίσυφο, τόν ἂνθρωπο  ὃλων τῶν ἐποχῶν, εὐτυχισμένο ὂταν κάθε  πρωί ἀτενίζει τήν κορυφή,  καί τόν βράχο μπρός τά πόδια του.

 Οἱ μῦθοι φτιάχνονται γιά νά τούς ζωογονεῖ ἡ φαντασία. Στόν μῦθο τοῦ Σίσυφου τῶν προγόνων μας «βλέπουμε ὅλη τήν προσπάθεια ἑνός τεντωμένου κορμιοῦ ν' ἀνασηκώσει τήν πελώρια πέτρα, νά τήν γυρίζει σπρώχνοντάς την πρός τήν κορυφή,  σέ μιά πλαγιά πού τήν ἔχει ἀνεβοκατέβει ἀμέτρητες φορές. Βλέπουμε τό συσπασμένο πρόσωπο, τό κολλημένο πάνω στήν πέτρα μάγουλο, τόν ὦμο  πού δέχεται τόν λασπωμένο ὄγκο, τό πόδι πού τόν στηρίζει, τήν διαστολή τῶν  μυώνων, τήν ἀνθρώπινη σιγουριά δυό χεριῶν γεμάτων γῆ. Στό ἔπακρο αὐτῆς τῆς  τρομερῆς προσπάθειας, τῆς μετρημένης μέ τό χωρίς οὐρανό διάστημα καί τόν χωρίς βάθος χρόνο, ὁ σκοπός ἐκπληρώνεται. Ὁ Σίσυφος τότε, κοιτάζει τήν πέτρα νά κατηφορίζει σέ μερικές στιγμές πρός αὐτόν τόν χαμηλό κόσμο ἀπ' ὅπου θά πρέπει νά τήν ἀνεβάσει πάλι στήν κορυφή. Ξανακατεβαίνει στήν πεδιάδα καί πάλι ἀπό τήν ἀρχή.(Καμύ).

  Ὁ Σίσυφος εἶναι ὑπέροχος, στήν προσπάθειά του εὐτυχισμένος.  Ἡ ὑπομονή του  τόν κάνει πιό δυνατό ἀπό τόν βράχο του. Ἡ ἐπιθυμία τῆς εὐτυχίας, κάνει τόν ἲδιο δυνατό σάν τόν βράχο.  Ποιός ἀμφιβάλλει ὃτι οἱ ἀβάσταχτες ἀλήθειες  κάνουν τίς νύχτες τῆς Γεσθημανῆς μας ὑποφερτές, μόνο ὃταν ὑπομένουμε.

  Πέραν τοῦ ἀτομικοῦ ὑπάρχει μιά ἂλλη διάκριση, ἓνας ἂλλος τρόπος ξεχασμένος ἀπό τόν σύγχρονο ἐγωτικό  ἂνθρωπο. Αὐτός τῆς συμμετοχῆς τοῦ πολίτη, στόν κοινό βίο, στίς προσπάθειες, τίς ἀγωνίες, τούς πόνους, τίς διαβουλεύσεις καί τίς ἀναμετρήσεις τῆς Κοινότητας. Συμμετοχή ἐμπνεόμενη ἀπό τά κριτήρια  ἐκεῖνα πού κάνουν τήν ταυτότητα καί τήν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου κοινοτική, καί ταυτόχρονα κρίνουν κατά πόσον ἡ ταυτότητα καί ἡ παρουσία του εἶναι πράγματι κοινοτική. Εἶναι ἓνα ζητούμενο πού κάθε τόσο πρέπει νά νιώθουμε τό χρέος νά συνεχίσουμε νά τό κάνουμε, ἀγωνιστικά καί καρτερικά, μέ ὑπομονή και ἐπιμονή.