Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

Τό διακόνημα τοῦ ἐπισκόπου

 

Τοῦ Γιώργου  Δημόπουλου

Εισαγωγικά

  Τό 1935 ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἡλιουπόλεως καί Θείρων Γεννάδιο Ἀραμπατζόγλου ἐκδίδεται, μέ σχετικό  σχολιασμό, «Ἡ Τάξις τῆς ἁγίας λειτουργίας κατά τόν τύπον τῆς μεγάλης ἐκκλησίας», πού περιλαμβάνεται σέ κώδικα τοῦ 12ου αἰώνα.  Στήν ἐν  λόγῳ ἒκδοση ἐμπεριέχεται ἡ ἀρχαιότερη διάταξη τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόμου πού διαθέτουμε καί περιγράφεται μέ  πολλές καί  σημαντικές  λεπτομέρειες ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία  στήν Ἁγία Σοφία  Κωνσταντινουπόλεως κατά  τήν ἐποχή αὐτή.   

  Ὁ περιγραφόμενος  τρόπος τέλεσης τῆς ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας, ἀποκαλύπτει στόν προσεκτικό καί ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὁρισμένα δεδομένα μέ  σημαντικές ἐκκλησιολογικές προεκτάσεις. Ἡ σύγκριση τῆς ἐν  λόγῳ διάταξης μέ τόν σημερινό τρόπο  τέλεσης τῆς ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας  φανερώνει συγκεκριμένες διαφορές, πού ὀφείλονται σέ ἀλλαγές που συνετελέστηκαν κατά τούς τελευταίους αἰῶνες. 

Θεία Λειτουργία καί Συνοδικότητα

  Μποροῦμε νά προσεγγίσουμε τό πολύτιμο διακόνημα τοῦ ἐπισκόπου μόνο ὑπό τήν ὁπτική γωνία τῶν συμφραζομένων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος, καί τήν ἐναποθέτησή τους στήν κρίση τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἐναπόθεση εἶναι πού μπορεῖ νά  διαφυλάξει τούς κληρικούς, ἰδία τούς ἐπισκόπους, ἀπό τήν ἑωσφορική πεποίθηση (ἂρρητη μά πανίσχυρη)  ὃτι κατέχουν, ὂτι  ὑποκαθιστοῦν, ὃτι  ἀντικαθιστοῦν, ὃτι ἒχουν στό τσεπάκι τους τόν ζωντανό καί  ἀνυπόταχτο Κριτή. 

  Ὃπως κατέδειξε  μέ ἰδιαίτερη ἒμφαση καί σαφήνεια κατά τόν 20ό αἰώνα ἡ ἐπονομαζομένη «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία» ἡ  Θεία Εὐχαριστία δέν εἶναι ἁπλῶς καί  μόνο ἓνα μυστήριο, ἀλλά ἐκφράζει, συνιστᾶ, καί συγκροτεῖ τήν ἲδια τήν Ἐκκλησία. Ὁ ὀρθός ἑπομένως τρόπος τέλεσης τῆς Εὐχαριστίας δέν ἀφορᾶ ἀπλῶς καί μόνο τό τελετουργικό τυπικό, ἀλλά  φανερώνει τήν δομή καί τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας πού τήν τελεῖ. Ἡ ὂποια ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ταυτότητας συχνά ἀντανακλᾶται στόν τρόπο τέλεσης τῆς Εὐχαριστίας, καί  ἀντιστρόφως, ἓνας τέτοιος τρόπος τέλεσης τῆς Εὐχαριστίας κατά κανόνα ἀναπαράγει καί  ἐμπεδώνει τήν ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς μας ταυτότητας.

  Σέ ἐπίπεδο διοίκησης καί διαποίμανσης μιᾶς ἐπισκοπῆς, κυρίως ἐξαιτίας τῆς κατάργησης τοῦ συνεδρίου τῶν πρεσβυτέρων ὡς τοῦ κατεξοχήν συμβουλευτικοῦ ὀργάνου, εἶναι κραυγαλέα ἀποῦσα ἡ Συνοδικότητα.

  Δέν πιστεύω ὃτι οἱ ἐπισημάνσεις καί διαπιστώσεις μου θά προβληματίσουν στό ἐλάχιστο ἒστω καί ἒναν ἐπίσκοπο ἢ θά κινητοποιήσουν κάποιους κληρικούς καί  λαϊκούς πρός τήν κατεύθυνση τῆς ἀποκατάστασης τῆς Θείας  Λειτουργίας στήν ὀρθή παραδοσιακή της μορφή. Ἒρχεται  φυσικό αὐτή ἠ ἀποκατάσταση νά συνοδευθεῖ ἀπό τόν εὐρύτερο  ἐπαναπροσδιορισμό τῆς τραυματισμένης Συνοδικότητας καί τῆς ἐξ ἲσου τραυματισμένης Εὐχαριστιακῆς της ἒκφρασης.

Ἡ ἐνδυμασία τοῦ ἐπισκόπου

  Στήν ἀνωτέρω διάταξη καθίσταται σαφές ὃτι ἡ ἐνδυμασία τοῦ ἐπισκόπου κατά τήν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας δέν διαφέρει  σχεδόν σέ τίποτα ἀπό αὐτήν τοῦ  πρεσβυτέρου. Ὁ ἐπίσκοπος λειτουργεῖ μέ φαιλόνιο, χωρίς σάκκο καί, φυσικά χωρίς μίτρα, φέροντας μόνο ὠμοφόριο, τό  ὁποῖο ἀποδύεται ἑνόσω ψάλλονται τά  ἀλληλουϊάρια τοῦ Ἀποστόλου, καί τό ὁποῖο θά ἐνδυθεῖ πάλι μόνο κατά τό τέλος  τῆς Θείας Λειτουργίας, καί  συγκεκριμένα κατά τήν ἀνάγνωση τῆς ὀπισθάμβωνης  εὐχῆς.

 Ἡ πρακτική τῆς ἀπέκδυσης τοῦ ὠμοφορίου συνδέεται προφανῶς μέ τό ὃτι τό Εὐαγγέλιο  καί ὂχι ὁ ἐπισκοπος ἀποτελεῖ κατεξοχήν «εἰκόνα» Χριστοῦ, ἐνῶ πολύ περισσότερο, ἡ Θεία Εὐχαριστία μετά τόν καθαγιασμό εἶναι ὂχι μόνο ἁπλῶς εἰκόνες καί σύμβολα τοῦ Χριστοῦ ἀλλά τό ἲδιο τό Σῶμα του καί Αἷμα του.

 Ἡ ἀπέκδυση τοῦ ὠμοφορίου ἀποκαλύπτει ἐπίσης τήν σχέση τοῦ ἐπισκόπου μέ τούς ἱερεῖς του. Ἡ ἐνδυματολογική ἐξομοίωση τοῦ ἐπισκόπου μέ  τούς πρεσβυτέρους ὑποδηλώνει ὃτι δέν  ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τους, ὃσον ἀφορᾶ τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Καί  οἱ μέν καί οἱ δέ εἶναι προεστῶτες τῆς Εὐχαριστίας, εἶναι λειτουργοί και ἱερεῖς.

  Τά παραπάνω δέν ἀποτελοῦν ὑποβάθμιση τοῦ ἐπισκόπου· ἁπλῶς ἐπισημαίνουν ὃτι ἡ κύρια διαφορά του ἀπό τόν πρεσβύτερο συνδέεται ὂχι μέ τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας ἀλλά  μέ ἐκεῖνο τῆς Χειροτονίας, τό ὁποῖο τελεῖ ἀποκλειστικά μόνο  ὁ επίσκοπος, μέ τήν σύμφωνο γνώμη 7 πρεσβυτέρων οἱ ὁποῖοι  καί  αὐτοί ἐπέθεταν τάς χείρας των κατά τήν εἰς πρεσβύτερον χειροτονία, έκφράζοντες τήν συγκατάθεσή τους. (Ἱππόλυτος  Ρώμης. (170-235)

  Ὃπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ 17ος κανόνας τῆς Συνόδου τοῦ 869-870 (αὐτή πού καθαίρεσε τόν Φώτιο) μόνο ὁρισμένοι ἐπίσκοποι εἶχαν δικαίωμα νά φέρουν ὠμόφορο, καί ἐν πάσει  περιπτώσει ἀπαγορεύεται καί σέ ὃσους  εἶχαν τό δικαίωμα αὐτό, νά τό φέρουν ἐκτός καθορισμένων χρόνων καί  τόπων θεωρώντας το δεῖγμα ὑπερηφάνειας καί φιλαυτίας.

  Ἡ διάταξη τοῦ Γεμιστοῦ (τέλη 14ου  αἰώνα) ἀναφέρει μέ σαφήνεια: μετά τήν ὁλοκλήρωση τῆς Μεγάλης Εἰσόδου, ὁ ἐπίσκοπος, ὁ όποῖος ἒχει ἢδη ἀπεκδυθεῖ τό ὠμοφόριό του, τό ἐνδύεται ξανά μόνο ἐάν πρόκειται νά τελέσει  εἰς πρεσβύτερον χειροτινία. «Καί εἲ ἐστι χειροτονία πρεσβυτέρου ὁ πατριάρχης  ἀνίσταται καί, ἐνδυσάμενος τό ὠμοφόριον καί τελέσας τήν χειροτονίαν, ἀποδύεται  πάλιν τό ὠμοφόριον».  

    περιγραφόμενη ἀπό τήν παραπάνω διάταξη ἐνδυμασία τοῦ ἐπισκόπου, μέ σαφεῖς συμβολικές προεκτάσεις, τροποποιήθηκε ἀπό τήν μεταγενέστερη πρακτική τῆς ἀμφίεσης τῶν ἐπισκόπων μέ τά ἐνδύματα τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα, δηλαδή τόν σάκκο καί τήν μίτρα. Τόν σάκκο τόν πρωτοφόρεσε ὁ πατριάρχης  τόν 11ο αἰώνα, κάποιοι μητροπολίτες τόν  13ο αἰώνα, ἐνῶ ἡ χρήση του γενικεύεται μόλις κατά τό  τέλος τοῦ 17ου αἰώνα.

  Ποιός  ἀμφιβάλει ὃτι ἡ τροποποίηση τῆς ἐπισκοπικῆς ἐνδυμασίας, ἒχει ἀρνητικό ἀντίκτυπο στό συμβολικό ἐπίπεδο τῆς σχέσης τοῦ ἐπισκόπου τόσο μέ τόν Χριστό ὂσο καί  μέ τούς ἱερεῖς του.

 Οἱ  ἐπευφημίες πρός τόν ἐπίσκοπο

Σέ καμμία ἐκκλησιαστική διάταξη δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἀναφορά σέ ἐπευφημίες  πρός τόν ἐπίσκοπο, αὐτές δηλαδή πού ἀπαντῶνται κατά κόρον στήν σύγχρονη άρχιερατική Θεία Λευτουργία, καί ὂχι μόνον. Άναφέρομαι στήν ἀργή ψαλμώδηση τοῦ «τόν δεσπότη καί ἀρχιερέα ἠμῶν», στήν ἐκφώνηση καί τήν εἰς τριπλοῦν ψαλμώδηση τῆς ἀρχιερατικῆς φήμης, στά πολλαπλά  εὐκαίρως ἀκαίρως «εἰς πολλά  ἒτη δέσποτα», ἀλλά καί στόν νεοφανέντα πολυχρονισμό του. Κατά τήν  διάταξη πού ἀναλύουμε, ἀκόμη καί ἡ  εὐχή «Κύριε, Κύριε ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καί ἲδε...» ὁ ἐπίσκοπος  τήν λέει  στό Ἃγιο Βῆμα «καθ’ ἑαυτόν», δηλαδή χωρίς νά τήν ἀκούει ὁ λαός.

Ἡ μεγάλη εἲσοδος

Σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία τάξη, στήν Μεγάλη εἲσοδο λαμβάνουν μέρος μόνο οἱ διάκονοι, καί ὂχι,  ὃπως γίνεται σήμερα, οἱ ἱερεῖς, γιά   τόν ἱσχυρό λόγο ὃτι ὁ ἐπίσκοπος δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ, λειτουργικά  ἢ διοικητικά αὐτονομημένος ἀπό  τό συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων. Ὁ ἐπίσκοπος, ὡς λειτουργός, καί οἱ πρεσβύτεροι, ὡς συλλειτουργοί, δέχονται  τά  δῶρα  πού προσφέρει ὁ λαός διά τῶν διακόνων προκειμένου  νά προβοῦν στόν καθαγιασμό τους. Ἡ ἐπικρατοῦσα σήμερα συνήθεια, δέν ἐξυπηρετεῖ καμμία πρακτική ἀνάγκη. Ἀντίθετα, ὑποβαθμίζει συμβολικά τούς ἱερεῖς, ἀποσυνδέοντάς τους ἀπό τόν ἐπίσκοπο καί  συνδέοντάς τους μέ τούς διακόνους, ἀποδομεῖ τό συνέδριο τοῦ ἐπισκόπου, καί  δημιουργεῖ τήν ψευδῆ ἐντύπωση ὂτι  ὁ ἐπίσκοπος, ἐρήμην τῶν συλλειτουργῶν του πρεσβυτέρων, ἀποτελεῖ τόν ἀποκλειστικό «ἱερέα» τῆς Εὐχαριστίας.

  Μέ βάση τήν αρχαία τάξη, ὁ ἐπίσκοπος δέν ἒχει καμιά ἀπολύτως ἀνάμειξη στήν διαδικασία τῆς Μεγάλης Εἰσόδου. Τήν εὐθύνη γιά τήν ὀργάνωση καί διεξαγωγή τήν ἒχουν κατ’ ἀποκλειστικότητα οἱ ἰερεῖς. Αὐτό καταφαίνεται ἀπό  τήν τάξη τῆς Θείας λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (10ος αἰώνας) ὃπου ἀναφέρεται ὂτι «ἐξάγονται καί προτίθενται τά  ἃγια δῶρα ὐπό τῶν ἰερέων». Τοῦτο γίνεται σαφές καί  στήν  διάταξη τοῦ Γεμιστοῦ, ἡ ὁποία μᾶς πληροφορεῖ ὃτι ὁ Πατριάρχης δέν ἒχει καμμιά ἀπολύτως  ἀνάμειξη στήν διαδικασία ἒναρξης τῆς μεγάλης Εἰσόδου.

Ἡ μετάδοση τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀπό τον πρεσβύτερο στόν ἐπίσκοπο, καί ταυτόχρονα ἀπό τόν ἐπίσκοπο στόν πρεσβύτερο

  Σύμφωνα μέ τό κείμενο τῆς διάταξης, ὁ ἐπίσκοπος λαμβάνει τήν Εὐχαριστία ἀπό τά χέρια τοῦ πρώτου τῇ τάξει ἱερέα. Συγκεκριμένα, ἡ διάταξη μᾶς πληροφορεῖ τά ἑξῆς: Ὁ ἐπίσκοπος καί ὁ ἱερέας πού πρόκειται  νά τοῦ μεταδώσει τήν Εὐχαριστία ἀνεβαίνουν στήν κρηπίδα τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Ὁ ἱερέας  προσφέρει στόν  ἐπίσκοπο μιά μερίδα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἀμέσως μετά ὁ ἐπίσκοπος ἐπίσης μεταδίδει μιά μερίδα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ στόν ἱερέα. Στήν συνέχεια κατέρχονται ἀπό τήν κρηπίδα καί καταλύουν ταυτόχρονα τήν μερίδα πού  ἒχουν στά χέρια τους. Μετά ἀπό αὐτό, ὁ ἱερέας μεταδίδει στόν ἐπίσκοπο τό Ἃγιο Ποτήριο καί  ἀκολούθως ὁ  ἐπίσκοπος στόν ἱερέα. Ἒπειτα ὁ ἐπίσκοπος μεταδίδει τήν Εὐχαριστία στούς ὑπόλοιπους κληρικούς. (Taft. “The Pontifikal Liturgy of the Great ChurchX, 1-12 σς 301-302).

  Ἡ παραπάνω πρακτική μαρτυρεῖται εὐρύτερα σέ χειρόγραφο  τοῦ 13ου αἰώνα στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἀλλά καί  σέ χειρόγραφο τοῦ 16ου αἰώνα. (Βλέπε  σχολιασμό ἀπό  τόν Παναγιώτη Τρεμπέλα. Αἱ τρεῖς Λειτουργίαι, σ. 1410).

Συμπεράσματα

Ἡ ἐν λόγω διάταξη περιγράφει τήν ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου, ὃπως αὐτή ἐτελεῖτο στήν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν 11ο/12ο αἰώνα, σέ   ἐποχή καί σέ πολίτευμα δηλαδή πού ὑπερτόνιζαν τήν ἱεραρχία, καί  μέ λειτουργό  μάλιστα τίς περισσότερες φορές τόν ἲδιο τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Ἡ διάταξη  διασώζει πολλά στοιχεῖα συλλειτουργίας, λειτουργικῆς δηλαδή συνοδικότητας, τά ὁποῖα  ἒχουν πλέον ἐκλείψει: Ἡ παραδοσιακή ἐνδυμασία τοῦ ἐπισκόπου, ἡ ὁποία δέν  τόν διακρίνει κατ’ οὐσίαν  σέ τίποτα από  τόν πρεσβύτερο, ἡ ἒλλειψη ἐπευφημιῶν, καί ἡ μή συμμετοχή τῶν πρεσβυτέρων στήν μεταφορά τῶν τιμίων δώρων.

  Ὁ ὑπερτονισμός τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ἀφάνισε ὂχι μόνο τήν συνοδικότητα ἀπό τήν ζωή τῆς  Ἐκκλησίας ἀλλά ἀκόμη καί τήν  ἲδια τήν μνήμη.

  Προσεκτική ἀνάγνωση τῆς «τάξης» φανερώνει ὃτι ἡ διαδικασία ὑπονόμευσης τῆς Συνοδικότητας εἶχε  ἢδη ἀρχίσει νά δρομολογεῖται ἀπό  τίς αρχές τῆς δεύτερης χριστιανικῆς χιλιετίας. Ἀξίζει τῆς ἰδιαίτερης προσοχῆς μας,  ὃτι ἡ διάταξη καθιστᾶ ἐπίσης σαφές πώς  οἱ εὐχές λέγονται ἀπό τούς κληρικούς μυστικῶς, ἐπιβεβαιώνοντας τήν καθιερωμένη πρακτική τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν πλήρη συμμετοχή στήν Εὐχαριστία. Τρεῖς περίπου αἰῶνες ἀργότερα, ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης θά προσθέσει  ὃτι μετά  τήν Μεγάλη Εἲσοδο κλείνουν οἱ θύρες τοῦ ἱεροῦ, «ὂτι  οὐ πάσιν ὁρᾶσθαι ἂξιον τά μυστήρια, ἀλλά μόνοις τοῖς  τῆς ἰερωσύνης ἐνεργοῖς» (Περί τοῦ Θείου ναοῦ, PG155,732Α)

  Καί ἡ περαιτέρω διαφοροποίηση τοῦ ἐπισκόπου συνεχίζεται: Τόν 17ο αἰώνα ἐμφανίστηκε ἡ συνήθεια νά εὐλογεῖ ὁ ἐπίσκοπος  μέ τά δύο χέρια, καί τόν 14ο ἡ διαδικασία ἒνδυσης τοῦ ἐπισκόπου ἀπό ἰδιωτική ὃπως τοῦ ἱερέα ἒγινε δημόσια. Καθαρά πλέον ἡ Θεία Λειτουργία ἐπισκοποιήθηκε.

Λόγος  ἀκροτελεύτιος

 Ἡ διοικητική ἰσχυροποίηση τοῦ ἐπισκόπου ἀνιχνεύεται κατά τήν περίοδο πού ἡ Βυζαντινή αὐτοκρατορία παραπαίει καί μαζί της  καί ὁ Αὐτοκράτορας. Ὃσο ὁ  Αὐτοκράτορας κλονίζεται τόσο ὁ ἐπίσκοπος ἰσχυροποιεῖται. Ἡ τάση αὐτή θά ὁλοκληρωθεῖ  μέ τήν κατάρρευση τοῦ Βυζαντίου καί τήν ἀνάληψη άπό τήν Ἐκκλησία, καί κυρίως ἀπό  τόν Πατριάρχη «ἐθναρχικοῦ» ρόλου. «Ἐνῶ στίς προηγούμενες περιόδους ὑπῆρχε μονίμως κάποιος παράγοντας πού ἐξισορροποῦσε τήν ἐπισκοπική αὐθαιρεσία –εἲτε οἱ πρεσβύτεροι, εἲτε ὁ λαός, εἲτε  ὁ Αὐτοκράτορας- ἡ μεταβυζαντινή περίοδος  καταλήγει σέ ἓνα καθαρά ‘μοναρχικό’ ἐπισκοπικό ἀξίωμα μέ  τήν  πλέον  κυριολεκτική ἒννοια τοῦ ὃρου». (Larin, The Hieraschical Divine Liturgy in Arsenij Suxanov’s Proskinitarij, σ.254).

  Ἡ τάση αὐτή ἀποτυπώνεται καί στή πρακτική τῶν Πατριαρχῶν  νά χορηγοῦν συγχωροχάρτια, μέ τά ὁποῖα παρέχεται ἂφεση ἀμαρτιῶν ἒναντι κάποιου ποσοῦ, καί μάλιστα  χωρίς μετοχή στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

  Ἂν τιμᾶται στήν Ὀρθοδοξία ὁ  ἐπισκοπικός βαθμός δέν εἶναι διότι φέρει ἐπάνω του ἐσαεί μιάν «ἀντικειμενοποιημένη» χάρη πού ἀξίζει να προσκυνεῖται, ἀλλά ἐπειδή ἒχει ἀναλάβει τήν ἐπώδυνη διακονία νά ἀνακαλύπτει ὂσους ἀντέχουν νά δεχθοῦν χαρίσματα, νά τούς τά ἀναθέτει στηρίζοντάς τους παράλληλα μέ κατάλληλη ἀγωγή, καί νά ἐνορχηστρώνει τίς ἐπιμέρους ἑτερότητές τους εἰς  τρόπον ὣστε νά δοξάζουν τόν Θεό καί νά φανερώνουν τήν Βασιλεία του. Τιμᾶται δηλαδή  γιά ὃσα (πρόκειται νά) κάνει, καθώς καί γιά τό προσωπικό κόστος καί τήν σταύρωση που αὐτές οἱ ἀρμοδιότητες συνήθως φέρνουν μαζί τους.

  Σήμερα πλέον τό μόνο πού μνημονεύεται ρητά, εἶναι ὃτι  ὁ ἐπίσκοπος διοικεῖ κάποιους πού δέν εἶναι χαρισματοῦχοι ἀλλά μόνον ὑπήκοοι! Νοιάζεται πῶς νά ξεχωρίζει ὑπεροχικά ἀπό ὃλους τούς ὑπόλοιπους, κληρικούς καί λαϊκούς. Εἶναι φανερό ὃτι μιά τέτοια νοοτροπία διευκολύνει ὃσους ἒχουν τήν προδιάθεση νά βιώνουν τήν ἐπισκοπική τους ἰδιότητα  ὡς ἐξουσιαστικό συμπλήρωμα τῆς ταυτότητάς τους.

  Ὃταν ὁ ἐπίσκοπος φοράει τά ἂμφια καί στέκεται σέ κοσμικούς πεποικιλμένους θρόνους μπροστά στόν κλῆρο καί τόν λαό, ἐστεμμένος μέ τά ἀπομεινάρια τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκτάτορα,  κρατώντας ἀσημένια ἢ χρυσή ράβδο στό χέρι καί ἀνεμίζοντας τά δικηροτρίκηρα δεξιά-ἀριστερά, σέ ψυχολογικό ἐπίπεδο αὐτό ἀποτελεῖ  μιά μορφή χίμαιρας μέσα στόν σύγχρονο πολιτισμό, εἶναι ἒνας ἐξωτικός ἀναχρονισμός, περιβεβλημένος μέ τήν ἐξουσία ἑνός ἀρχαίου βασιλείου,   τυλιγμένου στίς ὀμίχλες μιᾶς ἐξιδανικευμένης ἐποχῆς.

  Σέ αὐτόν τόν ἀναχρονισμό ὐπάρχει ἐλπίδα; Ὑπάρχει ἐλπίδα ἀντάμα ὃμως μέ   ὐποψία. Ἐλπίδα, γιατί τά σύγχρονα πρόσωπα ἀναζητοῦν ἓναν χαρισματικό ὑπεύθυνο πατέρα, ἀλλά καί ὑποψία γιατί τόσο συχνά οἱ πατέρες ἒχουν καταχραστεῖ καί παραμελήσει τίς  εὐθύνες πού τούς παρεῖχαν ἡ ἐξουσία τους καί τά προνόμιά τους.    

 

Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

ΟΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ

 


  

  Ο μεγαλοβδομαδιάτικος και αναστάσιμος εθιμικός κύκλος αρχίζει ουσιαστικά από το Σάββατο του Λαζάρου. Παλαιότερα οι γυναίκες ζύμωναν αυτή τη μέρα τα «λαζαράκια», κουλούρια πλεγμένα σε κοτσίδα, που τα πήγαιναν και στην εκκλησία την Κυριακή για ευλογία. Την υποχρέωση για την επανάληψη του αρχετύπου δηλώνει το παροιμιακώς λεγόμενο «Όποιος Λάζαρο δεν πιάσει, / το ψωμί να μη χορτάσει». Τη μέρα εκείνη τα παιδιά τραγουδούσαν τον Λάζαρο, που τόσο πικράθηκε απ’ όσα είδε στον Άδη ώστε μετά την έγερσή του δεν ξαναγέλασε, και οι νοικοκυρές τα φίλευαν και τους έδιναν αβγά:

 

 

Λάζαρε, ειπέ μας τί ’δες

εις τον Άδη που επήγες;

Είδα φόβους, είδα τρόμους,

είδα βάσανα και πόνους.

Δώστε μου να πιώ νεράκι,

να ξεπλύνω το φαρμάκι,

της καρδιάς μου, των χειλέων,

μη με ερωτάτε πλέον.

 

     Την Κυριακή των Βαΐων η αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής διακόπτεται με κατάλυση ιχθύος, λόγω του εορταστικού χαρακτήρα της ημέρας αλλά και εν όψει της αυστηρότερης ακόμη νηστείας που επίκειται. Συμβαίνει όμως «ο πονηρός να σηκώνει τις μέρες εκείνες φουρτούνες και να εμποδίζει την ψαριά», όπως ακριβώς και στην άλλη μεγάλη γιορτή της Σαρακοστής, τη μέρα του Ευαγγελισμού. Απ’ όπου και η παροιμία: «Του Ευαγγελισμού και των Βαγιώ / μπαίν’ ο διάολος μες στο γιαλό».

    Στις εκκλησίες  κρέμονται από τα καντήλια σταυροί πλεγμένοι από φύλλα φοινικιάς. Είναι ευλογία για όποιον προλάβει να πάρει έναν σταυρό απ’ αυτούς την ώρα του Ευαγγελίου, όταν ο παπάς λέει τη φράση «Έλαβον τα βαΐα των φοινίκων». Από την αρχή του Ευαγγελίου προσπαθούν όλοι να πιάσουν κατάλληλη θέση. Τα «βάγια» (κλαδάκια ελιάς) που μοιράζονται εκείνη τη μέρα στις εκκλησίες, τα καίνε στο «κάπνισμα» (ξεμάτιασμα) και τα χρησιμοποιούν ως αποτρεπτικό των δαιμόνων.

 

 

Σταυροί από φύλλα φοινικιάς στα καντήλια

 

 

Κυριακή των Βαΐων. Μοιράζοντας τα βάγια

 

 Στην καθολική ενορία της Χώρας οι πιστοί πραγματοποιούν ιερή πορεία από τον Σαντ-Αντόνιο έως την καθέδρα του Αγίου Νικολάου, κρατώντας κλαδιά φοινίκων, με επικεφαλής τον κλήρο.

 


Κυριακή των Βαΐων. Η ιερή πορεία των καθολικών στη Χώρα

      Μετά τη λειτουργία, τα παιδιά γύριζαν παλαιότερα στους δρόμους, σε μια γραμμή, κρατώντας ένα στεφάνι από βάγια και λουλούδια, που μετά τη γύρα το έριχναν στη θάλασσα, έθιμο που θυμίζει την «ειρεσιώνην» των αρχαίων στις ανοιξιάτικες γιορτές. Έκαναν μεγάλο θόρυβο με «(ν)αργινάρες» (ροκάνες) και τραγουδούσαν:

 

Βάγιο, βάγιο των Βαγιώ,

τρώνε ψάρι και κολιό

και την άλλη Κυριακή

τρώνε κόκκινο αβγό,

για το πείσμα των Βραιώ

που σταυρώσαν το Χριστό.

 

     Από τη Μεγάλη Πέμπτη αρχίζουν οι προετοιμασίες για το Πάσχα. Οι γυναίκες βάφουν τα κόκκινα αβγά. Κόκκινα αβγά έβαφαν πολλοί λαοί και στην αρχαιότητα, στις ανοιξιάτικες γιορτές, ως σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης της φύσης. Το έθιμο στο Χριστιανισμό συμβολίζει το αίμα του Χριστού και εκφράζει τη χαρά για την ανάστασή του. Η παράδοση λέει ότι «όταν αναστήθηκε ο Χριστός, το είπαν μιας χωριανής και δεν το πίστευε. Μόνο αν γίνουν κόκκινα τ’ αβγά που βαστώ –είπε– θα το πιστέψω. Και τα αβγά βάφτηκαν αμέσως κόκκινα!».

     Τη μέρα αυτή ζυμώνουν επίσης τα κουλουράκια και τα τσουρέκια. Παλαιότερα, ετοίμαζαν ειδικά τσουρέκια για τα παιδιά, τις «βλαχούλες» για τα κορίτσια και τους  «αξιωματικούς» για τα αγόρια. Απαραίτητο γλύκισμα της Λαμπρής παραμένουν οι τυρόπιτες, από ανάλατη τηνιακή μυζήθρα: τα «τσιμπητά τυροπιτάκια» ή όπως τα λένε στα Έξω Μέρη «λυχναράκια», σε φύλλο στρογγυλό και τσιμπημένο δαντελωτά με τα δάχτυλα, τα «σκεπασταράκια» και οι «σκεπαστές».

 

Μ. Πέμπτη.  Ετοιμάζοντας τα τσιμπητά τυροπιτάκια

Λυχναράκια και σκεπασταράκια της Λαμπρής

 

     Το βράδυ, παρακολουθούν όλοι από νωρίς τα «δώδεκα ευαγγέλια», παρά το μεγάλο μήκος της ακολουθίας: «Μεγάλη Πέμπτη, ποιος δύναται να στέκει!».  

 

     Το πένθος των ημερών φτάνει στο αποκορύφωμά του τη Μεγάλη Παρασκευή. Οι άνθρωποι προσπαθούν να συμμεριστούν το πάθος του Θεανθρώπου: «Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν πρέπει να ζυμώσεις ούτε να μαγειρέψεις. Μόνο φακές κάνει να μαγειρέψεις αποβραδίς, που ’χουν γλυκάδι (ξίδι). Πρέπει να φας γλυκάδι κείνη τη μέρα, γιατί δώκαν του Χριστού, και μαρούλι ή πικρά χόρτα». Παλαιότερα, έψελναν οι γριές για την ψυχή τους το «Μοιριολόι της Παναγίας», πολύστιχο ποίημα σε αργό, βυζαντινό μέλος, που αναφέρεται στη σταύρωση του Κυρίου και στο θρήνο της μητέρας του:

 

           Για την Αγία Σαρακοστή, τις άγιες ημέρες

          που λειτουργάν οι εκκλησιές και ψέλνουν οι ψαλτάδες

          και λένε το Άγιος ο Θεός, το κύριο Βαγγέλιο

          κι όποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακούγει αγιάζει

          κι όποιος το φυλλοκαρδιστεί παράδεισο θα λάβει.

         Η Παναγία η Δέσποινα κάθουνταν μοναχή της,

         την προσευχή της ήκανε για το Μονογενή της.

        Ακούει βροντές, βλέπει αστραπές και ταραχή μεγάλη,

        βγαίνει να δει στην πόρτα της, βγαίνει και στη αυλή της.

        Βλέπει τον ουρανό θολό, τα άστρα βουρκωμένα,

        το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτημένο.

       Βλέπει τον Αϊ-Γιάννη κι έρχεται κλαμένος και δαρμένος

       κρατάει και στο χέρι του μαντίλι ματωμένο (...).

      Το δάσκαλό μου πιάσανε οι σκύλοι οι Οβραίοι,

      σαν κλέφτη τόνε πιάσανε και σα φονιά τον πάνε (...) κ.λπ.

 

     Στους ναούς των καθολικών τελείται και σήμερα το μεσαιωνικό έθιμο των «Μυστηρίων του Πάθους» ή τα κοινώς λεγόμενα «καντράκια». Είκοσι εννέα εργαλεία και αντικείμενα σχετιζόμενα με το πάθος του Χριστού, ζωγραφισμένα σε ξύλο ή χαρτόνι (καντράκια), υψώνονται διαδοχικά στο μέσον της εκκλησίας κρατημένα από παιδιά, ενώ παράλληλα ψάλλονται ομοιοκατάληκτα τετράστιχα σε λαϊκή γλώσσα. Προηγούνται ανάλογα ποιήματα, επίσης στο τοπικό ιδίωμα, ο «Θρήνος του Εσταυρωμένου» και ο «Θρήνος  της Παναγίας της Πονεμένης».

 

 

Ξινάρα, Μ. Παρασκευή. Τα Μυστήρια του Πάθους, στην Καθολική κοινότητα

                                                                                                


Ξινάρα, τα καντράκια               Μ. Παρασκευή         Χώρα, ο Εσταυρωμένος

      

     Οι ενορίες και τα χωριά συναγωνίζονται για τον καλύτερο επιτάφιο. Τον στολίζουν λεύτερα κορίτσια με «μαντιές» (βιολέτες) και πρασινάδες –σήμερα πλέον με λουλούδια του ανθοπωλείου. Το βράδυ, στη «γύρα», ο κόσμος ακολουθεί με αναμμένα κεριά. Υπάρχει η πίστη ότι όσο δυνατό αέρα κι αν έχει, την ώρα της περιφοράς θα πέσει για να μην τα σβήσει. Στα κατώφλια και στις αυλές των σπιτιών οι γυναίκες θυμιάζουν και πετούν λουλούδια. Πάνω στις πεζούλες ανάβουν κεριά, το ένα δίπλα στο άλλο, και, παλαιότερα, μεγάλες φωτιές με μπάλες από το υλικό που μένει κάτω-κάτω στα βαρέλια του κρασιού.

 

Χώρα. Η «γύρα» των επιταφίων

 

 Στη Χώρα, «τα επιτάφια» των τεσσάρων ενοριών και της Παναγίας συγκεντρώνονται στην παραλιακή πλατεία, όπου γίνεται κοινή δέηση. Προπορεύεται η φιλαρμονική του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας. Ύστερα, κάθε επιτάφιος συνεχίζει τη γύρα του στις γειτονιές της ενορίας. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει καθιερωθεί, ο επιτάφιος του Αγίου Νικολάου-Αγίου Ελευθερίου να φτάνει έως την παραλία Καλάμια και να μπαίνει στη θάλασσα, μαζί με τον ιερέα, τους ψάλτες και τα παιδιά που κρατούν τα φαναράκια και τα εξαπτέρυγα. Εκεί, μέσα στο νερό, γίνεται δέηση για τους «εν ναυαγίω πνιγέντας» και αιτείται η προστασία των πλεόντων από τον προστάτη τους Άγιο Νικόλαο. Η γύρα της Παναγίας περνά και από το νεκροταφείο, φωτισμένο από τα καντήλια όλων των τάφων, όπου αναπέμπεται δέηση για τους κεκοιμημένους. Επιτάφιος  περιφέρεται και από την καθολική ενορία, όμοιος με εκείνους των ορθοδόξων ενοριών. Μετά το τέλος της ακολουθίας, γυναίκες αλλά και άντρες και παιδιά ξεκινούν νύχτα, κρατώντας φαναράκια, και «ανάβουν τα ξωκλήσια», δηλαδή τα καντήλια των ξωκλησιών, με το φως του επιταφίου.

 

Συνάντηση των επιταφίων στην εξέδρα της παραλίας

 

Ο επιτάφιος στη θάλασσα

 

    


Ο επιτάφιος στο κοιμητήριο

 

     Προάγγελος  της πασχαλινής γιορτής είναι η «πρώτη Ανάσταση», το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, η κάθοδος δηλαδή του Χριστού στον Άδη για να κηρύξει τη σωτηρία στους εκεί νεκρούς. Την ώρα που ο παπάς ψάλλει θριαμβικά το «Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην», σκορπίζει λεμονόφυλλα. Όποιος πιάσει λεμονόφυλλο πριν πέσει στο δάπεδο, το βάζει στο πορτοφόλι του «για να ’χει πάντα λεφτά». Αν το πιάσει κοπέλα λεύτερη «θα παντρευτεί στο χρόνο». Από τα πεσμένα κάτω λεμονόφυλλα βάζουν στο σκρίνιο, «για να μην τρώει τα ρούχα ο σκόρος».

     Τη μέρα αυτή ολοκληρώνονται οι προετοιμασίες για το Πάσχα και ετοιμάζονται τα βραδινά φαγητά, η παραδοσιακή μοσχαρίσια σούπα ή –πιο πρόσφατα– η μαγειρίτσα. Στα χωριά, όσοι έχουν ακόμη δικά τους ζώα, σφάζουν το πασχαλινό αρνί μπροστά στο κατώφλι, για το λαμπριάτικο ψητό στο φούρνο. Με το αίμα του κάνουν έναν σταυρό μέσ’ από την πόρτα, «για το γούρι του σπιτιού», πράξη που υπενθυμίζει το πρόβατο της σφαγής των Εβραίων από το βιβλίο της Εξόδου.

 

    Τη νύχτα της Αναστάσεως όλοι πηγαίνουν στην εκκλησία ντυμένοι στα γιορτινά τους και με τις λαμπάδες τους. Αρκετοί παίρνουν μαζί τους αβγά και τυροπιτάκια «για να λειτουργηθούν». Στην Παναγία και σε μερικές ενορίες μοιράζονται σε όλους κόκκινα αβγά με έξοδα της Επιτροπής. Τα κορίτσια που θα ανάψουν τη λαμπάδα τους κατευθείαν από το κερί του παπά, πιστεύεται ότι θα παντρευτούν στο χρόνο. Μόλις ακουστεί το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες σημαίνουν πανηγυρικά, ανταλλάσσονται φιλήματα και ευχές. Δημιουργείται πανδαιμόνιο: κροτίδες, «τρίγωνα», «μάσκουλα». Παλαιότερα, αλλά και σήμερα ακόμη σε μερικά χωριά, «ρίχναν και τριμπονιές» με όπλα εμπροσθογεμή, τα τριμπόνια. Το έθιμο των εκκωφαντικών θορύβων, εκτός από την πρωτογενή του έννοια, να τρομάξει και να αποπέμψει τις δαιμονικές δυνάμεις, εκφράζει τον ενθουσιασμό και την ευφορία των χριστιανών για τη νίκη του Χριστού αλλά και την ψυχολογική εκτόνωση μετά την πένθιμη περίοδο της Μεγαλοβδομάδας.

   

Καρδιανή. Τα τριμπόνια βροντούν!

 

     Παλαιότερα, αλλά και σήμερα σε μερικά χωριά, μετά την αναστάσιμη τελετή στην αυλή της εκκλησίας, έκλειναν την πόρτα του ναού και ο παπάς στεκόταν απέξω με το ευαγγέλιο στο χέρι. Υποδυόμενος τον αναστημένο Χριστό, φώναζε: «Άρατε πύλας»! Κάποιος από μέσα,  που παρίστανε τον διάβολο, ρωτούσε: «Ποιος είσαι συ;». «Εγώ είμαι ο δίκαιος και ο κραταιός», απαντούσε ο παπάς και, σπρώχνοντας την πόρτα με το ευαγγέλιο, έμπαινε θριαμβευτικά με την αναμμένη λαμπάδα του. Το δρώμενο αναπαριστά την εις Άδου κάθοδο του Κυρίου και τη συντριβή του θανάτου, παραπέμποντας στον 23ο ψαλμό και στο στιχηρό αυτόμελο του εσπερινού της Μ. Παρασκευής («άδης ο παγγέλαστος ιδών σε έπτηξεν, οι μοχλοί συνετρίβησαν, εθλάσθησαν πύλαι...»).

     Το αναστάσιμο φως είναι άγιο. Προσέχουν να το φέρουν στο σπίτι χωρίς να σβήσει και κάνουν μ’ αυτό έναν σταυρό στο ανώφλι. Ανάβουν ύστερα το καντήλι, προσπαθώντας να το διατηρήσουν όσο πιο πολύ μπορούν. Στο τραπέζι που ακολουθεί, το πρώτο πράγμα που βάζουν στο στόμα τους είναι ένα κόκκινο αβγό, λέγοντας: «Με τ’ αβγό σ’ έκλεισα (την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς), με τ’ αβγό σ’ ανοίγω». Το τσούγκρισμα των αβγών, εκτός των άλλων, εμπεριέχει ανταγωνιστικό χαρακτήρα για την ανάδειξη του νικητή (του πιο γερού, του πιο τυχερού) και υποδηλώνει τη νίκη της εαρινής βλάστησης επί του χειμώνα.

     Ανήμερα της Λαμπρής γίνονται γλέντια. Στα καθολικά χωριά έκαναν παλαιότερα έναν αχυρένιο άνθρωπο, τον Ιούδα, τον έφτυναν, τον έβριζαν και τον φώναζαν «Προδότη!». Ύστερα τον κρεμούσαν σ’ ένα δέντρο και τον έκαιγαν. Είναι το πανελληνίως γνωστό εθιμικό δρώμενο, το «κάψιμο του Ιούδα», που εδώ έπαιρνε μερικές φορές χαρακτήρα πλησιέστερο προς τη διαπόμπευση του λαϊκού δικαίου, όταν, αντί για αχυρένιο ομοίωμα, υποδυόταν τον Ιούδα ένας χωρικός. Διαλεγμένος με κλήρο, ήταν αναγκασμένος να περάσει μέσ’ από τους δρόμους του χωριού και να δεχτεί το ξύλο, τις βρισιές και τα φτυσίματα των συγχωριανών του.

     Το απόγευμα γίνεται ο εσπερινός της Αγάπης. Η «ανάσταση» (εικόνα της Αναστάσεως σε κοντάρι, με στεφάνι από λουλούδια γύρω της) λιτανεύεται στους δρόμους. Υπήρχε έντονος συναγωνισμός ανάμεσα σε κοντινά ή αντικρινά χωριά, για το ποιο θα ρίξει τις περισσότερες τριμπονιές, «σκεπάζοντας» το άλλο. Όπου υπάρχουν περισσότερες ενορίες (Χώρα, Πύργος), οι αναστάσεις βγαίνουν σε κοινή γύρα.

 

Η «ανάσταση»                       Αϊ-Μάρκος. Αναστάσιμη λειτουργία

 

Χώρα. Οι αναστάσεις ξεκινούν για τη γύρα από τη Μεγαλόχαρη

       Μετά τον εσπερινό, ο κόσμος κάνει βόλτα φορώντας τα γιορτινά του και συνεχίζει το γλέντι. Στην περιοχή του Πανόρμου, έως τη δεκαετία του 1960, έστηναν κούνιες για τις κοπέλες. Τη μία μετά την άλλη τις κουνούσαν τα παλικάρια, ταιριάζοντας δίστιχα για να τις παινέψουν, να τους εκφράσουν την αγάπη τους ή να τους παραπονεθούν.

 

           Γαριφαλιά μου κόκκινη, μη γέρνεις απ’ τη γλάστρα,

           λόγια του κόσμου μην ακούς, τον έρωτά σου βάστα.

 

         Γαριφαλιά μου κόκκινη, πότε θα κοκκινίσεις,

        πότε θ’ αλλάξει η γνώμη σου εμένα ν’ αγαπήσεις;

 

     Και η απάντηση:

 

          Σίδερο να ’ναι το σκοινί κι ατσάλι το δοκάρι

          και τα χεράκια που κουνούν όλο μαργαριτάρι.

 

     Επίσης, οι κοπέλες, την ώρα που τις κουνούσαν, τραγουδούσαν το «τραγούδι της κούνιας»:

 

       Ν’ ανέβω θέλω στα ψηλά, στου Αϊ-Γιωργιού το δώμα,

       να ιδώ για το πουλάκι μου αν αρμενίζει ακόμα.

       Αρμένιζε και πήγαινε στου βασιλιά την πόρτα,

      μα ο βασιλιάς δεν είν’ εκεί, μόν’ τρεις βασιλοπούλες.

      Τη μια τη λένε Μαριγώ, την άλλη Δασκαλίνα,

      την πιο μικρή, μικρότερη, τη λένε Κατερίνα.

      Η μια κεντά τον ουρανό κι η άλλη το φεγγάρι

      κι η πιο μικρή, μικρότερη, κεντά το παλικάρι.

 

     Το έθιμο υπενθυμίζει τις αρχαιοελληνικές «αιώρες» των Αθηναίων παρθένων στη γιορτή των Ανθεστηρίων. Διαρκούσε όλη την πασχαλινή περίοδο. Μαζί άρχιζαν και οι κυριακάτικοι χοροί στην πλατεία.

 

     Όλη η εβδομάδα της Λαμπρής (η Διακαινήσιμος) λογίζεται σαν μια ημέρα. Αξιοσημείωτο έθιμο είναι τα «τραπέζια της αγάπης», όπου οι χωριανοί  έχουν την ευκαιρία να συμφάγουν και να συνεορτάσουν. Στον Κτικάδο, η αγάπη τελείται τη Δευτέρα  του Πάσχα. Στον υπόγειο επιβλητικό χώρο, κάτω από την αυλή της Μεγαλομάτας, στρώνεται ένα στενόμακρο πέτρινο τραπέζι, όπου παρακάθεται το σύνολο των ορθοδόξων του χωριού. Μοσχάρι σούπα, μαγειρεμένο σε καζάνια στο παρακείμενο τζάκι, είναι το παραδοσιακό φαγητό που συμπληρώνεται και από άλλα εδέσματα. Μοιράζονται άσπρα κεριά που τα ανάβουν από τη λαμπάδα του παπά, καθώς εκείνος ψάλλει το «Δεύτε λάβετε φως», ψάλλουν όλοι μαζί το Χριστός Ανέστη, συγχωρούν ο ένας τον άλλον και οι μαλωμένοι συμφιλιώνονται. Είναι το «τραπέζι της αδελφοσύνης». Ύστερα ο παπάς μνημονεύει τους νεκρούς, τους ενταφιασμένους στο χωριό από το 1746 μέχρι σήμερα. Νεκρούς, οι οποίοι παρευρίσκονται και συνεορτάζουν, αφού δίπλα, σε συνεχόμενο χώρο, είναι το οστεοφυλάκιο. Συμπαρουσία στρατευόμενης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας.

 

Λαμπροδευτέρα, Κτικάδος. Στο τραπέζι της αδελφοσύνης

 

     Αγάπη τελείται την ίδια μέρα και στην Καρδιανή. Μετά τη θεία Λειτουργία,  ανταλλάσσεται ασπασμός αγάπης στην αυλή της εκκλησίας, χωριστά από τους άντρες και χωριστά από τις γυναίκες,. Εδώ, το κυρίαρχο έδεσμα είναι η χοντρή «φουρτάλια» (ομελέτα), καμωμένη από πολλά-πολλά αβγά που τα προσφέρουν οι χωριανοί.

     Αγάπες γίνονται και στα καθολικά χωριά, μοιρασμένες σε όλες τις μέρες της Λαμπροβδομάδας. Σχεδόν κάθε χωριό έχει το δικό του ξωκλήσι όπου «μαραντίζει». Οι χωριανοί φέρνουν μαζί τους φαγητά και, μετά τη Λειτουργία, συντρώγουν στις κάμαρες ή στο ύπαιθρο. Φαγητά προσφέρονται και από τους τοπικούς συλλόγους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις σουβλίζονται αρνιά (Βωλάξ, Καλλονή) και κληρώνονται λαχνοί με αρνάκια, κατσικάκια και διάφορα δώρα. Όπου καλούνται τα όργανα ακολουθεί χορός.

 


 


Πέμπτη της Λαμπρής. «Μαράντισμα» και χορός στη Βωλάξ

 

     Την Κυριακή του Θωμά πανηγυρίζει στα Υστέρνια η Παναγία η Λακκωτιανή. Στο πανηγύρι σφάζουν για όλο τον κόσμο ταμένα ζώα, αφού η  Λακκωτιανή, μεταξύ των άλλων, βοηθεί στην ανεύρεσή τους. Το φαγητό που προσφέρεται είναι παραδοσιακά καθορισμένο: κρέας και σούπα. Οι επίτροποι γυρίζουν στα σπίτια του χωριού και μαζεύουν αβγά για το αβγολέμονο και κόκκινα. Κρατούν μεγάλα καλάθια και φωνάζουν: «Το αβγό της Παναγίας!». Τη σούπα τη μαγειρεύουν γυναίκες του χωριού, στις κάμαρες δίπλα στην εκκλησία, σε μεγάλα καζάνια και την ταράζουν με μακριές ξύλινες κουτάλες. Σερβίρεται σε πήλινες γαβάθες. Μετά τη Λειτουργία και την περιφορά, όλοι προσκυνούν την εικόνα στον περίβολο της εκκλησίας και ακολουθεί το τραπέζι της αγάπης στα μακρόστενα πέτρινα τραπέζια της αυλής.


΄


Κυριακή του Θωμά. Στη Λακκωτιανή, στα Υστέρνια


Με μια «ροδαριά» στη Λακκωτιανή

 

      Το ιδιαίτερο στοιχείο στην αγάπη της Λακκωτιανής είναι οι «ροδαριές», λουλούδια στο πιρούνι μαζί με μεζεδάκια, τυροπιτάκια, κόκκινα αβγά, καθώς και σημειώματα με ευχές και στιχάκια. Ροδαριές στέλνει ο πατέρας στο γιο, το παιδί στους γονιούς του, ο φίλος στο φίλο, τα παλικάρια στις αγαπημένες τους. Κάθε λουλούδι, ανάλογα με το είδος και το χρώμα του, παίρνει ειδική σημασία. Ακόμη και αγκάθια στέλνουν για τη σκληρόκαρδη.

Η προσφορά της ροδαριάς δεν είναι βέβαια άσχετη με τη χαρά και τη λανθάνουσα λατρεία για την αναβλάστηση της γης, αλλά και με τη μαγική δύναμη της πρασινάδας και των λουλουδιών να μεταδίδουν στους ανθρώπους, με τη θαλερότητά τους, υγεία και ομορφιά. Ήδη άλλωστε ο χειμώνας, όπως και ο θάνατος, έχει νικηθεί. Η ανοιξιάτικη ευωδία συμβαδίζει με την αναστάσιμη ευωχία, πνευματική και υλική. Παντού κυριαρχεί η χαρά που σκορπά το γλυκύτατο μήνυμα:

     –Χριστός Ανέστη!

 


Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Ἡ Δόξα

 

Κατά Ματθαῖον 16,1-8

 

    «Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν» (Μκ. 16,1). Ἔπρεπε νά τιμήσουν τήν μνήμη του καί νά τήν κρατήσουν ζωντανή. Τό εὔοσμο ἑνός σώματος μετά θάνατον σημαίνει τήν διάρκεια τῆς μνήμης τοῦ νεκροὐ, καθώς ἡ  διάχυτη λεπτότητα τοῦ ἀρώματος ὑπονοεῖ τήν ἐν εἴδει ψυχῆς πνευματική του παρουσία. Ἕλληνες, Ἐβραίοι, Αἰγύπτιοι, Ρωμαῖοι χρησιμοποιοῦσαν πολύ ἀρώματα στίς τελετουργίες τους καί ὄχι μόνο. Θυμίαζαν πάντα στά γεύματα, ὅπως θυμιάζει ἀκόμα ὁ ἱερέας στόν ναό. Μιλᾶμε γιά «ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς».

  Ἐννοεῖται ἡ ὥρα τοῦ συμβάντος ἔχει ἰδιαίτερη σημασία: ὀρθρίζει μιά καινούργια μέρα μέ τόν ἥλιο πού ἀνατέλλει. Ὁ ἥλιος στήν μυθοπλασία τῶν λαῶν ἀντιπροσωπεύει μιά συμβολική ἐπιφάνεια τῆς θεότητος. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι στούς Συνοπτικούς οἱ γυναῖκες φθάνουν στό μνῆμα καί διαπιστώνουν τήν ἀνάσταση τήν ὥρα πού χαράζει ἡ μέρα ἤ μόλις ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Πάντα κατά τούς Συνοπτικούς οἱ γυναῖκες παρακολουθοῦσαν «μακρόθεν» τόν θάνατο καί τήν ταφή τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης θέλει τίς γυναῖκες νά στέκονται πλάι στόν Σταυρό καί τόν Ἰησοῦ νά ἐμπιστεύεται στόν ἀγαπημένο του μαθητή τήν μητέρα του. Οἱ άνδρες σχεδίασαν καί ἀπόσωσαν τά πάθη, ἀλλά  μόνο στίς γυναῖκες  δόθηκε νά γίνουν μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως ἐκείνη τήν αὐγή.  Αὐτές γεννοῦν καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι σέ θέση νά δείξουν τήν νίκη τῆς ζωῆς πάνω στόν θάνατο· αὐτές γνωρίζουν ἀπό πίστη καί ἀγάπη, ὥστε νά δοῦν μιά πραγματικότητα ἡ ὁποία ζητεῖ ὀφθαλμούς τῆς καρδιάς.

  Καθώς πλησίαζαν οἱ  γυναῖκες στόν τάφο ἔλεγαν: «τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;»( Μκ16,3).Τό μνῆμα ἦταν «λελατομημένον ἐκ πέτρας», (Μκ15,46), μέ τήν εἴσοδό του σφραγισμένη  μέ μεγάλη πέτρα. Φθάνοντας οἱ γυναῖκες στό μνῆμα διαπίστωσαν ἔκπληκτες ὅτι ὁ λίθος παρά τό πελώριο μέγεθός του εἶχε μετακινηθεῖ ἀπό τήν θέση του καί ἄφηνε ἐλεύθερη τήν εἴσοδο στόν τάφο. Μέσα στόν πέτρινο  τάφο ὅπου ὁ καθαρός ἀέρας καί τό φῶς δέν εἶχαν εἴσοδο οὔτε ἡ ζωή περιθώρια καί διέξοδο, ὅπου ἐδέσποζαν μαζί μέ τήν βαρύτητα ὅλες οἱ ἀδρανεῖς δυνάμεις τῆς ὕπαρξης, εἶχε ἐγκατασταθεῖ σάν φῶς τῆς ζωῆς ἕνας λευκοφορεμένος, αστραπόμορφος «ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών» (Μτ.28,3) νέος, ἕνας πραγματικός ἄγγελος. Τό λευκό σημαίνει ἀναγεννητική μετάβαση ἀπό τήν νύχτα τοῦ θανάτου στό φῶς τῆς ζωῆς. Εἶναι χρῶμα καθαρότητας καί ὅποιος εἰσέρχεται στό φῶς του βαπτίζεται ἐν πνεύματι. Τό μαῦρο  παραπέμπει στήν σιωπή τοῦ μηδενός, τό λευκό κυοφορεῖ στήν σιωπή του μιά νέα πραγματικότητα, ἀναγγέλλει τήν ἔξοδο  ἀπό τόν ἄδη. Σ’ αὐτή τήν συνθήκη τῶν κύκλων νύχτας καί ἡμέρας, θανάτου καί ζωῆς, οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἐντάσσονται ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τους τέλεια καί μποροῦν νά δοῦν μέ ἄλλα μάτια τά πράγματα· νά ἀντέξουν τό φῶς τοῦ ἀγγέλου καί νά ἀκούσουν τά λόγια του: «μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.  ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν». (Μκ. 16,6). Ὁ ἄγγελος εἶναι πλάσμα τοῦ ἀλλιῶς· πυκνότητα ὑλική μεταμορφωμένη σε καθαρή πνευματικότητα. Καθώς οἱ μυροφόρες γυναῖκες μπαίνουν στόν τάφο μέ ζωντανό τόν Ἰησοῦ στήν ψυχή τους  ἀνυπότακτες στήν φθορά καί τόν θάνατο, καί ἀνοιχτές σέ ὅλα  τά ὄνειρα, προβάλλει ἐντός τους φωτεινά ἡ ἀλήθεια τοῦ εἶναι καί τό αἴσθημα αὐτό –ἡ καλή εἴδηση –ἀπλώνεται λυτρωτικά σάν ἄπειρο.

  Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ὑπακούοντας στά λόγια τοῦ ἀγγέλου, γεμάτες δέος καί τρόμο μέ ὅσα ἔζησαν τρέχουν νά ποῦν τά νέα στούς μαθητές. Τήν συνέχεια τῆς ἀφήγησης τήν ἀναλαμβάνει  ὁ Ματθαῖος. Ὄχι μόνο ἔτρεξαν νά τό ποῦν στούς μαθητές ἀλλά καθ’ ὁδόν «ἰδοὺ ᾿Ιησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ.» (Μτ.28,9). Ὁ Λουκᾶς (24,4-11) πάλι μιλάει γιά δύο άνδρες  «ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις» καί σημειώνει ὅτι οἱ γυναῖκες ἀνέφεραν στούς μαθητές τά γεγονότα ἀλλά   «ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (παραλήρημα) τὰ ρήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς». Πουθενά στά κανονικά Εὐαγγέλια δέν ἀναφέρεται κάθοδος τοῦ Ἰησοῦ στόν Ἄδη, θέμα τό  ὁποῖο παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία ἀπό τά Ἀπόκρυφα τοῦ Βαρθολομαίου καί τοῦ Νικοδήμου.

  Μέ τό ραντεβού στήν Γαλιλαία ὁ ἄγγελος καλεῖ τούς μαθητές –καί μαθητές εἶναι πλέον ὅσοι πιστεύουν στόν Ἰησοῦ ὡς Χριστό- νά ζήσουν ἐσωτερικά ὅ,τι τούς δίδαξε μέ λόγια καί  ἔργα ὁ Ἰησοῦς, πού τούς περιμένει νά ζήσουν τό μήνυμά του ἐδώ και τώρα ὡς  ἐσχατολογική πνευματικότητα, ὥστε νά  ἀναγνωρίζουν τόν Ἰησοῦ σέ κάθε ἄνθρωπο καί νά πορεύονται ἔτσι μαζί του. Τίποτα δέν θά χαθεῖ γιά ὅσους ζοῦν τόν Μεσσία μέσα τους, γιά ὅσους τό ἔσχατο ἔρχεται ἔσωθεν κάθε στιγμή ὡς ὑπαρξιακό γεγονός καί ἄμα  λυτρωτική παραμυθία, όχι ὡς σωτηρία  στό ἄγνωστο μέλλον, ὅπως ἐκείνη τῆς μεταγενέστερης ἑλληνίζουσας θεολογίας. Μήπως ἡ ἀπουσία μαρτύρων κατά τήν στιγμή τῆς Ἀναστάσεως,  ἴσως  καλύτερα ἡ ἀγγελική μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως- δέν ὑπονοεῖ ὅτι ἡ ἀφθαρσία τῆς πνευματικῆς μας οὐσίας ἀποτελεῖ ἕνα μυστήριο καί ὡς τέτοιο καθαρά ἐσωτερικό γεγονός ἀποτυπώνεται στὀ πνευματικό σῶμα τῶν συμβόλων;

  Ἡ ἀφήγηση τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν περιλαμβάνει ὅσα ἐκ τῶν ὑστέρων οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀντελήφθησαν μόλις ἔφθασαν στόν τάφο. Αὐτόπτης μάρτυρας κατά τήν στιγμή τῆς Ἀναστάσεως δέν ὑφίσταται. Μόνο μεταπασχάλιες ἀφηγήσεις διαθέτουμε ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς πέντε στίχους τῆς Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (15,3-8), ὁ ὁποῖος παραδίδει στούς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς του τήν πεποίθηση τῆς κοινότητας  γιά τίς ἀναστάσιμες ἐμφανίσεις τοῦ Ἰησοῦ: ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς,  καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτη ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς,  καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα·   ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείους μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν·  ἔπειτα ὤφθη ᾿Ιακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν·  ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερ εὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. Ὅμως αὐτή ἀκριβώς ἡ λιπομαρτυρία ἀποτελεῖ ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μᾶς ὑποχρεώνει νά διαβάσουμε τήν εὐαγγελική κατάθεση περί τῆς Ἀναστάσεως, ὥστε νά ἀποσπάσουμε ἀπό τήν ἀμαρτύρητη ἱστορικότητα τῆς πίστης ἕνα ὑπερχρονικό  νόημα, τό ὁποῖο καί νά ἐγγυηθοῦμε μέ τήν δική μας ζωή. Τό κενό τῶν Εὐαγγελίων μᾶς ὑποδεικνύει ἐμμέσως πλήν σαφῶς νά ἀφήσουμε τήν ἀντικειμενική πλευρά τοῦ θέματος  καί νά στρέψουμε  τήν προσοχή μας στό πνευματικό του βάθος. Ὁ χριστιανισμός εἶναι καινή ζωή πίστης καί ἀγάπης.  Καί ἡ μέν ἀγάπη συνδέεται μέ λαχτάρα τῆς προσωπικῆς αὐτοπραγμάτωσης, πού τροφοδοτεῖ συνεχῶς ἕνας μεταμορφωτικός δεσμός πρός τό ἀπόλυτο, ἐνῶ ἡ πίστη -Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων (Προς Εβραίους 11,1)- συνιστᾶ δεσμό μέ τό ἀθέατο, ψυχικό ἄνοιγμα πρός τό ἔσχατο μέλλον.

    Βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μέ ἕνα παράδοξο. Δέν καταγράφεται ἐμπειρική τεκμηρίωση τῆς Ἀναστάσεως· ἡ Ἀνάσταση μένει ἀμαρτύρητη.  Ἡ Ἀνάσταση δέν ἀποτιμᾶται ὡς ὑλικό γεγονός γιά νά χρειάζεται ἐξωτερική ἐπαλήθευση. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ τήν πάγια τακτική του προκαλώντας  -ἐσχάτη ταπείνωση- ἀμφιβολία καί γιά τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκη Του.  Ὅπως δυσφοροῦσε μέ τά ἴδια του τά θαύματα, ὅπως ὑπέστη τά πάθη καί τήν σταύρωση γιά νά μήν προσφύγει σέ ὑπερφυσική ὑποστήριξη τῆς μεσσιανικότητάς του, ἔτσι ἔπραξε καί μέ τήν Ἀνάσταση: ἐπέλεξε νά μήν ἐπιβληθεῖ ἄνωθεν ἀλλά νά προβάλει ἐντός μας τήν ἀλήθεια Του, ὥστε νά τήν ὑπερασπιστοῦμε μαρτυρικά μέ τήν ἴδια μας τήν ὕπαρξη.  Πλήρης ἀνατροπή τῆς καθιερωμένης ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, ἀφοῦ τό κύρος τῆς ἱστορικῆς ἀντικειμενικῆς θυσιάζεται στήν πίστη. Ὁ Μεσσίας-Χριστός θέλησε καταθέσεις πίστης καί ὄχι ἀποδείξεις φύσης. Ἐπομένως δέν χρειαζόταν αὐτόπτης μάρτυρας γιά νά ἐπιβεβαιώσει τήν Ἀνάσταση, οὔτε σκέφτηκε κάποιος ἀπό τούς μαθητές νά τό ἐπινοήσει. Ἡ πίστη σώζει.  Τό θέμα δέν εἶναι λοιπόν νά «ἀποδειχθεῖ» ἡ Ἀνάσταση ἀλλά νά «ἀποδειχθεῖ» ἡ πίστη, διά τῆς  ὁποίας ἀναλαμβάνουμε τήν εὐθύνη τῶν ἐπιλογῶν μας. Σέ αὐτή τήν εὐθύνη παίζεται ἡ δική μας ἀνάσταση/ἀνόρθωση. Θά ἦταν καταστροφικό νά ὑπῆρχαν μάρτυρες  τῆς Ἀναστάσεως. Ἀντί πίστης,  θά εἴχαμε τήν ὑπερφυσική ἐξασφάλιση καί μιά ψυχή ρηχότατη. Τοὐναντίον ἡ ἀμαρτύρητη Ἀνάσταση παρακάμπτει τήν ἐξωτερική γνώση τῆς μεσσιανικότητας τοῦ Ἰησοῦ καί μᾶς καλεῖ νά γίνουμε αὐτόπτες μάρτυρες ἑνός φωτεινοῦ δικοῦ μας ἑαυτοῦ καί διάφανου στίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους. Νά ὑπερβαίνουμε τόν φυσικό καί τόν ἱστορικό χρόνο ὡς πεδία προσαρμογῆς καί νά ἀναγεννιόμαστε ἀδιάκοπα. Αὐτό ὑπονοοῦν καί οἱ μεταναστάσιμες ἐμφανίσεις τοῦ Ἰησοῦ, ὅπου οἱ μαθητές καλοῦνται νά ἀντικρύσουν μέ τά μάτια ὡς μάτια τοῦ πνεύματος καί ὄχι νά βεβαιωθοῦν ἐμπειρικά ὅτι ὁ Δάσκαλός τους ἠγέρθη ἐκ τοῦ τάφου. Κάτι τέτοιο θέλει νά πεῖ  καί τό «μή μοῦ ἄπτου» τοῦ Ἀναστάντος Ἰησοῦ πρός τήν Μαγδαληνή, ὡς καί ἡ βεβαίωση τοῦ Θωμά, χωρίς νά ἀκουμπήσει τό δάχτυλό στό σῶμα του.

                                                                                        Γιῶργος Δημόπουλος

 

 

δόξᾰ (δοκέω), I. αντίληψη, γνώμη, σωστή ή λανθασμένη, και ομοίως: 1. προσδοκία, ἀπὸ δόξης, διαφορετικά από ό,τι θα περίμενε κάποιος, σε Όμηρ.· παρὰ δόξαν ἤ..., σε Ηρόδ.· αντίθ., κατὰ δόξαν, σε Πλάτ. κ.λπ.· ἀπὸ δόξης πεσέειν, Λατ. spe excidere, σε Ηρόδ.· δόξαν παρέχειν τινί, κάνω κάποιον να περιμένει ότι, με απαρ., σε Ξεν. 2. γνώμη, κρίση, δόγμα, σε Πίνδ. σε Αττ. 3. όπως το δόκησις, απλή γνώμη, εικασία, υπόθεση, σε Αισχύλ. κ.λπ.· δόξῃἐπίστασθαι, φαντάζομαι, υποθέτω (αλλά, εσφαλμένα), σε Ηρόδ.· επίσης, φαντασία, όραμα, όνειρο, οπτασία, σε Αισχύλ., Ευρ. II. 1. αντίληψη, γνώμη που έχουν οι άλλοι για κάποιον ή κάτι, εκτίμηση, υπόληψη, φήμη, δόξα, Λατ. existimatio, σε Σόλωνα, σε Αισχύλ. κ.λπ.· δόξαν φέρεσθαιἔχειν, σε Θουκ. κ.λπ.· τινάς, για ένα πράγμα, σε Ευρ.· σπανίως λέγεται για άσχημη φήμη, σε Δημ. 2. η κοινώς αποδεκτή αντίληψη, ιδέα που διαμορφώνεται για ένα πράγμα, στον ίδ. III. λέγεται για εξωτερική εμφάνιση, λαμπρότητα, φωτεινότητα, αρχοντιά, ακτινοβολία, σε Κ.Δ.(λεξικό Λίντελ-Σκοτ )