Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου
Εἰσαγωγικά: Τίς προάλλες σέ ξενοδοχεῖο τῶν Ἀθηνῶν ὁ φίλος Οὒγκο Ντίξον, θέλησε νά ἑορτάσει τήν ἀπόκτηση τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγένειας, ἒχοντας καλέσει συγγενεῖς, φίλους καί συνεργάτες, άναθέτοντάς μου, ἐξαιρετικά τιμῶντας με, τήν ἐκφώνηση λόγου ὑποδοχῆς στήν ἑλληνική οἰκογένεια.
Ἂς ἐκληφθεῖ αὐτή ἡ ἀνάρτηση ὡς φιλόφρων προϋπάντηση-ὑποδοχή τοῦ φίλου Οὒγκου στήν τοπική κοινότητα, δεδομένου ὃτι ἠ ἀπόκτηση τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοόητας, συνοδεύτηκε καί μέ τήν ἀπόφασή του νά πολιτογραφηθεῖ πολίτης Τἠνου.
Κύριε πρώην Πρωθυπουργέ, κύριοι πρώην Ὑπουργοί, κυρία καί κύριοι βουλευτές, κυρίες καί κύριοι,
Ὁ Ἓλληνας μᾶς δίδαξε ὃτι ὁ κόσμος εἶναι κάτεργο τοῦ πνεύματος καί ὃτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀγυρτεία. Τό Πνεῦμα οὒτε νομοθετεῖται, οὒτε φυλακίζεται ἀπό καμμιά ἐξουσία, οὒτε καταφεύγει σέ τυπωμένο χαρτί. Τό πνεῦμα εἶναι ἀκατάλυτο καί ἡ ἐλευθερία τοῦ πνεύματος γενναιοδωρία Θεοῦ.
Ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος νοητός. Δέν ἒχει σύνορα καί οὒτε ἒχει ἀνάγκη ἀπό μνημεῖα. Μπορεῖ νά ὁρίσει ὁ χάρτης τήν ἀτοπία; Πῶς περιλαμβάνεται τό ἀκατανόητο σέ κάποιο χῶρο;
Πρῶτος ὁ Ἓλληνας μίλησε γιά τό νόημα τοῦ κόσμου. Μᾶς ἒμαθε, μεταξύ τῶν ἂλλων, ὃτι Ἀπόλυτο εἶναι τό ἂλλο τοῦ κόσμου, αἰώνιο, ἀπερινόητο, καί ἀκατάληπτο. Τό ἂλλο τοῦ κόσμου στόν κόσμο μας εἶναι ἡ Ἑλλάδα.
Ἡ Ἑλληνικότητα τοῦ κόσμου βρίσκεται μακριά ἀπό τήν τυπική ἀπομίμηση δεδομένων, ρυθμῶν, σχημάτων, ἢ ἐντυπώσεων σέ οἰκεῖες μορφές. Εἶναι στερέωση τῆς ὓπαρξής του σ’ ἒνα φῶς ὑπερούσιο καί ἀγάπη δημιουργίας.
Τό καλύτερο πού μπορεῖ κανείς νά συνεισφέρει σέ μιά παράδοση, δέν εἶναι νά τήν ὑπερασπίζεται ἂνευ ὃρων, ἀλλά νά τήν κοιτᾶ κατάματα. Ὁ Οὒγκο τήν κοιτᾶ ὃχι μόνο κατάματα ἀλλά καί διαπεραστικά, γι’ αὐτό ἐπιστρέφει.
Ἡ ἑλληνική μας ἐμπειρία ἀρχίζει μέ τόν Ὂμηρο. Ἡ ὀμηρική ποίηση ἀναφέρεται στόν γυρισμό. Ἡ Ὀδύσσεια εἶναι ἒργο γιά τόν γυρισμό· ἒργο τοῦ γυρισμοῦ. Ὁ γυρισμός στά ἀρχαῖα λέγεται νόστος, παράγωγο τοῦ ρήματος νέομαι, ἒρχομαι, ἐπιστρέφω, ἐπανεστιάζομαι. Ὁ νόστος λοιπόν, ἡ ἐπιστροφή, ἡ ἐπάνοδος, συνδέεται μέ τήν γλύκα, ὣστε σήμερα νά ὀνομάζουμε νόστιμο, τό εὐχάριστο, τό γλυκό, τό εὒγευστο.
Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁ γυρισμός. Αὐτό σημαίνει: Οἱ Ἓλληνες μόνο γυρίζουν. Δέν ἐπιλέγονται ἀπό τό πεπρωμένο τους· ἀνάγουν τήν ἐπιλογή σέ πεπρωμένο τους. Ὁ Οὒγκο ἐπέλεξε τό πεπρωμένο του. Ἐπέστρεψε στήν Σαμαρίνα του, ἐκεῖ ὃπου άνήκει. Ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ γυρισμοῦ ὀνομάζεται Ὀδύσσεια. Ὁ Οὒγκο τί κι ἂν δέν γεννήθηκε στήν Σαμαρίνα. Εἶναι γηγενής, αὐθεντικός καί ἐπιστρέφει στήν γενέτειρά του.
Ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι ἡ ἰθαγένειά μας. Σ’ αὐτή τήν γλῶσσα πού βρίσκεται στίς ρίζες καί στά πέρατα τοῦ κόσμου, γράφεται ἡ μοίρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀκόμη καί τό γλωσσικό μας πρόβλημα εἶναι πρόβλημα δημιουργίας καί ὂχι γραμματικῆς. Πρόκειται γιά διαιώνιση τῆς δημιουργίας στίς μετουσιώσεις μιᾶς καί τῆς αὐτῆς γλῶσσας. Ἡ ἐλληνική γλῶσσα εἶναι ἒργο ποιητικό. Ὁ λόγος τῶν Ἀρχαίων προγόνων μας εἶναι ἂσβεστο ἡφαίστειο, ρίζες πού σκίζουν τά βράχια καί φωτιές πού καῖνε τόν οὐρανό. Εἶναι τό βαρύτιμο παγκόσμιο ἂμφιο.
Κάθε λαός ἒχει ἓνα θησαυρό, τήν ἰθαγἐνειά του, μέ τόν ὁποῖο συνδέει τήν τιμή του καί τήν πίστη του. Ἐκείνη τήν συνείδηση ἑνότητας πού δέν ἀφήνει τόν Γάλλο νά γίνει Ἂγγλος, οὒτε τόν Ρῶσο Γερμανό.
Ὁ Οὒγκο, πολιτογραφημένος Ἂγγλος, γεννήθηκε Ἓλληνας. Φυλάει τόν θησαυρό τῆς ἰθαγένειάς του, ἀλλά στήν οὐσία αἰσθἀνεται φυλασσόμενος, διότι χωρίς αὐτόν τόν θησαυρό δέν νιώθει συγκροτημένος. Τόν ἒχει ἀποθέσει σέ κιβώτιο βαρύτιμο καί πορεύεται ἐδῶ καί κάποια χρόνια, ἀφ’ ὃτου αἰσθάνθηκε ὃτι ἀσφαλίζεται καλύτερα, στόν Χατζηρᾶδο τῆς Τήνου.
Σέ ἓνα τοπίο, μιά Τῆνος πού καταπίνει, πρός τό παρόν, ὃλες τίς ἀσχήμιες μας, πού ἀπορροφᾶ τήν βαναυσότητά μας, πού ἀντέχει τἠν ἀγριότητα καί συγχωρεῖ τήν ἀσέβειά μας, βλέπει κανείς τόν Οὒγκο νά κατηφορίζει ἀπό μιά μικρή πλαγιά γεμάτη σχίνα, συκιές, λυγαριές, δεντρολίβανα, σπάρτα, ἀπούρανους, ἀκάριωνες, κι ἀσπάλαθους, νά προσπερνᾶ ἀμμουδιές, νά δρασκελίζει τούς μέ τέλειο περίγραμμα κόλπους κι ἀγκάλες, καί νά λούζεται στά οὐράνια νερά τῶν Γαστριῶν, αἰσθανόμενος τό μέτρο τῆς θείας δωρεᾶς στήν νοτισμένη ἀπό ρίγανη, θυμάρι, καί μέλι ψυχή του. Διαστάσεις ὑπερβατικές, Ἡ ἰθαγένεια ἀνακατεμένη μέ τόν ἣλιο καί τήν θάλασσα. Ὁ Οὒγκο γεύεται τήν αἰωνιότητα, ἰσοκρατῶντας τόν δεόμενο παπά Σπύρο τῆς Ἁγίας Τριάδας τοῦ Χατζηράδου: «Κύριε τά Ἒθνη πράϋνον, τόν κόσμου εἰρήνευσον…ὑπέρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καί καιρῶν εἰρηνικῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».
Ἀποπεραιώνω μέ ἓνα ποίημα τοῦ Βαγγέλη Καλλικάκη, ὁ ὁποῖος μαζί μέ τήν ἀγαπημένη του Μισέλ θά ἢθελαν νά εἶναι στό σημερινό συναπάντημα. Ὁ λόγος του σκίζει ἂξαχα, προσκομίζει κάτι νέο, μυρίζει κόπο, ἒχει ἱδρῶτα. Σέ μιά ἐποχή πού τά πάντα καταβροχθίζονται βιαστικά, ἀκόμη καί ὁ ἒρωτας, καί πού ὁ ἂνθρωπος βυθίζεται σέ μιά συνήθεια, ὁ ποιητικός λόγος τοῦ Καλλικάκη ἀφἠνει ψηλαφητό ἐλπίδας ἀποτύπωμα.
Βραδιάζει στόν Κάβο Γαστριά
Κύματα, βλέμματα, θυμάρια
κι ἓνα ἀκρωτήρι, τό κορμί σου
ντυμένο τίς τελευταῖες ἡλιαχτίδες.
Στά πόδια σου, ἓνας ἂνεμος κλέφτης
παίζει μ’ ἓνα ψάθινο καπέλλο·
ἡ κορδέλα του, λυτή, ἀνεμίζει.
Καί τ’ ὂνομά του, κρυφό κοχύλι·
πῶς νά τό μαντέψω, νηρηΐδα;
Σκοτάδι, ρῖγος, ἁλμύρα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου