Του π. Βασιλείου Θερμού, παιδοψυχιάτρου.
Η πλειονότητα των πιστών βιώνουν επώδυνο αδιέξοδο. Κοιτούν γύρω τους και βλέπουν αρχιμανδρίτες, νά πασχίζουν νά εκλεγούν επίσκοποι τόν μητροπολίτη τους νά νοιάζεται μόνο γιά φιέστες και στολές, τους εφημερίους νά ανεβάζουν διαρκώς φωτογραφίες και βίντεο από τις δραστηριότητές τους, ακόμη και τίς πιό στοιχειώδεις. Παράλληλα μαθαίνουν γιά τά σκάνδαλα των Θεολογικών Σχολών, ενώ ακούν κηρύγματα παιδαριώδη και συμβουλές τερατώδεις από εκείνους που φοίτησαν σ’ αυτές. Θρηνώ που κοιτάζω δίπλα μου, και δυσκολεύομαι να ανακαλύψω άδολους μαθητές Χριστού…
Γαντζωμένοι στο τσόφλι παρά στην ουσία, ανίκανοι να διακρίνουμε πια τι είναι ουσία της Ορθοδοξίας και τι οι τοπικές και επικαιρικές μορφές της, καταμπερδεμένοι στα κριτήριά μας και ανυποψίαστοι στα κίνητρά μας, διατελούμε αφάνταστα επαρχιωτικοί και συνάμα ανυπόφορα αυτάρεσκοι. Φοράμε στους Αφρικανούς κληρικούς καλυμμαύχια και καλούμε στρατιωτικά αγήματα να συνοδεύσουν κάθε Μεγάλη Παρασκευή την εκφορά του νεκρού Χριστού. Ντύνουμε τους επισκόπους μας βυζαντινούς αυτοκράτορες απέναντι σε νέους που χαρακώνονται για να νοιώσουν ζωντανοί, χειροτονούμε περιφερόμενα «ανέκδοτα» για να ποιμάνουν ψυχές που μετράνε τις νύχτες την απελπισία τους σε δάκρυα ή σε χάπια, μηχανορραφούμε για τα τίμια ωσάν για τσιφλίκι μας πατώντας ένα χώμα που οι άλλοι Ορθόδοξοι επιμένουν να τρέμουν σαν το ιερό βήμα της Χριστιανοσύνης.
Την ίδια στιγμή σε κάθε γωνιά του κόσμου ταξιδεύουν ψυχές που αναζητούν κάτι, συχνά χωρίς να γνωρίζουν τι, που καλοπροαίρετα προσπαθούν και χτυπιούνται στοχεύοντας λάθος, με τις αγωνίες τους, τα βάσανά τους, τους πόνους και τις χαρές τους, τις πίκρες και μικρότητές τους, τις ελπίδες και καλωσύνες τους. Είναι όλοι τους άνθρωποι σαν κι εμάς, συμμέτοχοι της ίδιας ανθρώπινης ταλαιπωρημένης φύσης. «Έρχεσαι, την φύση των ανθρώπων την περιπλανώμενη στους έρημους λόφους, να την ξαναφέρεις μέσα σε τροφή ανθισμένη, Συ, η έγερση των εθνών» (ιαμβικός κανόνας Χριστουγέννων, ωδή η΄).
Δεν μας φταίνε οι διάφοροι «πολέμιοι» της Εκκλησίας· ο σκληρότερος εχθρός της είμαστε τα μέλη της. Όσοι εξόμωσαν στους μάρτυρες του Ιεχωβά, μέσα στην αβυσσαλέα άγνοια και αφέλειά τους λένε μιαν αλήθεια: ότι κανείς δεν τους είχε προσεγγίσει νωρίτερα για να τους πείση ότι στο Ευαγγέλιο θα εύρισκαν εκείνο που ακαθόριστα και αδέξια ζητούσαν, διότι οι καθ' ύλην αρμόδιοι ασχολούνταν με την βιομηχανία των ιεροπραξιών. Το «άλας» δεν συντηρεί και δεν νοστιμίζει πια, το φως έχει σβηστεί κι ο κόσμος προχωρεί στα τυφλά. Τουλάχιστον αυτός έχει συναίσθηση ότι βαδίζει στα τυφλά, πράγμα που του επιτρέπει ν αναζητά ακόμα. Εμείς οι «εντός» ζούμε στην ψευδαίσθηση μιας αετίσιας όρασης και γινόμαστε περίγελως από τα σκοντάμματα και τις πληγές.
Όμως αρκετοί γύρω μας προχωρούν, περισσότεροι απ όσους νομίζουμε. Σε πείσμα της εγκατάλειψής τους από μας, μπερδεμένοι και σκανδαλισμένοι, επιμένουν να βαδίζουν. και φυσικά πέφτουν και ματώνουν. Επιμένουν ν' αναζητούν τον Χριστό που τους κρύψαμε κάποιοι που, παρά τις βαρύγδουπες διακηρύξεις μας περί Ορθοδοξίας, αναρωτιέσαι αν πιστεύουμε καν σε Θεό. Πολλοί δεν περιμένουν τίποτε από μας γι' αυτό και έχουν πάψει πλέον να διαμαρτύρονται. Κι αυτό είναι το χειρότερο.
Δεν γνωρίζουμε σε τι τοπίο θα ξημερώσουμε ύστερα απ’ αυτή τη νύχτα. Ένα μόνο ξέρουμε: πως κάμποσοι απ’ όσους αναζητούν θά' χουν βρει μόνοι τους τον δρόμο, αγνοώντας τους αφώτιστους «Χριστιανούς» που τους αγνόησαν. «Νέμων εκείσε την απόρρητον χάριν ου πλείον εξήνθησεν η αμαρτία» (ωδή ε΄). Μετάφραση: Ο Θεός θα μοιράση την ανείπωτη Χάρη του εκεί που πιο πολύ φύτρωσε η αμαρτία....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου