Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Βίος τῆς Ὁσίας ἡμῶν Διακόνισσας τῆς Τηνίας

 

                                                                                                Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

  Ἀρχικά ὀ ἐρχομός μου καταχείμωνο στήν Τῆνο μέ ἒθλιψε. Στήν συνέχεια τόσο ἡ Ἂνοιξη ὃσο καί οἱ γεμᾶτες χάρες Κόλποι καί Ἀγκάλες της, ὂχι μόνο μέ βοήθησαν νά  ἀλλάξω ἂποψη, ἀλλά αἰσθάνθηκα πολύ σύντομα ὃτι ἦρθα σέ ἓναν εὐλογημένο μέ ὃλα τά καλά τοῦ Θεοῦ τόπο. Τό ψαροντούφεκο, ἡ τότε ἀδυναμία μου βρῆκε στήν Τῆνο  τήν ἰδανική ἂσκησή του.

  Παρά τό γεγονός ὃτι ἀπ’ ὂπου πέρασα ἒκανα γερές φιλίες, δέν αἰσθάνθηκα μέχρι τώρα τήν φιλική σχέση, τήν φιλική σέ ἒνταση σχέση ἐννοῶ, τοπικά. Ὃμως χαίρομαι γιατί ἒκανα γνωριμίες μέ προχωρημένες σκέψεις καί ἀγαθούς ὡραίους ἀνθρώπους. 

  Ὁ π. Θεοδώρητος, ὁ διευθυντής τῆς Σχολῆς ἐκτίμησε δεόντως τίς θαλασσινές ἐπιτυχίες μου, ἰδιαιτέρως τά χταπόδια, τίς σμέρνες καί τά μουγγριά, προσφέροντας ὡς ἀντίδωρο φοῦσκες, ἀλιευτική ἐπιτυχία τῶν φίλων του Καλυμνιῶν  ἀθλητῶν τοῦ βυθοῦ, καί ἐγώ μέ τήν σειρά μου ἐκτίμησα τήν προχωρημένη του σκέψη σέ θέματα θεολογικοῦ, πολιτικοῦ, ἐκπαιδευτικοῦ καί κοινωνικοῦ περιεχομένου. Σέ κάποια συμπόσια μάλιστα εἶχα τήν τύχη νά γνωρίσω τόν παπά Χαράλαμπο, ψυχή καλοσυνάτη, ντόμπρος παπάς, «πατοῦσε» τέλεια στά τραγούδια, ἀπό τά ὁποῖα ξεχώρισα τό «πέντε Ἓλληνες στόν Ἂδη».

 Τήν ἲδια  περίοδο γνώρισα καί ἒκανα παρέα καλή μέ τόν Νάτσιο Δασύρα πατέρα  τοῦ Δημήτρη τοῦ ἠλεκτρολόγου αὐτοκινήτων, τό πιό ἒξυπνο διακριτικό πειρακτήρι πού ἒχω γνωρίσει, ὁ ὁποῖος ὃμως ἒφυγε νωρίς,  καί τόν Λορέντζο (Λόρη) Βιδάλη πού δικαίως καμάρωνε ἀφηγούμενος τήν ἱστορία, πῶς κατόρθωσε σέ μια νύχτα νά ἀνοίξει τόν δρόμο μπροστά ἀπό τό ξενοδοχεῖο στά Κιόνια. 

 Στήν χορεία τῶν φίλων, τούς ὁποίους  φέρνω στήν σκέψη μου νοσταλγικά εἶναι καί ὁ ἀγαθός Καμαριανός Γιώργης Σαλισβουρῆς, ὁ φιλόσοφος Χρῆστος Ἀργυρόπουλος, πατέρας τοῦ Ἀντρέα καί τοῦ Στέλιου, καί ὁ ποιητής Γιώργης Διλμπόης. Νά εἶναι καλά ἐκεῖ πού εἶναι ὃλοι τους. Ἀκόμη καί τώρα αἰσθάνομαι νά μέ περιβάλλει ἡ  αὒρα ὃλων τους. 

 Ὃμως ὁ  ἂνθρωπος πού ἀγάπησα ἦταν ἡ κυρά-Διακόνισσα, ὃπως τήν ἀποκαλοῦσαν. Προσωπικά τήν προσφωνοῦσα σκέτα Διακόνισσα.  Κεράκι στήν ζῶσα μνήμη της λοιπόν, στήν προσφορά της τοπικά, γράφτηκε αὐτή ἡ ἐπιφυλλίδα. Ἡ ζωή  της, τό ρωμαλέο πέρασμά της ἀπό τήν ἐπίγεια ζωή ἒχει μπολιάσει τήν σύγχρονη τοπική θεολογία, μέ τήν λαχτάρα γιά τήν Οὐράνια Βασιλεία, καί τήν τοπική κοινωνία μέ πείνα καί δίψα γιά δικαιοσύνη καί ἀγάπη.   

  Ἀπροσποίητος, συνεπής, στάση καλόγερου πού χτίζει  κοινωνία, ὁ βίος της. Ἒφτιαχνε καί διακονοῦσε τόν χῶρο ὃπου πράγματι ἀντάμωναν ἂνθρωποι πού ἀγαποῦσαν τήν ἀνθρωπιά μέ ἀπίστευτη ποικιλία προσανατολισμῶν, ἰδεῶν, πίστης, τρόπου ζωῆς. Ἡ ἐπικοινωνία μας, γνωριμία τοῦ φίλου ἐπισκόπου Νικολάου Πρωτοπαπά, ἦταν  εὐλογία Θεοῦ. Τύχη ἀγαθή μετά ἀπό χρόνια τήν γνώρισε ἀπό κοντά ἡ κόρη μου Ἑλένη ὡς φίλη τῆς ἐγγονῆς της Κατερίνας,  καί ἐγώ ἒκανα τήν γνωριμία μέ τόν Ντίνο, ἡ ὀποία μετεξελίχθηκε σέ φιλία συνοδίτη.

   Τήν Διακόνισσα τήν αἰσθάνομαι δικό μου ἂνθρωπο, πολύ κοντινό,  πνευματικό  μου, φίλη μου, ὁδηγητή μου. Ἡ Ἁγία ἀσκήτρια, ἀσκήτευσε  σέ τόπους ἀφιλόξενους, καί ἀπάτητους, Σύρο καί Τῆνο, γράφοντας μέ τό αἷμα τῆς ψυχῆς της και τό πνεῦμα της τό πρόσωπο τοῦ διαχρονικοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπήθηκε πολύ, καί γιά κανέναν πού τήν γνώρισε δέν πέρασε στό ἀδιάφορο.

  Ποῦ  βρίσκεται ἡ πρώτη ὓλη; Ἀσκήθηκε στήν ὑπακοή, τήν ὑπομονή, τήν  ταπείνωση τήν ἀπάθεια, τήν ἀσκητική σοφία. Ἡ ζωή της, ὁ βίος της  ἐμψυχώνει τήν πνευματική μας παράδοση·  «ἂξιον καί δίκαιον»  νά τήν γευθοῦμε καί νά τήν γνωρίσουμε, καί  οὐσιῶδες.

  Κατέβηκε καί διέσχισε τίς μεγάλες πνευματικές ἐπιχωματώσεις ὃπως τήν ἐννοεῖ ἡ ζῶσα πάντοτε Ἀνατολική παράδοση. Κατενόησε τόν πνευματικό ἂξονα ἀναφορᾶς τοῦ αἰσθήματος τῶν ἀσκητῶν τοῦ τετάρτου αἰῶνα, καί ἦταν σέ θέση νά τούς καταλάβει σμιλεύοντας τό δικό της αἲσθημα στό πνεῦμα τοῦ ἀρχαίου πρότυπου καί ἒτσι ἒγινε μακρινή κοινωνός ἐμβίωσης τῶν μεγάλων προσκόπων (αὐτοί πού κοιτάζουν μπροστά, ἀνιχνευτές, προπομποί)  γερόντων.  Τό μήνυμα τῆς ἐρήμου, καθοριστικῆς  σημασίας γιά τήν Διακόνισσα, τό ἒφερε στό δικό της παρόν, καί διαβάζεται πάνω κατά πάνω στήν ζωή της.

 Ἡ ἀσκητική βιωτή  τῆς Διακόνισσας ἂρχισε μέ τήν ξενιτεία, ἀδιαφορία δηλαδή καί μοναξιά ὡς πρός τίς κοσμικές  ἀξἰες μέ ἂμεση προέκταση τήν ἀμεριμνησία καί ἀφροντισιά γιά ὃ,τι ἒχει νά κάνει μέ αὐτές. Δέν τήν πλήγωνε ὁ κόσμος΄ τήν πλήγωνε ἡ αἰτιότητα. Προφανῶς εἶχε ἀνάγκη κοινωνίας πιό ἐκλεπτυσμένης καί πιό  οὐσιαστικῆς μέ ἀλήθειες ἀνόθευτες πού δέν  κυκλοφοροῦν στήν ἀγορά, ὁπότε ἀντί νά ἐπιμείνει στό ἐφθαρμένο, ἀποφασίζει νά ἀναζητήσει τό Ἒσχατον.

  Ζωή  ἀπολύτως ἀμέριμνη εἶναι  ἀδύνατη. Πρέπει νά σκεφθεῖ κανείς τήν στέγη, τήν διατροφή, τήν ἒνδυση, τήν ἐργασία, εἲτε κατοικεῖ στό κέντρο μιᾶς μεγαλούπολης εἲτε στήν ἒρημο καί στίς ὀπές τῆς γῆς. Τό ὁποῖον σημαίνει ὃτι, τούτου δοθέντος, ἐνδιαφέρει πρωταρχικά μία κυρία μέριμνα  ἱεραρχοῦσα πνευματικῶς καί πρακτικῶς τίς ὑπόλοιπες, μέχρι σημείου ἐξουδετέρωσης τῶν διασπαστικῶν συνεπειῶν τους.

  Ἡ ἂσκηση δέν συνιστᾶ πρᾶξη μαζοχιστικῆς στέρησης, ἀλλά καρπό βαθειᾶς κατανόησης ὃτι μόνο στήν θυσία κτίζεται ἡ αὐθεντική ζωή. Ἡ Διακόνισσα αἰσθάθηκε μέ τό φευγιό τοῦ Διάκου, -ὁ μεγάλος της ἒρωτας-, νά φεύγει τό ἒδαφος κάτω από τά πόδια της, τό αὒριο νά τήν ἐκμηδενίζει. Ὃμως οὒτε δουλώθηκε, οὒτε δραπέτευσε άπό τήν ζωή. Ποιός ἀμφιβάλλει ὃτι τό γεγονός αὐτό δέν παραλύει κυριολεκτικά τόν ἀνθρώπινο νοῦ πού στήν θύελλα τῆς ἀπελπισίας χάνει κάθε ἒρεισμα. Ὃλα τά πολεμᾶ ὁ λόγος πλήν τῆς ἀγωνίας. Κανένα κοσμικό ὑποκατάστατο δέν τῆς ἀντιστέκεται.

   Ἡ Διακόνισσα ἐπεζήτησε καί πέτυχε ἐκείνη τήν  πνευματική ἀλλοίωση πού τρέπει τόν χρόνο ἀπό συντελεστή φθορᾶς σέ παράγοντα διάρκειας. Ἡ ἀναχώρηση τοῦ Διάκου της ὡς θάνατος, ἒγινε ἀναστάσιμο γεγονός ἐφ’ ὃσον μέ τόν Χριστό ἦρθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου-τό καινό καί ἀναγεννητικό νόημα τῆς ζωῆς.

   Ἐπιλέγει ἀντί τῆς ἐγωτικῆς πληρότητας τήν κένωση κι ἐπιτυγχάνει ἒτσι τήν μεταμορφωτική ἀνατροπή τῆς φυσικῆς φθορᾶς σέ χάρισμα. Κατά βάθος ἐφαρμόζει μιάν  ἀρχή: Ἐάν σκοπός τῆς ζωῆς εἶναι  ἡ άλήθεια, ἡ πορεία πρός τόν σκοπό αὐτόν γίνεται θυσιαστικά. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς φέρουμε διά τῆς προσφορᾶς τόν θάνατο στήν ζωή μας, τελείωσε ὁ θάνατος, ἒχασε πλέον τό νόημα τῆς ἀπόλυτης φθορᾶς. Μᾶς καταπίνει ὁ  θάνατος ὃταν δέν τόν βιώσουμε·  ὃταν τόν  βιώσουμε ἀνοίγει ὁ δρόμος γιά τήν  ἀνάσταση. 

   Λόγοι, σκέψεις, μέριμνες πλέον εἶναι τά παιδιά της τά ὁποῖα στό ἐξῆς ἒχουν τήν διακονία τῆς Διακόνισσας. Παιδεία της οἱ ἀκολουθίες καί κοινωνική ζωή
ἓνας τιποτένιος χῶρος ἡ κουζίνα, ἀπ’ ὃπου ἀνέβλυζε ἡ  ἀγάπη καί  ἡ ἀντοχή. Μπορεῖ νά μήν εἶχε διπλώματα οὒτε σπουδές ἀλλά διέθετε τό ἀπόλυτο πνεῦμα κάθε ζωῆς πληρωμένης μέ αἷμα, τό ἃγιο πάθος τοῦ μεγαλώματος τῶν παιδιῶν της, χωρητική σάν Παναγία τῶν οὐρανῶν.   

  Ἀπό ποῦ ἒπαιρνε κουράγιο στίς ὑπερβολικά δυσανάλογες γιά ἂνθρωπο δυσκολίες; Ποιός τήν ὃπλισε μέ δύναμη καί ὑπομονή, ἒτοιμη νά ἀγωνιστεῖ καί νά τά βγάλει πέρα; Ἡ ὑπομονή τῆς Διακόνισσας ἦταν τό πνευματικό της χάρισμα. Ἡ θλίψη καί ἡ κακοτυχία της δέν τήν γονάτισαν. Δέν ἐξαγριώθηκε ἀπό τόν περιορισμένο χῶρο, τό Ἐγώ της δέν θέλησε νά διασπάσει τόν φραγμό τῆς ὃποιας κλεισούρας. Τό σπιτάκι της ἒγινε τόπος ὑπομονῆς καί μαζί μέ τήν τάξη του τῆς παραχωροῦσε καί τό πρόσωπο. Ἡ ὑπομονή ὡς καρτερία συνιστᾶ μακαρία  κατάσταση καί σύμφωνα μέ τούς λόγους της ἐνσαρκώνει τόν κατ’ ἐξοχήν καθαιρέτη τῶν πάσης φύσεως ἐπιθυμιῶν. Γιά τούς ἀσκητές ἡ ὑπομονή  εἶναι ἐνεργός  ἀπραξία, μιά θεληματική «παθητικότητα» κατ’ ἀρχάς ἀποτρεπτικοῦ καί στήν συνέχεια ἀνατρεπτικοῦ χαρακτῆρα. Ἡ ὑπομονή τῆς Διακόνισσας   εἶχε διάρκεια, εἶχε  τήν ἀντοχή τῆς διάρκειας. Ἂντεχε αὐτό πού δίνει στόν χρόνο διάρκεια: τήν θλίψη, τήν ἀναμονή, τήν ἀγωνία· στήν ἀντοχή αὐτή πλάστηκε ἡ ψυχή της. Τί διαφορετικό σημαίνει ἐκεῖνο τό εὐαγγελικό: ''ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν'' (Λουκ. 21:19).

   Γιά τήν Διακόνισσα ἡ ὑπομονή δέν εἶχε τόν χαρακτῆρα τῆς ἀγαθῆς ἀναβλητικότητας, ἀλλά τῆς ἀντίπραξης. Στά μεγάλα καί τά μικρά ἐμπόδια τῆς ζωῆς της ἀντιδροῦσε αὐτόματα, καί χωρίς καθυστέρηση τά ξεπερνοῦσε. Γι’ αὐτό ποτέ δέν τήν γνώρισε κανένας βαρύθυμη. σέ  καταθλιπτική χρονική στένωση, σέ κατάσταση ἂγχους, διχασμοῦ. Ἡ ψυχή της παρέσερνε τό σύνολο τοῦ σώματός της στόν κόσμο τῆς καρδιᾶς της. Πάντα ἦταν σέ ἠρεμική  πνευματική κατάσταση. Ἡ πίεση τῶν πραγμάτων  δέν παρέλυε  τά ἒσω της, ἐνῶ ἡ ἰώβεια ὑπομονή της τήν στήριζε καί  τήν ἒκανε αὐθεντική.

  Ἡ Διακόνισσα μποροῦσε νά βαστάξει τά πάντα, διότι δέν ἒβαζε τόν ἐαυτό της ψηλά. Τούτη της ἡ ὑπομονή δείχνει ταπεινοφροσύνη καί ψυχική ἁπλότητα, κάτι πού εἶναι διαφορετικό ἀπό τήν ταπεινοφροσύνη τῆς ἀδυναμίας, ἡ  ὁποία  ταιριάζει μέ τήν κρυψίνοια. (Αἲφνης κάποια γυναικεία ὑπομονετικότητα ὀφείλεται συνήθως σέ ἐσωτερικευμένη ἀδυναμία καί γι’  αὐτό κάποτε συνδυάζεται μέ πονηρία). Ἡ ὑπομονή της διέθετε ἁπλότητα γι’ αὐτό ἀκολουθεῖτο ἀπό μακροθυμία, καί γιά ἐμᾶς τούς ἂλλους σωτήριος. Ἦταν κοινωνητική καί ἀλληλέγγυος πρός ὃλους, ἀκόμη καί πρός ὃσους τήν εἶχαν ἀδικήσει.

  Μιά ἀπό τίς σπάνιες προσωπικές ἐρωτήσεις πού τῆς ἒκανα θυμᾶμαι ἦταν: πῶς συμβαίνει καί δέν χάνεις ποτέ τήν ὑπομονή σου; Μοῦ ἀπάντησε ὡς άσκήτρια πολύ Γεροντικά: «Ἐκεῖ ὃπου βάζει ὁ διάολος τήν οὐρά του βάζει ὁ Θεός τό χέρι του. Ἒχω ἐξοικειωθεῖ μέ τόν θάνατο. Κάθε μέρα πού ἒρχεται τόν περιμένω νά ἒρθει. Ὁταν τά παιδιά  μου ἦταν μικρά παρακαλοῦσα τόν Θεό νά πάρω μιά ἀναβολή γιατί τά παιδιά ὀρφανεύουν άπό τήν μάνα, τώρα δέν ἒχω πρόβλημα». Ὡς καρπός ἀναμέτρησης μέ τόν θάνατο ἡ ὑπομονή γιά  τήν Διακόνισσα ἦταν αὐθεντικό ἒργο. Ὡς δημιουργός ἒφθασε στό μή περαιτέρω. Ἡ ἀσκητική μνήμη καί μελέτη θανάτου, ὡς μή περαιτέρω, γεννᾶ τήν ὑπομονή καί τήν στερεώνει. Ἒτσι ἁπλᾶ προχωροῦσε στήν ζωή τῆς ταπεινώσεως, ὡς τελευταία  πηγή τῆς ὑπομονῆς.

 Τί πέτυχε ἡ Μάρτυσσα μέ τήν ταπείνωση καί τήν ὑπομονή; Πέτυχε κάτι πολύ ὑψηλό, κάτι πού κατατάσσεται  στήν χορεία τῶν μεγάλων ἒργων: Ἀντί νά δημιουργεῖ πολιτισμό γραπτῶν  μνημείων καί εὐγενῶν ἒργων καί τεχνῶν, ἒπλαθε τόν ἳδιο τόν ἑαυτό της, τόν ἒκανε τύπο  Χριστοῦ καί τόν παρέδωσε κληρονομιά ὡς κτῆμα  ἐς ἀεί γιά νά ζήσουμε ὃλοι.

  Μετροῦσε τήν ἀρετή ὂχι μέ τήν διάρκεια τῆς σκληραγωγίας ἀλλά μέ τόν ζῆλο τῆς μοναχῆς ἀσκήτριας καί πίστευε πώς ἡ ψυχή δυναμώνει ὃσο οἱ χωματικές  ἀπολαύσεις ἐξασθενοῦν. Οὐδέποτε μνημόνευε τό παρελθόν· τά πάντα  γι’ αὐτήν  ἂρχιζαν κάθε μέρα, καί ὃταν λέω τά πάντα ἐννοῶ τήν πνευματική της προκοπή, γιατί αὐτή τήν ἀπορροφοῦσε. Ἐπεδίωκε συνεχῶς νά εἶναι ὂπως θέλει  ὁ Θεός, καθαρή στήν καρδιά καί στίς ἐντολές Του ὑπάκουη. Στερέωσε τήν ἂσκηση στόν ἑαυτό της καί προχωροῦσε.  

  Ἡ Διακόνισσα δέν προσχώρησε στήν πατερική περιοχή στά τυφλά.  Φυσικά καί ἀδιαφοροῦσε γιά τήν ἐπίδραση πού θά ἀσκοῦσε στήν κοινωνία ἢ τήν τοπική  ἱστορία. Γνώριζε πολύ καλά ὃτι σκοπός τῆς ζωῆς δέν εἶναι ἡ ἱστορία καί  ἡ κοινωνία, ἀλλά ὀ ἂνθρωπος, ὁπότε τήν  ἀπασχολοῦσε κατ’ ἐξοχήν τό ὑπαρκτικό της ἂνθισμα, τά ἒργα ἐκεῖνα στά  ὁποῖα ψυχικά ἀνοιγόταν. 

  Δέν ἐπέβαλε στόν ἂλλο τίποτα ἀπό τήν ἀλήθεια  τοῦ δόγματός της· ζοῦσε στούς κόλπους του πνευματικά. Ἡ τήρηση αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἒκανε τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία  μεγέθη οἰκουμενικά. Ἒργα τέτοια προκοπῆς στήν νηπτική μας παράδοση εἶναι  ἡ ὑπακοή, ἡ νηστεία, ἡ προσευχή,  ἡ μετάνοια, ἠ ἐξουθενωτική ταπείνωση, ὂλα ἐκεῖνα τά σχήματα αὐθεντικῆς ζωῆς πού ἡ Διακόνισσα καλλιέργησε μέ ἱδρῶτα και  αἷμα.

  Στό σκαλισμένο σάν τό Ξώμπουργο, ἀπό τήν ἀγωνία τῆς ἀλήθειας καί τῆς καθαρότητας  πρόσωπό της, σ’ αὐτή τήν ὂψη πού σχημάτιζε ἐσχατολογικά τόν καιρό, τόν χρόνο, καί πού ἂφηνε νά περάσει μέσα ἀπό τά ραγίσματα ἓνα ἂδυτο φῶς, βλέπουμε νά συμβαίνει ἀδιάκοπα  ἡ Ἀνάσταση  ὡς ἀπόκτηση τοῦ ἑνός ἀληθινοῦ  ἑαυτοῦ καί ἐγκατάλειψη τοῦ πλήθους τῶν ρόλων. Ὁ βίος τῆς Μάρτυσσας Διακόνισσας μᾶς ψιθυρίζει καθαρά ὃτι στήν ἒπαρσή του τό ἂτομο γίνεται πολυδύναμο· στήν ἐξουθένωσή του ἐκπέμπει προσωπικό φῶς πού προηγεῖται κάθε σκοπιμότητας. Στήν πρώτη περίπτωση ἡ προσωπική ἐπιβεβαίωση ἒρχεται ἀπό κάτω· στήν δεύτερη ἒρχεται ὡς χάρισμα ἂνωθεν.

«Δι’ εὐχῶν τῆς Ἁγίας ἡμῶν Μάρτυσσας Διακόνισσας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν. 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

«Τίς ἀγορεύειν βούλεται;».


Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

 

  Τό μεγαλύτερο ἀρχαιοελληνικό κατόρθωμα  εἶναι ἡ δημιουργία τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης καί τοῦ λόγου μέ τό «τίς ἀγορεύειν βούλεται;». Ἒφταναν στήν Πνύκα Ἀθηναῖοι πολίτες ὂλων τῶν τάξεων, ὁποιοδήποτε καί νά ἦταν τό ἀντικείμενο τῆς βιοποριστικῆς τους ἐνασχόλησης,  καί μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ ὀργανωτῆ «ποιός θέλει νά μιλήσει;»  μποροῦσε νά σηκωθεῖ ὃποιος πολίτης εἶχε κάτι σημαντικό νά πεῖ καί κανείς δέν φοβόταν τόν ἀντίλογο. Ἡ ἰσηγορία, τὀ ἲσο δικαίωμα τοῦ κάθε πολίτη νά λάβει τόν λόγο στἠν Πνύκα, ἦταν ἓνας ἀπό τούς βασικούς πυλῶνες τῆς Αθηναϊκῆς Δημοκρατίας. Οἱ Σπαρτιᾶτες  δέν διανοήθηκαν ποτέ κάτι τέτοιο.

  Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἡ Δημοκρατία έξελίχθηκε σέ ἀντιπροσωπευτική καί πλέον τό Βῆμα τῆς Πνύκας παραχωρήθηκε  στούς ἐκλεγμένους ἐκπροσώπους τοῦ ἐκλεκτορικοῦ σώματος. Φυσικά ἱστορικά ἒχουμε καί ἂλλες μορφές Βήματος ὃπως ἒντυπη δημοσιογραφία, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κήρυγμα, καί γιατί ὂχι καί τό καφενεῖο. 

  Σήμερα τό πιό διάσημο καί δημοφιλές Βῆμα εἶναι ἡ παγκόσμια κοινωνική δικτύωση. Τό νεοφανές διαδίκτυο μέ τό παγκόσμιο πλέγμα διασυνδεδεμένων ὑπολογιστῶν, ὑπηρεσιῶν καί πληροφοριῶν μέ τήν δυνατότατα προσωπικῶν σχολιασμῶν καί ἀνταλλαγῶν εἰκόνων, θέσεων καί ἀπόψεων διαθέτει σήμερα τρεισήμισι δισεκατομμύρια ἐνεργούς χρῆστες παγκόσμια. 

 

   Μιά ὁμιλία,  ἓνα κείμενο, ἓνα ἂρθρο, μιά ἐπιφυλλίδα  δίνει κάποιες εὐκαιρίες· ἡ ὑποδοχή, ἡ ἀποδοχή, μερική ἢ ὁλική, ἡ ἐτοιμότητα εἶναι δική μας πάντα. Ὃμως ἂν δέν προβάλλεται τό παρόν τοῦ συντάκτη καί τοῦ ἀποδέκτη καθαρά στό  κείμενο, κανένας δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτα. Οὒτε αὐτός πού τό συνέθεσε δέν μπορεῖ νά τό διαβάσει. Μιά ζωντανή σχέση δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τήν αὐτονομία τῶν μερῶν της. Ἂν δέν εἶναι τά μέρη ἐλεύθερα καί ξεκάθαρα, δέν μποροῦν νά προκαλέσουν τήν ἀγωνία καί τό αἲνιγμα τῆς σχέσης. Γιατί ἡ σχέση εἶναι περισσότερο αἲνιγμα ἀπό ἀντικειμενική πραγματικότητα. Αἲνιγμα τό ὁποῖο προσπαθοῦμε νά λύνουμε συνεχῶς καί αὐτό εἲτε ἀντιστέκεται εἲτε κατά περίπτωση συνθηκολογεῖ. 

  Ἐκτός ἀπό τήν ἐπώνυμη  εἰκόνα τοῦ προσώπου τοῦ ἀγορητή, τό βασικό χαρακτηριστικό τῆς Πνύκας καί τῆς κάθε Πνύκας, ἦταν καί εἶναι τό εὐθαρσές, τό καθαρό, τό διαυγές, ὁ λαγαρός λόγος τοῦ ρήτορα. Οἱ πρόγονοί μας ὀνόμαζαν  «λιγύ» ἀγορητή, αὐτόν πού ὁ λόγος του χαρακτηριζόταν ἀπό ὀξύτητα, καθαρότητα, εὐκρίνεια, ὃποιου ὁ ἦχος, μεταφορικά, εἶχε μελωδικότητα. Οὒτε «μπηχτές», οὒτε ἀόριστα, οὒτε θολούρα, οὒτε σύγχυση, οὒτε μπέρδεμα. Μιά ἐπιστολή χωρίς παραλήπτη δέν φθάνει στόν προορισμό της ποτέ, ὃποιο καί νά εἶναι τό μέγεθος τῆς εὐφράδειας, ὃποιος καί νά εἶναι ὁ ἀποστολέας της. Καί παραλήπτης δέν νοεῖται ποτέ ἡ «ἂδικη κενωνία». Ἒχει ὀνοματεπώνυμο και διεύθυνση.

 

  Ὁπωσδήποτε νά φθάσει κανείς τά μέτρα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καί τῶν Ἀρχαίων Χριστιανῶν, τό εὐθαρσές γιά νά εἶναι ἀγωνιστικά παρόν, γιά πολλούς λόγους εἶναι κάπως δύσκολο, φυσικά ὂχι ἀδύνατο.

    Βιώνουμε σήμερα στόν τόπο μας σωρεία ἐκφυλιστικῶν φαινομένων, τά ὁποῖα ἐδηλώνονται ἀδιακρίτως στίς κρατικές ὑπηρεσίες, στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, στό ἐκπαιδευτικό σύστημα, στίς οἰκονομικές δραστηριότητες, στήν καθημερινή μας ζωή, σέ βαθμό πού νά δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση μιᾶς γενικῆς κατεδάφισης.

  Τό νά μιλήσει λοιπόν κανείς ἐπώνυμα καταγράφοντας ταυτόχρονα τόν παραλήπτη, νά προσδιορίσει δηλαδή τήν ὀργανωμένη δύναμη, τήν ἀδικία, τήν κακία, τήν καταπίεση καί τήν ψυχρή λογική, ὁμάδας ἢ προσώπου εἶναι μιά ἒνδειξη τῆς ἀγωνιστικῆς διάθεσης, τοῦ χειραφετημένου ἀπό ἐξωτερικούς δεσμούς πρός τήν ὁμάδα  ἀτόμου, τό  ὁποῖο βεβαιώνεται στήν αὐτοσυνειδησία καί τήν εὐθύνη  του ἒναντι τῶν ἂλλων. Ὁ σκοτεινός τύπος εἶναι κρυψίνους, συμφεροντολόγος, συμφεροντολάγνος, «δἐν λέει κουβέντα κρατᾶ κρυμμένα μυστικά καί ντοκουμέντα».

 

  Στήν Δημοκρατία τό ἡμίφως παίζει ἀρνητικό ρόλο, ἂν δέν γίνεται ἐμπόδιο  ἀνυπέρβλητο.  Ἒχω τήν αἲσθηση ὃτι τό ρολόι τῆς Ἑλλάδος ἒχει σταματήσει καί τό  ζοφερό τῆς δικτατορικῆς παρένθεσης πέτυχε νά καταστήσει τόν σημερινό ἂνθρωπο σέ μή λειτουργικό, τόν ἒκανε ἓνα ἀνάπηρο δοῦλο. Γιά νά ξανακτυπήσει τό ρολόι πρέπει τό ζήτημα τοῦ ἀτόμου νά τεθεῖ συνειδητά καί ν’ ἀπαντηθεῖ μ’ ἓναν καινούργιο ἂνθρωπο.

  Ἡ θωράκιση τοῦ Ἐγώ μᾶς χωρίζει ἀπό τόν συνάνθρωπο, μέ τό ἂνοιγμά του, συνθέτει πολιτισμό. Ἡ ἐσωτερική ἂνοιξη προϋποθέτει Ἐγώ  ἐλευθερωμένο  ἀπό τό βάρος τῆς θωράκισής του. Τό Ἐγώ προκαλεῖ ρωγμές στήν ζωή τῆς ὁμάδος· τό Ἐγώ ἀπεργάζεται, μέ τόν πολιτισμό πού δημιουργεῖ, τήν πνευματική ἑνότητα τῆς κοινωνίας. Τήν ἀγωνία τοῦ Ἐγώ παρακολουθεῖ ἡ ἀγωνία τῆς κοινωνίας. Ὂχι πώς τό ἐμεῖς περιλαμβάνει ἀθροιστικά τά Ἐγώ -εἶναι  ἀντιθέτως, ὃλα τά Ἐγώ καί συγχρόνως κανένα, κατ’ αὐτό δέ τόν τρόπο συνιστᾶ τόπο βεβαίωσης καί ἀναγνωρίσεώς των. Χωρίς τόν ἂλλον ἂνθρωπο δέν γίνομαι Ἐγώ, ὃπως χωρίς Ἐγώ τό Ἐμεῖς εἶναι Κανείς. Ὃταν λέμε «ἀνοίγομαι στόν πλησίον», σημαίνει ὃτι ὁ πλησίον δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά  ἐμένα ὡς Κανείς, ὡς Οὖτις. Τό βάθος τῆς  ἀπόκρισης τοῦ Ὁδυσσέα στόν Πολύφημο ἒγκειται σ’ αὐτό: ἓνας ἂνθρωπος ἀπευθύνεται κι  ἐξαπατᾶ ἓνα τέρας μέ τήν γλῶσσα πού ἐκεῖνο καταλαβαίνει. Διότι τέρας εἶναι τό ὂν γιά το ὁποῖο δέν ὑπάρχει Ἂλλος. Τό τέρας ἀγνοεῖ τήν κοινωνία. Μόνο ὃταν ὁ Ἂλλος εἶναι Οὖτις μποροῦμε νά δεχθοῦμε πώς  ὑπάρχει, ἂν εἲμαστε τέρατα. 

 

«Ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο  πρόκειται, ὡς πρός τούς ὁμιλοῦντες καί διακινδυνεύοντες τεχνίτες τῆς  σκέψης καί τῆς ποιητικότητας, εἶναι τό αἲνιγμα  τοῦ κόσμου, τό ἐρώτημά του, τό ὁποῖο φέρνουν στήν γλῶσσα. Σ’ ἐκείνους, ἡ ἐρώτηση εἶναι οἰκεία. Πάντοτε στήν  ἐγγενῆ ξενικότητα. Μιλώντας καί λέγοντας, μεταμορφώνουν ἐκεῖνο πού, ἂν  κανείς δέν τό εἶχε πεῖ καί σκεφθεῖ, δέν θά ἒπαιζε  τέτοιο».   (Κώστας Ἀξελός, Αἰνιγματικές ἀπαντήσεις, ἐκδ. Ἑστίας, Ἀθήνα 2005, σ. 27).