Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ Ο ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΣ ΤΟΥ ΠΙΝΔΟΥ

 Της Ελισάβετ Δ. Δημοπούλου

 

Πολλά μεν Νύμφαι εδίδαξαν ανώρεα βουκολέοντα εσθλά:

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ


Συχνά μέσ’ στο ηλιοστάλαμα και μέσ’το μεσημέρι,

κι όταν κοιμούνται τα νερά και βγαίνουν οι νεράιδες

και συγκρατιούνται σε χορούς ,τέτοια τραγούδια λέγουν.

Όταν ησκιώνουν τα ζερβά και πέφτουν τα λιοπύρια

και ροβολούν βελάζοντας στις μάντρες τα κοπάδια,

σουρίζοντάς τα ο βοσκός,τέτοια τραγούδια λέγει.

΄Αγουρος του χωριού κι εγώ,παιδί κι εγώ της στάνης,

όσες βολές κάμπους, βουνά,στάνες,χωριά διαβαίνω

κι οργώματα και ποταμιές,τέτοια τραγούδια λέγω…

...Τόνα σπίτι ακουμπισμένο πλάι στ΄ άλλο, σ’ ένα αγκάλιασμα αδερφικό, αδερφοσύνης πρωτεϊκής.

Το Συρράκο της Ηπείρου, που δεν το δρόσισε ποτές η πλανεύτρα η θάλασσα με τ’ άφρισμά της, έχει ρουμάνια και πλαγιές, βρυσούλες κελαρυστές, βελούχια γάργαρα και νεροσυρμές λαγαρές, ελάτια και πλατάνια σκιερά, λαγκάδια και ραχούλες…

Κουρνιάζει στα πλάγια τ’ απόκρημνα της πανάρχαιας βουνομάνας ,της Πίνδου.

Ολόισια, μπροστά στο πετρωμένο του ποδάρι, χάσκει μια χαράδρα θεόρατη, μια άγρια άβυσσος κι ένα ποτάμι αγριεμένο, ο Χρούσιας, του Άραχθου παραπαίδι, λυσσομανάει στην κοίτη του με κείνα τ’ αγριολίθαρα και τα θανατερά κοτρόνια, που παρασέρνει η συρμή του νερού του αδάμαστου.

Κατάντικρυ μια πόλη ιστορική, στεφανωμένη απ’ τη φήμη τη φτερωτή, οι Καλαρρύτες...Συρράκο και Καλαρρύτες τόποι ευλογημένοι απ΄ τον κάματο τ’ ανθρώπου, γιομάτοι αργαλειούς και ραφτάδικα. Τάκα τάκα ολημερίς της χαράς το χεροκόπι, αχός χαρούμενος, σαν αγάπης γλυκιάς χτυποκάρδι, ανάσα γρήγορη, ματιά κοφτερή...αντιά, κουρούνα, ποταμίστρα, χτένι, μιτάρια, ξυλόχτενο, σαίτα, μασούρι, ποδαρικά, ξίγκλα...όλα απ’ άξια προγονικά χέρια...αργαλειός...υφάντρα, αφέντρα της τέχνης της πανάρχαιης, που η Διογέννητη θυγατέρα, κείνη η κόρη η παρθένα, η γλαυκομάτα όρισε στον άνθρωπο με τις ορμήνειες της.

Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμένο στο νυχτέρι

 διασίδι μου, όντας έγνεθα, τον συχνονειρευόμουν...

...Παίξε αργαλειέ μου, βρόντησε,πέτα χρυσή σαίτα,

τρίξτε καημένα χτένια μου,βαστάτε τον ηχό μου,

να βγουν τα υφάδια γρήγορα, να ράψω τα προικιά μου...

...Κι ύστερα το γαργάρισμα της μηχανής του ράφτη, του τερζή, του αμπατζή...όλα ανθρωπινά, όλα βλογημένα, της ψυχής ξαπόσταμα, των ματιών ο γλυκασμός, της καρδιάς η χαρμονή…...στέγασμα σιγουρεμένο της ανάγκης...φλοκάτο, δίμιτο, κάλτσινο, σαμαρά, σκούτικο, όλα χεροκαμωμένα με τέχνη κι αγάπη περισσή κι όλα φτασμένα ως τις αγορές τις Ευρωπαϊκές…εμπορικήν κίνησιν αμιλλωμένην προς τας καλυτέρας ευρωπαικάς πόλεις.

Πλούτος λοιπόν το γέννημα του μόχθου…Συρράκο και Καλαρρύτες...δυό βράχοι σφιχτοί, συνεκτικοί, άμωμοι, ωριολίθαρα ιερά, ολοκαυτώματα. Πέτρινα κορμιά που απάνω τους σελαγίζει αχτίδα ολόλαμπρη απ’ τ’ ανέσπερο φως της Σουλιώτικης δόξας.

.,,Συρράκο…προσμένεις να γενούν τα στάχυα λιγοστό σιτάρι, καρπερό βλαστάρι απ’ τ’ άκαρπο δεντράκι, απ’ αστραποκαμμένα ξύλα κι αποχέρσωμα, προσμένεις ολόδροσους καρπούς, φυλλαράκια καταπράσινα. Πηγαίνοντας στο δρόμο του βουνού, φτάνεις ως τ’ ανάερο φίλημα κάποιας κορφής μαρμαρωμένης...κι ύστερα προσμένεις να γενεί το θάμα, να φτερουγίσει λεύτερο το κορμί σου απ’ της αβύσσου τα βάθια. Συρράκο…σπιτάκια κι αρχοντόσπιτα, άνθρωποι νοικοκυρεμένοι, αρχοντόψυχοι, σχολειά δοξάτα, δημοτικό, ελληνικό, παρθεναγωγείο, ομορφοκλησιές, μορφές αδρές, με στυλωμένο το φρόνημα, με κείνη την ηπειρώτικη τη φιλογένεια, τη λεβεντιά τη βλάχικη, την αρμάνικη, την ξακουστή, με τη λαλιά την ξέχωρη, την άγραφτη…

  Παλιά, βλάχικης καταγωγής φαμελιά κι οι Κρουστάλληδες. Προγονικά λιοντόκαρδα…ο προπάππος Δήμος κι ο πάππος Κώστας έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα. Ο πατέρας, ο Δημήτρης Κώστα Κρουστάλλης, εμπορευάμενος στο Συρράκο κι ύστερα στα Γιάννενα “εύρωστος και ευμελής, κορμός εύχυμος και πλήρης θράσους’’, μ’ ορίζοντα ανοιχτό, με την πατρίδα στην καρδιά, ευκατάστατος έβλεπε το καλό του τόπου του...κι έκαμε γάμο ξακουστό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες γλεντοκόπι.

   Βλογημένη κι η μέρα κείνη, στα 1868,που η Κρουστάλλαινα, ...η Γιαννούλα, η θυγατέρα του Γιάννη του Ψαλλίδα, του τρανού Συρρακιώτη τσέλιγκα, ξακουστού μεσ΄ στης Πίνδου τα κορφοβούνια, ως τα χειμαδιά της Λάμαρης και της Πρέβεζας, έφερε στον κόσμο το πρωτοπαίδι της, τον Κώστα...κι ύστερα...κι ύστερα αποδέχτηκε τρία κοριτσόπουλα και το στερνοπούλι της, το Γούλα...μάνα και γιοί χαμένοι απ’ την ίδια μαύρη μοίρα...

  Η λαμπρά οικία του Κρουστάλλη είναι το λίκνο του μικρού Κώστα, εκεί μεγάλωσε μέσα στην παράδοση του τόπου και της φαμελιάς, ανασαίνοντας το βουνίσιο αγέρι, τ’ αγέρι της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή, μια πνοή ονειρέματος για κάποιο ιδανικό.

Ο Ζαλοκώστας, ο ποιητής με τη φουστανέλλα, ο μαχητής της λευτεριάς ξυπνούσε μέσα του το θρύλο, έκρενε, με αχό βαρύ, το σπιτικό του στην ψυχούλα του την άπραγη και σε κείνη την ίδια τη λαλιά του αποκρένονταν οι συντοπίτες.

  Ο Κώστας είχε τον καημό να γενεί κι αυτός ποιητής, ν’ αγωνιστεί...κι αφού σώπασε το ντουφέκι, με τη λύρα να προστέσει μιά δόξα καινούργια στο Συρράκο.

   Απ’ τη δόλια μάνα του, που τον άφηκε ορφανό στα 12 χρόνια του  (κι έπεσε σε χέρια μητριάς), πήρε την ψυχή τη βουνίσια, απ’ αυτήν πρωτάκουσε τις παλιές κλέφτικες ιστορίες, απ’ αυτήν θησαυρίστηκε ο λογισμός του μ’ όλη τη ντοπιολαλιά, τις λέξεις τις τσομπάνικες.

   Κι όταν από το σπίτι μας, εκείνο το μικρούλι/μόδειξε η μάνα τα βουνά, του Πίνδου και το Σούλι,/που αποσταμένη έγερνε αυτή στο μαξιλάρι,/ στο παραθύρι μας εγώ με ξάγρυπνα τα μάτια/κοίταζα πέρα τα βουνά, των κλέφτων τα παλάτια...

...Κι έτσι όλα τα πέρασα τα χρόνια τα μικρά μου/...περήφανα βουνά μου, πότε θα συντροφέψω ακόμα μια φορά τα δέντρα τα ψηλά σας,/πότε θα πιω απ’ τα κρύα σας, τ΄ αθάνατα νερά σας./τες ανοιξιάτικες βραδυές, σαν τώρα, με φεγγάρι...”

Πρωτόσχολος στο Συρράκο, γιομάτος αγάπη για τα γράμματα…’’εις την πρώτην τάξιν εμανθάνομεν το αλφάβητον εις την άμμον. Έπειτα προβιβαζούμεθα εις τας πινακίδας”...δάρθηκε πάνω στο παιχνίδι με τ’ άλλα τα παιδιά, αλλά φίλησε μια συμμαθήτριά του και τιμωρήθηκε με …γάνωση, δηλαδή μουτζούρωμα. Αυτό το ξύπνημα της καρδιάς στο μικρό αγόρι ανταμώθηκε ισόρροπα με τα πρώτα του πνευματικά φτερουγίσματα. Το ελληνικό και το γυμνάσιο τάβγαλε στα Γιάννενα, στη Ζωσιμαία Σχολή. Έμαθε να γράφει, να διαβάζει...συντακτικό, γραμματική, τον Όμηρο,,, μα δεν έμαθε ποίηση κι απαγγελία. Θαύμαζε τα παιδικά του συντρόφια στο Συρράκο για την ωραίαν τους απαγγελίαν. Δεν είχε καλά καλά αποσώσει τις γυμνασιακές του σπουδές κι έστειλε στην Αθήνα να του τυπώσουν την πρώτη του ποιητική συλλογή, στα 1887, με τίτλο:  ΑΙ ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ(ποίημα επικόν εις άσματα τρία) και παραδίπλα ακόμα δυό ποήματα...Αναμνήσεις     και ΄Ονειρο  γεμάτα λυρισμό.΄Ολο το υπόλοιπο έργο του, με τις πολυσέλιδες ιστορικές σημειώσεις, είναι ένα φλογερό πατριωτικό κήρυγμα, πράξη παράτολμη, επαναστατική μες στα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα. Η συλλογή αφιερώθηκε στην αγαπημένη του μάνα…Τη μακαρία σκιά της μητρός μου

Μάνα μου! Έζης κι όλος μου χρυσός ήταν ο βίος./Απέθανες, σκοτείνιασεν, έγινε μαύρος, κρύος./...Ω μάνα! Μές στον τάφο σου στεφάνι δάφνης κλάδου/σ αφήνω...πάρε, δέξου το, πες το ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ

  Αισθάνεται πια λόγιος το μικρό ξεπεταρούδι, αν και κάποιοι πολύξεροι είπαν πως Είναι μπανταλά τα γραψίματά του. Τους απάντησε με το στίχο του Ζαλοκώστα...”Εσύ σαι τόσον άσχημος κι η Μούσα τόσο ωραία…’’ το μαθητούδι νείρεται βουνά από δάφνες, φαντάζεται τον εαυτό του ως “εθνικό άνδρα, ως εθνικό ποιητή”. Ένα ανέκδοτο έπος αυτής της εποχής (η μάχη εν Λυκουρσίω) απλώνεται σε 420 στίχους...

  Βρίσκεται κοντά σε φιλανθρωπικά σωματεία για τη σωτηρία του πληθυσμού της Ηπείρου, που τον θερίζει πείνα ανελέητη. Στέλνει ποιήματά του σε θρησκευτικό περιοδικό “διερμηνεύων τας ευχαριστίας της επί των εράνων της κεντρικής εν Ιωαννίνοις επιτροπής.” Μεταγράφει...πιο εύηχα τ’ όνομά του και γίνεται ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ, δείχνει μια πρωτόγνωρη λαχτάρα για την τοπική ιστορία, θησαύρισμα του νου του για τα πολυσέλιδα κατοπινά του ιστορικο-λαογραφικά δημοσιεύματα και τις εθνογραφικές του μελέτες. Διαβαίνει απάνου στα βουνά του τ’ αγαπημένα, γεύεται τις ανθρώπινες χαρές του χωριού και της στάνης, γιομίζει την ψυχή του με θρύλους κι ιστορίες...Στο διάβα του ερείπια αρχαία και βυζαντινά…αντιγράφει επιγραφές, κρατά σημειώσεις πολύτιμες, που θα τις ακουμπήσει απλόχερα σε άρθρα ιστορικά και λογοτεχνικά.

  Αλλά οι καλές μέρες κρατούν λίγο...στα 1888 αναγκάζεται να δραπετεύσει κυνηγημένος, καταζητούμενος απ’ τις τουρκικές αρχές. Ο ίδιος αποδίδει τον αποδιωγμό του σε όργανα της ρουμανικής προπαγάνδας που τον κατέδωσαν, μόνο από γδικιωμό του ίδιου και του πατέρα του “για την άκαμπτη ελληνοπρεπή στάση απέναντί τους. ”Σταματάει το σχολειό, εγκαταλείπει τα Γιάννενα και μπαίνει…στο “Ρωμαίικο”. Την περιπέτειά του αυτή θα την ιστορήσει αργότερα στο διήγημά του “Το φυλαχτό μου”.

  Γενάρης του 1888 κι ο νεαρός Κώστας φτάνει στην ελεύθερη Αθήνα φορτωμένος ελπίδες κι ονειροφαντασιές, θαρρώντας πως τον προσμένουν “μεγάλα πράματα.” Μαθαίνει ότι οι διώξεις ξέσπασαν πάνω στον πατέρα του κι ότι ο ίδιος καταδικάστηκε, “ερήμην”, σε εξορία 25 χρόνων εις...Βαγδάτιον... Έχει γίνει πια ήρωας κι οι Γιαννιώτες κάνουν αγρυπνίες για τη σωτηρία του. Γρήγορα όμως τον περιμένει η πίκρια της απογοήτευσης. Τα όνειρα φυλλορροούν κι οι μεγάλες προσδοκίες γκρεμίζονται. Η ανάγκη θεριεύει…Ψάχνει για δουλειά…Τον συστήνουν σ’ ένα τυπογραφείο, υπόγειο, σκοτεινό, ανήλιαγο ...μαθητευόμενος στην αρχή, βγάζει το ψωμί του…σακατεύοντας τα πνευμόνια του ...δυό χρόνια.

  Τον Απρίλη του 1889 μοιράζει αγγελίες μιας ποιητικής συλλογής, με τίτλο “ΧΕΛΙΔΟΝΕΣ” κι είναι ν’ απορεί κανείς πώς, μέσα στο μικρό αυτό “από της αφίξεώς” του διάστημα και πού βρήκε το κουράγιο να κατανικήσει την απόγνωσή του και να γράψει 60 ποιήματα…80 σελίδες. Η αγγελία παραθέτει τον έμμετρο πρόλογο της συλλογής κι ένα σονέττο, που δικαιολογεί τον τίτλο “ΧΕΛΙΔΟΝΕΣ”, καταλήγοντας με τους στίχους

“Κι εμένα της πατρίδας μου η άγρια χειμωνιά / απ’ τη φωλιά μου μ’ έδιωξε,/τα χελιδόνια μοιάζω κι όσα τραγούδια θλιβερά στην ξενητειά μου βγάζω,/τραγούδια των χελιδονιών ομοιάζουνε κι εκείνα.../Μα σαν και στην πατρίδα μου βγούνε χορτάρια, κρίνα,/θε να γυρίσω και εγώ στην έρμη μου γωνιά”.

  Τελικά, η συλλογή αυτή δεν τυπώνεται κι ο ποιητής αποτελειώνει ένα ιστορικό “επύλλιον”, που από καιρό δούλευε. Ένα ποίημα “Βαλαωριτικό” , που θαρρεί πως του ταιριάζει καλύτερα, αυτού…του “Ηπειρώτου πρόσφυγα”. Τον Οκτώβρη του 1889 υπογράφει τον ιστορικό πρόλογό του και στα 1890 κυκλοφορεί απ’ το τυπογραφείο, όπου πέρναγε ώρες σκληρές, για ένα φτωχό μεροκάματο, το δεύτερο βιβλίο του, με τίτλο “Κωνσταντίνου Δ. Κρυστάλλη, Ηπειρώτου πρόσφυγος, Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ, επύλλιον.(Αξίζει ν’ αναφέρουμε εδώ και κάτι που παρέλειψαν οι βιογράφοι του ποιητή)...Στο εξώφυλλο του βιβλίου, στην τελευταία όψη, διαβάζουμε...“ Του αυτού ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ ,έπος εκδοθέν τω 1886,κατασχεθέν υπό της Οθωμανικής κυβερνήσεως, προδοσία της εν Ηπείρω και Μακεδονία Ρωμουνικής προπαγάνδας τω 1888-ΧΕΛΙΔΟΝΕΣ,ποιήσεις λυρικαί ηγγέλθησαν”.

  Δεν έχει κλείσει ακόμα ούτε ένα χρόνο στην Αθήνα ο “Ηπειρώτης πρόσφυξ” και να...έτοιμα τρία βιβλία...Το “επύλλιον του ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ”, τα 60 λυρικά ποιήματα των “ΧΕΛΙΔΟΝΩΝ” κι ένα πεζό, η επαρχιακή ηθογραφία “ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΠΗΓΗΝ”. Ο Κρυστάλλης εμφανίστηκε με πεζά κάπως αργά,  αλλά οι βιογράφοι του πιστεύουν, ότι επειδή η ηθογραφία ήταν γραμμένη στην καθαρεύουσα, ήταν μάλλον το προσχέδιο της τεράστιας σε έκταση περιγραφής, (στην καθαρεύουσα επίσης),που δημοσιεύτηκε αργότερα, με τίτλο “Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΕΝ ΙΩΑΝΝΙΝΟΙΣ” . Το κύριο θέμα της οι γιαννιώτικες διασκεδάσεις του ”Αη Σωτήρα” στην απέναντι όχθη της λίμνης, κοντά σε μιά πηγή.

  Επιχειρεί τώρα το προσφυγόπουλο να κάνει την εμφάνισή του στα επίσημα φιλολογικά περιοδικά της εποχής. Οι ατέλειες των πρωτολείων του είναι “χτυπητές” κι οι κριτικές τον αποκαρδιώνουν. Κι έτσι, πρίν τυπωθεί “Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ”… “ΟΙ ΧΕΛΙΔΟΝΕΣ” έχουν οριστικά παραμεριστεί...Ο νεαρός “λογιώτατος” της Ζωσιμαίας Σχολής, που στιχουργούσε, άλλοτε με απαισιόδοξους, αρνησιόδοξους ολοφυρμούς, πιστός στα βαλαωριτικά πρότυπα, γίνεται ο ψάλτης της ηπειρώτικης λευτεριάς, τώρα στην Αθήνα, μέσα στην καρδιά του λογιωτατισμού, ανακαλύπτει τον πιο γνήσιο, τον πιο ατόφιο εαυτό του, το γιο της βουνομάνας, τον… “παραστρατημένο” γιδάρη, το μοναδικό, που με τη χρυσή του ,τη γλυκόλαλη φλογέρα “κλαίει κι αναστενάζει και λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο και τον αντίλαλο ξυπνάει στις λαγκαδιές, στα δάση, ξυπνάει κι από τον ύπνο της την όμορφη την πλάση…”

   Έτσι, την άνοιξη του 1890 στέλνει στο Φιλαδέλφειο ποητικό διαγωνισμό τη συλλογή του “ΑΓΡΟΤΙΚΑ”… “Άρχετε βουκολικάς Μοίσαι φίλαι, άρχετ’ αοιδάς...ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ”

“Εις το μεγάλο σήμερα της Μούσας πανηγύρι,/που φέρνουν και στολίζουνε την

άγια της εικόνα/από κάθ’ άκρη ελληνική χίλιων λογιών λουλούδια φέρνω,/που

εμάζεψα στους κάμπους της και στα βουνόκορφά της...”

   Σε στίχους δημοτικού τραγουδιού έρχεται πια να τραγουδήσει τις νεράιδες και τα

νεραιδόπαιδα ,τον Ήλιο και τη Νύχτα, το θερισμό,τη φλογέρα, την ποδιά της Μαριώς ,τον τρύγο, την ξενητειά, το γάμο, το χορό της Λαμπρής, το κλέφτικο τραγούδι, την πεντάμορφη, θρύλους και σκηνές ειδυλλιακές των βουνών και των κάμπων...Ανασταίνει τον κόσμο απ’ τις θύμησες τις παιδιάτικές του, μ’ ολάκερο το πάθος της νοσταλγίας του ξεπροβάλλουν οι καημοί του…μια κληρονομιά τρυφερή κι απαλή, γιομάτη ευαισθησία, θλίψη και σπαραγμό. “Ανάθεμά σε ξενητειά με τα φαρμάκια πόχεις!/Θα πάρω έναν ανήφορο, να βγω σε κορφοβούνι,/να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι.../΄Ανοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι,/βγάλε κανά χαμόγελο και πες κανά τραγούδι…”. Η συλλογή πήρε τον “έπαινο” του διαγωνισμού, ψύχωμα τρανό για τον πρωτοφανέρωτο ποιητή, που βλέπει πια τ’ ‘ονομά του να ξεχωρίζει απ’ τη μετριότητα και να στέκει πλάι σ’ έναν Παλαμά, έναν Πολέμη.

   Αρχίζει, με μεγαλύτερη χαρά, να φανερώνεται σε περιοδικά, εφημερίδες κι ημερολόγια…ποιήματα και πεζά, ιστορικά και λαογραφικά. Σε λίγες μέρες οι εφημερίδες αφιερώνουν τρίστηλα άρθρα στα “ΑΓΡΟΤΙΚΑ” και τον ποιητή τους… “Και ο γέρο Θεόκριτος της Σικελίας,ο γλυκύτατος αιγοβοσκός των χλοερών πεδιάδων της ωραίας νήσου, ο αφελής των σπηλαίων της οδηγός και των κοιλάδων της ο εύθυμος κωμαστής, είμεθα βέβαιοι, ότι δεν θα απηρνείτο τον τωρινόν αυτού υποτακτικόν του, τον άξεστον ηπειρώτην τραγουδιστήν, τον αυτοφυή ψάλτην των θελγήτρων της αγροτικής Ελλάδος, τον αγένειον αυτόν τσοπάνον των υπερηφάνων κορφοβουνίων και των αγρίων ρεματιών της Πίνδου”...Και τούτο το άρθρο έστεινε, μπρος στα μάτια τ’ απορημένα, ολοζώντανη την εικόνα του προσφυγόπουλου απ’ το Συρράκο...παιδί είκοσι δυό χρονών, ισχνός, κοντός, ξερακιανός...ασήμαντος. Η θωριά σχεδόν μηδαμινή, σαν εργατάκι λαϊκό. Αλλά, αν τούβαζες ένα μαντηλάκι στο κεφάλι και μια φουστανελλίτσα στη μέση, να…ορθόκορμος ο ψυχογιός του κλέφτη, το βοσκαρούδι των περήφανων βουνών...με γκλίτσα και φλογέρα με τόνους ολόγλυκους, που αντηχούν στ’ “ΑΓΡΟΤΙΚΑ”. Θρίαμβος για το κατατρεγμένο χλωμό παλικαράκι, που δυο χρόνια τώρα έχει ρέψει απ’ τις στερήσεις, την ορθοστασία ολημερίς και τον πνιγμό του αγέρα κείνου του υπόγειου τυπογραφείου. “Εγνώριζα το βαρύ κι ολέθριον της τέχνης ταύτης, αλλά τι να έκαμνα; Να πεθάνω της πείνας; Βλέπω όμως ότι έχασα και χάνω ολονέν το πολυτιμότερον κτήμα μου, την υγείαν. Φθείρομαι εις το σκότος, εντός τεσσάρων τοίχων, όπου πλημμυρίζουν τα χνώτα διαφόρων ειδών ασθενείας...εις το δηλητηριώδες αντιμόνιον των στοιχείων και εις την κακοήθειαν των εργατών. Εργάζομαι ούτω επί δέκα όλας ώρας και μετά αγρυπνώ μέχρι του μεσονυχτίου, διά να μελετώ ή να γράφω.”

   Απ’την άνοιξη του1891 εγκαταλείπει πια το τυπογραφείο και πετυχαίνει την πρόσληψή του στο περιοδικό “Εβδομάς” του Ι. Δαμβέργη. Η επαφή του τώρα πιο στενή με τον κόσμο των γραμμάτων, που τον φορτώνει ελπίδες και δυνάμεις καινούργιες. Κάνει την εμφάνισή του στα αθηναικά περιοδικά με ιστορικολαογραφικά και περιγραφικά αφηγήματα, με τίτλο “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ”. Πρόκειται για τους “ΒΛΑΧΟΥΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ”, μια εκτενέστατη εθνογραφική πραγματεία, με οδοιπορικές περιγραφές, ιστορικές, λαογραφικές και γλωσσικές λεπτομέρειες. “ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ” αρχίζουν να δημοσιεύονται στο περιοδικό που δουλεύει ο ποιητής, σε συνέχειες,.. Έργο νεανικό, με όλες τις ατέλειες της εποχής του ,με την προχειρότητα ,κάπου κάπου ,της επιφυλλιδογραφίας, ένα έργο που σήμερα μπορεί να κριθεί αυστηρά απ’ τους ειδικούς, που δεν θα μπορέσουν να παραβλέψουν τις αγνές προθέσεις και τις περιορισμένες δυνατότητες του συγγραφέα...Με ματιά καθάρια όμως, θα πρέπει να σταθούμε, μονάχα με θαυμασμό, στην ιστορική κατάρτιση του Κρυστάλλη, το κουράγιο του να ξεπερνάει τις ίδιες του τις δυνάμεις και στην ακαταπόνητη εργατικότητά του. Απ’ τις βλαχόφωνες περιοχές της Πίνδου, ως τους νομάδες Καραγκούνους κι Αρβανιτόβλαχους, απ’ τη Σαμαρίνα και τα γύρω χωριά του Γράμμου, απ’ τα Ζαγοροχώρια  ως το Μέτσοβο κι απ’ τον Ασπροπόταμο ίσαμε το Μαλακάσι, απλώνεται ο πατριωτισμός του ποιητή, η φιλομάθειά του, η ανάγκη του ν’ ανταμώσει και ν’ αθανατίσει τους αδερφούς του τους σκλαβωμένους.

   “Δυσαρεσκείας επελθούσης” όμως, η έκδοση των “ΒΛΑΧΩΝ” στο περιοδικό σταματά. Τώρα δίνει στίχους και άρθρα του...τας “εξ Ηπείρου ειδήσεις του” σε εφημερίδες...δωρεάν. Δουλεύει ξανά, με άλματα γερά, τόσο στο στίχο, όσο και στη γλώσσα. ΄Ένας ύμνος για την Ήπειρο, για τη λευτεριά. Εξόριστος, κατατρεγμένος ψέλνει κι αυτός την ηπειρώτικη λευτεριά σαν το λατρεμένο του δάσκαλο, το Βαλαωρίτη, τον ψάλτη το φλογερό...κουτσόβλαχος κι αυτός απ’ τα προγονικά του...Η ανάγκη της βιοτής και πάλι ρακένδυτη στην πόρτα του. Το τυπογραφείο γυροφέρνει στο νου του. Φίλοι που τον εκτίμησαν του βρίσκουν μια ”θεσούλα” στην Εταιρεία Σιδηροδρόμων Αθηνών- Πειραιώς-Πελοποννήσου.’Όρθιος στα εκδοτήρια, ή σκυφτός στα λογιστικά βιβλία, δουλεύει εκεί, για ψίχουλα, δυο ολάκερα χρόνια. Δεν εγκαταλείπει τη μελέτη και το γράψιμο. 

Οι ΄ΒΛΑΧΟΙ” κερδίζουν το ενδιαφέρον και την εκτίμηση του μεγάλου λαογράφου Ν. Πολίτη και τώρα το νιο προσφυγόπουλο γράφει όλα τα σχετικά με την Ήπειρο άρθρα στο λεξικό Μπεκ και Μπαρτ...60 άρθρα, μικρά και μεγάλα, σ’ όλα ακουμπισμένη η αγιάτρευτη νοσταλγία για την πατρίδα του. Η δουλειά όμως, βιοποριστική και φιλολογική, αρχίζει να τον τσακίζει. Ένα εφηβικό “πλευρίτωμα” χειροτερεύει με την κακοπέραση και τις στερήσεις και γίνεται ένας ξερόβηχας ύποπτος. Δουλεύει σκληρά σε μια δουλειά, που δεν τον ευχαριστεί και μετά ...μελέτη ως το ξημέρωμα. Σωματικά και ψυχικά δε βρίσκει αναπαμό, δε βρίσκει ύπνο… “η υγεία του πέφτει...μέρα με τη μέρα χάνεται.” Ταλαιπωρημένος, κατάκοπος, μοναχικός, ασυνήθιστος ακόμα στα “έρημα τα ξένα”, αποτραβιέται στη φτώχια του, συμμαζώνει την πίκρια στα στήθια του τ’ ασθενικά, που τα φλογίζουν τόσοι καημοί και πόθοι...λαχτάρα να ξεφύγει απ’ τη μοίρα του, νοσταλγία βασανιστική για το χαμένο του παράδεισο του Πίνδου.

“Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος…”

Σμιλεύει τώρα το “ΤΟ ΣΤΑΥΡΑΙΤΟ” και τ’ άλλα “ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ”. Τα στέλνει στο Φιλαδέλφειο διαγωνισμό και πάλι… “έπαινος”. Αιτία...η γλώσσα. Βραβεύεται ποιητής με συλλογή γραμμένη στην καθαρεύουσα. Η κοινή γνώμη όμως είναι με το μέρος του. Τυπώνει τη συλλογή κι οι φίλοι και θαυμαστές του γράφουν πάμπολλες σελίδες με λόγια θερμά για την ποίησή του, που του φτερώνουν την ψυχή. Πιο άρτιος τώρα στην τεχνική του στίχου του και στη μορφή του τραγουδιού, πιο ώριμος και πιο προσωπικός, εγκαταλείπει πια τα θέματα τα μυθικά και ζωγραφίζει σκηνές φανταχτερές και πολύχρωμες, γιομάτες ζωντάνια, γιομάτες δροσιά, ομορφοντυμένες μέσα στην αναπόλησή του τη νοσταλγική, μ’ ένα πάθος...μετάρσιο, μ’ ένα τραγούδι στοργικό, γλυκό κι αγέρινο, κρατημένο με δύναμη στα σπλάχνα, για να μη φανερωθεί ένα παράπονο σπαραχτικό”.

“Από μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι, σταυραιτέμου,/παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα/κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια/και μέσ’ στα σύγνεφα πετάς, μέσ’ στα βουνά ανεμίζεις.../έτσι εγγενήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθια/κι απ’ άφαντο κι απ’ άπλερο πουλάκι, σταυραιτέ μου,/μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια/και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει.../παρακαλώ σε σταυραιτέ, για χαμηλώσου ολίγο/και δώσε τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου...”

Τρία ολάκερα τραγούδια του...ο “Τρύγος”, “Το κέντημα του μαντηλιού”, “Η περδικομάτα”...καλύπτουν πρωτοσέλιδο μεγάλης εφημερίδας. Ο “Ηπειρώτης πρόσφυξ” γίνεται ο άνθρωπος της ημέρας. Στην παιδεμένη του ψυχή μαλακώνει πια η

πίκρια των κατατρεγμών, της νιότης του της χιλιοβασανισμένης, της βιοπάλης της σκληρής. “Ριγμένος στα υπόγεια τρέχω γλήγορα να ιδώ ολίγον φως και ήλιον και χλωρασιάν και θάλασσαν, από μακράν, εις το Ζάππειον. Η υγεία του απ’ το κακό στο χειρότερο. Το παίρνει απόφαση...Θα φύγει. Αναγγέλει, ωστόσο, έναν τόμο με πεζογραφήματα κι αρχίζει να συνθέτει, γύρω απ’ ένα σφιχτοδεμένο λαικό θρύλο, απλή κι απέριττη τη “ΓΚΟΛΦΩ”…

“Ιλερό αστρί τ’απόσπερνου και λαμπερό κι ωραίο,/στην εμορφάδα ασύγκριτο κι ολόφαντο στη λάμψη,/που με το απόκλωσμα του ηλιού στα ουράνια γλυκοσκάζεις.../αστρί κρυφό των μαγισσών και άστρι της αγάπης,/οπού βαθύ χαιρετισμό σαν προσευχή ο κόσμος/το πλιο γλυκό και μυστικό τραγούδι του σου πέμπει/...δροσιά,θολούρα,σύγνεφο,κύμα,ευωδιά,λουλούδι/στα φυλλοκάρδια την βαστώ ό,τι κι αν είν’ η αγάπη/...ποια στάνη ’ναι χωρίς βοσκό, χωρίς ζευγά χωράφι/κι αμπέλι δίχως κλαδεμό και νιός χωρίς αγάπη...”

Η ζωή του δεν αντέχεται. Το καλοκαίρι του1893 παίρνει μιάν άδεια να βγει λίγο στα βουνά του. Η Ήπειρος, λεύτερη πια, τον αγκαλιάζει. Κατεβαίνει κι ως την Αρκαδία, αναζητώντας τα θραύσματα του μύθου, τ’ αγγελικό περίπτυγμα του παραμυθιού και του ονείρου, του πλανέματος και της αλήθειας. Όταν γυρίζει, βρίσκει την...απόλυση. Τα 1000 σώματα του ”ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ”, εχουν εξαντληθεί και μπορεί να ψευτοζήσει. Η τύχη, επιτέλους, του χαμογελά. Κερδίζει 2500 δραχμές σ’ ένα λαχείο και τυπώνει τα “ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ” του, το Γενάρη του1894...Ο χειμώνας προβάλλει βαρύς…

  Οι κριτικοί κι οι λογοτέχνες της εποχής του πλέκουν εγκώμια...Μα ο Κρυστάλλης καίγεται στον πυρετό. Ο ξερόβηχας τον συντρίβει. Βασανίζεται ακόμα πάνω στα γραφτά του, ιδροκοπά...να προκάμει. Και τώρα να! Βγαίνει, μέσ’ απ’ το πύρωμα του κορμιού του, λεύτερος, καθάριος, σπαρακτικός, λιτός “Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ”.

“Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν,/οπόχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα,/και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες,/οπόχουν τα περίφημα, τα πλούσια τσελιγκάτα,/...Τότες οι πιστικοί οι καλοί, που γύρω εκεί σταλίζουν,/δείχνουν με τις αγκλίτσες τους και με τα στραβοράβδια,/σε βράχου απάνου, σε γκρεμού κορφή και σε ραχούλα/μικρό σταχτόφτερο πουλί και λένε...Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ.”

   Ως τις τελευταίες του μέρες σμιλεύει τους στίχους του ΨΩΜΟΠΑΤΗ… “Κι ότε το άσμα του επερατώθη, η γραφίς του Κρυστάλλη δεν ηδύνατο πλέον να κινηθεί επί του χάρτου εκείνου...”Κάθε φροντίδα και περίθαλψη...μάταιες. Η ελπίδα αργοσβήνει.Το“χτικιό”, που θέρισε τη μάνα του και το μοναχάδερφό του, τον αγκαλιάζει πια θανατερά. Το μαγικό του τον αυλό, που η Μοίρα του είχε αποθέσει από νωρίς στα φρυγμένα του χείλια,η ίδια η Μοίρα θα τον συντρίψει άσπλαχνα. Απ’ αυτόν το μαγικό αυλό όμως, θάχουν προφτάσει ν’ ακουστούν αθάνατοι φθόγγοι μουσικοί, που θ’ αχούν και θ’ αντιλαλούν τις χαρές και τους καημούς των ανθρώπων του βουνού, σαν τη γλυκόλαλη φλογέρα απ’ το βοσκαρούδι, που σκορπάει ξέγνοιαστα τους δικούς της κελαηδημούς...κει πέρα, μακρυά, σ’ ένα πανέμορφο χωριό, στην πλαγιά του Πίντου...στο Συρράκο.

...22 τ’ Απρίλη 1894 ...το προσφυγόπουλο της Ηπείρου, ο γλυκός ποιητής, “η ασθενική ανταύγεια” μιας ψυχής παλικαριού, ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ τ’ όνομά του, παίρνει κείνο το δρομί, που δεν έχει γυρισμό...Μεγάλη Πέμπτη ανήμερα. Κι ήταν μοναχά 28 χρονών...

“Όσες βολές η σκύλα ξενητειά με κερνάει τα πικρά της κρασοπότηρα, χύνομαι σα λυσσασμένος μέσα μου και με τα σιδερένια νύχια του λογισμού σκάφτω στην έρμη μου καρδιά.Κι απ’ των χρόνων τα λιθοσώρια ξεθάφτω τις παλιές μου ενθύμησες, αυτές που κέντησαν την παιδική μου ψυχή. Κι είναι το νήμα το μυστικό, που με δένει με τους τόπους που πέρασε η νιότη μου...”ΚΏΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ- ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΑ “ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ”.

 

ΑΚΡΙΒΟΤΙΜΗΤΟΣ...ΠΟΛΥΘΕΛΓΗΤΡΟΣ.

“Και τα γλαραδοκούδουνα γιομίζουν τον αγέρα, μ’ αρμονικό κι ολόγλυκο κι ανάκουστο ηχολόι...(“Η αγάπη”απ’ τον Ψωμοπάτη.)

Το πρωτογέννημα του ανθρώπου,ο ύμνος με τ’ ανάβλεμμα στον ορίζοντα, το φανέρωμα της χαράς και του θρήνου, της ψυχής τ’ αγάλιασμα και της αραθυμιάς ο συντριμμός...όλα ΠΟΙΗΣΗ, αυτή η πλανεύτρα κόρη του θεικού λυράρη, του τοξοβόλου, του βιγλάτορα της μουσικής, του χορού, της μέρας, της γνώσης, της γιατρειάς, της τέχνης, της μαντείας, της αλήθειας, του αχτιδοβόλου ήλιου ,του φωτός του ανέσπερου...όλα ΠΟΙΗΣΗ. Αυτή που μπορεί να ιστορήσει τα πάντα σε λίγες αράδες, αυτή που μεταστοιχειώνει τις μέρες σε συνομιλία συναρπαστική με το άφατο, ανοίγοντας δίαπλατα τα παραθύρια της ψυχής στους ήλιους και τα φεγγάρια της.

   Έχουμε μπροστά μας έναν ποιητή, ένα νιο ξεπεταρούδι, τον ΚΩΣΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ, που νοιώθουμε κατάψυχα την ανάσα και τις πληγές του, τα οράματα και τις διαψεύσεις του, το απρόσμενο των ροπών της σύντομης ζωής του, αντάμωμα της συναρπαστικής και της σπαρακτικής της όψης...στη διαχρονία, με μια εσωτερική συμμετοχή στα γεγονότα του “παρόντος” του…Ο Κώστας Κρυστάλλης, αν και βουνίσιος, δεν έρχεται απ’ τη στρούγκα, έχει, από καταγωγή κι ανατροφή, αστική ιδεολογία κι έρχεται από τόπο αλύτρωτο που, αν όχι πνευματικά, ιδεολογικά ήταν πιο προηγμένος απ’ την Αθήνα. Αγωνίζεται στην Αθήνα σαν αστός αλύτρωτος, μαχητής κι ακουμπισμένος με πίστη ακατάλυτη στο ιδανικό του, με προοδευτισμό. Μαζί με τη φλογέρα την ποιμενική, αγκάλιασε και την πένα του “Ηπειρωτογράφου” και τη σάλπιγγα του δημοσιογράφου, για να υπηρετήσει το μεγάλο σκοπό του. Αναγεννητική η εποχή του, τον πήρε στα φτερά της και τον ανέβασε πιο ψηλά απ’ το δικό του “πέταγμα”, γιατί ήταν ένα κομμάτι του λαού κι έφερνε το λαό και τη λαική ζωή στην ακρότερη ουσία της. Όταν ήρθε στην Αθήνα, βρισκόταν πολύ κάτω απ’ το κοινό ποιητικό επίπεδο και τις αντιλήψεις της εποχής. Οι νέοι ποιητές δούλευαν τότε τη μορφή ,ζητούσαν να πλάσουν γλώσσα ποιητική, να πλησιάσουν τα “παρνασσικά πρότυπα” της γαλλικής ποίησης, να δώσουν το ειδύλλιο, το μικρό λυρικό τραγούδι, να συλλάβουν τη στιγμή σε μορφή απλή, σε γλώσσα ζωντανή. Στα 1889 είναι πια φανερωμένο “ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ” του Ψυχάρη. Όλοι τότε οι...μεγάλοι... Παλαμάς, Δροσίνης, Πολέμης, Καρκαβίτσας...αγκιστρωμένοι στη “θεωρία της διγλωσσίας’. Σ’ αυτές τις ταλαντεύσεις και τους δισταγμούς τα “ΕΙΔΩΛΑ” του Ροίδη ανοίγουν το δρόμο της δημοτικής.

Κι η ποίηση του Κρυστάλλη ανοίγει το δρόμο του καινούργιου, του δροσάτου λυρισμού και της ποιητικής γλώσσας. Ο νεαρός Ηπειρώτης κρατά στα χέρια του τον επικό Βαλαωρίτη, καταλαβαίνει όμως γρήγορα πως οι καιροί έχουν αλλάξει…κι αυτός, ταλέντο πλαστικό με αίσθηση της μορφής, ακουμπάει στην παρνασσική τεχνοτροπία, γοητεύεται απ’ το λυρισμό, ανταμώνει αδερφικά τους Εφτανησιώτες. Οι αναζητήσεις του, οι δοκιμές του, το πάλεμα ν’ ανοίξει δικό του δρόμο, έχουν κάτι το δραματικό, ανταμωμένο τραγικά με τη νιότη του, τα βιοτικά του βάσανα και την κλονισμένη υγεία του.

   Και να! Το νιογέννητο ρεύμα του δημοτικισμού, που φούντωνε αυτά τα χρόνια σαν την ωριόμορφη άνοιξη που φουσκώνει τα δεντριά, κάνουν το νιο προσφυγόπουλο να πλησιάσει το δημοτικό τραγούδι με τις υπέροχες συλλογές του… “Τ’ ΑΓΡΟΤΙΚΑ” και τον “ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ”...”Μέσα στο έργο του Κρυστάλλη, λέει ο ΄Παλαμάς, ξανάχουμε το δυσκολοξεδιάλυτο συνταίριασμα της κοινωνικής φαντασίας με τη φαντασία την ατομική. ”Ο Κρυστάλλης δουλεύει με το μεράκι και τη μαστοριά των χρυσικών του Συρράκου. Οι κριτικοί της εποχής του τον αποθεώνουν. “Κατεβάζει την ποίησή του απ’ τα βουνά του, όχι το δημοτικό τραγούδι, αλλά την ποιητική γλώσσα, τον πλούτο, την εκφραστική δύναμη, την πλαστική τέχνη...γνήσια, άδολα λαικά μοτίβα…” Μονάχα όμως ο Παλαμάς είδε κι έβαλε τον Κρυστάλλη στην πραγματική του θέση, με δυο μελέτες του, όπου ο ποητής του Συρράκου ερμηνεύεται, τοποθετείται, ξεκαθαρίζεται… “Ο Κρυστάλλης δεν είναι ο λαός που βρίσκεται και που γίνεται ποιητής. Είναι ο ποιητής που βρίσκεται και γίνεται λαός. Την ποιητική του υπεροχή τη δίνει το μαστόρεμα του στίχου, η μεγαλόπρεπη εντέλεια του ύφους.”

   Φτωχή η βιβλιογραφία για το “σταυραετό του Πίνδου”. Η πλευρά της πεζογραφίας του ολότελα αμελέτητη. Το βασικό συμπέρασμα όλων των κριτικών, στα μεταθανάτια χρόνια του, συνοψίζεται στη θέση… “Ο Κρυστάλλης εμπνεύστηκε απ’ το δημοτικό τραγούδι, έχει δροσιά, μας μεταφέρει στη ζωή του βουνού και του κάμπου...αν ζούσε, θα γινόταν μεγάλος ποιητής…”

   Ο Κρυστάλλης όμως πρέπει να κριθεί στον τόπο και το χρόνο του...στην εποχή του. Χρειάζεται μεγάλη προπαρασκευή της ψυχής ,για να εννοηθεί το αμούστακο βλαχόπουλο. Χρειάζεται...κατήχηση και...προκατήχηση...Υψώθηκε δημιουργός κι αντάρτης κι ορθώθηκε ανάμεσα στον έπαινο των προοδευτικών και στην άρνηση των

συντηρητικών αστών. Όλο το έργο του είναι ένα θησαύρισμα κι αξιολόγημα της λαικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, βγαλμένης με αίμα μέσα απ’ την ασταμάτητη πορεία του προς την τελειότητα του εργάτη-ποιητή, πλάστη και μάστορα.

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ ζει και θα ζήσει και σαν μορφή αγωνιστική και σαν έργο δημοτικό και σαν γλώσσα πεντακάθαρη, λαική μέσ’ απ’ τις πιο ατόφιες, ολόδροσες πηγές της.

“Κελαιδεμένε αντίλαλε, κελαιδιστή τεχνίτη,

δόξα σοι, νίκα, βοσκέ Λαέ, Δάφνη, Θεϊκέ ερημίτη,

καταραμένε της ζωής ,της φύσης χαιδεμένε,

όπου κορφή, πουλιά, στοιχειά, σε κλαίνε και σε λένε.”

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. 

Βοηθήματα...1.Άπαντα Κ. Κρυστάλλη- Γ.Βαλέτα 2.Κ.Κρυστάλλης-Γ.Κατσίμπαλη 3.βασική βιβλιοθήκη-εκδόσεις “Αετός’4.Ποιητική ανθολογία- Μ. Περάνθη 5.λογοτεχνικό περιοδικό “Η Δημιουργία” 6.λογοτεχνικές κριτικές και άρθρα...Παλαμά, Μητσάκη, Καζαντζή, Ξενόπουλου

 

 

 

 

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ἡ θάλασσα τῆς ψυχῆς τοῦ Τάσου Λειβαδίτη, ἡ θάλασσα τοῦ κόσμου του, ἡ θάλασσα τῆς γέννας Χριστοῦ.

 

  Σᾶς καλῶ νά ψηλαφίσουμε μαζί κάποια ἀπό τά πολλά πού μᾶς ἒχει χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης: τό παλέμά του μέ τήν χαρά, τήν ἐνοχή,  τό κοινωνικό κακό καί  τήν χριστιανική πίστη, τήν ἒξοδο στίς ρύμες τῆς πόλης καί τήν καταβύθιση στόν σκοτεινιασμένο ἑαυτό. Μᾶς ἐνδιαφέρει πολύ ἠ βιωμένη του διαπλοκή δύο δρόμων πού πολλοί τούς νομίζουν ἀσύμπτωτους: Τῆς λαχτάρας γιά ἓναν κόσμο  δίκαιο καί τῆς συνάντησης μέ τόν Χριστό. Δρόμοι κοπιώδεις ἀμφότεροι γιά τόν Λειβαδίτη, ὁ ὁποῖος τήν στροφή του στην  πίστη τήν ἒκανε ἠχηρή ἀπό  τά μισά περίπου τῆς ποιητικῆς του διαδρομῆς, φορτισμένος ἀπό τήν ματαίωση τοῦ πολιτικοῦ του ὁράματος.

  Χρειαζόμαστε μιά σεβαστική σπουδή τοῦ ἲδιου, σεβαστική διαισθητική συζήτηση μέ τόν ἲδιο. Φαίνεται πώς ὁ Τάσος Λειβαδίτης κέρδισε ἐμπόνως αὐτό πού ξεγλιστρᾶ ἀπ’ τά δάχτυλα πολλῶν καθ’ ἓξιν θρησκευμένων: μιά βαθιά, καρδιακή θεολογική αἲσθηση, ἀνοιχτή στόν ζωντανό Χριστό κι ὂχι κλειστή σάν καλοδουλεμένο σύστημα. Μιά ἀντίστιξη τοῦ ἲδιου: «Καί κάθε φορά πού μοῦ μιλοῦσαν γιά τόν Θεό δέν τούς πίστευα, ἀλλά ὓστερα ὃταν ἒμενα  μόνος μέ τήν σιωπή, καταλάβαινα καί τόν Θεό καί τό ἒργο του» (Ὁ ἀστερισμός τοῦ Λέοντος).  

  Σ’ αὐτή τήν προοπτική δένει τήν κοινωνική ἒγνοια μέ τήν ζωντανή πίστη: «Ὁ κόσμος μόνο ὃταν τόν μοιράζεσαι ὑπάρχει… (Ὁ ἀστερισμός τοῦ Λέοντος). Αὐτή ἠ ἀποστροφή του κρίνει ὃλη τήν λογιοσύνη μας, γι’ αὐτό ἲσως ἡ κορυφαία. 

  Θυμᾶμαι τήν ρομαντική μου  ἒνταξη στἠν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐλπίδας ὡς φοιτητής καί στήν συνέχεια τήν σταδιακή μου ἀπεμπλοκή ἀπό τά πολιτικά ὁράματα τῆς ἐφηβίας μου.  Στἠν συνέχεια ἐπιχείρησα,  τήν ἐποχή τῶν μεγάλων φοιτητικῶν κοινωνικῶν ἀγώνων, νά καλύψω τήν ψύχρα τῆς μεγάλης ματαιότητας μέ στροφή στήν  μεταφυσική.

  Ὁπωσδήποτε σημασία ἒχει ἡ προσωπική ἀπόκριση τοῦ καθενός μας στίς προκλήσεις τῆς καθημερινότητας, ἡ πίστη στήν συμμετοχή τῆς ἀνθρώπινης δράσης στό ἒργο τῆς λύτρωσης τοῦ κόσμου  ἀπό τήν ἀδικία καί τήν φτώχια, μέ ὃραμα ἓναν δικαιότερο κόσμο, πού μέ τήν πάροδο  τοῦ χρόνου θά γίνεται πιό περιεκτικό καί οἰκουμενικό, καί πού  θά ἒχει ὡς θεμέλιο τήν  ἀνθρώπινη καλοσύνη,  καί ὂχι θέτοντας στήν θέση τῆς κακίας μιά  ἂλλη κακία πιό βίαιη.  «Πιστεύω στά δισταχτικά ἀδέξια βήματα τῶν ταπεινῶν καί στόν Χριστό πού διασχίζει τήν Ἱστορία. Αὐτή ἡ πίστη πού ὑπαγορεύει τήν μακροθυμία καί τήν συγνώμη τοῦ ἀντιπάλου, γεννᾶ χειρονομίες στοργῆς καί ἐπιείκειας, ἐμπνέει σκέψεις ἀπόλυτα καταδικαστικές τοῦ μίσους. Ὃταν λές μισῶ, ὁ πρῶτος φόνος τοῦ κόσμου ξαναγεννιέται  μέσα σου» (Ποίηση). Ἡ κακία ὀρθώνετει στήν θέση τῆς ἀγάπης δηλητηριάζοντας, καί αὐτόν πού μισεῖ, καί ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα μέ τό ἁμάρτημα τοῦ Κάιν.  

  Στήν ἀπολογία του στήν βασική δίκη του ὁ Λειβαδίτης δήλωσε «Γιατί ὁ ποιητής ἢ ὁ συγγραφέας, ἀπό τήν στιγμή πού θά χαράξει τήν πρώτη φράση του πάνω στό χαρτί εἶναι δεμένος μέ ὃρκο ἀκατάλυτο νά ὑπερασπίσει ὂ,τι πιό ἂξιο ἒχει ἠ ζωή: τήν δικαιοσύνη, τήν ἀλήθεια, τήν  ὁμορφιά, τήν εἰρήνη» σάν να ἒχουν ἐγγραφεῖ ἐντός του οἱ Μακαρισμοί τοῦ Χριστοῦ. 

   Εἶναι ἐφικτός ὁ  κοινωνικός μετασχηματισμός μέ ἐπίκεντρο καί γνώμονα τούς ταπεινούς, δίχως τό ταξικό μίσος καί τήν βία, πού  ἀρχικά ὑπηρέτησε, λίγο  ἀργότερα ἀμφισβήτησε καί, ἐντέλει, ἀποκήρυξε ὁ Τάσος Λειβαδίτης; Ἡ θεολογική σκέψη καί τά χριστιανικά πολιτικο-κοινωνικά κινήματα μᾶς δίνουν ποικίλες καί ἀμφιλεγόμενες ἀπαντήσεις. Μιλῶντας πάντως γιά τόν Λειβαδίτη, τόν ποιητή μας, θά τολμοῦσα νά  είκάσω ὃτι μᾶλλον γέρνει πρός τήν λυτρωτική δύναμη τῆς ἀγάπης-τόν ἀντίποδα τοῦ μίσους- και τοῦ πόνου, πού «ἀπαιτεῖ» τήν ὓπαρξη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται πηγή σωτηρίας στό θεῖο Πάθος.

«Τοσοῦτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμι, καί οὐκ ἐγνωκάς με, Φίλιππε;»  Μέ αὐτή τήν βιβλική προμετωπίδα, ἀπό τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο ξεκινᾶ ὁ δεύτερος  τόμος τῶν ἀπάντων τοῦ Τάσου Λειβαδίτη. Δέν χωρᾶ καμμιά ἀμφιβολία ὃτι αὐτή προειδοποεῖ τίς προθέσεις τοῦ ποιητή, προθέσεις πού στό κέντρο τους ἒχουν τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ ἀκατάλυπτου Θεοῦ πού γνωρίζεται καί μένει ἂγνωστος, πού φανερώνεται καί μένει κρυμμένος, πού ποιεῖ καί ἐκπλήσει, πού σιωπᾶ καί ἀποκαλύπτεται.

  Γι’ αὐτό καί σέ ἀντίθεση μέ τόν Φίλιππο-καί δέν εἶναι  καθόλου τυχαῖο τό γεγονός τῆς χρήσης τοῦ συγκεκριμένου χωρίου-, ὁ ποιητής στήν ἐρώτηση «ποιόν περιμένετε;», στό  ποίημά του «Προθάλαμος», ἀπαντᾶ μέ τό ἀφοπλιστικό, σαφές καί ἂκρως δηκτικό, «ποιόν νά περιμένω, βρέ ἂθλιοι, τούς λέω, ἂν ὂχι τόν Ἰησοῦ Χριστό;». Ἀπάντηση πού δείχνει ξεκάθαρα πώς  ὁ ποιητής ἀναγνωρίζει καί κυρίως γνωρίζει τό  Ἰησοῦ.

Ἡ ποίηση τοῦ Τάσου Λειβαδίτη εἶναι μιά ἐναγώνια προσπάθεια νά περάσει «πέρα». Νά ἀνοίξει  τήν ὓπαρξη γιά νά χωρέσει ἡ συγχώρεση, νά χωρέσει τήν συγχώρεση, νά βρεῖ χῶρο ἡ συνάντηση.

  Αἰσθάνομαι μιά ζεστασιά παρακολουθώντας τίς διαδορομές τοῦ Τάσου Λειβαδίτη στήν Ἁγία  Γραφή παρά διαβάζοντας ὁμιλίες γραμμένες γιά τούς πιστούς, ἢ ἐκφωνούμενες ἀπό ἱεροκήρυκες! στήν Ἐκκλησία. Ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο παραπέμπει στήν Καινή  Διαθήκη, εἶναι φανερό ὃτι ὁ Λειβαδίτης τήν γνωρίζει καλά. Τήν μεταχειρίζεται μέ ἐλευθερία καί οἰκειότητα, Οἰ ἀναφορές του φαίνεται ὃτι τόν ἀκουμποῦν βαθιά, τόν ἀφοροῦν στό παρόν του, βρίσκει ἐκεῖ τόν ἑαυτό του, βρίσκει τόπους νά ταυτιστεῖ καί αὐτό τον ζεσταίνει.

 Ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι κάτι δικό του, κάτι  τό ὁποῖο βρίσκει τόν ἑαυτό του, κάτι πού τόν συγκινεῖ καί αἰσθάνεται ἐλεύθερος νά χρησιμοποιήσει στοιχεῖα Της στίς δικές του ὑπαρξιακές καταθέσεις. Ἡ χαμένη Ἐδέμ, ὁ Λάζαρος, ὁ Γολγοθάς, τά καρφιά τῆς Σταύρωσης, εἶναι κομμάτια τῆς ποίησής του, κομμάτια πού ἂρχουν ἢ ἂρχονται στούς στίχους του ἀνάλογα μέ τήν φάση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ ἲδιος.