Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

Σέ ἀνοιχτή ἀκρόαση

 

Ἐπικοινωνία τηλεφωνική μέ φίλο. Ἡ φιλία μας κρατάει ἀπό τήν πρώτη δημοτικοῦ.

 …..

-Κάποιες φορές αἰσθάνομαι πεταμένος στόν ἀκάλυπτο, ρέ Γιώργη. Χάος γύρω μου μεγάλο. Δέν νιώθω πλέον τήν οἰκειότητα, τήν  μεγάλη οἰκειότητα, μέ τόν γείτονα, μέ τόν συμμαθητή μας. Διακρίνω μιά ἐπιθετική διάθεση, ἲσως καί βίαιη, στήν καθημερινότητα ἀκόμη καί ὃταν εἶναι εὐγενής, εἶναι ἐπίπλαστη,  προσβλητικά ἀπαξιωτική, καί δυστυχῶς   ἐξελίσσεται μέ τρόπο ραγδαῖο. Αἰσθάνομαι τσιτωμένος. Νεῦρα παντού. Νεῦρα στήν Μητροπόλεως, νεῦρα στό καφενεῖο, στό σπίτι, νεῦρα ἀκόμη καί στόν καθρέφτη. Ὢρες ὢρες δέν μέ ἀντέχω…

-Βασιλάκο νά σοῦ θυμίσω ὃτι ἐμεῖς, ὡς παιδιά, μεγαλώσαμε σέ μιά ἀτμόσφαιρα βίας. Βία στό σχολεῖο,  βία παντοῦ. Θυμᾶμαι ἀκόμη, ὃταν μικρό παιδάκι μέ ἒστειλαν νά πάρω ἓνα φάρμακο, ἒκανα λάθος καί μπῆκα στό διπλανό καφεκοπτεῖο. Ὁ καφεπώλης τό τί βρισίδι μοῦ τράβηξε δέν λέγεται. Βλάκα, βλαμμένο, ἠλίθιο… ἀκόμη καί ὃταν ἒβγαινα άπό τό φαρμακεῖο  ἦταν στήν πόρτα καί μ’ ἒβριζε. Ἡ διαφορά μέ τώρα ἦταν ὃτι ἡ τότε βία δέν μᾶς δημιουργοῦσε ψυχολογικά τραύματα. Ἐσύ γιατί  τόσα νεῦρα;

-Κάθε μέρα  ἀκούω πώς κάποιοι κλέβουν ρεῦμα, οἱ βενζινᾶδες  κλέβουν βενζίνη ἢ τήν νοθεύουν, κλέβουν τό Κράτος, ἀγρότες κλέβουν τήν Ε.Ε. μέ ψεύτικες ἐπιδοτήσεις, κλέβουν ὃ,τι μπορεῖ ὁ καθένας, καί τό Κράτος  τούς ἀφήνει νά  ξανακάνουν τό ἲδιο, βιασμοί,  δολοφονίες, 80 δικαστικοί ἀπόλύθηκαν γιά διαφθορά, ὁ συμμαθητής μας, ὁ φαρμακοποιός. μοῦ ἒλεγε τίς προάλλες ὃτι ὁ τζίρος ἀπό τά ψυχοφάρμακα εἶναι αὐξανόμενος,  μέ πολύ ἐπικίνδυνη τήν ἂνοδο χρηστῶν σκληρῶν ναρκωτικῶν, οἱ τηλεοπτικές σειρές γιά τά μπάζα,  σενάρια, διάλογοι, σκηνοθεσίες ἀπίστευτα χαμηλῆς στάθμης, μιά  διαρκῆς καταφυγή στό ἀποπολιτικοποιημένο, ἐπαρχιώτικου στύλ, μελόδραμα, μιά παραίτηση, μιά εὐκολίαὑπονομεύοντας ἀπροκάλυπτα τήν  πιθανότητα αὐτός ὁ λαός νά χειραφετηθεῖ μαζικά ἀπό τίς μαλακίες του.

 Ἐσύ;

-Καί ἐγώ ἒχω μιά αἲσθηση μεγάλης κακουχίας. Παρατηρῶ μιά αὐξανόμενη, ἑλλαδική καί διεθνή ἀταξία, πού δέν εἶναι κάτι νέο, ἀλλά πλέον ἐπιδεινώνεται ἐπικίνδυνα.   Κανείς δέν μπορεῖ νά προβλέψει ποῦ θά καταλήξει ὃλο αὐτό τό σκηνικό. Ἒχω τήν αἲσθηση πάντως ὃτι διανύουμε τήν περίοδο τοῦ ἀπόλυτου σόκ, τῆς κατάρρευσης κάθε βεβαιότητας.

-Ὁρισμένοι ἐπιστήμονες λένε ὃτι μπαίνουμε ἢδη στήν φάση τοῦ «ἓκτου μαζικοῦ ἀφανισμοῦ». Ἡ μοίρα κάθε προηγμένου, τεχνολογικά, πολιτισμοῦ εἶναι ἡ αὐτοκαταστροφή του.

-Δέν εἶμαι εἰδικός… Μᾶλλον εἲμαστε στήν ἀρχή τῆς βίαιης ἀφύπνισής μας. Πιστεύω ὃτι ἲσως πρόκειται γιά ἓνα «τέλος διαρκείας». Καί ὃτι μπορεῖ ἢδη νά ἒχει ξεκινήσει, μέ κάμποσες ἐνδείξεις τά τελευταῖα χρόνια, τόσο ὡς πρός τά φυσικά φαινόμενα ἀλλά καί ὡς πρός τά πολιτικά καί κοινωνικά. Συνδυασμός καί τῶν δύο εἶναι ἡ κλιματική ἀλλαγή, μέ τό βάρος ὃμως νά πέφτει ἐξ ὁλοκλήρου πάνω στόν  ἀνθρώπινο παράγοντα. Ἂν καί  ἀκόμη τά βολεύω ἀρκετά καλά, ἒχω μιά αἲσθηση μεγάλης κακουχίας στο κορμί μου, τά τοιχώματα τῆς ψυχῆς παρουσιάζουν μικροραγίσματα…Στό αἷμα μου καί βαθύτερα ἀκόμη στό μεδούλι μου κυκλοφοροῦν  ἀγκαθάκια φραγκόσυκου, πού σταδιακά γίνονται σκληρά σάν ρινίσματα σιδήρου.

-Καί ἐγώ κουρασμένος ψυχολογικά. Μάλιστα ἡ  κούραση μοιάζει νά μονιμοποιεῖται, δέν προχωράω ἐλεύθερα, κάτι μέ  τραβάει πρός τά κάτω σάν ἀσήκωτο βαρίδι. Ψάχνω τό κουράγιο ἀκόμη  καί νά χαμογελάσω. Σκέπτομαι νά πάω χαλαρά, σέ ἓναν ψυχίατρο. Ὂχι ψυχολόγο. Ξεφύγαμε από τούς παπάδες καί πέσαμε στούς ψυχολόγους. Τούς  πληρώνουμε κιόλας.  Τά παιδάκια μου μιά χαρά. Ἡ κόρη μου ἦρθε στό Αἲγιο μόνιμα, τά ἐγγονάκια μου μιά χαρά… Μέ τήν γυναίκα μου, ὃπως ὃλοι μας. Τώρα εἲμαστε σάν συγγενεῖς, πρώτου βαθμοῦ πλέον…

Ὑπάρχουν γυναῖκες πού ὀνειρευόμαστε καί γυναῖκες πού μᾶς κάνουν νά ὀνειρευόμαστε…

Αὐτά, ἂλλη φορά…

-Καί ἐγώ νιώθω κάπως ἀμήχανα ἀλλά παραμένω ψύχραιμος, σταθερός, μέ ὃλο καί πιό  ἒντονη τήν αἲσθηση τῆς ἀπειλῆς, τήν ἀνασφάλεια  νά ἒρχεται ἀπό παντοῦ… κατά καιρούς ἒχω τίς μαύρες μου.. εὐτυχῶς ὑπάρχει τό κηπαράκι τοῦ Χατζηράδου τό ὁποῖο μέ  βοηθᾶ νά ἀντιμετωπίζω πολλά… Προσπαθῶ νά κάνω ψυχανάλυση στόν ἑαυτό μου, μέ τά λίγα πού γνωρίζω.

-Πολλά διαζύγια στό Αἲγιο.

-Καί στήν Τῆνο τό ἲδιο.

-Σκεπτόμουν τίς προάλλες, τί συμβαίνει καί χωρίζουν οἱ ἂνθρωποι.

-Τί;

-Ὂχι πάντως ἐπειδή πλήττουν. Οὒτε  ἂν ἒχουν ἢ δέν ἒχουν παιδιά. οὒτε ἂν φλερτάρουν ἢ κοιμοῦνται μέ ἂλλους. Χωρίζουν ὃταν σταματοῦν νά αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη νά ἐπικοινωνοῦν μέσα ἀπό ἱστορίες. Ξέρουν ὃτι μόνο ἱστορίες ὑπάρχουν ἀνάμεσά τους, κάτω άπό τά ροῦχα τους, άπό τά σεντόνια τους, ἀπό τό δέρμα τους. Τίποτα ἂλλο. Ἱστορίες πού ἒχουν ζήσει μαζί ἢ χώρια, ἀκούσει, ὀνειρευτεῖ, ἱστορίες πού ἒχουν κατασκευάσει, ξαναβρεῖ, συγκεκριμένες ἢ ἀόριστες, ἡμιτελεῖς, ἀτελείωτες, ὁλοκληρωμένες, ἱστορίες συγκινητικές, ἀνιαρές, τρομακτικές, ἀστεῖες, ἱστορίες χωρίς ἱστορία, χωρίς πρόσωπα.

-Γι’ αὐτό ἐμεῖς κρατᾶμε τήν φιλία μας. Γιατί λέμε ἱστορίες;

-Σπάνια μιλᾶμε στό τηλέφωνο, καί πιό σπάνια συναντιόμαστε.. καί ὃμως ὃταν βρισκόμαστε εἶναι σάν νά εἲχαμε βρεθεῖ πάλι τήν προηγούμενη.

(Ὁ φίλος ἀρνεῖται πεισματικά τήν χρήση  ὑπολογιστή, ἀλλά χαζεύει στήν τηλεόραση τά βράδια γιά νά τόν πάρει ὀ ὓπνος, ὃπως ἰσχυρίζεται)

-Γιώργη βγάλε τήν ἒνταση ἀπό τήν ζωή σου. Ἀποσυνδέσου. Ἒχεις γίνει  ἓνα κομπιοῦτερ. Κομπιοῦτερ καί κινητό. Ἀποσυνδέσου. Γενικά ἀποσυνδέσου ἀπό τοξικές  μνῆμες, τοξικές εἰδήσεις, τοξικούς ἀνθρώπους. Δέν σοῦ μιλάω σάν μαμά..

-Δάσκαλε πού δίδασκες…

-Γιατί  τό λές;

-Γιατί βλέπεις τηλεόραση, ἀκατάσχετα.

-Ὂχι, μόνο ἀθλητικά… μπάσκετ καί ποδόσφαιρο, καί κανένα παιχνίδι. Μέ τίποτα, εἰδήσεις καί πολιτικές, οἰκονομικές συζητήσεις, ἀναλύσεις, σειρές. 

Ἡ λογική τοῦ ἀνίσχυρου, τοῦ ἒκπτωτου, τοῦ παρατημένου εἶναι ἡ τρέλα. Δέν θά κάνω σέ κανένα τό χατίρι νά χάσω τό μυαλά μου. Ὃσο και νά μέ καλοπιάνουν, νά μέ χαϊδεύουν, δέν ὑποχωρῶ. Δέν θέλω ρέ τήν αὒξηση τῶν 25 εὐρώ, δέν τήν θέλω…Δέν πρόκειται νά μέ δεῖτε σαλεμένο, γιά νά φωτιστεῖ ἡ ἀνέκφραστη ὂψη σας, τό μουχλιασμένο χαμόγελο τῆς ψυχῆς σας.

-Προσωπικά,  δέν  βλέπω τήν ὢρα νά πάω στό κτῆμα πού ξέρεις. Τηλεόραση δέν  βλέπω σχεδόν καθόλου. Χαζεύω πολύ ἐλαφρά στόν ὑπολογιστή, φευγαλέα στήν σελίδα τῆς Ἰωάννας, πατάω κατά καιρούς δυό καρδοῦλες συγκεκριμένα ἐκεῖ πού θέλω, ὃπου ἒχω ἀδυναμία,  γράφω γιά τήν Ἀντοψία… Ἐσύ τά πρωινά σου;

-Καφενεῖο…μέ κούρασε κι αὐτό τό καφενεῖο κάθε μέρα… τίς ἲδιες φάτσες, οἱ ἲδιες ἀνιαρές συζητήσεις, στήν ἲδια θέση, στήν ἲδια στάση…Ἐσύ δέν βαρέθηκες μέ τό κτῆμα;

-Πιστεύω ὃτι ἀπό τήν φύση του ὁ ἂνθρωπος ἒχει ἀνάγκη τήν κούραση, τόν ἱδρῶτα. Βάλε στό πρόγραμμα  νά  ἀσχοληθεῖς μέ τό κτῆμα σου. Ἀπό τό σπίτι σου ἂνετα  πᾶς στό κτῆμα μέ τά πόδια, ἒχεις νερό…

-Μέ ἒχεις πρήξει μέ  τό κτῆμα…

  Μείναμε ἐκεῖ γιατί κατέφθασε τό ἐγγονάκι του καί ὃλα παραμερίζονται, ὃπως γιά ὃλους μας. Ἐμένα τά ἐγγόνια μου, μοῦ δίνουν δυό χαρές: τήν μία ὃταν ἒρχονται καί τήν δεύτερη  ὃταν φεύγουν… Τά ἐγγόνια σέ τρελαίνουν, ἀλλά part time. Νά μήν ἀντικαταστήσουμε τούς γονεῖς. Τό νά τρελαίνεσαι μέ τά ἐγγόνια σου εἶναι χαζοτικό. Ποιός παππούς δέν ἒχει στυλ παπποῦ ‘‘διαφθορέα’’. Ποιός δέν μοιράζεται μέ τά ἐγγόνια  του μυστικά καί σκανταλιές; Τό πιό ἁπλό:  στίς διακοπές ἡ χαοτική χρήση τοῦ κινητοῦ λέγοντας μπροστά στήν μαμά: παίξτε ρέ παλικάρια καί λίγο μέ τό κινητό… ἀπαγορεύονται οἱ  τσίχλες γιά τήν μικρή ἀπό τήν μαμά ἀλλά συμπτωματικά βρισκόμαστε στό περίπτερο, καί πάλι ἀπό μιά σύμπτωση  πέφτουμε πάνω σέ τσίχλες, τί νά κάνουμε;… Τέλος μιά συμβουλή πρός τούς παπποῦδες: παίξτε κοῦκλες μέ τήν ἐγγονή σας, ἒχει μιά γλύκα, ὃσο γλυκειά εἶναι καί ἡ πριγκηπέσσα ἐγγονή σας, φυσικά ὂχι τόσο γλυκειά ὃσο ἡ κόρη σας…

 

 

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Από τα κλέφτικα τραγούδια.

 

Της Άννας Κ. Κορνάρου-Καλαμαρά

 

Τά τραγούδια των αρμάτων.

 

«Εάλω η Πόλις… εάλω…». Εκείνη την τρομερή Τρίτη, 29 Μαϊου 1453 η Βασιλίς των πόλεων, η Κωνσταντινούπολη, έπεσε στα χέρια αδυσώπητου κι αλλόθρησκου δυνάστη. Στέναξε η Ρωμιοσύνη. Βαθιά απογοήτευση κατέλαβε τον χριστιανικό κόσμο. «Ει και από ξύλου ή εκ πέτρας άνθρωπος ην, ουκ εδύνατο μη θρηνήσαι» (ιστορικός Δούκας) τη δεινή καταστροφή, που επακολούθησε. «Πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι» κάλυψε τον χώρο του Ελληνισμού απ’ άκρη σε άκρη. Θρηνούν οι ιστορικοί της αλώσεως στα χρονικά τους. Θρηνούν οι λόγιοι κι οι ποιητές στα κείμενά τους κι ο λαός ολόκληρος αποζητά παρηγοριά στην Εκκλησιά του. Θρύλοι και παραδόσεις θέλουν να κρατήσουν «την αποσταμένη ελπίδα» για ανάσταση. Και πού κουράγιο; Χρόνια και χρόνια, γενιές ολόκληρες επί τέσσερις αιώνες προσδοκούν «Τη λευτεριά / σαν τη αυγής το φεγγοβόλο αστέρι / της νύχτας το ξημέρωνα να φέρει».

   Κι όσο η ψυχή καταπιέζεται, γίνεται ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Πού να αντέξει πάθη και καημούς, πίκρες και όνειρα; Θέλει να αναστενάξει, να αναπνεύσει τον αέρα της λευτεριάς. Και πώς εκφράζει αυτή τη λαχτάρα; Με το τραγούδι. Ανθεί το Δημοτικό Τραγούδι στην Τουρκοκρατία. Σ΄ εκείνα τα τραγούδια έκλεισε ο λαός μας αυθεντική κι αληθινή την ψυχή του. Κι αν ο ποιητής τραγουδά στα σημερινά τραγούδια «Πού να βρω την ψυχή μου/ το τετράφυλλο δάκρυ!» ξέρει πως θα την βρει στα Δημοτικά τραγούδια, « τα ζωντανά άνθη», όπως την ηύρε εκεί και ο Σολωμός. Μελετώντας τη Δημοτική μας ποίηση μαγεύτηκε απ` τη γλώσσα του λαού κι έγινε ο Εθνικός μας Ποιητής. Αλλά και ο Ελύτης αλλού ζητά: «Ν’ αρχίσει το τραγούδι ν’ ανεβεί ο καημός / να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός».

   Τραγουδά ο ποιητής ελληνικός λαός, όταν αισθάνεται μέσα του κάτι ζωντανό και πηγαίο. Και εκφράζεται με το τραγούδι του. Πώς το δημιουργεί; ΄Ενας απ’ τους πολλούς, που έχει το χάρισμα της στιχουργικής, σε στιγμή έξαρσης συνθέτει το άσμα υπακούοντας σε εσωτερική ώθηση, βρίσκοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό και το μέλος. ΄Άλλος το τραγουδά και επιφέρει μεταβολές. Από στόμα σε στόμα το τραγούδι διαδίδεται, τελειοποιείται, παίρνει μορφή, που χαροποιεί και απολυτρώνει και ικανοποιεί όλες τις καρδιές των ανθρώπων του λαού. Και η δημοτική μας ποίηση διατρέχοντας μέσα απ΄ αυτό το εργαστήρι του λαού αποδεικνύεται αξιοθαύμαστη για τον πλούτο, την ειλικρίνεια και τη δύναμη έκφρασης. Τον θαυμασμό τους εκφράζουν ο Φωριέλ και ο Γκαίτε: «Η ελληνική δημοτική ποίηση υπερβάλλει στο κάλλος οποιαδήποτε άλλη ποίηση άλλου λαού». Κι αυτή η ποίηση έχει αμεσότητα στις καρδιές μας, γιατί «Εμείς οι ΄Ελληνες», γράφει ο Φώτης Κόντογλου, « είμαστε γένος πονεμένο, βασανισμένο και γι’ αυτό ό,τι κι αν φτιάχνουμε έχει αίμα μέσα του και βάθος, επειδή ο πόνος είναι βαθύ πράγμα».

  Ζει την τραγωδία του ο λαός μας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παίρνει όμως κι ένα δίδαγμα ελευθερίας, που το ακριβοπλήρωσαν επί τετρακόσια χρόνια με ποταμούς από αίματα και δάκρυα οι αλλεπάλληλες γενιές των Ελλήνων. Κατά την Τουρκοκρατία βασανίζονται οι πρόγονοί μας. Σκληρός, υπερόπτης και αλλόπιστος ο κατακτητής. Δεινοπαθούν οι χριστιανικοί πληθυσμοί. Η σκλαβιά αφόρητη. Αληθινό μαρτύριο. Ατελείωτες επιδρομές, καταδιώξεις και ξυλοδαρμοί, αυθαιρεσίες και εξισλαμισμοί, μετακινήσεις πληθυσμών και εποικισμοί, αφορίες, επιδημίες, γενική εξαθλίωση, φόροι αβάστακτοι κι ο πιο φοβερός ο φόρος «του αίματος», «το Παιδομάζωμα». Βαθιά πληγωμένοι οι ευαίσθητοι ραγιάδες δεν αντέχουν τον ηθικό και φυσικό εκφυλισμό. Τους ξεσηκώνει η αγανάκτηση. Φεύγουν. Φεύγουν απ’ τις πεδινές περιοχές κι αναζητούν άσυλο στα βουνά, συντροφιά με τους λύκους. Και διαλαλούν στα τραγούδια τους:

«΄Οσο χιονίζουν τα βουνά Τούρκους μην προσκυνούμε

πάμε να λημεριάσουμε όπου φωλιάζουν λύκοι(…)

Παρά με Τούρκους, με θεριά καλύτερα να ζούμε.»

  Στα βουνά όμως εμφανίζονται τότε και οι πρώτοι πυρήνες των μαχητικών δυνάμεων του σκλαβωμένου νεοελληνικού έθνους. Οι κλέφτες κι οι αρματολοί. Αυτοί ήταν φυσικό να αποτελέσουν «τη μαγιά της λευτεριάς», όπως εύστοχα αναφέρει στα Απομνημονεύματά του ο αγωνιστής του `21 Μακρυγιάννης, να γίνουν οι πρόμαχοι της ελευθερίας. Ταραγμένη κι επικίνδυνη η ζωή τους. Αναπνέουν όμως τον φρέσκο και μυρωμένο αέρα πάνω στα περήφανα βουνά, στο Βέρμιο, τα Πιέρια, τον ΄Ολυμπο, τα Χάσια, την Πίνδο, ανάμεσα σε απότομους γκρεμούς και σκοτεινές χαράδρες, σε δάση καταπράσινα από πεύκα, έλατα και βελανιδιές, ελεύθεροι στα λημέρια τους, παρέα με τα πουλιά και τ’ αγρίμια. Είναι του «Ολύμπου οι σταυραετοί» και «τα ξεφτέρια των Αγράφων» κατά τον Ρήγα Βελεστινλή.

   Επαναστάτες των βουνών, οι κλέφτες, ζούσαν με τη λεηλασία και τη ληστεία σε βάρος των Τούρκων και συχνά των πλούσιων γαιοκτημόνων. Ο πόλεμος γι` αυτούς ήταν τρόπος ζωής και η λεηλασία βιοπορισμός. Επειδή «έκλεβαν» γι’ αυτό και το όνομά τους « Κλέφτες» και οι περιοχές τους «κλεφτοχώρια». Ανυπότακτοι άνδρες οι κλέφτες, γεμάτοι περηφάνεια, με το αίσθημα της δικαιοσύνης και της συμπάθειας προς τους αδύνατους, αλλά και της γενναίας αντίστασης εναντίον των τυράννων ή των κοτσαμπάσηδων (προεστώτων), ξεσήκωσαν τον θαυμασμό στις ψυχές του λαού. Και η λαϊκή μούσα τραγούδησε τη λεβεντιά και την παλληκαριά τους στα δημοτικά, τα ξακουστά «κλέφτικα τραγούδια».

  Αυτά τα τραγούδια συνεχίζουν τα ακριτικά του Βυζαντίου, είναι ηρωικά, όλο πάθος και έξαρση με απλότητα και καθαρότητα. Η γλώσσα πλούσια, ομοιόμορφη, ρέουσα και ακριβής στην έκφραση, γεμάτη ορμή για να αποσείσει τον ξενικό ζυγό και μίσος αδιάλλακτο για τους άπιστους. «Τα κλέφτικα τραγούδια νομίζεις ότι είναι χείμαρροι αφρισμένοι, εκρέοντες όχι από ανθρώπινα χείλη, αλλ’ από τους βράχους της Οίτης και του Ολύμπου» (Μendelsohn Bartholdy). Εκείνα τα τραγούδια με τον αρρενωπό τόνο τους έριχναν βάλσαμο στην τραυματισμένη καρδιά του σκλάβου, σκόρπιζαν τον ενθουσιασμό και ανεπαίσθητα μόρφωναν ελεύθερους ανθρώπους.

   Οι κλέφτες ζουν μέσα στο αγνό περιβάλλον της φύσης. ΄Ένα υπέροχο φυσιολατρικό αίσθημα είναι ριζωμένο στις ψυχές τους κι η ίδια φύση αποκτά ψυχή. Στα τραγούδια τα βουνά παίρνουν ανθρώπινη λαλιά, τα πουλιά, τ΄ αγρίμια. Οι ήρωες αναφέρονται επώνυμα, η πράξη δηλώνεται με σαφήνεια, η αναφορά στον χώρο γίνεται με συγκεκριμένα τοπωνύμια και ο χρόνος ζωντανεύει με τη συχνή χρήση των ρημάτων και τον άμεσο διάλογο. Κι αντιλαλούσαν τα βουνά απ’ το τραγούδισμα ή τον χορό με συνοδεία κάποτε κρουστών και πνευστών οργάνων. Τι έλεγαν τα τραγούδια; Για να επικοινωνήσουμε μαζί τους παραθέτουμε δείγματά τους προερχόμενα από την εξαίρετη Συλλογή «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού» του Νικολάου Πολίτη, Πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας. Διατηρούμε την ορθογραφία τους.

   Εκείνα λοιπόν τα φοβερά χρόνια η σκλαβιά δεν αντέχεται. Κι ο αναστεναγμός γίνεται απόφαση. Στη μάνα του, που τον παρακινεί να κάτσει φρόνιμα και να γίνει νοικοκύρης, ο Βασίλης, ένας Θεσσαλός κλέφτης, απαντά:

« Μάννα μου, εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,

να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,

και να’ μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι `ς τους γερόντους.

Φέρε μου τ`αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι,

να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά `ς τα κορφοβούνια

να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγγους,

να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνων`

και να σουρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους

πού πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίταις.»

   Μα και η φύση κάποτε δείχνει να πονά. Ακούει ο ποιητής τα πεύκα να βογγούν, τις οξυές να τρίζουν. Γιατί μια πέρδικα μοιρολογά; Την ρωτάει ο ποιητής.

«Το τι έχεις, περδικούλα μου, και κλαίς κι` αναστενάζεις;

Μην είν΄ταυγά σου μελανά και τα πουλιά σου μαύρα;

- Δεν είν` ταυγά μου μελανά και τα πουλιά μου μαύρα

μόν’ κλαίω για την κλεφτουριά, για τους καπεταναίους

που τους χαλάει ο Αλή πασάς στα Γιάννινα `ς τη λίμνη.

  Στη Δυτική Στερεά Ελλάδα τα δασωμένα βουνά κι οι σκιερές χαράδρες, τα τρεχούμενα νερά, τα άγρια τοπία δημιουργούν κατάλληλο φυσικό περιβάλλον, ιδίως τα ΄Αγραφα , απ’ όπου μπορούσαν οι κλέφτες να ξεχυθούν στον θεσσαλικό κάμπο. Αλλά κι απ’ τον ΄Ολυμπο μπορούσαν να απλωθούν στη Θεσσαλία και Μακεδονία. Κι ήταν ο ΄Ολυμπος «το ιερό βουνό των κλεφτών» . Η πανάρχαιη φήμη του το ανύψωνε σε σύμβολο ελευθερίας και η δημοτική μούσα για να εξυμνήσει την κλεφτουριά παρουσιάζει τον ΄Ολυμπο και Κίσσαβο να μαλώνουν ή τον ΄Ολυμπο να καυχιέται:

« Εγώ είμ΄ο γέρος ΄Ολυμπος στον κόσμα ξακουσμένος

έχω σαράντα δυο κορφές κι εξήντα δυο βρυσούλαις

κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.

κι όταν το παίρν΄ η άνοιξη κι ανοίγουν τα κλαδάκια

γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά και τα λαγκάδια σκλάβους.»

  Ο ΄Ολυμπος ήταν ο παράδεισος των κλεφτών, όπου οι πληγές γιατρεύονταν μόνες τους κι οι άρρωστοι «ανδρείωναν»:

«Πλιάσκα μ’ , αν θέλεις γιάτρεμα να γειάνουν οι πληγές σου

έβγα ψηλά στον ΄Ολυμπο στον εύμορφο τον τόπο

ανδρείοι εκεί δεν αρρωστούν κι άρρωστοι ανδρειώνουν.

Εκεί `ναι οι κλέφτες οι πολλοί τα τέσσερα πρωτάτα.»

«Οι κλέφτες- γράφει ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, κλέφτης κι ο ίδιος- είμαστε ελεύθεροι, αλλά τι ζωή, τι άνθρωποι. Βασανισμένοι, ασήκωτοι, άγριοι στις σπηλιές, στα βουνά, εις τα χιόνια σαν τα θηρία με τα οποία ζούσαμε». Και τον επιβεβαιώνει το τραγούδι:

 «Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφταις!

Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε,

ολημερίς `ς τον πόλεμο, τη νύχτα καραούλι.

Δώδεκα χρόνους έκαμα `ς τους κλέφταις καπετάνιος.

Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα,

τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα…»

  Μεγάλη η καρτερία τους κι η αντοχή στην πείνα, τη δίψα, την αϋπνία. Και πολεμούσαν. «Κλεφτοπόλεμο» έλεγαν την τακτική τους και την οργάνωναν οι ίδιοι οι κλέφτες με κύριο στοιχείο την « ενέδρα». Τα μετερίζια τους: πίσω από ένα τοίχο, ένα βράχο, ένα δένδρο ή πτώματα εχθρών. Αν ήταν κυκλωμένοι και δεν είχαν ελπίδα διαφυγής, τότε ορμούσαν με τα γιαταγάνια κι έκαναν το γιουρούσι δηλ. την απελπισμένη έξοδο. Αν τους συνελάμβαναν, άντεχαν στο μαρτύριο της σφύρας ή της σούβλας, έβριζαν και περιφρονούσαν τους βασανιστές τους. Μακάρι να’ χαν πέσει πολεμώντας. Γι` αυτό: «Καλό μολύβι», καλό βόλι εύχονταν μεταξύ τους. «Χωρίς τη γνώση της τακτικής τους είναι αδύνατον να καταλάβουμε τους αδιάκοπους αγώνες του ελληνικού ΄Εθνους επί Τουρκοκρατίας εναντίον των σκληρών κατακτητών, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά φάσεις ενός ακήρυκτου και ανελέητου πολέμου απ’ τα πρώτα κιόλας χρόνια της σκλαβιάς», γράφει ο καθηγητής Απόστ. Βακαλόπουλος.

  Ανίκανοι όμως ήταν οι Τούρκοι να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές και τις ληστείες των κλεφτών. Στα βουνά τούς έκλεβαν κοπάδια του πασά ή εισβάλλοντας στα χωριά τους απήγαγαν αγάδες και μπέϋδες και μόνο έναντι λύτρων τούς απελευθέρωναν. Βρήκαν λοιπόν λύση στην επιστράτευση των αρματολών για την επιβολή της τάξης και ασφάλειας. Ελληνες ήταν οι αρματολοί, κάποτε παλιοί κλέφτες ή και παλληκαράδες, που είχαν αντιμετωπίσει με τα όπλα τους κλέφτες, φυλάγοντας την πατρίδα τους.

   Αρματολοί απλώνονταν από τον Αξιό ως τον Ισθμό, και τους μισθοδοτούσαν οι Τούρκοι « δαπάναις του Ελληνικού λαού». «Αρματολίκι» λεγόταν η περιοχή ευθύνης τους ο αρχηγός «καπιτάνος» ή «καπετάνιος», οι άνδρες «παλληκάρια» κι οι υπασπιστές «πρωτοπαλλήκαρα». ΄Όταν όμως οι αρματολοί έβλεπαν τους Τούρκους να καταδιώκουν τους ομοεθνείς τους και κυρίως τους φτωχούς, μεταπηδούσαν στην τάξη των κλεφτών. Τριάντα κλεφταρματολούς αναφέρει ο Ρήγας στον «Ύμνο πατριωτικό της Ελλάδος και όλης της Γραικίας». Σ’ αυτούς στηρίζει τις ελπίδες του για την εξέγερση κι αυτούς πρέπει να μιμηθούν όλοι οι ΄Ελληνες. Στην Πελοπόννησο η ένοπλη δράση των κλεφταρματολών ήταν μικρή. ΄Ισως γιατί στα μεγάλα και δυνατά κατά τόπους κάστρα έδρευαν μόνιμα ισχυρές φρουρές και κατέπνιγαν στο αίμα τη δράση μεγάλων σχετικά κλέφτικων ομάδων. Την κλέφτικη όμως παράδοση της Πελοποννήσου την διέσωσε και την διέδωσε αργότερα κατά την Επανάσταση ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κι η λαϊκή μούσα τραγούδησε τους Κολοκοτρωναίους.

   Από τα τέλη του 17 ου αι. το κύρος των αρματολών αυξάνεται. Δεν περιορίζονται μόνο στην καταστολή της ληστείας, αλλά πολεμούν και για να κρατηθούν στις θέσεις τους. Πολεμούν τους Αρβανίτες δερβέναγες, που ήταν αλλοεθνείς, αλλόθρησκοι και ξενομερίτες. Τα προνόμια των αρματολών ταυτίζονταν με τα προνόμια του λαού. Οι αρματολο αποτελούσαν οικογένειες, όπου το αξίωμα περνούσε από πατέρα σε γιο. Στη θέση κάποιου ντόπιου καπετάνιου όμως αν ερχόταν ένας ξένος Αρβανίτης ή μουσουλμάνος; Η πάλη λοιπόν των αρματολών είναι πάλη όλης της ελληνικής κοινότητας. «Και τα κλέφτικα τραγούδια είναι πιθανόν να δημιουργήθηκαν ή να απόκτησαν τη μορφή τους κατά τη διάρκεια της πάλης των αρματολών με τους Αρβανίτες αρχές ή μέσα του 18 ου αιώνα, για να υμνήσουν τους πρωταγωνιστές αυτής της πάλης».(Αλέξης Πολίτης). Τελικά κλέφτες και αρματολοί ταυτίστηκαν ιδεολογικά και αποτέλεσαν τους πρώτους πυρήνες αντίστασης του ελληνικού λαού. Τη ζωή τους τραγούδησε η δημοτική μούσα.

« Της νύχτας οι αρματολοί και της αυγής οι κλέφταις

ολονυχτίς κουρσεύουνε και την αυγή κοιμώνται.

Μα ξαφνικά την ημέρα τ΄ άη Γιωργιού, που είναι το πανηγύρι

Πάνω πόβαλαν τα φαγιά κ` έκαναν το σταυρό τους,

ψιλή φωνίτσα νάκουσαν, ψιλή φωνή άκούνε.

«Γι` αφ΄στε τα καλά φαγιά και πάρτε τα ντουφέκια,

τι οι Τούρκοι σας επλάκωσαν, τι οι Τούρκοι σας επήραν».

Και τα ντουφέκια πήρανε, και τα σπαθιά τραυήξαν,

τους Τούρκους εκυνήγησαν, τους κάμαν ένα ένα.

Δεν τους φοβίζουν οι έφοδοι των εχθρών. Ξέρουν πως η ζωή τους είναι αβέβαιη.

Κι ` ο καπετάνιος τους μιλάει, κι ο καπετάνιος λέει:

«Για φάτε, πιέτε, βρε παιδιά, χαρήτε να χαρούμε

τούτον τον χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος το ξέρει

για ζούμε, για πεθαίνουμε για `ς άλλον κόσμο πάμε.»

Αλλά και με πόση σιγουριά διαλαλούν πως δεν προσκυνούν τους Τούρκους, όσα ανταλλάγματα κι αν τους προσφέρουν. Η απόφαση είναι αμετάκλητη. Θα πολεμήσουν.

«Δεν προσκυνούμε, Αλήμπεη, ο νους σου μην το βάνει

τ` άρματα δεν τα δίνουμε, ραγιάδες να γενούμε,

παρά θα γίνει πόλεμος με τόπια και τουφέκια.»,

απαντά ο καπετάν Παναγιώταρος, μαζί κι ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, πατέρας του Θεοδώρου, στις προτάσεις των εχθρών. Πολεμούν ασταμάτητα. «Δεν τους βαραίνει ο πόλεμος` τους έγινε πνοή τους» θα γράψει αργότερα ο Δ. Σολωμός για τους Μεσολογγίτες. Από εκείνους τους αγωνιστές των βουνών άρχισε το ξημέρωμα της λευτεριάς του ΄Εθνους.

   Τι λεβέντης ήταν εκείνος ο Νικοτσάρας, ο τρομερός κλεφτοπειρατής, κυνηγώντας τους Τούρκους σε στεριά και θάλασσα ! Στο ακόλουθο τραγούδι μια δυναμική εμφάνισή του στο Πράβι, το γεφύρι του Στρυμώνα.

«Ο Νικοτσάρας πολεμάει, με τρία βιλαέτια (…)

Τρεις μέραις κάνει πόλεμο, τρεις μέραις και τρεις νύχτες

χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι (…).

Τα παλληκάρια φώναξε `ς τοις τέσσερες ο Νίκος.

«Ακούστε, παλληκάρια μου, λίγα κι` αντρειωμένα,

βάλτε τσελίκι `ς την καρδιά και σίδερο `ς τα πόδια

κι` αφήστε τα τουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας

γιουρούσι για να κάμωμε να φτάσωμε το Πράβι.

Το δρόμο πήραν σύνταχα κ` έφτασαν στο γιοφύρι,

Ο Νίκος με το δαμασκί την άλυσό του κόφτει,

φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφήνουν».

   Ο γνήσιος κλέφτης του δημοτικού τραγουδιού «είχε αίμα στις φλέβες του και πέθαινε με ασάλευτη πίστη στη ζωή.» Φλεγόταν από πόθο να νικήσει τον εχθρό. Και του καπετάνιου το λεγε η καρδιά και εγκαρδίωνε τα παλληκάρια του. Μα ακόμη κι αν σκοτωνόταν δεν ήθελε ο αγωνιστής ούτε πεθαμένο να τον μολύνει ο Τούρκος. Παρά να πέσει ζωντανός στα χέρια του εχθρού καλύτερα να τον σκοτώσουν οι δικοί του και να του πάρουν το κεφάλι.

« Πού είσαι, καλέ μου αδελφέ και πολυαγαπημένε,

γύρισε πίσω, πάρε με, πάρε μου το κεφάλι,

να μην το πάρ΄η παγανιά και ο Ισούφ Αράπης,

και μην το πάει στα Γιάννινα, τ΄Αλή Πασά του σκύλου.»

Η σκηνή αυτή θυμίζει τις τελευταίες στιγμές του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, όταν υπερασπιζόμενος τη Βασιλεύουσα κυκλώνεται απ’ τους Τούρκους και, επειδή δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας, φωνάζει: «Ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού;».

  Ο δε ξακουστός αρματολός στην Ακαρνανία Χρήστος Μηλιόνης απαντά στις προτάσεις του παλιού φίλου του Σουλεϊμάνη, που τον καλεί να παραδοθεί για να μην τον δολοφονήσει ύπουλα :

-΄Οσο είν` ο Χρήστος ζωντανός Τούρκους δεν προσκυνάει.

Κι ο λόγος γίνεται πράξη χωρίς αναβολή.

Με το τουφέκι τρέξανε ο ένας να φάη τον άλλο.

Φωτιά εδώσαν `ς τη φωτιά, κ` έπεσαν εις τον τόπον.

  Κι όταν στα 1792 οι Τούρκοι συνέλαβαν τον Ανδρούτσο και τον δικάζουν στην Κωνσταντινούπολη, ο λαϊκός τραγουδιστής διαλάλησε στα βουνά και στα φαράγγια την ανάκριση:

- Γίνεσαι Τούρκος, άπιστε, την πίστη σου ν’ αλλάξεις,

να σου χαρίσω τη ζωή και να σε κάν’ αφέντη

αφέντη και δερβέναγα σ’ όλα τα βιλαέτια;

- Εγώ Ρωμιός γεννήθηκα, Ρωμιός και θα πεθάνω,

και για την πίστη του Χριστού ας χάσω τη ζωή μου.

  Είχαν αφοσίωση στην πίστη των πατέρων τους. Εδώ ας σημειώσουμε πως «Ποτέ κλέφτης δεν αλλαξοπίστησεν». Ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος είναι κατηγορηματικός. Αλλά και η Λιάκαινα, η γυναίκα του κλέφτη Λιάκου, όταν αιχμάλωτη των Τούρκων της ζήτησαν να παντρευτεί Τούρκο, απαντά:

«Κάλλιο να ιδώ το αίμα μου τη γης να κοκκινίση

παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήση.»

   Σ’ άλλο τραγούδι ο καπετάν Λιβίνης, αρματολός στο Καρπενήσι, με σύννεφο στέλνει, πριν ξεψυχήσει μαντάτα στον γαμπρό του και του εμπιστεύεται τη γυναίκα του και το παιδί του, τον Γιώργη:

« Που` ναι μικρός για φαμελιά κι` άρματα δεν ξέρει,

και σαν διαβή τα δεκαεννιά και γίνη παλληκάρι

ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τάρματά μου,

που τα ` χωσα `ς την εκκλησιά, μέσα `ς το άγιο βήμα…».

  ΄Επρεπε τ΄ άρματά του, φυλαγμένα στην εκκλησιά, να διατηρήσουν την ιερότητά τους, ώσπου να παραδοθούν στο παιδί του, για τη συνέχεια. Γιατί:

« Τάντρειωμένου τάρματα δεν πρέπει να πουλειώνται,

μόν` πρέπει τους `ς την εκκλησιά κ` εκεί να λειτουργειώνται».

  Αλλά και τι κάνει μια μάνα για ν’ ανταμώσει το παιδί της, τον Κίτσο, κλέφτη ίσως του Βάλτου και του Ξηρόμερου της Ακαρνανίας; Και πόση έγνοια για τάρματά του; Γιατί;

«Του Κίτσου η μάννα κάθονταν `ς την άκρη `ς το ποτάμι,

με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.

«Ποτάμι, για λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω,

για να περάσω αντίπερα, `ς τα κλέφτικα λημέρια,

πόχουν οι κλέφταις σύνοδο κι` όλοι οι καπεταναίοι.»

Τον Κίτσο τον επιάσανε και παν να τον κρεμάσουν(…)

Κι` ολοξωπίσω πάγαινε νη δόλια του η μαννούλα.

«Κίτσο μου, πού είναι τάρματα, πού τάχεις τα τσαπράζια,

τις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;

Μάννα λωλή, μάννα τρελλή, μάννα ξεμυαλισμένη,

μάννα, δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,

μόν` κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;»

 Πονούσε η μάνα για το παλληκάρι της, αλλά τάρματα, τα όπλα, ήταν η δύναμη και η ελπίδα του συνόλου για τη λευτεριά. Χωρίς τάρματα ραγιάδες θα γίνονταν. Ο λαϊκός ποιητής εκείνης της εποχής νοιάζεται για το σύνολο και όχι για το μέρος.

  Κι ο γέρο Δήμος σαν νιώθει το τέλος του καλεί τον ανηψιό του να τον κάνει καπετάνιο, χαρίζοντας τ’άρματά του, και ζητά απ’ τα παλληκάρια του:

… Και βγάλτε τα χατζάρια σας, φκειάστε μ΄ωριό κιβούρι (μνήμα)

να `ναι πλατύ για τάρματα, μακρύ για το κοντάρι.

Και `ς τη δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παραθύρι,

να μπαίνει ο ήλιος το πρωί και το δροσιό το βράδυ,

να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης ταηδόνια…

  Ο γέρο κλέφτης ποθεί να κηδευτεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι και μετά θάνατον εξακολουθεί να αγωνίζεται κατά των Τούρκων. Τέτοια τιμή ήθελε. ΄Οσο για τον ονομαστό αρματολό και κλέφτη Νικολό Τζιοβάρα, ο ποιητής καλεί πουλιά κι αηδόνια να λαλήσουν σε στεριές και πέλαγα ποιος ήταν ο σπουδαίος Νικολός.

«Ρωτάτε για το Νικολό, τον καπετάν Τζιοβάρα

που ήταν στο Λούρο αρματολός, στο Καρπενήσι κλέφτης.

Είχε φλάμπουρο κόκκινο, κόκκινο και γαλάζιο,

είχε Σταυρό, είχε Χριστό, είχε και Παναγία.

«Εμείς προψές ακούσαμε τα βροντερά τουφέκια.

Κ’ είδαμε πώς εβάρεσε τους Τούρκους μες` `ς το Λούρο(…)

Κ` εκείθε πέρα διάβηκε, πέρα κατά το Βάλτο.

Πήγε να κάμη τη Λαμπρή και το «Χριστός ανέστη»

να ψήση το σφχάρι του, κόκκιν΄αυγά να φάγη

και να χορεύσουν τα παιδιά να ρίψουν `ς το σημάδι.»

  Πώς χωρεί η ελληνική παράδοση με τα έθιμά της, οι χοροί κι η ξεγνοιασιά τηςκαθημερινότητας μέσα στον ασταμάτητο πόλεμο, τα ταμπούρια, τα καραούλια και τα μπαρούτια; Ζωή και θάνατος! Με αγώνες και θυσίες κρατήθηκε μέσα στη σκλαβιά όρθιος ο λαός μας και τα τραγούδια του είναι συναρπαστικής δραματικής ενέργειας.

   Κι εκείνο το τραγούδι που υμνεί ένα ορισμένο άτομο, ξακουστό για ό,τι έκαμε και απ’ ό,τι έπαθε πολεμώντας, δείχνει το κλέφτικο τραγούδι στην πρωταρχική και σημαντική του μορφή. Και δεν εξυμνεί απλώς το ηρωϊκό άτομο με τη ξεχωριστή αξία και δράση, αλλ΄ είναι η καθολική έκφραση του ανθρώπου της εποχής εκείνης. « Το κλέφτικο τραγούδι», γράφει ο Γιάννης Αποστολάκης, «εξωτερικά μοιάζει να είναι έκφραση του θαυμασμού για το εξαιρετικό άτομο ή ύμνος του, στην ουσία του όμως είναι το πρώτο αδρό σχεδίασμα της καινούργιας Μορφής του ΄Ελληνα.» Μέσα απ’ τα κλέφτικα τραγούδια προβάλλει ο Νεοέλληνας, που θα αναστήσει την Πατρίδα του με την Επανάσταση. Πώς έγινε ο μετασχηματισμός του Κλέφτη σε θρυλικό ήρωα της ελευθερίας των Ελλήνων, μάς εκθέτει ο συλλέκτης και εκδότης (το 1824) των Δημοτικών μας τραγουδιών ο Γάλλος Fauriel (Φωριέλ). «Με την έκρηξη της επαναστάσεως», γράφει, «απεκαλύφθησαν αιφνιδίως εις τον κόσμον η πραγματική σημασία και η δύναμις και ο πραγματικός προορισμός των Κλεφτών, οι οποίοι μόλις ήσαν γνωστοί στην Ελλάδα και παντού αλλού άγνωστοι. Μεταφερθείς πάραυτα εις ένα νέο θέατρον, ο παλαιός πόλεμος μεταξύ των Αρματολών και των Αλβανών πολιτοφυλάκων ήλλαξεν, ως διά μαγείας, χαρακτήρα και όψιν. Ηυξήθη καθ’ όλα` τα σώματα των Κλεφτών έγιναν στρατεύματα, αι αψιμαχίαι, σειρά μαχών, αι οποίαι λαμβάνουν χώραν εις τας πεδιάδας, και οι αρχηγοί της επαναστάσεως, τους οποίους η Ευρώπη όλη εχαιρέτισε με το όνομα του ήρωος, είναι οι υιοί, οι έγγονοι, οι ανεψιοί, ή οι φίλοι των ιδίων εκείνων ανδρών, των οποίων η φιλοδοξία περιωρίσθη επί μακρόν εις το να αμύνωνται κατά του πλήθους των στρατιωτών των πασάδων, και τα κρησφύγετα των αγριμιών κατέστησαν το μόνον καταφύγιόν των».

   Αλλά και ο περίφημος Αρχιστράτηγος της Επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μαρτυρεί στα Απομνημονεύματά του αναπολώντας τις παλιές εκείνες δύσκολες μέρες του κλέφτη αγωνιστή: «Αυτό το είδος της ζωής, όπου εκάναμε, μας βοήθησε πολύ εις την επανάσταση, διότι ηξεύραμεν τα κατατόπια, τους δρόμους, τις θέσεις, τους ανθρώπους, εσυνειθίσαμεν να καταφρονούμεν τους Τούρκους, να υποφέρωμεν την πείναν, την δίψαν, την κακοπάθειαν, την λέραν και καθεξής».

   «Τραγούδησαν» λοιπόν τα καριοφίλια και τα σπαθιά με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, τον Μάρτιο του 1821 … Και ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει: «Από του Δραγατσανίου μέχρι του Χαϊδαρίου ο τακτικός στρατός θύματα μόνον προσήνεγκεν εις τον βωμόν της πατρίδος, ενώ από του Βαλτετσίου μέχρι της Ράχωβας, όλα τα λαμπρά κατορθώματα της επαναστάσεως υπό των αρματολών και των κλεφτών διεπράχθησαν».