Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

27 Οκτωβρίου : Γιορτάζει η Γαλανόλευκη!

 

 

  Της Άννας Κ. Κρνάρου -Καλαμαρά.

 

Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας κυματίζει περήφανα η «Γαλανόλευκη θεά», η Σημαία μας, αλλά και, όπου γης ζουν ΄Ελληνες, λαχταρίζουν στο αντίκρισμά της. Βλέπουν την ίδια την Πατρίδα! «Δόξα αθάνατη στολίζει κάθε θεία σου πτυχή/ και μαζί σου φτερουγίζει της πατρίδας η ψυχή», τραγουδά ο ποιητής. Είναι το Σύμβολο της ενότητας του Ελληνισμού η Σημαία μας.«Αυτό το ιερό πανί» το ύμνησαν οι ποιητές μας αποτυπώνοντας λυρικά τη δύναμη και το μεγαλείο του ΄Εθνους. Για τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι- Σχεδίασμα Γ΄).

«΄Ομορφη, πλούσια κι άπαρτη και σεβαστή και αγία»

είναι: η σημαία που μουρμουρίζει και μιλεί και τον Σταυρό απλώνει

παντόγυρα στον όμορφο αέρα της αντρείας.

Κι αναφωνεί ο Γεώργ. Σημηριώτης ή ο Στέφ. Δάφνης:

Εσύ δεν είσαι από πανιού λωρίδα καμωμένη.

Εσύ `σαι από αίμα, από καπνούς κι από φωτιά βγαλμένη…

ενώ ο Ι.Πολέμης υποκλίνεται μπροστά της:

Πάντα κι όπου σ’ αντικρίζω

με λαχτάρα σταματώ

και περήφανα δακρύζω

ταπεινά σε χαιρετώ.

  Στη Σημαία μας « ζει και πάλλεται ολόκληρη η πατρίδα», η ιστορία μας, οι αιώνες ζωής του ΄Εθνους. Στις πτυχές της περικλείει τα οράματα του Ελληνισμού και υπενθυμίζει τις θυσίες των ηρώων ζωντανεύοντας τις ψυχές των προγόνων μας. Σ’ αυτό λοιπόν το ιερό Σύμβολο αφιερώνουμε οι Πανέλληνες σεμνή εορτή, κάθε χρόνο στις 27 Οκτωβρίου, την παραμονή της μεγάλης εθνικής μας επετείου του 1940.

  Γιορτάζουμε πανηγυρικά το ιερό λάβαρο των αγώνων μας, την Εθνική Σημαία της Ελλάδας, περιγραφή της οποίας μας παρέχει η Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας ως εξής: « Η Εθνική Σημαία της Ελλάδος αποτελείται από εννέα ίσου πλάτους οριζόντιες παράλληλες λωρίδες, πέντε κυανές και τέσσερις λευκές, σε διαδοχή, έτσι ώστε η πρώτη και η τελευταία ναείναι κυανές. Στο πάνω αριστερό τμήμα σχηματίζεται ένα κυανό τετράγωνο που καταλαμβάνει τις πέντε πρώτες λωρίδες, μέσα στο οποίο υπάρχει λευκός σταυρός. Η Σημαία αναρτάται πάνω σε λευκό ιστό στην κορυφή του οποίου υπάρχει λευκός σταυρός».

Κατά την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας και «οι πολεμικές σημαίες που ισχύουν σήμερα είναι η Εθνική Σημαία για το ναυτικό, και για τον στρατό ξηράς και την πολεμική αεροπορία είναι ο τύπος της ορθογώνιας κυανής με τον λευκό σταυρό που εκτείνεται μέχρι τις πλευρές της χωρίζοντάς την σε τέσσερα τμήματα. Στο κέντρο του σταυρού η σημαία του στρατού ξηράς φέρει την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, η δε σημαία της αεροπορίας την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ».

   Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, την 1 η Ιανουαρίου 1822, όταν το ελληνικό έθνος «διά των νομίμων παραστατών του» κήρυξε «ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν», καθόρισε επίσημα και τα εθνικά μας σύμβολα. Συγκεκριμένα με το Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος θεσπίστηκε και το εθνικό σύμβολο, η Ελληνική Σημαία, με χρώματα κυανό και λευκό. Και ορίστηκε να συμβολίζει «την Πάρεδρον του Θεού Σοφίαν, την Ελευθερίαν και την Πατρίδα».

  ΄Όλα τα προηγούμενα σχήματα σημαιών καταργήθηκαν. Αλλά θυμάται ο αναγνώστης ότι σχεδόν κοινό στοιχείο σε όλες τις επαναστατικές σημαίες ήταν ο Σταυρός. Μάλιστα τα ναυτικά νησιά, ΄Υδρα, Σπέτσες, Ψαρά έδειχναν τον Σταυρό να πατά σε ανεστραμμένο μισοφέγγαρο, υπονοώντας την Οθωμανική αυτοκρατορία, και έφεραν την επιγραφή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΄Η ΘΑΝΑΤΟΣ» ή την προσταγή « ΄Η ΤΑΝ ΄Η ΕΠΙ ΤΑΣ» της Σπαρτιάτισσας μάνας, όταν δίνοντας την ασπίδα στο γιο της τον κατευόδωνε για τον πόλεμο. Ακατάλυτα σύμβολα: η θρησκευτική μας πίστη και το πνεύμα της θυσίας μέσα από την προαιώνια ελληνική παράδοση! Αλλά και στην Εθνική μας Σημαία οι εννέα κυανές και λευκές οριζόντιες παράλληλες λωρίδες αντιπροσωπεύουν τις συλλαβές της Επανάστασης: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΄Η ΘΑΝΑΤΟΣ», ενώ το κυανό χρώμα συμβολίζει τον ουρανό, υποδηλώνοντας τη θεϊκή παρέμβαση και έμπνευση στους αγωνιστές του ΄Εθνους μας, το δε λευκό θυμίζει τον αφρό των κυμάτων της θάλασσας, που περιβάλλει τη χώρα μας, και τονίζει την αγνότητα των στόχων του Ελληνικού Αγώνα.

  ΄Ολοι οι συμβολισμοί για τη Σημαία μας γίνονται σεβαστή κληρονομιά και παρακαταθήκη για τα ελληνόπουλα του οικουμενικού Ελληνισμού, που από τα παιδικά τους χρόνια κινούσαν τα σημαιάκια τους και τα ανέμιζαν, όταν καμάρωναν παρακολουθώντας τις παρελάσεις. Και με πόσο θαυμασμό έβλεπαν στους τηλεοπτικούς δέκτες τις πολεμικές Σημαίες των Συνταγμάτων, όλες μαζί να περνούν, σαν κύμα λεβεντιάς, υψωμένες με τα ανδρειωμένα χέρια των φαντάρων μας! Ξεχώριζαν δε την έκφραση χαράς της Πατρίδας μας, όταν η Σημαία ανέβαινε ψηλά στον ιστό της, και πένθους, όταν υποστελλόταν στο μέσον του ιστού. Και έμαθαν να στέκονται προσοχή, όταν γίνεται έπαρση ή υποστολή της Σημαίας, ενώ ανακρούεται

ο εθνικός μας ύμνος. Στη Σημαία έβλεπαν την Ελλάδα μας!

  Κι όσο μεγάλωναν, άκουγαν μέσα από διηγήσεις και σχολικά κείμενα για τον στρατιώτη, που κρατά ψηλά τη σημαία μέσα στην αντάρα του πολέμου και ανεβαίνει με το στράτευμα για την κατάκτηση της κορυφής, ενώ ηχεί η πολεμική σάλπιγγα στους ήχους «προχωρείτε... προχωρείτε…». Και για τον άλλο στρατιώτη, που με αυτοθυσία και αυταπάρνηση προστατεύειη σημαία, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. ..

« Σ’ άγριες μάχες άπαρτο το φλάμπουρο σου εστήθη

και πάντα δρόμους άνοιγες μες στου εχθρού τα πλήθη»,

μας θυμίζει ο ποιητή . Κι ο άλλος φαντάρος, που κράτησε φυλακτό κι ελπίδα στα στήθη του τη ματωμένη Σημαία και με θυσίες τη φύλαξε απ’ τα κατοχικά στρατεύματα, για να την παραδώσει στο Σύνταγμά του με την απελευθέρωση της Πατρίδας; ΄Ετσι την ώρα της γιορτής της Σημαίας είναι προϊδεασμένοι οι μαθητές για το λάβαρο της φυλής μας και τη δόξα που σήκωσε ανά τους αιώνες της ιστορίας μας. Και ξέρουν ότι είναι ύψιστη τιμή για την Ελληνική Σημαία, όταν με το τμήμα των Ελλήνων αθλητών προηγείται των Σημαιών των άλλων κρατών ο σημαιοφόρος με την Ελληνική Σημαία στα Ολυμπιακά στάδια. Πρωτοπόρος η Σημαία μας, γιατί η αιώνια Ελλάδα γέννησε και δώρισε στην ανθρωπότητα τα Ολυμπιακά ιδεώδη.

   Και με πόση λαχτάρα όλοι μας καμαρώνουμε τους αθλητές μας, που όταν πρωτεύουν σε διεθνείς αγώνες, δείχνουν ως νικητές τον θρίαμβο της υπεροχής τους αγκαλιάζοντας τη Γαλανόλευκη και καλπάζουν από χαρά στους χώρους άθλησης. Κι όταν ανεβαίνει στον υψηλότερο ιστό του σταδίου η Σημαία μας και ανακρούεται ο εθνικός ύμνος, τότε «υγραίνονται τα βλέφαρα και σπαρταρά η καρδιά μας» από περηφάνια ! Η Ελλάδα στα ύψη!

   Στις 27 Οκτωβρίου λοιπόν κάθε χρόνο, μέσα σε μια αίθουσα στολισμένη με σημαίες και δάφνες, στην πρώτη επίσημη σχολική εορτή της χρονιάς, αντηχούν τα τραγούδια των μαθητών, ενθουσιάζουν οι απαγγελίες ποιημάτων και αλληλοσυγκρούονται τα συναισθήματα εθνικής υπερηφάνειας και ανεκλάλητης χαράς. Κι όταν έλθει η στιγμή να παραδώσει ο Διευθυντής του Σχολείου τη σχολική Σημαία στον σημαιοφόρο, όλοι σηκώνονται σε στάση προσοχής. Επικρατεί άκρα σιωπή, ενώ οι καρδιές χτυπούν στον παλμό της εθνικής ομοψυχίας και ανάτασης. Με λόγια εμπνευσμένα τούς θυμίζει ο Διευθυντής ότι Αυτή η Σημαία μας κυματίζει στα ελληνικά φρούρια, στα στρατιωτικά φυλάκια, στα πλοία και αεροπλάνα, στις στεριές και τα νησιά μας, και μένει ακοίμητος φρουρός στα σύνορα της Πατρίδας μας. Στο τέλος η προσφώνηση: «Αγαπητοί μας μαθητές, Ελληνόπουλα, όταν ανδρωθείτε, κάτω από τη σκιά της θα δώσετε τον όρκο του ΄Ελληνα Στρατιώτη. Θα ορκιστείτε να μην εγκαταλείψετε ποτέ τη Σημαία, αλλά να θυσιάσετε και την ζωή σας ακόμη, για την υπεράσπισή της. Και τώρα με την συνεχή επιμέλεια και την εν γένει προκοπή σας να φανείτε άξιοι απόγονοι των ενδόξων προγόνων σας. Σημαιοφόρε, σου παραδίδω τη Σημαία του Σχολείου μας».

   Σε μια ατμόσφαιρα ιερής μυσταγωγίας παραδίδεται η Σημαία, ενώ απ’ τα συγκινημένα παιδικά στήθη ανεβαίνει στα χείλη και ξεσηκώνει τις καρδιές των παρισταμένων « ο ΄Υμνος στη Σημαία» του ποιητή Στέλ. Σπεράντζα:

Μέσα μας βαθιά για Σένα,           Γαλανόλευκη η θωριά σου

μια λαχτάρα πάντα ζει,                και φαντάζεις μες στο νου

την πατρίδα συμβολίζεις             σαν το κύμα σαν το γέλιο

και τη λευτεριά μαζί.                   του πελάου και τ΄ουρανού…..

  Με ενθουσιασμό αναμέλπεται ο εθνικός ΄Υμνος με το τέλος της εορτής. Μα οι μαθητές δεν σταματούν να κελαρύζουν σαν καθάριες πηγές. Φεύγοντας να παραταχθούν στις γραμμές, γιατί θα ακολουθήσει παρέλαση και κατάθεση στεφάνων προς τιμήν των ηρώων, εξακολουθούν να σιγοτραγουδούν :

Της τιμής και της ανδρείας             Κι όσοι χάνονται για Σένα

την αστείρευτη πηγή,                      σπώντας σίδερα βαριά,

του λευκού Σταυρού σου η χάρη    ξεψυχούν και τραγουδούνε,

δυναμώνει κι ευλογεί.                     Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !..

ενώ ολόγυρα στους δρόμους και στις πλατείες, στους εξώστες και στα καταστήματα πλέει η Γαλανόλευκη μέσα στις δροσερές αύρες της ειρήνης του Θεού !

 

 

 

 

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Ἀνοικτή ἐπιστολή πρός τόν κ. Δωρόθεο Πολυκανδριώτη Δεσπότη Σύρου, Τήνου… Ὀκτώ, χρόνια ἀπό τήν κοίμηση τοῦ Θεολόγου Πλυτᾶ.

 

 

Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

Στοιχειώδης ἀνατομία τῆς σύγχρονης δυστυχίας τοπικά.

 

 Εἰσαγωγικά.

Ἀκόμη καί τά καλύτερα κείμενα,  σχέδια εἶναι. Πολύ περισσότερο οἱ παρακάτω γραμμές.  Δέν προτείνουν καμμία ἠθική,  οὒτε κἂν ἀόριστα. Ἁπλᾶ ἀπ-εικονίζουν  ἓναν  τρόπο ζωῆς.

 

  Ὁ ὁρισμός τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τόν Πολίτη, (μέλος τῆς πόλεως) παραμένει διαχρονικός:  Πολίτης εἶσαι ὃταν συμμετέχεις ἐνεργά στήν λήψη ἀποφάσεων στήν Ἐκκλησία τοῦ Δήμου. Ὁ ὃρος Πολίτης, ὁρίζει τήν σχέση τοῦ ἀτόμου μέ τό κράτος. Ἡ συμμετοχή τοῦ προσώπου στά κοινά ἦταν καί εἶναι ἠθικό καθῆκον. Τό ἲδιο καί ὁ ὁρισμός γιά τόν ἰδιώτη: Αὐτός πού προβάλλει μόνο τό  προσωπικό του συμφέρον (ἴδιον) καί ἀπέχει, ἀδιαφορεῖ γιά  τά κοινά. Ἡ ἀρετή μπορεῖ νά κατακτηθεῖ μόνο μέσα ἀπό τήν τριβή μέ τά κοινά καί τήν ἐπιδίωξη τοῦ κοινοῦ καλοῦ.

  Ἀνθεκτική ἱστορική λεπτομέρεια: Ἡ  λέξη ἰδιώτης πέρασε στά λατινικά ὡς idiota καί  μετά σέ ὃλες τίς  καταγωγικά  ἀπό τήν λατινική  γλῶσσες, παίρνοντας τήν σημασία τοῦ ἀνόητου, τοῦ ἠλίθιου (idiot).

 

 Ὃταν ἀναφερόμαστε στήν Πολιτεία, τήν Δημοκρατική κοινότητα, ἐννοοῦμε ἓναν χῶρο ἐλευθερίας, εὐθύνης καί ἰσότητας μεταξύ τῶν πολιτῶν. Ἐδῶ ὁ ἂνθρωπος ξεπερνᾶ τήν ἁπλή ἐπιβίωση καί ἀναπτύσσει τήν ἀρετή καί τόν λόγο, τήν ὁμιλία καί  τήν λογική, συνδεόμενος ἂμεσα μέ τήν ἀνάληψη συγκεκριμένων  ρόλων. Ὁ κοινωνικός ρόλος εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο λειτουργοῦμε σέ συνάρτηση μέ τήν κοινωνική μας εὐθύνη.

  Οἱ ἂνθρωποι εἶναι ξεχωριστές καί ἰδιαίτερες προσωπικότητες. Δέν νοοῦνται  μαριονέτες τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν, οὒτε φυσικά ἂθυρμα στά χέρια κανενός. Κατά συνέπεια τό πῶς ἀσκοῦν τόν ρόλο τους καθορίζεται ἀπό τό πῶς ἑρμηνεύουν τίς ἀπαιτήσεις  καί τίς προσδοκίες τῆς κοινωνίας.

 

  Ὁ τυχοδιώκτης, ὁ θεατρίνος, ὁ κληρικός, ὁ δημόσιος ἢ ὁ  ἰδιωτικός ὑπάλληλος, ἓνας ἀγνὀς  πολίτης μιᾶς μικρῆς  ἢ μεγάλης κοινότητας, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὀ Πρωθυπουργός, ὃλοι μας, ὑποδυόμαστε  ἓναν ρόλο, καί μέσω τοῦ ἐπαγγέλματός μας τήν κοινωνική μας εὐθύνη, ἂν τό ἐπιθυμοῦμε, φθάνει νά μήν κρύβουμε τίποτα,

  Δέν θυμᾶμαι σέ ποιό μουσεῖο τῆς Ἰταλίας συνάντησα μικρά ζωγραφισμένα παραβάν, πού ὁ ἱερέας κρατοῦσε μπροστά στά μάτια τοῦ θανατοποινίτη προκειμένου νά τοῦ κρύβει τό ἰκρίωμα. Τό ἂλμα σέ ὃλες τίς μορφές του, ἡ βουτιά στό θεῖο ἢ τό αἰώνιο, ἡ ἐγκατάλειψη στίς ψευδαισθήσεις τῆς καθημερινότητας ἢ τῶν ἰδεῶν, ὃλα αὐτά τά παραβάν κρύβουν τό παράλογο. Τό μέγεθος τοῦ παραλόγου ἐξαρτᾶται ἀπό τόν καθένα μας.

  Ὡστόσο ὑπάρχουν συμπολίτες  μας χωρίς παραβάν· γι’ αὐτούς θέλω νά μιλήσω. Δέν ἒχουν κανένα κοινωνικό πρεστίζ, καμμιά, αὐτό πού λέμε, ἐπιφάνεια. Πλεονεκτοῦν ὃμως συγκριτικά μέ  τήν συντριπτική πλειοψηφία γιατί γνωρίζουν ὃτι ἡ κοινωνική προβολή ἐξ ἐπαγγέλματος, πλούτου ἢ καταγωγῆς εἶναι φρούδα. Αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο τους: γνωρίζουν. Δέν ὑπάρχουν στάχτες ἀπό τίς χαμένες προσωπικές προσδοκίες. Ἓνας ἀπό αὐτούς ἦταν ὁ Θεολόγος Πλυτᾶς. Τό παράλογο τοῦ ἒδινε μιά ἀπόλυτη δύναμη. 

 

   Ἂν καί ὁ Θεολόγος ἧταν στερημένος ἀπό ἐλπίδα γιά τά τοπικά δρώμενα, δέν ἦταν ἀπελπισμένος· τό πάλευε παλικαρίσια. Δέν ἢθελε νά εἶναι καλύτερος ἀπό κανέναν, ἐπεδίωκε  νά εἶναι συνεπής. Ἡ λέξη φρόνιμος ταίριαζε στόν Θεολόγο. Ζοῦσε μέ ὃ,τι κατόρθωσε νά ἒχει χωρίς νά νοιάζεται γιά  ὃ,τι δέν εἶχε. Πάλευε γιά ἓνα σύμπαν,  μιά κοινωνία μέ λιγότερες ἀδυναμίες. Πάλευε γιά τό μέλλον τό ἀγαθό τοῦ τόπου μας, γιά αὐτό τόν παράλογο, τόν δίχως Θεό κόσμο μας, γιά νά πληθύνουν οἱ ἂνθρωποι πού σκέφτονται καθαρά, πού  ἐλπίζουν συμμετοχικά. Τό πίστευε ἀκράδαντα, ἒλεγε ἀκριβῶς αὐτό πού πίστευε καί ἒβλεπε μέ σιγουριά καί σαφήνεια. Ἡ σκέψη του δέν τεμπέλιαζε, οὒτε δείλιαζε. Δέν τόν ἐνδιέφερε τό ἐπιφανειακό. Δέν εἶχε πολλές γνῶμες, οὒτε πολλές μοῦρες.

  Ἡ νόησή του, ἡ συγκινητική του νόηση,  προαισθάνθηκε αὐτό πού ἒπρεπε νά ἒχουμε διαπιστώσει ὂλοι, ἰδίως σέ μιά  ἐποχή πού τά ἐρείπια καί τό αἷμα της μᾶς γεμίζουν ἀλήθειες. Πίστευε πώς τό ἂτομο ὀφείλει νά  ὑπηρετεῖ τήν κοινωνία. Αὐτός ἦταν ὁ  ἒμμονος παρα-λογισμός στήν καρδιά του: οἱ ὑπάρξεις γεννήθηκαν γιά νά ὑπηρετοῦν, ὂχι νά ὑπηρετοῦνται.

  Δέν ἐγκατέλειψε πώποτε τήν ἀνθρώπινη χοάνη, ἀλλά βούταγε στά πιό καυτά σημεῖα τῆς ψυχῆς. Ἒβρισκε ἐκεῖ τό ἀκρωτηριασμένο δημιούργημα, ἀλλά καί τίς μοναδικές ἀξίες πού ἀγαποῦσε καί θαύμαζε, δωρικά καί λιτά: τόν πολύβουο ἂνθρωπο καί τήν σιωπή του, τήν ἒνδεια καί τόν πλοῦτο του. Ὁ Θεολόγος κρατοῦσε μιά μόνο πολυτέλεια: τίς ἀνθρώπινες σχέσεις. Εἶχε καταλάβει πώς ὁ,τιδήποτε εἶναι ἀνθρώπινο σ’ αὐτό τό εὐάλωτο σύμπαν, μόνο αὐτό ἀποκτᾶ ἓνα φλέγον νόημα. Πρόσωπα ἀνήσυχα, ἀπειλούμενη ἀδελφοσύνη, φιλία ἂδολη τόσο δυνατή καί τόσο σεμνή τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους, ὁ ἒρωτας, αὐτά εἶναι τά πραγματικά πλούτη γιατί εἶναι φθαρτά.  Ἀνάμεσα σ’ αὐτά, ποιός ἀμφιβάλλει, τό πνεῦμα νιώθει καλύτερα τίς δυνάμεις και τά ὃριά του, μέ  ἂλλα λόγια τήν ἀποτελεσματικότητά  του.

  Ὁ Θεολόγος δέν ἦταν μεγαλοφυής, ἦταν νοήμων. Φώτιζε τήν ἒρημο καί τήν ἐξουσίαζε. Γνώριζε τούς καταναγκασμούς της καί τούς ἐξέφραζε μέ παρρησία. Δέν λησμονοῦσε ὃτι θά πεθάνει, ἀλλά ἡ σκέψη του αὐτή ἦταν ἠ  ἐλευθερία του. Τό πεπρωμένο τοῦ Θεολόγου βρισκόταν ἀπέναντί του καί τό προκαλοῦσε· ὂχι  ἀπό ἀλαζονεία ἀλλά ἀπό συναίσθηση ταπεινή τῆς ἀσημαντότητας τῆς ὓπαρξής του. 

 

  Πρῶτοι πού δέν ἀνέχθηκαν τόν Θεολόγο ἦταν ὁ τοπικός φεουδάρχης, ὁ δεσπότης, καί κατόπιν άφόρητης πίεσης οἱ δουλοπάροικοί του κληρικοί. Θά  ἢθελαν νά τόν κάνουν νά ἀναγνωρίσει τήν ἐνοχή του. Ἐκεῖνος νιώθει ἀθῶος. Πράγματι μόνο αὐτό, νιώθει, τήν ἀνεπανόρθωτη ἀθωότητά του. Αὐτή τοῦ ἐπιτρέπει νά παλεύει.

  Οἱ  τοπικοί ἂρχοντες, ἡ τοπική κονωνία, πιστοί και ἂπιστοι, προσπέρασαν αὐτή τήν ἀνήσυχη καρδιά. Κάποιες φορές, ἐλάχιστες, σήμερα γίνεται ἀναφορά στό πρόσωπο τοῦ Θεολόγου μέ κληρικούς και λαϊκούς. Κρατῶ ὃτι κάποιοι ἀπό αὐτούς οἰκτίρουν τόν ἑαυτό τους γιατί δέν ἀντέδρασαν στόν διωγμό του. Εἶναι ἡ  μόνη συμπόνια πού μοῦ φαίνεται ἀποδεκτή: ἓνα συναίσθημα πού δέν κατανοοῦμε διόλου καί μᾶς φαίνεται ἐλάχιστα ἀξιοπρεπές. Καί ὃμως ἐκεῖνοι πού τό αἰσθάνονται, ἂν εἶναι εἰλικρινεῖς, δέν εἶναι καθόλου ἂτολμο.

 

  Εἶχα κάνει δῶρο στόν Θεολόγο τήν «Δίκη» τοῡ Κάφκα. Δέν τό κατάλαβα καλά, μοῦ ἀπάντησε μετά ἀπό κάποιες μέρες. Ὃταν τό ξαναδιαβάσεις θά τό καταλάβεις καλύτερα, τοῦ ἀπαντῶ. Ὃλη ἡ τέχνη τοῦ Κάφκα συνίσταται στό γεγονός ὃτι ὑποχρεώνει τόν ἀναγνώστη νά τόν ξαναδιαβάσει. Τό τέλος τῆς ἱστορίας του, ἢ ἡ ἒλλειψη κάθε τέλους, ὑποδεικνύουν ἐξηγήσεις πού χωρίς νά εἶναι ξεκάθαρες, ἀπαιτοῦν γιά νά εἶναι βάσιμες, νά ξαναδιαβαστεῖ ἡ ἱστορία ἀπό μιά νέα ὀπτική γωνία.  Μερικές φορές ὑπάρχει μιά διπλή πιθανότητα ἑρμηνείας ἐξ οὗ καί ἡ ἀνάγκη  γιά διπλή ἀνάγνωση. Τοῦτο ἐπιδιώκω καί εγώ: σᾶς προτείνω νά ξαναδιαβάσετε τόν ἀγῶνα τοῦ  Θεολόγου, ἂν ὂχι μέ ἐκτίμηση ἀγαπητική, τοὐλάχιστον μέ σεβασμό.

 

Ἐκκλησιαστική βία καί ἐπιθετικότητα τοπικά. 

«Κληρικός εἶναι κάποιος πού διαιρεῖ τούς πιστούς σέ δύο τάξεις: σέ ὑποχείρια καί σέ ἐχθρούς».

  Ὑπάρχει μιά διάβρωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος τοπικά, εἶναι  εὐδιάκριτο. Τό διαρκές κακούργημα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας  εἶναι, ἲσως δἐν τό ἀντιλαμβάνεται, ὃτι καλλιεργεῖ τόν κοινωνικό ἐκφασισμό. Αὐτό μένει σάν ἲζημα καί ὃταν ἀποκτήσει τήν κρίσιμη μάζα, ἒρχεται ἡ  ἒκρηξη.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ περίπτωση τοῦ ἀγωνιστῆ Θεολόγου Πλυτᾶ. 

  Κύριε Πολυκανδριώτη, στήν πραγματικότητα, πρόκειται γιά τήν ἱκανότητα τῆς ψυχῆς σας νά βάζει τούς ἀνθρώπους σέ κουτάκια συμφέροντος καί στήν συνέχεια νά ἐκλογικεύετε τίς πράξεις σας, μέ σκληρότητα πρός ὃποιον τολμήσει  νά διαφοροποιηθεῖ ἀπό τίς ἀσύμμετρες εὐαγγελικά ἐπιδιώξεις σας.

   Μοῦ εἶναι δύσκολο νά βρῶ τίς λέξεις γιά νά ἐκφράσω τόν σεβασμό καί τήν εὐγνωμοσύνη μου στόν κυρό Θεολόγο Πλυτᾶ. Ὁ φίλος, συντοπίτης μας Θεολόγος  ἒκανε κάτι πού ἐλάχιστοι ἀπό ἐμᾶς φάνηκαν διατεθειμένοι νά κάνουν: νά ἀντισταθεῖ στά ψέματα καί στόν ἐκφοβισμό τοῦ τοπικοῦ κλήρου, τῶν δειλῶν συκοφαντῶν του, μέ διαταγή σας φυσικά. Αἶσχος σέ ὃλους σας, πρῶτα σέ σᾶς, καί ντροπή σας.  Τήν ἀξιοπρέπειά σας τοπικά τήν ἒσωσε ὁ παπά Γιώργης Τουφεκλῆς. 

  Ὁ Θεολόγος ἒκανε τό αὐτονόητο. Ἀντί νά ὑποκύψει, νά κρυφτεῖ ἢ νά λουφάρει, ἐπέκρινε τόν τοπικό κλῆρο γιά τό ἀνέντιμο ἐναντίον του καθ’ ὑπόδειξη παραλήρημα,  ὑποψιάζοντάς μας ὃλους τοπικά ὃτι στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μιά ἀνεγκέφαλη προσπάθεια, νά χρησιμοποιηθεῖ ἡ ἀπειλή ποινικῆς δίωξης, ὡς μπαμπούλας, στήν προσωπική σας δεσποτική  ματαιοδοξία. 

  Ἂν ἢμασταν πολῖτες μιᾶς κανονικῆς χώρας, πιστοί καί ἂπιστοι, σύσσωμη ἡ  κοινωνία τῆς Τήνου, δέν θά ἀνέτρεπε δυναμικά αὐτά τά τερτίπια; Ἀλλά ὃπως ἀνέφερα, αὐτό θά ἲσχυε ἂν ἢμασταν μιά κανονική δημοκρατική κοινωνία.        Πραγματικά ἀναρωτιέμαι τί ἀπαντούσαμε αὐτήν τήν περίοδο στούς δικούς μας, ὃταν ἐπιστρέφαμε σπίτι, ἢ συναντούσαμε φίλους τηλεφωνικά ἢ διά ζώσης: «Πατέρα, μάνα, φίλε, φιλενάδα…,  τί  ἒκανες ρέ Δημόπουλε  σήμερα στήν δουλειά, ποιόν συνάντησες στό καφενεῖο;». «Ἦταν ἂλλη μιά μέρα πού κατάπια τήν ἀξιοπρέπειά μου, ἀγνοῶντας τόν ὡς πολίτη ρόλο μου,  καί κλείνοντας τό στόμα μου, παρακολουθοῦσα τούς παπάδες  νά παραβιάζουν βάναυσα δημοκρατικές διαδικασίες, ἀλλά καί τήν περί ἀγάπης βασική ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου, τόν πιό καίριο λόγο τοῦ Ἰησοῦ».

   Ὁ ἀπηνής διωγμός τοῦ Θεολόγου δέν ἒγινε μέσα σέ κοινωνιοστεγή γυάλινο κώδωνα, σέ συνθῆκες πλήρους ἐκκλησιαστικῆς ἰδεολογικῆς ἀσηψίας καί ἀπόλυτης πολιτικῆς ἀντισηψίας. Τίποτα δέν ἒγινε στά  κρυφά, δίπλα μας ἒγινε, σέ δρόμους γνωστούς μας ἒγινε, μέσα στόν κόσμο μας ἒγινε. Κι αὐτός ὁ κόσμος εἶδε, δηλαδή ἐμεῖς ὃλοι εἲδαμε, ὃτι  ὁ ἐτσιγουσταρισμός τῶν κληρικῶν μας,  γνήσιο τέκνο, ἀποκύημα τοῦ ἀπολυταρχικοῦ-προσωπολατρικοῦ καθεστῶτος πού  βελούδινα ἒχει ἐγκαθιδρύσει ὁ ἐπιχώριος πού ἒλεγε ὁ Θεολόγος, λειτουργεῖ σέ ὃλα τά πεδία. Πάντα χαμογελαστά ὡμός,  καί εὐαγγελικά ἀναλφάβητος. Πάντα ἀγρίως ναρκισσευόμενος. Δέν κάνει οὒτε ἓνα βῆμα πρός τά πίσω ἀκόμη καί ὃταν σερνόταν· ἀντίθετα ἡ κοινωνία  μας ἐξ αἰτίας του κάνει ἂλματα πρός τά πίσω.

  Γιά «ποιό τίμιο πρεσβυτέριο» γιά ποιά «ἐν Χριστῶ διακονία» δέεσθε, γιά ποιά «εἰρήνη πᾶσι» μιλᾶτε, γιά ποιό «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» ποιό  «ἀλλήλους περιπτυξώμεθα», ποιά ἑνότητα, ποιά συμφιλίωση ὃταν ἐπί τῶν ἡμερῶν σας κ. Πολυκανδριώτη ἐξαπολύονται κληρικοί-μαντρόσκυλα  ἐναντίον συμπολίτου μας, μύδροι περιφρόνησης κατά διαφωνούντων, βομβαρδίζεται τό ἐκκλησίασμα μέ κούφια λόγια, δοξολογεῖται ὁ Πρωθυπουργός, δοξάζεται ὁ ὑπουργός, προβάλλονται οἱ Βουλευτές, χαϊδολογοῦνται οἱ τοπικοί ἂρχοντες, καί ὑμνολογοῦνται οἱ ἐφοπλιστές; Μαρτυρῶντας ἒτσι πόσο σοβαρά παίρνετε τόν ρόλο σας ὡς ἐπίσκοπος. Σοβαρά παίρνετε μόνο τόν ἑαυτό σας, ὃταν τόν σκηνοθετεῖτε σάν δεσπότη, αὐτοκράτορα, σάν Ἰουλιανό, Μέγα Κωνσταντίνο, πάντοτε τυλιγμένο μέ  πανάκριβους σάκους ποικίλων χρωματισμῶν και ἀποχρώσεων, μέ μίτρες καί πατερίτσες, καί πότε μέ ἀντερί πού ὁ χρωματισμός του παραπέμπει σέ νυφικό. Τίποτα δέν πρέπει νά σᾶς θυμίζει μοναχισμό, Εὐαγγέλιο, ὃλα τά σχετικά ἒχουν ἐξοβελισθεῖ.

  Καί μιά πληροφορία γιά τόν ρόλο τοῦ ἱερέα, πού ἒρχεται ἀπό πολύ μακριά: Ὃταν ὁ Ἀθηναῖος στρατηγός Ἀλκιβιάδης κατηγορήθηκε γιά τήν βεβήλωση τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων, ἡ πόλη τόν καταδίκασε ἐρήμην σέ θάνατο καί ψήφισε νά τόν καταραστοῦν δημόσια ὃλοι οἱ ἱερεῖς καί οἱ ἱέρειες. Ἡ ἱέρεια Θεανώ ἦταν ἡ μόνη πού ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει στό ψήφισμα λέγοντας ὃτι ἒγινε ἱέρεια γιά νά δίνει εὐχές, καί νά  προσεύχεται καί ὂχι γιά νά καταριέται. Ἀντίθετα ἐσεῖς ὡς μέγας ἀρχιερεύς καί καταριέστε, συνεκδοχικά ἀπό τήν εὐχή πού ἒχετε μάθει ἀπ’ ἒξω καί μέ στόμφο τήν ἀπαγγέλετε σέ κάθε νεκρώσιμο ἀκολουθία, καί τίς αἲθουσες καί διαδρόμους τῶν δικαστηρίων γνωρίζετε λεπτομερῶς.

 

Κύριε Πολυκανδριώτη, ὡς «μεγάλος ἀνήρ» θεωρεῖτε ὂτι δέν ὀφείλετε καμμία ἐξήγηση, οὒτε καί πρέπει νά  δέχεστε τήν ἐλάχιστη κριτική ἀπό τἠν πλέμπα. Ὡς ὀπαδός τῆς ἰδεολογίας αὐτῆς, αἰσθάνεσθε, ὃτι ἒχετε ἀποκτήσει, ex officio, μεγάλη προσωπική ἰσχύ, ἂν καί γνωρίζετε ὃτι ἡ κοσμική σας δύναμη, δέν σᾶς προφύλαξε ἀπό τήν δημόσια διαπόμπευσή σας καί τίς ἐκδηλώσεις ἀντιπάθειας, στόν αὐλόγυρο τῆς Παναγίας. Θυμᾶστε γιά  μεγάλο χρονικό διάστημα, ἀποφεύγατε τήν Τῆνο  καί ὃταν τολμούσατε νά τήν προσεγγίσετε  ἦταν μέ ἰσχυρή ἰδιωτική καί δημόσια ἀστυνομική  κάλυψη. «Μοῦ εἶπαν ὃτι ἢμουν τό πᾶν· ἀλλά ἦταν ψέμα». (Ἡ ὁμολογία τοῦ βασιλιά Λήρ, γιά τήν πλάνη στήν ὁποία τόν ἒσπρωξαν οἱ αὐλοκόλακές του).

   Σημαντικό τό μερίδιο εὐθύνης τῶν κομπάρσων: παρατρεχάμενοι, ἱερεῖς, ὑπάλληλοι, συνεργάτες, σουσοῦδες, πιστοί καί πολιτικοί,  πού δικαιώνουν σέ μεγάλο βαθμό τήν ἂποψη  ὃτι, προτοῦ κἂν σᾶς νικήσει ἡ δύναμη τῆς κενοδοξίας, εἲχατε μετατραπεῖ σέ μιά αὐτάρεσκη καί ἂνιωθη ἐλίτ, παραδομένη στήν  δική της ἀσυναρτησία.

   Κύριε Πολυκανδριώτη, δέν εἶναι μυστικό πῶς φτάσαμε σ’ αὐτό τό σημεῖο. Κάθε μέρα πού περνάει, μέσω τῶν ἀνδράποδών σας κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἐπιβουλεύεσθε τήν ἀξιοπρέπειά μας,  δοκιμάζοντας τίς ἀντοχές μας. Ὃμως «ἂν ἓνα καθεστώς μπορεῖ νά παραμένει στήν ἐξουσία μόνο μέ  τήν χρήση βίας, τότε οὐσιαστικά ἒχει τελειώσει».  

  Φαίνεται ὃμως ὃτι δέν ὑπολογίζετε μόνο στήν χρήση βίας· παρεμβάλλεστε καί μιντιακά. Καταβάλετε  τεράστια προσπάθεια στό κτίσιμο τῆς εἰκόνας σας μέσω social media. Τοπικά καί πανελλαδικά, σωρηδόν φωτογραφίες σας, σε πλήρη ἀποξένωση μέ τήν πραγματικότητα· βάζετε πάνω ἀπ’ ὃλα τήν προσωπική σας  προβολή.  Ἀκόμα καί τήν περίοδο πού ὃλοι βλέπαμε ἓναν  δεσπότη εὒθραυστο, λιπόσαρκο,  νά φθίνει, νά  ἀποφεύγει τό  δημόσιο βλέμμα καί ἐνίοτε νά παραπαίει ὃταν ἀφηνόταν νά ἐκτεθεῖ σέ αὐτό, δέν ἀφήνατε κατά μέρος τήν αὐτάρεσκη ἀλαζονεία σας.

 Τό brand Polykandriοtes  προηγεῖται. Ἡ εὐαγγελική “ἀγάπη” κρίνεται ἀπό τά ποσταρίσματα στά social media ἢ ἀπό τό πόσο γρήγορα παρατᾶτε τά πάντα γιά νά ἐμφανιστεῖτε καί νά ποζάρετε σέ μιά φωτογραφία μέ τόν Πρωθυπουργό, τόν ὑπουργό, τόν στρατηγό, ποστάροντάς την  τόν προσωπικό σας  ἰστότοπο ἢ τά  δημόσια κουτσομπολίστικα σάιτ.

  Ἀντιληφθήκατε τήν  ραγδαία μεταβαλλόμενη δυναμική τοῦ ἐλέγχου τῆς εἰκόνας καί τοῦ brand, καί πάνω σ’ αὐτό χτίσατε τήν τοπική καί πανελλαδική προβολή σας, τήν πολυδιάστατη κοσμική σας, ἐπικυριαρχική δεσποτεία. Ἀπό τήν μιά Μητρόπολη στήν ἂλλη, μέ  ἓνα πήδημα, μέ  ἀδυναμία σας τήν  Δωροθέα Έδέσσης· τό Μοναστηράκι τοῦ ἀγαθοῦ Παΐσιου, δέν τήν γλύτωσε.

 Πατήσατε τέρμα τό «γκάζι», κάνοντας tag τούς συναγελαζόμενούς σας προύχοντες, ἀκινητοποιῶντας τους τήν στιγμή πού ἀσπάζονται τήν δεξιά σας ἢ χαζογελοῦν  γλυκανάλατα μαζί σας, στέλνοντας τό μήνυμα τῆς ἀλαζονείας σας· φυσικά κανένας πληβεῖος.

 Ἒχετε πλέον χαθεῖ τόσο πολύ μέσα σ’ αὐτή τήν ἐμπορευματοποιημένη ἐκδοχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὣστε ἐδῶ  καί καιρό ἒχετε χάσει τήν ἰκανότητα νά κατανοεῖτε πόσο παράξενη καί διαβρωτική εἶναι.

  Χωρίς αὐτό νά εἶναι κανόνας, ὂντως δισεκατομμύρια ἂνθρωποι ἒχουν παρασυρθεῖ σ’ ἓναν κόσμο ὃπου οἱ ἲδιοι εἶναι τό προϊόν, ὃπου δουλεύουν δωρεάν γιά τούς ἂρχοντες τῆς τεχνολογίας, οἱ ὁποῖοι θυσιάζουν μέ ἐξαιρετική στρατηγική τήν ἒννοια τῆς ἀξιοπρέπειας στόν βωμό τοῦ μεγάλου τους ψέματος: ὃτι τό νά εἶσαι συνδεδεμένος στά κοινωνικά δίκτυα, εἶναι πολύ πιό σημαντικό ἀπό τήν ἀξιοπρέπεια. 

  Οἱ κοινωνίες προσπαθοῦν νά ἰσορροπήσουν στό τεντωμένο σχοινί τῶν social media. Tά σχολεῖα ἐπίσης. Ἡ ψυχική ὑγεία τῶν νέων καταρρέει καί γιά πολλούς, ὁ κόσμος βρίσκεται σέ πολύ χειρότερη κατάσταση ἀπ’ ὃτι ὃταν τόν βρῆκαν οἱ δημιουργοί τῶν κοινωνικῶν δικτύων.

  Καί ὃταν ἓνας κληρικός κουβαλάει τόν «βαρύ» τίτλο τοῦ ἐπισκόπου, καί δηλώνει ὃτι  ἡ εὐαγγελική πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας  κρίνεται ἀπό τά ποσταρίσματα στά social media ἢ ἀπό τό πόσο γρήγορα παρατᾶς τά πάντα γιά νά ἐμφανιστεῖς καί νά ποζάρεις σέ μιά φωτογραφία γιά λόγους δημοσίων σχέσεων, τότε, μᾶλλον, δέν εἶναι στραβός ὁ γιαλός.

  Αὐτό πού παρακολουθοῦμε πρωί καί βράδυ τοπικά, δέν εἶναι μόνο ἡ παραφροσύνη ὡς στρατηγική. Τά ὃρια μεταξύ τοῦ ρόλου τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί τοῦ ἑαυτοῦ τους ἒχουν ρευστοποιηθεῖ. Φαίνεται πώς ἒχουν τεθεῖ σέ κίνηση ψυχροπολεμικοί μηχανισμοί: ὃμως ὃσο περισσότερο ἡ πολιτική ἐξουσία τῶν κληρικῶν ἀποτυγχάνει καί φθίνει, τόσο ἐκεῖνος πού κρατάει τά  σκῆπτρα της βυθίζεται στήν πλάνη τῆς παντοδυναμίας του. Ὁσο αὐτοκαταστρέφεται, τόσο πιό ἂτρωτος νιώθει, τόσο πιό ἐπικίνδυνος γίνεται.

  Κύριε Πολυκανδριώτη εἶστε στόν κόσμο σας. Ἒχετε ὑποκύψει στόν μύθο τοῦ ἐπαρχιώτικου μεγαλείου σας, ὃπως αὐτό ἐκκολάπτεται μέσα στό θερμοκήπιο τῆς κολακείας, τῆς φαντασίας καί τῆς κενοδοξίας σας ὃπου  ἒχετε  κλειστεῖ

  Διεκδικήσατε καί  βρεθήκατε σέ θέσεις κύρους, χωρίς νά ἐνδιαφερθεῖτε ποτέ γιά τήν καρδιά αὐτοῦ τοῦ κύρους. Ἀντίθετα φροντίζατε πάντα,  ἐσεῖς ὁ ἲδιος, νά τό  ὑπονομεύετε. Πῶς; Διασκεδάζοντας μέ τήν προσοχή καί τήν δημοσιότητα. Κάνατε  τήν Ἐκκλησία θέατρο, καί τό   ἐκκλησίασμα θεατές.

  Περνᾶτε  ἒτσι ὁ ἲδιος καλά, ἒστω καί ἂν δέν μποροῦν νά χωνέψουν τόν στόμφο σας οἱ ἐναπομείναντες πιστοί ἢ οἱ περιστασιακοί θεατές σας στήν Παναγία, ἢ ὃπου ἐμφανίζεσθε πανελλαδικά μέ τό γλυκανάλατο χαζογελάκι σας.  Ἀκόμη καί ὃταν ὁ περιρρέων ζόφος τῆς κρίσης δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο γιά τίς  χαριτωμενιές σας.         

     Τώρα, ἐκεῖνο τό κακό ἀστεῖο: διπλασιασμός τοῦ ἐπισκοπικοῦ σας μισθοῦ, ἐπιστρατεύεται ὡς  χαρτί κουζίνας καθαρισμοῦ τοῦ ἱδρῶτα σας, τοῦ ἱδρῶτα πού χύνετε ὡς δεσπότης Τήνου. Ὃλοι ἒχουν δικαίωμα στό αὐτοτρολάρισμα, ὃλοι  μποροῦν νά ὑποβάλουν τόν ἑαυτό τους στόν πολυκανδρίτειο νόμο, νά δοῦν τό κύρος ὡς παγίδα καί νά μήν μποῦν στόν κόπο του. Νά προτιμήσουν τήν κωμική ἀποδόμησή τους. Νά νομίζουν ὃτι εἶναι σέ θέση, ὡς παλαιός ὀργανισμός, νά ἀφομοιώνουν τό πλεόνασμα γελοιότητας πού παράγουν. Νά εἶναι ταυτόχρονα σοβαροφανές καί ἐλαφρύ, διευρυνόμενο καί ὀμφαλοσκοπικό, συστημικό στίς ἀξιώσεις του καί ἀντισυστημικό στίς ἐξάρσεις· ἡ σοβαρότητα εἶναι παγίδα.

  Ἀλλά πάλι ἂν ἓνας ἀκραῖα ἐγωλάτρης, ἐπικίνδυνα τυχοδιώκτης, ἐφιαλτικά ἀπαίδευτος, τερατωδῶς ἀνιστόρητος ἒγινε πλανητάρχης, γιατί ἓνας «τοιοῦτος ἀρχιερεύς»,  τυφλωμένος ἀπό τήν ματαιοδοξία του, νά μήν «κινεῖ θεούς καί δαίμονες», γιά κατάληψη τῆς θέσεως τοῦ Ἀθηνῶν!  

  Ἐπίμετρο.  

  «Ἡ πιό σίγουρη βουβαμάρα εἶναι νά μιλᾶς» Κίρκεγκαρντ

  Φαίνεται ὃτι πολλά πράγματα δέν ἀποτελοῦν παρελθόν, ἐπιβιώνουν δραστήρια ἀκόμη καί σήμερα στίς νοοτροπίες. Κυριαρχοῦν στό  κοινωνικό φαντασιακό  καί ὑποβάλλουν ἐπιλογές  σταθερά προσηλωμένες στήν ἀκινησία, μέ ἂλλοθι τήν ταυτότητα πού παίρνουμε ἀπό τό παρελθόν. Τό παρελθόν ἀπό ἐφαλτήριο κατάντησε ἱστορικό ἂλλοθι, προσωπεῖο καρναβαλικό, πού ὡς τέτοιο μᾶς τιμωρεῖ. Φυσικά δέν τιμωρεῖ μόνο τόν  ἠθοποιό Πολυκανδριώτη πού παίζει  τόν Αὐτοκράτορα, ἀλλά καί τόν θεατή, πού ὑποδύεται τόν πιστό. Ὃμως κάποτε τά σκηνικά καταρρέουν.

  Κύριε Πολυκανδριώτη,

Θά ἢθελα νά ξέρω ἂν ἡ σκέψη μπορεῖ νά ζήσει σ’ αὐτές τίς ἐρήμους, πού προκαλέσατε ὡς ἐπίσκοπος.  Τό μόνο  πού γνωρίζω εἶναι ὃτι ἡ σκέψη μπῆκε σ’ αὐτές τίς ἐρήμους, σ’ αὐτές τίς ἐρήμους, ὃπου φυσικά δέν ὑπάρχει μάννα. Τρεφόμαστε πλέον μέ αὐταπάτες· ὁ πιό σπαραχτικός παραλογισμός.

  Ὀφείλω νά μιλήσω μέ σκληρότητα, καί ἂν χρειαστεῖ μέ τήν περιφρόνηση πού σᾶς ἀξίζει. Ποτέ ἲσως, σέ καμμιά ἐποχή ἐκτός ἀπό τήν δική μας, ἡ ἐπίθεση ἐνάντια στό Εὐαγγέλιο ἀλλά καί τήν λογική δέν ὑπῆρξε πιό σφοδρή. Γιά νά χαίρει  ἐκτίμησης ἓνας ἐπίσκοπος πρέπει νά δίνει τό παράδειγμα. Πρόκειται γιά  ἀλήθεια πού τήν νιώθει ἡ καρδιά. Ἓνας ἂνθρωπος πού δέν χρησιμοποιεῖ δόλο, αὐτό πού πιστεύει γιά ἀλήθεια,  πρέπει νά ρυθμίζει τίς πράξεις του, πρόκειται γιά ξεκάθαρη ἀρχή. Μά ἐσεῖς, -ἡ τακτική σας, ὁ βίος καί ἡ πολιτεία σας-  ἐναμίλλως διακηρύσσετε ἓναν παραλογισμό, μιά σύγχυση, μιά διάζευξη, μιά ἀσυνέπεια, μιά  θολούρα. Στίς συμπεριφορές σας τίποτα τό ξεκάθαρο Εὐαγγελικά, τίποτα δέν θυμίζει νοιάξιμο πατερικό, φροντίδα. ἀνιδιοτέλεια, χριστιανικές προδιαγραφές. Στίς κινήσεις σας δέν ὑπάρχει ἡ λογική πού συνοδεύει ἓναν φυσιολογικό ἂνθρωπο, δέν  λέω  ἓναν χριστιανό, ὡς τόν θάνατο. Δέν σᾶς ἐνδιαφέρει κἂν πώς κάποιοι, αἰσθάνονται ὃτι τίποτα στήν τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ξεκάθαρο, ὃλα εἶναι χάος, καί ὃτι ὡς διορατικοί ἂνθρωποι  διαθέτουν τήν ἀκριβή γνώση τῶν τειχῶν, κτίσματα δικά σας, πού τούς  περικλείουν.  Κρατιόμαστε μέ τά δόντια σ’ αὐτόν τόν παράλογο κόσμο. Προσπαθοῦμε νά ξαναβροῦμε τόν μίτο τοῦ  Εὐαγγελίου, πού ὁδηγεῖ στό μυστικό τοῦ Ἰησοῦ, καί ἐσεῖς μᾶς παρεμβάλετε πλουμιστά παραβάν. Ἂς μοῦ  ἒλεγε κάποιος, συγκεκριμένα αὐτό Δημόπουλε  στίς  συμπεριφορές τοῦ ἐπισκόπου μας, τῶν κληρικῶν μας τοπικά  εἶναι ξεκάθαρα εὐαγγελικό, καί νά  μπορούσαμε νά τό ποῦμε ἒστω καί μιά φορά!

  Ἐλπίδα γιά ἀλλαγή δέν ὑπάρχει· οἱ  τελευταῖες σελίδες ἑνός βιβλίου ἐμπεριέχονται ἢδη στίς πρῶτες.