Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Μεσίτες φιλίας πού ἀποστηθίζουν σενάρια.

 

                                                                                                                    Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

  Κάποιες φορές πιάνω τόν ἑαυτό μου, σέ ἀκράτεια σκέψης, νά μουρμουρίζει κάτι ἀκατάληπτο. Ὁ νοῦς μου μοιάζει νά εἶναι χαμένος λές καί τά ἐγκόσμια εἶναι κάτι πού καιρό πιά ἒχω ἀφήσει πίσω. Ἀνάβω προβολεῖς καί βυθίζομαι στό σκοτάδι, μέχρι πού καταφεύγω στό φῶς τό ἀμυδρό πού ἒχω μέσα μου, αὐτό πού μέ ὁδηγεῖ σέ ὃλες μου τίς πορεῖες. Δύο οἱ πόλοι του: Ἑλληνική παράδοση καί Γαλλία. Προγονική νοημοσύνη, ἀπό τούς γονεῖς καί τήν Ἀρχαία Ἓλλάδα, σέ συνδυασμό μέ τήν ποικιλομορφία  τοῦ γαλλικοῦ πολιτισμοῦ, αὐτή πού σφυρηλάτησε πολιτιστικές καί πολιτικές ἐκφράσεις σέ ὃλο τόν κόσμο, μέχρι τήν πολλά ὑποσχόμενη  τεχνητή νοημοσύνη. 

  Τά συναισθήματά μου στό παρελθόν, σχετικά ἀλλοπρόσαλλα, κάποιες φορές κατά καιρούς ἀντιθετικά, ἀλλά  τώρα ξέρω ὃτι μπορῶ νά τά ἐλέγξω. Τό ἲδιο καί οἱ  σκέψεις μου. Μοῦ χαιδεύει τά αὐτιά    ἡλικία μου νά εἶναι ἓνας ἀριθμός, ἀλλά δέν εἶναι.

  Αὐτοσαρκάζομαι σέ ὃλες τίς ἀποχρώσεις, διώχνοντας σύν  τῷ χρόνῳ  τά περιττά, ἐρχόμενος  ταυτόχρονα πιό κοντά στόν ἑαυτό μου.  Γι’ αὐτό μοῦ ἀρέσει ἡ  Τῆνος ὡς νησί, ταιριάζουμε. Ἒχει κρατήσει, ὃπως ὁ ποιητής τά ἀπολύτως ἀπαραίτητα. Τίποτα τό περιττό, τίποτα σέ ὑπερβολή. Οὒτε «φρού φρού, οὒτε ἀρώματα». Μυρίζει ἱδρῶτα, πόνο, τρυφερή  ἀπελπισιά, πάθος, αἷμα, ἒρωτα, θάνατο, τό ἲδιο μέ τήν Γόρτυνα γῆ.

  Τά πλάνα τοῦ κήπου μου εἶναι ἡλεκτρισμένα μέ μιά σιωπηλή ἒνταση. Δέν δίνω σημασία στό μικρό τῆς ἒκτασης, καμμιά. Κάποτε εἶδα τό κηπαράκι μου σέ σχέδιο, ὃπου  ἡ δυναμική τῆς προοπτικῆς, παραδίδει τό κάθε τί στήν ὑλική του βαρύτητα καί δέν μοῦ ἂρεσε. Μοῦ ἀρέσει ὁ κηπᾶκος μου στήν καθημερινότητά του, πού ὁ κυματισμός τοῦ συνόλου τ’ ἀλαφραίνει  καί τό ζωντανεύει. Τό βλέπουμε χαρακτηριστικά στήν αἰσθητική τοῦ γυναικείου σώματος: τό παντελόνι βαραίνει μαζί μέ τά μέλη καί τό σῶμα· ὁ κυματισμός τοῦ φουστανιοῦ διασπᾶ χορευτικά τήν βαρυτική ἕλξη, καί μᾶς θυμίζει ὃτι ἡ ψυχή κατοικεῖ στό σῶμα. Τό ἲδιο καί ὁ κῆπος, δέν ὁρίζεται ἀπό τό ἐκτόπισμα τῆς ἒκτασης, ἀλλά ξεδιπλώνεται σάν σκίρτημα τῶν ἀνέμων στήν φύση  ὁλάκερη.

  Τίς ἲδιες σκέψεις κάνω καί γιά τό ἐντός ταπεινό κτίσμα. Χαίρομαι πού εἶναι δομημένο ἐσωτερικά σύμφωνα μέ τά σώψυχά μου. Συνδυασμός κοινωνικότητας ἒφεση στήν μοναχικότητα,  μέ άποῦσα τήν κοσμικότητα. Ὁ  χῶρος του, θυμίζει ἀρένα πού ἡ δύναμη καί ἡ  ὀμορφιά πρόκειται νά συγκρουστοῦν. Θυμίζει τό φοιτητικό μου δωμάτιο, ὃπου, ὁ ἀδέξιος καί ἐπιφυλακτικός ἒφηβος, στεκόταν μέ τήν αἲσθηση τῆς ἐλευθερίας μέσα του καί ἒξω του. Παρατηροῦσα τά πάντα μέσα ἀπό τούς τοίχους του μέ ἓνα βλέμμα πού ἦταν ταυτόχρονα γεμᾶτο ἐκτίμηση, ἱκανοποίηση  καί βουλιμία. Ἦταν ἡ περιοχή καί ἡ ἐποχή πού κατάλαβα ὃτι τό ἀλάτι τῆς  ζωῆς εἶναι ἡ, χωρίς καμμιά σχέση μέ τό κουτσομπολιό, φιλοπεριέργεια. Χωρίς αὐτό τό πάθος εἶναι δύσκολο νά κάνεις κάτι δημιουργικό.

 Ἓνα κρεβάτι, μιά ντουλάπα, ἒνα γραφεῖο, μιά καρέκλα, μιά βιβλιοθήκη, πρό παντός μιά εἰκόνα. Ἐκεῖ ὃπου ἒπαψα νά αἰσθάνομαι ὡς βαθύς γνώστης, καί ἰδίως νά πιστεύω ὃτι  μπορῶ νά εἶμαι ἀντικειμενικός. Τήν ἲδια αἲσθηση ἒχουν καί οἱ φίλοι πού κατά καιρούς φιλοξενοῦνται. Προτιμοῦν τόν Χατζηράδο καί ὂχι τήν Χώρα. 

  Στήν Τῆνο δέν ἒχω κάνει φιλίες δυνατές παρά μόνο μέ τόν Κοκολάκη, πού βιάστηκε νά φύγει. Τόν αἰσθανόταν καί ἡ Ἰωάννα φίλο. Κάποιες φορές ἀπροειδοποίητα ἐμφανιζόμαστε τό μεσημέρι μετά τόν Χατζηράδο, ὣρα φαγητοῦ χωρίς κανένα πρόβλημα. Τόσο τά τηλέφωνα, ὂσο καί τά ἂλλα μέσα ἐπικοινωνίας μειώνουν τήν κατά καιρούς ἀνάγκη φιλικῆς ψυχικῆς  ἐπικοινωνίας, ἀλλά ὃπως καί νά τό κάνεις ἂλλη αἲσθηση ἒχει ἡ διά ζώσης ἐπικοινωνία.  

   Μόλις τελειώσαμε λοιπόν μέ τούς φίλους μου, (Ἐβραῖος ὁ ἓνας, Ἀρμένης ὀ ἂλλος γνωριμία μισοῦ αἰῶνα… καί μόνο πού τό σκέπτομαι συγκινοῦμαι…)  τά σκληρά τῆς παρέας ἀστεῖα γιά τό πῶς οἱ νεαροί πρωταγωνιστές «ἒχασαν τήν ὁμορφιά τους»… Ὁ ἓνας μιλοῦσε ἐβραίικα,  ὁ ἂλλος ἀρμένικα καί  ἐγώ ἑλληνικά  δέν καταλάβαινε κανένας τίποτα ἀπό τήν γλώσσα τοῦ ἂλλου. Μόνο τά μάτια μιλοῦσαν καί κοιταζόμαστε μέ τήν  ἀθώα ἀπορία τῆς πρώτης συνάντησης στά φοιτητικά ἒδρανα. Ὁ ἓνας ἒγινε ἐπιχειρηματίας, ὁ ἂλλος μεταφραστής, καί ἐγώ τά γνωστά.

  Εἲμαστε σέ μιά φάση τῆς ζωής πού νιώθουμε πολύ  χαλαροί καί ἒτοιμοι γιά πειράγματα, γι’ αὐτό καί διασκεδάζουμε πολύ σέ παρέες αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων. Στήν κοινή γλῶσσα λοιπόν, συζήτηση χαλαρή ἐφ’ ὃλης τῆς ὓλης.  Ξεκινάμε μέ ἐρώτηση τοῦ Ἰωνᾶ; Ποιός εἶναι ὁ πιό ἒξυπνος λαός, μεταξύ τῶν τριῶν: ὁ ἑλληνικός, ὁ ἀρμένικος ἢ ὁ ἐβραϊκός; Ὁ Λεσλί καί ἐγώ ἀμέσως εἲπαμε οἱ Ἐβραῖοι. Ὁ Ἰωνᾶς ἀπαίτησε νά δικαιολογήσουμε τήν θέση μας. Λέγαμε καί οἱ δυό τά γνωστά, τά τετριμμένα.  Ὁ Ἰωνᾶς ἐπιχειρηματολόγησε ὑπέρ τῶν Ἑλλήνων ὡς ἑξῆς: Ἐμεῖς οἱ Ἐβραῖοι γιά νά πᾶμε μπροστά ἒχουμε χίλιους Ἐβραίους πού μᾶς σπρώχουν νά βρεθοῦμε  στήν πρώτη  θέση. Ἐσεῖς οἱ Ἓλληνες ἒχετε χίλιους Ἓλληνες πού σᾶς ἐμποδίζουν νά  προκόψετε καί τελικά τά καταφέρνετε, βγαίνετε μπροστά.

  Πιό καίρια, ἂλλο νά  περπατάω στούς δρόμους τοῦ Χατζηράδου ἀνώνυμος καί ἂλλο στά  μπουλεβάρτα τοῦ Παρισιοῦ. Ἐδῶ αἰσθάνομαι εὐγνώμων πρός ὃλους, τό διακρίνω στά πρόσωπα ὃλων, ἂν καί  ἀγνώστων. Τό  βλέμμα τους, μοῦ χαρίζει μιά αἲσθηση οἰκειότητας καί ζεστασιᾶς.

  Τό χρῶμα τῶν βράχων, ἡ ἀπόχρωση τῆς βλάστησης, τό μῆκος τῶν σκιῶν, ὁ ἦχος τοῦ ἀνέμου, ὃλα αὐτά δημιούργησαν μέσα μου τήν αἲσθηση ὃτι αὐτό τό μέρος μοιάζει μέ τήν περιοχή πού γεννήθηκε ἡ μάνα μου. Χαίρομαι πού ἒρχομαι στήν Τῆνο, δέν ἒχω πάει στό Ἰσραήλ, καί ἂν μοῦ ποῦν ποιό θέλεις να εἶναι τό τελευταῖο σου ταξίδι, θά ἒλεγα μόνιμα στήν Τῆνο νά εἲμαστε μαζί. Ἡ Ἐσθήρ καί ἡ Βιολαίν ταιριάζουν μέ τήν Ἰωάννα. Καλά ἐμεῖς ἀκόμη καί στούς καυγᾶδες μας ταιριάζουμε. Ἐξ ἂλλου καί γιά σένα δέν εἶναι ἡ Τῆνος πατρίδα σου. Σκέψου πῶς θά ἦταν νά διαμορφώσουμε τό σπίτι τῶν πεθερικῶν σου σέ ἒνα κοινόβιο τῶν  ἒξι. Γνωρίζω ἀπό προσωπικές συζητήσεις ὃτι συμφωνεῖ καί ὁ Λεσλί καί ἡ Βιολαίν.

  Ἐσθἠρ: Κατάγομαι ὡς γνωστόν ἀπό μιά φανατική οἰκογένεια σοῦπερ Ὀρθοδόξων  Ἐβραίων. Ὃμως μπῆκα σέ μιά εὐλογημένη ἐβραϊκή οἰκογένεια καί κοινότητα πού μέ ἀγκάλιασε καί μέ ὐποστήριξε νά  ἀναδείξω τήν καταπιεσμένη προσωπικότητά μου, μοῦ ἒδωσε τό  δικαίωμα νά ζήσω μιά ζωή ὃπου ἀπολαμβάνω τόν ἒρωτα,  νιώθω προστατευτικά ἀνάμεσα σέ γυναῖκες, μέ παρέα τήν Ἰωάννα πιό πολύ, δέν φοβᾶμαι νά μιλήσω σέ κανέναν καί  κυρίως μπορῶ νά ἀνακαλύψω χωρίς περιορισμούς τόν ἑαυτό μου, πολυεπίπεδα.

  Στήν Τῆνο συνάντησα ἀπό τήν πρώτη στιγμή τό  παρελθόν μου, τό ἒδεσα μέ τό  παρόν, καί ἐπουλώνοντας τίς παλιές πληγές, δημιούργησα ἒνα συναρπαστικό μέλλον πού «μυρίζει» ἀνθρώπινη κατάσταση σέ ὃλη τήν μαγική της πολυπλοκότητα. Γιατί περισσότερα σέ ἑνώνουν μέ τόν διπλανό σου παρά σέ χωρίζουν. 

 Ἀπό τήν πρώτη μου ἐπίσκεψη, χρόνια τώρα, αἰσθάνθηκα βαθιά σχέση μέ τόν τόπο, σέ συνδυασμό μέ τήν  ἀγάπη μου γιά  τήν  μυθολογία, πού συνεχίζει νά πυροδοτεῖ τἠν φαντασία μου, καθώς παρατηρῶ ποῦ τέμνονται οἱ μῦθοι μέ τά  τοπία καί τά σύμβολα τῆς γῆς· καί ἡ Τῆνος μέ τήν γύρω περιοχή εἶναι γεμάτη ἀπό παρόμοιες τομές.

Λεσλί: Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὃτι σήμερα μοῦ ἀρέσει ὁ τρόπος πού ζούσαμε ὡς φοιτητές στό Στρασβοῦργο, ἲσως ἐπειδή στήν πραγματικότητα δέν μποροῦμε νά τόν ἀκολουθήσουμε πλέον. Δέν εἲχαμε ἰντερνέτ, οὒτε τηλεόραση στό δωμάτιό μας καί εἲμαστε  εὐτυχισμένοι μέ τά λίγα πράγματα πού διαθέταμε–τίς παλιές κασέτες, τήν μουσική, καί ἰδίως τά βιβλία μας. Τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ὃτι ποτέ δέν θεωροῦμε ὃτι ἒχουμε ἀρκετά, πάντα θέλουμε περισσότερα. Ἰδίως τά παιδιά μας, ἡ  νεότερη γενιά, μεγαλώνει μέσα σέ μιά κουλτούρα πού τῆς λέει συνεχῶς «πρέπει νά θέλεις κι ἂλλο». Ἒτσι, ὃταν βλέπουμε τόν φοιτητή τῆς τότε, νιώθουμε μιά παράξενη νοσταλγία, μιά ἐπιθυμία νά ζήσουμε πάλι τήν ἐποχή, χωρίς νά μποροῦμε.

 Βιολαίν: Συμφωνῶ μέ τόν Ἰωνά, νά ἀποφασίσουμε ζήσουμε στήν Τῆνο καί μέ τά ἀπολύτως ἀπαραίτητα, μέ μόνα ὑπάρχοντα νά χωροῦν σέ μία βαλίτσα. Αὐτό κι ἂν εἶναι  μινιμαλισμός. Ἀλλά ὑπάρχουν πράγματα πού πλέον εἶναι προέκτασή μας. Δέν μποροῦμε νά ὑπάρξουμε χωρίς αὐτά… κινητό, ἰντερνέτ, αὐτοκίνητο… Τό νά ἒχεις πάντως λίγα εἶναι εὐλογία.  Μήν ξεχνᾶμε ὃτι μέ τήν ἐπιστήμη δημιουργήθηκαν ὁ Παρθενῶνας, οἱ πυραμίδες, καί τά ὃπλα μαζικῆς καταστροφῆς. Ἡ τεχνολογία μπορεῖ νά μᾶς θρέψει ἢ νά μᾶς κλείσει τήν πόρτα.

 

   Ο Βίκτωρ Οὐγκό ἒγραψε: «Κανείς μας δέν ἒχει τήν τιμή νά ζήσει μιά ζωή πού νά εἶναι μόνο δική του». Ἀφοῦ ὃμως ὃλα τά πράγματα βιώνονται ἀναπόδραστα σέ ἀτομικό ἐπίπεδο, μποροῦν νά διαβαστοῦν μέ τόν ἲδιο τρόπο ἐφόσον τό «Ἐγώ» ἑνός κειμένου  γίνει, ὑπό μία ἒννοια, πρόδηλο, καί τό «Ἐγώ» τοῦ ἀναγνώστη ἢ τῆς ἀναγνώστριας καταφέρει νά τό κυριέψει. Αὐτά, ὃταν αὐτό τό Ἐγώ γίνει ἐν ὀλίγοις ὑπερπροσωπικό.

 

 

 

 

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Βίος τῆς Ὁσίας ἡμῶν Διακόνισσας τῆς Τηνίας

 

                                                                                                Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου

  Ἀρχικά ὀ ἐρχομός μου καταχείμωνο στήν Τῆνο μέ ἒθλιψε. Στήν συνέχεια τόσο ἡ Ἂνοιξη ὃσο καί οἱ γεμᾶτες χάρες Κόλποι καί Ἀγκάλες της, ὂχι μόνο μέ βοήθησαν νά  ἀλλάξω ἂποψη, ἀλλά αἰσθάνθηκα πολύ σύντομα ὃτι ἦρθα σέ ἓναν εὐλογημένο μέ ὃλα τά καλά τοῦ Θεοῦ τόπο. Τό ψαροντούφεκο, ἡ τότε ἀδυναμία μου βρῆκε στήν Τῆνο  τήν ἰδανική ἂσκησή του.

  Παρά τό γεγονός ὃτι ἀπ’ ὂπου πέρασα ἒκανα γερές φιλίες, δέν αἰσθάνθηκα μέχρι τώρα τήν φιλική σχέση, τήν φιλική σέ ἒνταση σχέση ἐννοῶ, τοπικά. Ὃμως χαίρομαι γιατί ἒκανα γνωριμίες μέ προχωρημένες σκέψεις καί ἀγαθούς ὡραίους ἀνθρώπους. 

  Ὁ π. Θεοδώρητος, ὁ διευθυντής τῆς Σχολῆς ἐκτίμησε δεόντως τίς θαλασσινές ἐπιτυχίες μου, ἰδιαιτέρως τά χταπόδια, τίς σμέρνες καί τά μουγγριά, προσφέροντας ὡς ἀντίδωρο φοῦσκες, ἀλιευτική ἐπιτυχία τῶν φίλων του Καλυμνιῶν  ἀθλητῶν τοῦ βυθοῦ, καί ἐγώ μέ τήν σειρά μου ἐκτίμησα τήν προχωρημένη του σκέψη σέ θέματα θεολογικοῦ, πολιτικοῦ, ἐκπαιδευτικοῦ καί κοινωνικοῦ περιεχομένου. Σέ κάποια συμπόσια μάλιστα εἶχα τήν τύχη νά γνωρίσω τόν παπά Χαράλαμπο, ψυχή καλοσυνάτη, ντόμπρος παπάς, «πατοῦσε» τέλεια στά τραγούδια, ἀπό τά ὁποῖα ξεχώρισα τό «πέντε Ἓλληνες στόν Ἂδη».

 Τήν ἲδια  περίοδο γνώρισα καί ἒκανα παρέα καλή μέ τόν Νάτσιο Δασύρα πατέρα  τοῦ Δημήτρη τοῦ ἠλεκτρολόγου αὐτοκινήτων, τό πιό ἒξυπνο διακριτικό πειρακτήρι πού ἒχω γνωρίσει, ὁ ὁποῖος ὃμως ἒφυγε νωρίς,  καί τόν Λορέντζο (Λόρη) Βιδάλη πού δικαίως καμάρωνε ἀφηγούμενος τήν ἱστορία, πῶς κατόρθωσε σέ μια νύχτα νά ἀνοίξει τόν δρόμο μπροστά ἀπό τό ξενοδοχεῖο στά Κιόνια. 

 Στήν χορεία τῶν φίλων, τούς ὁποίους  φέρνω στήν σκέψη μου νοσταλγικά εἶναι καί ὁ ἀγαθός Καμαριανός Γιώργης Σαλισβουρῆς, ὁ φιλόσοφος Χρῆστος Ἀργυρόπουλος, πατέρας τοῦ Ἀντρέα καί τοῦ Στέλιου, καί ὁ ποιητής Γιώργης Διλμπόης. Νά εἶναι καλά ἐκεῖ πού εἶναι ὃλοι τους. Ἀκόμη καί τώρα αἰσθάνομαι νά μέ περιβάλλει ἡ  αὒρα ὃλων τους. 

 Ὃμως ὁ  ἂνθρωπος πού ἀγάπησα ἦταν ἡ κυρά-Διακόνισσα, ὃπως τήν ἀποκαλοῦσαν. Προσωπικά τήν προσφωνοῦσα σκέτα Διακόνισσα.  Κεράκι στήν ζῶσα μνήμη της λοιπόν, στήν προσφορά της τοπικά, γράφτηκε αὐτή ἡ ἐπιφυλλίδα. Ἡ ζωή  της, τό ρωμαλέο πέρασμά της ἀπό τήν ἐπίγεια ζωή ἒχει μπολιάσει τήν σύγχρονη τοπική θεολογία, μέ τήν λαχτάρα γιά τήν Οὐράνια Βασιλεία, καί τήν τοπική κοινωνία μέ πείνα καί δίψα γιά δικαιοσύνη καί ἀγάπη.   

  Ἀπροσποίητος, συνεπής, στάση καλόγερου πού χτίζει  κοινωνία, ὁ βίος της. Ἒφτιαχνε καί διακονοῦσε τόν χῶρο ὃπου πράγματι ἀντάμωναν ἂνθρωποι πού ἀγαποῦσαν τήν ἀνθρωπιά μέ ἀπίστευτη ποικιλία προσανατολισμῶν, ἰδεῶν, πίστης, τρόπου ζωῆς. Ἡ ἐπικοινωνία μας, γνωριμία τοῦ φίλου ἐπισκόπου Νικολάου Πρωτοπαπά, ἦταν  εὐλογία Θεοῦ. Τύχη ἀγαθή μετά ἀπό χρόνια τήν γνώρισε ἀπό κοντά ἡ κόρη μου Ἑλένη ὡς φίλη τῆς ἐγγονῆς της Κατερίνας,  καί ἐγώ ἒκανα τήν γνωριμία μέ τόν Ντίνο, ἡ ὀποία μετεξελίχθηκε σέ φιλία συνοδίτη.

   Τήν Διακόνισσα τήν αἰσθάνομαι δικό μου ἂνθρωπο, πολύ κοντινό,  πνευματικό  μου, φίλη μου, ὁδηγητή μου. Ἡ Ἁγία ἀσκήτρια, ἀσκήτευσε  σέ τόπους ἀφιλόξενους, καί ἀπάτητους, Σύρο καί Τῆνο, γράφοντας μέ τό αἷμα τῆς ψυχῆς της και τό πνεῦμα της τό πρόσωπο τοῦ διαχρονικοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπήθηκε πολύ, καί γιά κανέναν πού τήν γνώρισε δέν πέρασε στό ἀδιάφορο.

  Ποῦ  βρίσκεται ἡ πρώτη ὓλη; Ἀσκήθηκε στήν ὑπακοή, τήν ὑπομονή, τήν  ταπείνωση τήν ἀπάθεια, τήν ἀσκητική σοφία. Ἡ ζωή της, ὁ βίος της  ἐμψυχώνει τήν πνευματική μας παράδοση·  «ἂξιον καί δίκαιον»  νά τήν γευθοῦμε καί νά τήν γνωρίσουμε, καί  οὐσιῶδες.

  Κατέβηκε καί διέσχισε τίς μεγάλες πνευματικές ἐπιχωματώσεις ὃπως τήν ἐννοεῖ ἡ ζῶσα πάντοτε Ἀνατολική παράδοση. Κατενόησε τόν πνευματικό ἂξονα ἀναφορᾶς τοῦ αἰσθήματος τῶν ἀσκητῶν τοῦ τετάρτου αἰῶνα, καί ἦταν σέ θέση νά τούς καταλάβει σμιλεύοντας τό δικό της αἲσθημα στό πνεῦμα τοῦ ἀρχαίου πρότυπου καί ἒτσι ἒγινε μακρινή κοινωνός ἐμβίωσης τῶν μεγάλων προσκόπων (αὐτοί πού κοιτάζουν μπροστά, ἀνιχνευτές, προπομποί)  γερόντων.  Τό μήνυμα τῆς ἐρήμου, καθοριστικῆς  σημασίας γιά τήν Διακόνισσα, τό ἒφερε στό δικό της παρόν, καί διαβάζεται πάνω κατά πάνω στήν ζωή της.

 Ἡ ἀσκητική βιωτή  τῆς Διακόνισσας ἂρχισε μέ τήν ξενιτεία, ἀδιαφορία δηλαδή καί μοναξιά ὡς πρός τίς κοσμικές  ἀξἰες μέ ἂμεση προέκταση τήν ἀμεριμνησία καί ἀφροντισιά γιά ὃ,τι ἒχει νά κάνει μέ αὐτές. Δέν τήν πλήγωνε ὁ κόσμος΄ τήν πλήγωνε ἡ αἰτιότητα. Προφανῶς εἶχε ἀνάγκη κοινωνίας πιό ἐκλεπτυσμένης καί πιό  οὐσιαστικῆς μέ ἀλήθειες ἀνόθευτες πού δέν  κυκλοφοροῦν στήν ἀγορά, ὁπότε ἀντί νά ἐπιμείνει στό ἐφθαρμένο, ἀποφασίζει νά ἀναζητήσει τό Ἒσχατον.

  Ζωή  ἀπολύτως ἀμέριμνη εἶναι  ἀδύνατη. Πρέπει νά σκεφθεῖ κανείς τήν στέγη, τήν διατροφή, τήν ἒνδυση, τήν ἐργασία, εἲτε κατοικεῖ στό κέντρο μιᾶς μεγαλούπολης εἲτε στήν ἒρημο καί στίς ὀπές τῆς γῆς. Τό ὁποῖον σημαίνει ὃτι, τούτου δοθέντος, ἐνδιαφέρει πρωταρχικά μία κυρία μέριμνα  ἱεραρχοῦσα πνευματικῶς καί πρακτικῶς τίς ὑπόλοιπες, μέχρι σημείου ἐξουδετέρωσης τῶν διασπαστικῶν συνεπειῶν τους.

  Ἡ ἂσκηση δέν συνιστᾶ πρᾶξη μαζοχιστικῆς στέρησης, ἀλλά καρπό βαθειᾶς κατανόησης ὃτι μόνο στήν θυσία κτίζεται ἡ αὐθεντική ζωή. Ἡ Διακόνισσα αἰσθάθηκε μέ τό φευγιό τοῦ Διάκου, -ὁ μεγάλος της ἒρωτας-, νά φεύγει τό ἒδαφος κάτω από τά πόδια της, τό αὒριο νά τήν ἐκμηδενίζει. Ὃμως οὒτε δουλώθηκε, οὒτε δραπέτευσε άπό τήν ζωή. Ποιός ἀμφιβάλλει ὃτι τό γεγονός αὐτό δέν παραλύει κυριολεκτικά τόν ἀνθρώπινο νοῦ πού στήν θύελλα τῆς ἀπελπισίας χάνει κάθε ἒρεισμα. Ὃλα τά πολεμᾶ ὁ λόγος πλήν τῆς ἀγωνίας. Κανένα κοσμικό ὑποκατάστατο δέν τῆς ἀντιστέκεται.

   Ἡ Διακόνισσα ἐπεζήτησε καί πέτυχε ἐκείνη τήν  πνευματική ἀλλοίωση πού τρέπει τόν χρόνο ἀπό συντελεστή φθορᾶς σέ παράγοντα διάρκειας. Ἡ ἀναχώρηση τοῦ Διάκου της ὡς θάνατος, ἒγινε ἀναστάσιμο γεγονός ἐφ’ ὃσον μέ τόν Χριστό ἦρθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου-τό καινό καί ἀναγεννητικό νόημα τῆς ζωῆς.

   Ἐπιλέγει ἀντί τῆς ἐγωτικῆς πληρότητας τήν κένωση κι ἐπιτυγχάνει ἒτσι τήν μεταμορφωτική ἀνατροπή τῆς φυσικῆς φθορᾶς σέ χάρισμα. Κατά βάθος ἐφαρμόζει μιάν  ἀρχή: Ἐάν σκοπός τῆς ζωῆς εἶναι  ἡ άλήθεια, ἡ πορεία πρός τόν σκοπό αὐτόν γίνεται θυσιαστικά. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς φέρουμε διά τῆς προσφορᾶς τόν θάνατο στήν ζωή μας, τελείωσε ὁ θάνατος, ἒχασε πλέον τό νόημα τῆς ἀπόλυτης φθορᾶς. Μᾶς καταπίνει ὁ  θάνατος ὃταν δέν τόν βιώσουμε·  ὃταν τόν  βιώσουμε ἀνοίγει ὁ δρόμος γιά τήν  ἀνάσταση. 

   Λόγοι, σκέψεις, μέριμνες πλέον εἶναι τά παιδιά της τά ὁποῖα στό ἐξῆς ἒχουν τήν διακονία τῆς Διακόνισσας. Παιδεία της οἱ ἀκολουθίες καί κοινωνική ζωή
ἓνας τιποτένιος χῶρος ἡ κουζίνα, ἀπ’ ὃπου ἀνέβλυζε ἡ  ἀγάπη καί  ἡ ἀντοχή. Μπορεῖ νά μήν εἶχε διπλώματα οὒτε σπουδές ἀλλά διέθετε τό ἀπόλυτο πνεῦμα κάθε ζωῆς πληρωμένης μέ αἷμα, τό ἃγιο πάθος τοῦ μεγαλώματος τῶν παιδιῶν της, χωρητική σάν Παναγία τῶν οὐρανῶν.   

  Ἀπό ποῦ ἒπαιρνε κουράγιο στίς ὑπερβολικά δυσανάλογες γιά ἂνθρωπο δυσκολίες; Ποιός τήν ὃπλισε μέ δύναμη καί ὑπομονή, ἒτοιμη νά ἀγωνιστεῖ καί νά τά βγάλει πέρα; Ἡ ὑπομονή τῆς Διακόνισσας ἦταν τό πνευματικό της χάρισμα. Ἡ θλίψη καί ἡ κακοτυχία της δέν τήν γονάτισαν. Δέν ἐξαγριώθηκε ἀπό τόν περιορισμένο χῶρο, τό Ἐγώ της δέν θέλησε νά διασπάσει τόν φραγμό τῆς ὃποιας κλεισούρας. Τό σπιτάκι της ἒγινε τόπος ὑπομονῆς καί μαζί μέ τήν τάξη του τῆς παραχωροῦσε καί τό πρόσωπο. Ἡ ὑπομονή ὡς καρτερία συνιστᾶ μακαρία  κατάσταση καί σύμφωνα μέ τούς λόγους της ἐνσαρκώνει τόν κατ’ ἐξοχήν καθαιρέτη τῶν πάσης φύσεως ἐπιθυμιῶν. Γιά τούς ἀσκητές ἡ ὑπομονή  εἶναι ἐνεργός  ἀπραξία, μιά θεληματική «παθητικότητα» κατ’ ἀρχάς ἀποτρεπτικοῦ καί στήν συνέχεια ἀνατρεπτικοῦ χαρακτῆρα. Ἡ ὑπομονή τῆς Διακόνισσας   εἶχε διάρκεια, εἶχε  τήν ἀντοχή τῆς διάρκειας. Ἂντεχε αὐτό πού δίνει στόν χρόνο διάρκεια: τήν θλίψη, τήν ἀναμονή, τήν ἀγωνία· στήν ἀντοχή αὐτή πλάστηκε ἡ ψυχή της. Τί διαφορετικό σημαίνει ἐκεῖνο τό εὐαγγελικό: ''ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν'' (Λουκ. 21:19).

   Γιά τήν Διακόνισσα ἡ ὑπομονή δέν εἶχε τόν χαρακτῆρα τῆς ἀγαθῆς ἀναβλητικότητας, ἀλλά τῆς ἀντίπραξης. Στά μεγάλα καί τά μικρά ἐμπόδια τῆς ζωῆς της ἀντιδροῦσε αὐτόματα, καί χωρίς καθυστέρηση τά ξεπερνοῦσε. Γι’ αὐτό ποτέ δέν τήν γνώρισε κανένας βαρύθυμη. σέ  καταθλιπτική χρονική στένωση, σέ κατάσταση ἂγχους, διχασμοῦ. Ἡ ψυχή της παρέσερνε τό σύνολο τοῦ σώματός της στόν κόσμο τῆς καρδιᾶς της. Πάντα ἦταν σέ ἠρεμική  πνευματική κατάσταση. Ἡ πίεση τῶν πραγμάτων  δέν παρέλυε  τά ἒσω της, ἐνῶ ἡ ἰώβεια ὑπομονή της τήν στήριζε καί  τήν ἒκανε αὐθεντική.

  Ἡ Διακόνισσα μποροῦσε νά βαστάξει τά πάντα, διότι δέν ἒβαζε τόν ἐαυτό της ψηλά. Τούτη της ἡ ὑπομονή δείχνει ταπεινοφροσύνη καί ψυχική ἁπλότητα, κάτι πού εἶναι διαφορετικό ἀπό τήν ταπεινοφροσύνη τῆς ἀδυναμίας, ἡ  ὁποία  ταιριάζει μέ τήν κρυψίνοια. (Αἲφνης κάποια γυναικεία ὑπομονετικότητα ὀφείλεται συνήθως σέ ἐσωτερικευμένη ἀδυναμία καί γι’  αὐτό κάποτε συνδυάζεται μέ πονηρία). Ἡ ὑπομονή της διέθετε ἁπλότητα γι’ αὐτό ἀκολουθεῖτο ἀπό μακροθυμία, καί γιά ἐμᾶς τούς ἂλλους σωτήριος. Ἦταν κοινωνητική καί ἀλληλέγγυος πρός ὃλους, ἀκόμη καί πρός ὃσους τήν εἶχαν ἀδικήσει.

  Μιά ἀπό τίς σπάνιες προσωπικές ἐρωτήσεις πού τῆς ἒκανα θυμᾶμαι ἦταν: πῶς συμβαίνει καί δέν χάνεις ποτέ τήν ὑπομονή σου; Μοῦ ἀπάντησε ὡς άσκήτρια πολύ Γεροντικά: «Ἐκεῖ ὃπου βάζει ὁ διάολος τήν οὐρά του βάζει ὁ Θεός τό χέρι του. Ἒχω ἐξοικειωθεῖ μέ τόν θάνατο. Κάθε μέρα πού ἒρχεται τόν περιμένω νά ἒρθει. Ὁταν τά παιδιά  μου ἦταν μικρά παρακαλοῦσα τόν Θεό νά πάρω μιά ἀναβολή γιατί τά παιδιά ὀρφανεύουν άπό τήν μάνα, τώρα δέν ἒχω πρόβλημα». Ὡς καρπός ἀναμέτρησης μέ τόν θάνατο ἡ ὑπομονή γιά  τήν Διακόνισσα ἦταν αὐθεντικό ἒργο. Ὡς δημιουργός ἒφθασε στό μή περαιτέρω. Ἡ ἀσκητική μνήμη καί μελέτη θανάτου, ὡς μή περαιτέρω, γεννᾶ τήν ὑπομονή καί τήν στερεώνει. Ἒτσι ἁπλᾶ προχωροῦσε στήν ζωή τῆς ταπεινώσεως, ὡς τελευταία  πηγή τῆς ὑπομονῆς.

 Τί πέτυχε ἡ Μάρτυσσα μέ τήν ταπείνωση καί τήν ὑπομονή; Πέτυχε κάτι πολύ ὑψηλό, κάτι πού κατατάσσεται  στήν χορεία τῶν μεγάλων ἒργων: Ἀντί νά δημιουργεῖ πολιτισμό γραπτῶν  μνημείων καί εὐγενῶν ἒργων καί τεχνῶν, ἒπλαθε τόν ἳδιο τόν ἑαυτό της, τόν ἒκανε τύπο  Χριστοῦ καί τόν παρέδωσε κληρονομιά ὡς κτῆμα  ἐς ἀεί γιά νά ζήσουμε ὃλοι.

  Μετροῦσε τήν ἀρετή ὂχι μέ τήν διάρκεια τῆς σκληραγωγίας ἀλλά μέ τόν ζῆλο τῆς μοναχῆς ἀσκήτριας καί πίστευε πώς ἡ ψυχή δυναμώνει ὃσο οἱ χωματικές  ἀπολαύσεις ἐξασθενοῦν. Οὐδέποτε μνημόνευε τό παρελθόν· τά πάντα  γι’ αὐτήν  ἂρχιζαν κάθε μέρα, καί ὃταν λέω τά πάντα ἐννοῶ τήν πνευματική της προκοπή, γιατί αὐτή τήν ἀπορροφοῦσε. Ἐπεδίωκε συνεχῶς νά εἶναι ὂπως θέλει  ὁ Θεός, καθαρή στήν καρδιά καί στίς ἐντολές Του ὑπάκουη. Στερέωσε τήν ἂσκηση στόν ἑαυτό της καί προχωροῦσε.  

  Ἡ Διακόνισσα δέν προσχώρησε στήν πατερική περιοχή στά τυφλά.  Φυσικά καί ἀδιαφοροῦσε γιά τήν ἐπίδραση πού θά ἀσκοῦσε στήν κοινωνία ἢ τήν τοπική  ἱστορία. Γνώριζε πολύ καλά ὃτι σκοπός τῆς ζωῆς δέν εἶναι ἡ ἱστορία καί  ἡ κοινωνία, ἀλλά ὀ ἂνθρωπος, ὁπότε τήν  ἀπασχολοῦσε κατ’ ἐξοχήν τό ὑπαρκτικό της ἂνθισμα, τά ἒργα ἐκεῖνα στά  ὁποῖα ψυχικά ἀνοιγόταν. 

  Δέν ἐπέβαλε στόν ἂλλο τίποτα ἀπό τήν ἀλήθεια  τοῦ δόγματός της· ζοῦσε στούς κόλπους του πνευματικά. Ἡ τήρηση αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἒκανε τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία  μεγέθη οἰκουμενικά. Ἒργα τέτοια προκοπῆς στήν νηπτική μας παράδοση εἶναι  ἡ ὑπακοή, ἡ νηστεία, ἡ προσευχή,  ἡ μετάνοια, ἠ ἐξουθενωτική ταπείνωση, ὂλα ἐκεῖνα τά σχήματα αὐθεντικῆς ζωῆς πού ἡ Διακόνισσα καλλιέργησε μέ ἱδρῶτα και  αἷμα.

  Στό σκαλισμένο σάν τό Ξώμπουργο, ἀπό τήν ἀγωνία τῆς ἀλήθειας καί τῆς καθαρότητας  πρόσωπό της, σ’ αὐτή τήν ὂψη πού σχημάτιζε ἐσχατολογικά τόν καιρό, τόν χρόνο, καί πού ἂφηνε νά περάσει μέσα ἀπό τά ραγίσματα ἓνα ἂδυτο φῶς, βλέπουμε νά συμβαίνει ἀδιάκοπα  ἡ Ἀνάσταση  ὡς ἀπόκτηση τοῦ ἑνός ἀληθινοῦ  ἑαυτοῦ καί ἐγκατάλειψη τοῦ πλήθους τῶν ρόλων. Ὁ βίος τῆς Μάρτυσσας Διακόνισσας μᾶς ψιθυρίζει καθαρά ὃτι στήν ἒπαρσή του τό ἂτομο γίνεται πολυδύναμο· στήν ἐξουθένωσή του ἐκπέμπει προσωπικό φῶς πού προηγεῖται κάθε σκοπιμότητας. Στήν πρώτη περίπτωση ἡ προσωπική ἐπιβεβαίωση ἒρχεται ἀπό κάτω· στήν δεύτερη ἒρχεται ὡς χάρισμα ἂνωθεν.

«Δι’ εὐχῶν τῆς Ἁγίας ἡμῶν Μάρτυσσας Διακόνισσας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.