Της Ελισάβετ .Δ. Δημοπούλου.
Δαφνοστεφής, στον αιώνα, η σεπτή κεφαλή του Ποιητή.
Η "πτερόεσσα Φάμα" έπραξε το χρέος της...
'Ομως ..."καθόλου χώρος για γονυκλισία". Γ. ΡΙΤΣΟΣ.
Και..."Απαγορεύεται η ρίψις δακρύων". Κ.ΔΗΜΟΥΛΑ.
Στις 27 Φλεβάρη κλείνουν 82 χρόνια από τότε που "έφυγε", για τη χώρα των Μακάρων, μια φλογερή ψυχή, μια ρωμαλέα φωνή, ένας...μικρόσωμος γίγαντας, που συνέλαβε ενοραματικά την προοπτική για μια νέα εποχή, ιεροφάντης και φωτοδότης μαζί.
Και κείνο το "φευγιό" του συντάραξε, μέσα στη συγνεφιασμένη μέρα, ολάκερη την Ελλάδα, μιας και τ ''ολόγυρα" το τύλιγε, σα ρούχο λερό και μολυσμένο, η καταχνιά της γερμανικής κατοχής.
Μέσα στη φλεβαριάτικη παγωνιά ξαφνιάστηκε η σκλαβωμένη πόλη με τούτο το "άγγελμα", γιατί δεν είχε κανείς στο νου του, πως τούτο το λιπόσαρκο κορμί ήταν θνητό.
...ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ τον έλεγαν το μεγάλο "αναχωρητή".
Το χέρι που γράφει τούτες τις αράδες, τρέμοντας από συγκίνηση, σεβασμό και δέος, εκπληρώνει ένα βαρύ, από πολλά χρόνια, τάμα.
Από τα τρυφερά ακόμα παιδικά μου χρόνια, τότε που οι τρεις ανελέητες κόρες της Νύχτας, οι Μοίρες, σημάδεψαν το μονοπάτι της ζωής μου με την ορφάνια του πατέρα, μόνη μου παρηγοριά ήταν τα βιβλία της πατρικής βιβλιοθήκης, οι λέξεις, όποιες κι αν ήταν αυτές, που δεν τις πολυκαταλάβαινα καλά καλά, αρκεί μονάχα να οδηγούσαν την ψυχή μου σε ονείρατα θαυμαστά και ταξίδια μακρινά, αποκομμένα απ' τη θλίψη και τη σκοτεινιά του πένθους που πλανιόταν γύρω μου.
Ο μεγάλος μου αναπαμός, που μ' ακολούθησε και σημάδεψε ολάκερη τη μετέπειτα ζωή μου, μέχρι και σήμερα, λίγο πριν απ' το...λιόγερμα, ήταν η γνωριμιά μου με το έργο του Κωστή Παλαμά, που έγινε ο διδάχος μου και ο άσβεστος λύχνος ,ο ακάματος φωτοδότης της...όποιας ταπεινής οξιοσύνης μου χάρισε ο Πανάγαθος...
...Προσκυνώ ευλαβικά το Μεγάλο Ποιητή...
Κι ειν' αφορμή γι' αυτό ένα αναπάντεχο αντάμωμα της ζωής κι η προτροπή κι η ενθάρρυνση ενός ευλογημένου ανθρώπου.
Αν είναι η πράξη η "η αρχή", ο λόγος είναι το φως της που την καταδείχνει, τη θερμαίνει, τη γονιμοποιεί.
Κι αν δεν υπήρχε ο λόγος, αγρίμι μέσα στ' αγρίμια θ' απόμενε ο άνθρωπος κατατρεγμένος, περίφοβος και ζαρωμένος στα βάθη μιας σκοτεινής σπηλιάς.
Ο λόγος, το παραμύθι τον έστησε ορθό και τον τράβηξε στο φως. Κι ο πλάστης του λόγου και του μύθου είναι και ήρωας και ιερέας αντάμα.
Ο Παλαμάς, ο μέγας ιερέας του λόγου, γεννήθηκε στα 1859 στην Πάτρα, από Μεσολογγίτες γονείς κι η οικογένειά του συνταίριαζε στους κόλπους της λόγιους και αγίους προγόνους.
Ορφάνεψε στα 6 του χρόνια από κάποια αναπάντεχη τραγική μοίρα κι αυτός, αλλά και από τους δύο γονιούς.
Συγγενείς Μεσολογγίτες αναλαμβάνουν τρία ορφανά μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα καταθλιπτική, που σημάδεψε τον ευαίσθητο ψυχισμό του μικρού Κωστή.
Το πρώτο του ποίημα το έγραψε σε ηλικία 9 ετών και το χαρακτήρισε "ποίημα για γέλια".
" Σ' αγαπώ εφώνησα/ κι εσύ μ' αστράπτον βλέμμα/ Μη - μ' απεκρίθης - μη θνητέ/ τολμήσεις να μιάνης/ δια της παρουσίας σου/ τας ώρας τας ωραίας/ που έζησα στον κόσμον..."
Κι αργότερα, θυμούμενος την τραγική ώρα του αποχωρισμού από τη μάνα του έγραψε την "'Υστερνή ματιά " 'Οταν η δόλια η μάνα μου/ τον κόσμο παρατούσε/ με πήγαν κι εγονάτισα/ μικρό πουλί μπροστά της, την τελευταία της πνοή/ ο Χάρος ερροφούσε"....
Και κάπως έτσι, ο μικρός Κωστής θα ζήσει στην Ιερή πόλη του Μεσολογγίου από το 1867 ως το 1875.
Θα ζήσει σ' εναν τόπο αλλόκοτο, ένα συναπάντημα με παράξενες κι απότομες παραλλαγές, που κυματίζουν ανάμεσα στο γελαστό ειδύλλιο και στ' αυστηρό δράμα. 'Εναν τόπο με τη ρηχοθάλασσα, τα ιβάρια, τις αλκυόνες να σπαθίζουν τα νερά, τους γλάρους, τους μισογκρεμισμένους προμαχώνες με τα σκουριασμένα κανόνια.
Η αθάνατη δόξα της Ιερής πολιτείας λέει με σιγουριά τη μυστική της λέξη στην ψυχή του μικρού Κωστή.
Οι ιστορικές θύμησες, τα πνεύματα των ηρώων, αθάνατα και αυτά, παραστέκουν τη ζωή της πολιτείας, παραστέκουν και στο δειλό της φανέρωμα τη ζωή του παιδιού. Κάθε 9 τ' Απρίλη ο μικρός Κωστής, έχοντας στα τρυφερά του αυτιά ψαλμούς, ντουφεκιές και καμπάνες περνούσε με δέος απ' τα μνήματα των ηρώων, Και σε κάποια τέτοια περίσταση, ένα παιδί αμούστακο, κοντό, σκεβρωμένο, χλωμό κρατά ένα φυλλαδάκι στα τρεμάμενα χέρια του. Τρεμάμενη κι η φωνή του όταν μιλά, γιατί ξέρει πως απ 'τους τάφους οι ήρωες αφουγκράζονται τη δύναμη της ψυχής του.
Σε κείνο το χαρτί τραγουδά τα κλέη της Ιερής πολιτείας. Είναι το πρώτο του έργο... κι ήταν μονάχα 19 χρονών.
Άραγε, η πρόωρη ορφάνια του ξύπνησε τούτη την αυτενέργεια;
Η πλανεύτρα φήμη του δίνει τα πρώτα μεθυστικά χάδια, που θα μάθει πόσο ακριβά πληρώνονται μερικά χρόνια αργότερα.
Στο φυσικό αυτό περιβάλλον η Φυλή , το Έθνος, οι ιστορικές περιστάσεις του δίνουν το πρώτο του υλικό, το πρώτο του αχνό σκίτσο, που η αμόλευτη ψυχή τα δέχεται σαν εικόνες ανεξάλειπτες, φέρνοντας στο νού του ηρωικές μορφές που δεν είναι μήτε βιολογικά προϊόντα, μήτε φυλετικά, μήτε εθνικά, μήτε κοινωνικά.
Είναι μοναδικότητες, είναι ιδιοτυπίες....
Μ' αυτό το υλικό, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, θα φύγει για την Αθήνα, στα 1875, για τη μεγάλη περιπέτεια του πνεύματος και της βιωτής.
Γράφεται στη Νομική. Αλλά η ηρωική του φύση, που αστράφτει μεσ' στα σπλάχνα του, γρήγορα πετάει το στέφανο της Νομικής, για να φορέσει το άλλο...κείνο το ακάνθινο του πνευματικού λειτουργού.
Όμως, η μέριμνα για το βιωτικό αγώνα χτυπά και εδώ τη θύρα της Ανάγκης.
...Τα γράμματα σήμερα είναι... μάλλον μια καλή σταδιοδρομία, μα τότε... ήταν άλλοι καιροί...
Κι η απόφαση του Παλαμά να εγκαταλείψει τη Νομική ήταν μια τραγική βιωτική καταδίκη.
Λόγιος τότε είχε να πει ένας συφοριασμένος κουρελής.
Η καθημερινή πάλη στα "μαρμαρένια αλώνια" ,η εφημερίδα, ήταν το αποκούμπι των λογίων.
Άρθρα γραμμένα πολλές φορές με το αίμα της καρδιάς τους, συχνά πυκνά πληρώνονταν μ' έναν καφέ κι ένα κουλούρι."
Κι ο ποιητής, για νάχει το κομμάτι το ψωμί, άρχισε να δημοσιεύει (από το 1875) σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα. Το 1976 υπέβαλε στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή "Ερώτων 'Επη", σε καθαρεύουσα, με σαφείς επιρροές της Α' Αθηναϊκής Σχολής.
Η συλλογή απορρίφθηκε λόγω..."ψυχρότητας στιχουργικών γυμνασμάτων".
Η ανάγκη του ποιητή για επιβίωση ολοφάνερη και το μπλέξιμο στα δίκρανα της καθαρεύουσας αναπόφευκτο. Όμως, στις φλέβες του κυλούσε διαφεντευτής κι οδηγητής ο δημοτικός λόγος, βρεγμένος ιδρώτα και δάκρυ.
Κι η σκληρή βιοπάλη της εφημερίδας αρχίζει. Μελέτες, άρθρα, μεταφράσεις, κριτικές σε μια τραχιά περίοδο της ζωής του, που όμως του αφήνει ολόφωτη τη χαραμάδα της ελπίδας για νέες ποιητικές δημιουργίες.
Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν στα 1878 με το ποίημα "Μεσολόγγι".
..."Στενάζεις καρδιά μου το ίδιο αναστέναγμα...
Να ζούσα και πάλι
Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήρεμη
Στη θάλασσα εκεί την πλατιά και μεγάλη..."
Η πνευματική ζωή της Αθήνας, της Ελλάδας, εκείνη την εποχή δεν είχε καμία μορφή, καμία έκφραση.
Δασκαλισμός, ψεύτικη αρχαιολατρεία, μαράζι για την ανυπαρξία καταγραφής του ανθρώπινου αγώνα, το 1821 ξεθωριασμένο, ξεχασμένο και μακρινό.
Η εφτανησιώτικη παράδοση είχε χαθεί, την είχε καταπιεί η αμορφωσιά, η φτήνεια του στοχασμού, του αισθήματος και η στείρα και ψυχρή καθαρεύουσα.
Σβήσιμο κάθε κοντινής ελπίδας για πνευματική ζωή.
Και κάπου στα 1886 ο Ποιητής αποτολμά το πρώτο ηρωικό του βήμα με τα "Τραγούδια της πατρίδας μου", γραμμένα στο δημοτικό γάργαρο λόγο και εναρμονισμένα με το κλίμα της Νέας Αθηναικής Σχολής.
" Οι στίχοι στην πατρίδα μου είναι καθάριο μέλι,
απ' της καρδιάς βυζαίνονται τα άνθη μυστικά,
μέσα στο νου φυλάγονται, σα μέσα σε κυψέλη,
κι είναι στολίδια της χαράς, της λύπης γιατρικά."
Τον χτύπησαν αλύπητα οι εκφραστές της καθαρεύουσας, αλλά αναγνώρισαν την "ισχυράν δόσην τόλμης" του.
Ο ποιητής, απ' το πρώτο του κιόλας φανέρωμα, είχε σκοπό να τσακίσει το δασκαλισμό και να βοηθήσει το έθνος να βγει απ´ τον ίσκιο των αγαλμάτων, ν' αγωνιστεί για μια πραγματική αναγέννηση.
"τη γλώσσα τη μεγάλη θα βρει μεσ' την καρδιά/ αμάραντα τα ρόδα ψηλά στον Παρνασσό...
βαστάξαμε κι αγκάθια εμείς και καταφρόνια, για νάχετε σεις τ' άνθη και τις μοσχοβολιές..."
Το 1887 "έδεσε" τη ζωή του με την συντοπίτισσά του Μαρία Βάλβη που του χάρισε τρία παιδιά.
Σ' αυτήν την καρτερική και στοργική συνοδοιπόρο της ζωής και του αγώνα του είναι αφιερωμένος ο "Ύμνος εις την Αθηνά", για τον οποίο βραβεύτηκε στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό (1889).
" θα τραγουδήσω τη Θεά του κόσμου τη μεγάλη,
την παρθενιά, την προκοπή, τη γνώση, τη σοφία..."
τέτοιο τραγούδι αιώνια ταιριάζει να γρικιέται ...
Έχεις τρισεύγενη θωριά κι είσαι θεά παρθένα
Κι η όψη σου είναι φοβερή στην αδικία μονάχα...
για σένα τα ωραιότερα απ' όλα τα στεφάνια...
τίμια στεφάνια απ' τα κλαριά της δάφνης και της λεύκης...
Εδώ τα πάντα ευγενικά, θεϊκά πλασμένα πάντα...
χέρια παρθένας άδολης, χέρια πιστής γυναίκας...
γιατί οι θεοί αθάνατοι και χάρο δεν φοβούνται,
ξεχάνονται, δεν χάνονται, την πλάση πάντα ορίζουν,..
Σαν τι τραγούδι να βρεθεί που να ταιριάζει εσένα...
Δόξα σοι, δόξα σοι θεά, παρθένα και ΜΗΤΕΡΑ.
Υμνεί την Αθήνα, τη γεννήτρα των ηρώων, του Στοχασμού και της Τέχνης, αναφέρεται στη Γιγαντομαχία και τον όρκο των Εφήβων, το Μεσολόγγι αρχίζει να παραμερίζεται κάπως κι η πέννα του ακουμπάει στη Θεία γη της Αττικής.
Το έργο τούτο αφιερώνει τρυφερά στην αγαπημένη συντρόφισσα:
"Σου φέρνω το τραγούδι το πρώτο που σιμά σου τραγούδησ' από κάτου απ' του σπιτιού τη σκέπη.
Πρέπει να το στολίσω, κοντά σ' εκείνο, πρέπει να βάλω τ' όνομά σου..."
Βαρύ φορτίο πάνω του το χτίσιμο του ζωντανού Ελληνικού Λόγου.
Δέχεται κατάστηθα τα κύματα της αντίδρασης, παρά τη βράβευσή του. Είναι η πρώτη δάφνη του δημοτικού λόγου μετά τον πνευματικό λήθαργο της Α' Αθηναϊκής σχολής και τη λήθη της τέχνης των Ιονίων.
Ο ερχομός του Ψυχάρη, ένα χρόνο πριν με το "Ταξίδι" του, θα προσπαθήσει να δώσει μιαν επιστημονική δικαίωση στον αγώνα του Ποιητή.
Μα όσο καλά κι αν κατέχει κανείς τους νόμους της γλωσσολογίας, δεν είναι μπορετό να "πλάσει" γλώσσα, γιατί αυτό το "γέννημα" ανήκει στο μεράδι του Λαού και του Ποιητή, που γίνεται η ζωντανή και άγρυπνη ψυχή του.
Ακολουθεί (1892) η συλλογή "Τα μάτια της ψυχής μου".
Στις τρεις πρώτες του συλλογές ο άνθρωπος - ποιητής παραμένει ακόμα απλός, γαληνός, δίχως εσωτερικές ψυχολογικές διαταραχές και μονομέρειες. Κοιμάται ακόμα μέσα του το ηφαίστειο που αργότερα θα ξεσπάσει και θα του αναποδογυρίσει όλα τα στηρίγματα της κλασικής του ισορροπίας.
Ο ποιητής είναι χαμογελαστός, ήσυχος...
Μέσα απ’ τους αυθεντικά λυρικούς τόνους των πρώτων του ποιημάτων όλες οι ανθρώπινες χαρές και ευλογίες πηγαινοέρχονται αλαφρά, σιγανοπερπάτητα. Στο βάθος της σκέψης του αναποφάσιστο ακόμα το...σεισμοσάλεμα.
Είναι τα προμηνύματα του λυρικού ξεσπάσματος, που θα βυθίσει την ποίησή του σ' ένα παντοτεινό μισόφωτο πόνου και μυστικής αγωνίας.
Το ποίημα "Σύννεφο" απ' τα "Μάτια της ψυχής μου" προμηνάει αυτήν την αγωνία...
"Κανείς τι κρύβω μέσα στην καρδιά μου δεν είδε, αδέρφια, φίλοι, συγγενάδια,
μήτε η γυναίκα, μήτε τα παιδιά μου, κανείς... κι αν έχω και καρδιά-σκοτάδια"
Το 1895 ο Ποιητής έγραψε τον Ολυμπιακό 'Υμνο που ακούστηκε για πρώτη φορά στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων του 1896, μελοποιημένος από το Σπύρο Σαμάρα. Η απόφαση καθιέρωσής του πάρθηκε μισόν αιώνα αργότερα
"Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο, Αγνέ Πατέρα, του Ωραίου, του Μεγάλου και τ' Αληθινού..."
Απ' το 1897 αρχίζει η μεγάλη πορεία για...τ' ανέβασμα στου...Τραγουδιού τ' Άγιον Όρος.
"Ιαμβοι και ανάπαιστοι", μια λιγόστιχη ποιητική συλλογή, που στάθηκε το στέραιο μαρμάρινο γιοφύρι ανάμεσα στη νεότητα και την ωριμότητα του Ποιητή.
Εδώ κλείνει σε μικρά και περιεκτικά στιχουργήματα τα λυρικά του "βιώματα" απ' τη συμβίωσή του με την αρχαιότητα και τη σύγχρονη νεοελληνική του ζωή.
Και τώρα περνά με γοργά βήματα λυρικού χορού στη δασωμένη όχθη των νέων συμβόλων και των πολύπλοκων προσωπικών του μύθων.
Είναι η χρονιά του "Μαύρου 1897" με την τραγωδία της ήττας των ελληνικών όπλων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αφορμή το Κρητικό ζήτημα. 'Ηταν η αποτυχημένη πολεμική προσπάθεια των Ελλήνων που στοίχισε ακριβά στη βασανισμένη πατρίδα.
...Ο ποιητής σιωπά...
Το μικρό του βλαστάρι, ο Άλκης, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Κι η μοίρα τον χτυπά σ' ό,τι πιο αγαπημένο έχει. Τούτη την τραγική ώρα γράφεται η αριστουργηματική συλλογή των πικρών δακρύων του "Τάφου" (1898).
" Άφκιαστο κι αστόλιστο
του χάρου δε σε δίνω,
στάσου με τ' ανθόνερο
την όψη σου να πλύνω..."
Εδώ ο Πατέρας, ο Ποιητής, που τόσες φορές είχε κλάψει και μοιρολογήσει τους πόνους των άλλων, ήταν η "εικόνα της άλαλης λύπης", το "άγαλμα της σιγώσας οδύνης", που κλείνει τους πιο προσωπικούς τόννους και κραδασμούς της πατρικής ψυχής.
Η τραγική απώλεια άνοιξε βαθιά κι αγιάτρευτη πληγή στα σπλάχνα του πατέρα. Σφράγισε για πάντα τη μορφή του με μια μόνιμη μελαγχολία.
Κι ο Παλαμάς σύνθεσε το δικό του μοναχικό θρήνο, ένα σταλακτίτη με τα δάκρυα της ψυχής του, ένα μακρόσυρτο λυρικό μοιρολόγημα, χωρίς πουθενά ν' αναφέρει το όνομα του λατρεμένου του τετράχρονου αγγέλου
Και τούτο το μοιρολόγημα, με τις νότες του σπαρακτικού γυναικείου θρήνου, είναι συνάμα κι ο αντίλαλος του Κάτω Κόσμου και του παντοτεινού ξενητεμού, όπως τον φαντάζεται, αμόλευτος τραγουδοπλέχτης, ο ελληνικός λαός.
Ο ποιητής θρηνεί, μα ο δασκαλισμός έχει τ' αυτιά του σφαλιστά. Όλες οι μηχανές του σκοταδισμού ξεσηκώνουν το λαό ενάντια σ' αυτούς που μοχθούν να τον λυτρώσουν και ξεσπά άξαφνα μια νέα τραγωδία, με αφορμή τη δημοσίευση της μετάφρασης των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη.
Φανατισμός, αγριότητα, μάχες στους Αθηναϊκούς δρόμους, νεκροί, τραυματίες, συλλήψεις... Τα περίφημα "Ευαγγελικά" στα 1901. Και δυο χρόνια αργότερα (1903) κι άλλη αιματηρή και άδικη τραγωδία, ( Ορεστειακά), μετά την πρεμιέρα της τριλογίας "Ορέστεια" από το βασιλικό θέατρο, μεταφρασμένης και αυτής στη δημοτική γλώσσα, πράξη ανίερη για τους σκοταδιστές.
Στόχος οι δημοτικιστές λόγιοι. Τα βέβηλα χέρια "δείχνουν" τον Παλαμά.". αυτός... αυτός...", γιατί ακριβώς ήταν αυτός, που πίστευε στο νόμο της προόδου και την κίνηση των θερμουργών δυνάμεων της ζωής.
Οι σύντροφοι τον εγκαταλείπουν. Τώρα κινδυνεύει και το ψωμί των παιδιών του, αυτό που του πρόσφερε κάποιος φωτισμένος υπουργός, διορίζοντάς τον (1897) Γραμματέα του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου όλα τα υπηρεσιακά του έγγραφα υπηρετούσαν άψογα τους νόμους της καθαρεύουσας.
" Μόνος. Μ' αρνήθηκαν οι σύντροφοι,
και απ' το πλάϊ μου γνωστικά,αδέρφια τραβήχτηκαν
Μ' έδειξε κάποιος. -Νάτος-
Κατά πάνω μου γυναίκες, άντρες, γέροντες,
παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν...
Φωτιά βάλαν, το κάψανε το σπίτι μου
και σύντριψαν τη λύρα μου
με τη βαθιά αρμονία...
Την πολιτεία δυό λάμιες τη ρημάζουνε...
Η λύσσα του καλόγερου,
του δάσκαλου η μανία"...
Και μέσα σ' όλη την κοσμοχαλασιά, η φωνή του Ψυχάρη, προφήτης και προσκυνητής αντάμα, βροντοφωνάζει στο "λαβωμένο" ποιητή.
"Ό,τι ποθεί ο καθένας, ό,τι συλλογιέται θα τ' απαντήσει στη γραφή σου. Ολονώνε τα φρονήματα θα τα κάνεις δικά σου. Όλα τα καρδιοχτύπια θα τ' αντηχήσεις."
Ο ποιητής, ορθός και πάλι, ακάματος αφήνει το στοχασμό και την ευαισθησία του να κυματίσουν απ' τις πιο ψηλές κορφές της λυρικής ποίησης, ως τις πιο ταπεινές της.
Απ' τα 1895 "παλεύει" τα πρώτα ποιήματα της συλλογής "Η ασάλευτη ζωή" που δημοσιεύει στα 1904.
Είναι η "Βίβλος" της απόλυτης λυρικής ποίησης, με τον αυτούσιο ρυθμό ανυψωμένο ως την έκσταση.
Εδώ ο Παλαμάς έχει φτάσει στην απόλυτη συνειδητοποίηση των ροπών της πολύπλευρης προσωπικότητάς του. Η μοίρα του θάναι για πάντα η "ασάλευτη ζωή". Περιλαμβάνει τα ποιήματα "πατρίδες", "ειδύλλιο", "μίλημα με τα λουλούδια", "στη γυναίκα μου", " απόκριση", Φοινικιά".
Οι περισσότεροι μελετητές του παλαμικού έργου πιστεύουν, ότι η "Φοινικιά" αποτελεί το αποκορύφωμα της ποιητικής του τέχνης.
Γεννιώνται και συνταιριάζονται, με τρόπο ανεπανάληπτο, ο συμβολισμός, η μουσικότητα και η στιχουργική δεξιοτεχνία.
Η "Φοινικιά" είναι η πιο ολοκληρωμένη, ίσως, συμβολιστική έκφραση της ελληνικής ποίησης. Είναι το "απόμερο περιβόλι" του παλαμικού λυρισμού. Σαν ιδέα εκπροσωπεί την απόλυτη αγάπη που δεν έχει όρια.
Μόνο στον ίσκιο της μπορούν να χαρούν τ' ανθάκια. Η ίδια είναι αιώνια και ανέγγιχτη. Όσο και να προσπαθεί ο φθόνος και το κακό να τη μολέψουν, κάθε πρωί ξαναπαίρνει το ύψος της..
Στο αριστούργημα της "Φοινικιάς" ο Ποιητής απλώνει την... Ιδέα του... η μικρή πλάση - ο μικρόκοσμος των μυστικών- τείνει προς τη μεγάλη πλάση... το μακρόκοσμο. Μοιάζει σαν ένα υπαρξιακό διάλογο, όπου συναντιούνται ο Παλαμάς με τον Πλάτωνα, αλληλοσχετίζονται και φιλοσοφούν για τη ζωή, το θάνατο, τα φθαρτά και τ' αναλλοίωτα.
"Ω Φοινικιά, μας έρριξεν εδώ ένα χέρι
το χέρι τόβαλε καταραμένη Μοίρα
... ο ίσκιος σου είναι της ζωής ή του θανάτου?
της νεράιδας δροσιάς ας είμαστε τα παλάτια,
τα μάτια είμαστ' εμείς είμαστ' εμείς τά μάτια....
σύγνεφο γίνε, μίλα μ' τ' αστραποβόλι, κορυδαλός και λάλησε
και υψώσου προς ταστέρινο περιβόλι...
Ψάξε να βρεις τη σκέψη μας κι ομάδι ζήσε.
Ας είναι η μέλισσα, κι εσύ το μέλι ας είσαι...
...Και θα είναι η σκέψη μας κι ο λόγος μας κι η ρίμα
και θα φανείς εσύ στην ξαφνιασμένη χτίση
σαν ένα χρυσοπράσινο καινούργιο αστέρι,
και μήτ' εσύ, μήτε κανείς δε θα μας ξέρει..."
Η "Ασάλευτη ζωή" θάναι η δική του ζωή, κοιταγμένη απ' το παράθυρο του "κελλιού" του. Θάναι η λατρεία των Θεοτήτων που λέγονται Ποίηση, Στίχος, Παγκόσμιο Πνεύμα, Ελλάδα - Ιδέα, Δημοτικισμός.
Κι ύστερα, θα δοθεί ολόψυχα στο "Δωδεκάλογο του Γύφτου", που θα δημοσιεύσει στα 1907, ένα συνθετικό ποίημα που αποτελείται από 12 "λόγους".
Εδώ ο Παλαμάς παίρνει πια επίσημα τη θέση του Εθνικού και Φυλετικού Ποιητή.
Αν σκύψουμε αναζητώντας την εσωτερική διάρθρωση του έργου, θα ξεχωρίσουμε 4 μέρη. Στο πρώτο θ' ανταμώσουμε το "Γύφτο", τον πλάνητα με τη φτερωμένη και λεύτερη ψυχή, δηλαδή τον ίδιο τον Ποιητή που λαχταράει να ζήσει σε αρμονία με το Έθνος του, το οποίο όμως δε νιώθει ακόμα το νόημα των ποιητικών του οραμάτων.
Στο δεύτερο μέρος ο Ποιητής διακρίνει πια ξεκάθαρα, ότι το έθνος δεν νιώθει ούτε την αλήθεια, γιατί δουλεύει στην ανεμελιά και το ψέμα, γιατί πιστεύει σε νεκρές και άγονες αξίες, γιατί ζει με την περιφρόνηση του ηρωισμού και υπηρετεί το μικρόψυχο υλισμό.
Κι εδώ ο Ποιητής γίνεται... ξεθεμελιωτής και χαλαστής.(Απ' τα πιο δυνατά δημιουργήματα του Παλαμά).
"... Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ´ εγώ κι ο κτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης..."
Δεν ήταν άλλη σωτηρία.
Για να υπάρξει μια καινούργια Ελλάδα, μια πατρίδα ζωντανή, έπρεπε να γκρεμιστεί η χώρα της προγονοπληξίας, της πατριδοκαπηλείας και της θρησκοκαπηλείας.
Και θα μας προφητέψει εδώ στον "Προφητικό" του, (που ήταν το πρώτο τμήμα του έργου, που γράφτηκε αμέσως μετά την τραγωδία του 1897), όλο το ζοφερό δρόμο της Ελλάδας, μα και τη φωτεινή κάθαρση του δράματός της.
"Μέσ' στις παινεμένες χώρες, Χώρα παινεμένη, θάρθει κι η ώρα που θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βορά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι...
Και κανένας να σου δώσει δε θα σκύψει το στερνό φιλί...
Κι η ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη, δε θα βρει ν' αναπαυτεί.
Του κακού τη σκάλα από σκαλί σε σκαλί θα τηνε κατεβαίνει..."
Στο τρίτο μέρος ο Ποιητής γίνεται "χτίστης" και ξαναχτίζει ένα- ένα τα γκρεμίσματα, με τη μαγεία ενός παλιού βιολιού, και της τέχνης του τη χάρη.
Θ' αναστήσει Πατρίδες και Θεούς κι Αγάπες, αλλά στον κόσμο της Ιδέας, της Αλήθειας, του Ωραίου.
Χρειάζεται μια καινούργια ανθρωπότητα και ο τύπος θάναι αυτός, που θα μας δώσει στο τέταρτο μέρος με το παραμύθι του "Αδάκρυτου και της Αγέλαστης", σύμβολα των δυνατών, των σκληρών κι ίσως...των υπερανθρώπων.
Για πρώτη φορά συγκεντρώνει και τυλίγει στον άξονα της θαυμαστής ιστορικής του συνείδησης όλα τα εθνικά και φυλετικά προβλήματα, που είχαν ανακύψει απ' την Επανάσταση του '21 και μετά.
Ύστερα από αισχύλειες περιπλανήσεις στους σκοτεινούς βυζαντινούς ξεπεσμούς και μέσα απ' την αιώνια πορεία των "Γύφτων" να στεριώσουν σε μια ιδεατή πατρίδα, ο Παλαμάς ριζώνεται στην προγονική χώρα, την Ελλάδα, σαλπίζοντας.
"Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί να κατρακυλήσεις πιο βαθιά στου Κακού τη σκάλα, για τ'ανέβασμα ξανά που σε καλεί, θα αιστανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά, τα φτερά, τα φτερά τα προτινά σου τα μεγάλα"
Στο "Γύφτο" ο Ποιητής ξεδιπλώνει ατόφιο το ίδιο το πολυπρόσωπο, μυθοποιημένο ποιητικό του ΕΓΩ.
Κι έρχεται τώρα η σειρά του τρίτου μεγάλου έργου του Παλαμά "η Φλογέρα του Βασιλιά", με την ηρωική Τριλογία, Πρόλογο κι επίλογο (1910).
Εδώ ο Ποιητής είναι πολεμιστής τραχύς, πότε θωρακοφόρος Βυζαντινός, πότε αρματωλός του '21, Πράξη ηρωική και σύγχρονη, με σκοπό να ξυπνήσουν οι ναρκωμένες συνειδήσεις των Ελλήνων, μετά την καταστροφή του 1897. Ένα παράδειγμα υψηλού εθνικού χρέους, με κέντρο τη μορφή του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.
Ο Ποιητής περιδιαβαίνει στις επικότερες σελίδες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με όχημα ολόκληρη την εξέλιξη της Ελληνικής Ιδέας, όπου ζευγαρώνονται αρμονικά ο τόπος με την ιστορία και τη φύση.
Εδώ έχουμε ένα έπος συγχρονισμένο τεχνικά σα μεταπλασμένο δημοτικό τραγούδι, χυμένο στον ηρωικό κι ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο. Ο Ποιητής γίνεται επικός. Κι η "φλογέρα" είναι ο σφιχτός κόμπος όλων των ενεργητικών συνδέσεων του Παλαμά με τις πιο στέρεες εξωτερικές καταστάσεις.
"Μα εγώ είμαι ο Ξεθεμελιωτής ο Πόλεμος, ο μέγας ο Πόλεμος
το θέλημα κάνω ενός Πλάστη, που είναι σαν πιο μεγάλος από εμέ
και μ´εχει ραγισμένο...
Εγώ είμ' ακόμα ο Παρνασσός, τώρα κι η Λιάκουρα είμαι
κι εγώ είμαι πάντα η εκκλησιά που σε καιρό κανένα
δεν της απόλειψε ο Θεός μ'όποιο όνομα αν τον κράξεις"...
Στο σπάρασμα, στον ξεπεσμό, στο χάραμα, στη νύχτα
Ρωμαίικο, κι όπου θα βαστάς Ελλάδα, όπου θα ρεύεις,
είτε σε μια τετράπλατη γη Πολιτεία,που κόσμοι
από στεριές και θάλασσες, λαούς και τόπους είναι,
είτε του σκλάβου το κλουβί, σε χαμοκέλλα χώρα,...
θα είμ' εγώ Πνέμα, εγώ Ψυχή
θα πνέω θα ζωντανεύω.
Απ' τα 1910 ως τα 1935, που γράφτηκε το τελευταίο έργο του ποιητή "Οι νύχτες του Φήμιου", μας παραδίδονται απλόχερα δέκα πυκνοί τόμοι, με ποιήματα καταπληκτικής μορφικής, ρυθμικής, τεχνικής και θεματογραφικής ποικιλίας, που ξεδιπλώνουν το λυρισμό του ΕΜΕΙΣ και αναφέρονται στην εθνική μας παράδοση, το λυρισμό του ΕΓΩ, καΙ αναφέρονται στη ζωή του Ποιητή και το λυρισμό των ΟΛΩΝ και αναφέρονται στην πανανθρώπινη ζωή.
...Το έργο τεράστιο...
" Οι Καημοί της λιμνοθάλασσας και τα Σατυρικά γυμνάσματα", "Η πολιτεία και η μοναξιά", "οι βωμοί", "τα παράκαιρα", " τα δεκατετράστιχα", "ΟΙ πεντασύλλαβοι, τα παθητικά κρυφομιλήματα, οι λύκοι -Δυό λουλούδια απ' τα ξένα", "Δειλοί και σκληροί στίχοι", "Ο κύκλος των τετραστίχων, "'Περάσματα και χαιρετισμοί", Βραδυνή φωτιά", κριτικές , αυτοβιογραφικά κείμενα, μελέτες πάνω στα έργα των Κρυστάλλη, Σολωμού, Βαλαωρίτη, Τυπάλδου, Βιζυηνού, Ανατόλ Φρανς, Γκαίτε, Λαμαρτίνου, και τόσων άλλων... μεταφράσεις, "Γράμματα στη Ραχήλ", αλληλογραφία με άλλους λογίους, το διήγημα "Θάνατος παλληκαριού" και το θεατρικό "Τρισεύγενη", δράμα σε 4 μέρη.
Όλα τούτα έχουν την δική του, μοναδική και ανεξήτηλη σφραγίδα.
Με το όπλο της πέννας του και της ψυχής του στήνει το δημοτικό λόγο κυρίαρχο παντού, υψώνει σύμβολα λαμπρά, ανοίγει στη φτωχή πνευματική πατρίδα τους μεγαλύτερους ορίζοντες, ακολουθείται από πλήθος καινούργιους ποιητές, σηκώνει τη σημαία για τα πιο ζωντανά και γενναία στοιχεία του Έθνους, πολεμιστές μάχονται στην εποποιία του 1912 και πολεμούν στα γεφυρώματα της "Εθνικής Άμυνας".
Κι έτσι, θα θρηνήσουν οι πρόσφυγες την πικρή τους μοίρα κι έτσι θ' αντέξει η εργατιά το βαρύ της μόχθο.
Τραγουδάει σαν κλέφτης του' 21, σα Βυζαντινός καλόγερος, σαν ειδωλολάτρης, ηδονιστής, σαρκόληπτος και σαν αναχωρητής με τον τρίχινο σάκο κατάσαρκα.
Τραγουδάει την αμέριμνη ζωή, αλλά θα ψάλλει και για την Παρθένα Παναγιά, που την ονοματίζει Δέσποινα, Μυροφόρα, Ελεούσα, Αγία Σκέπη, Αγγέλου Δόξα, Μητέρα των ανέλπιδων, Μοναχική κι Ανέγγιχτη, Γλυκιά Σταράτη Ταπεινή, που κάτω από τη ματιά της μάρμαρα ανθρώπων και θεοί ραγίζανε και λιώναν...θα ψάλλει για την αρετή της γυναίκας, θα μιλήσει για την Ευρώπη και όλα τα τότε γνωστά Ευρωπαϊκά ρεύματα, θα προσκυνήσει την ομορφιά και την καλοσύνη, θα συνταιριάσει την Αφροδίτη και την Υπατία με το Γολγοθά, θα θρονιάσει "θεά των θεών" την Επιστήμη, θα λατρέψει τη θάλασσα και το βουνό, τα πολύβουα πανηγύρια, την περηφάνια, την ταπεινοσύνη, "Γύρε, αν θες να υψωθείς...", τη μοναξιά και τον αμανέ των σαντουριέριδων.
Ένα έργο τεράστιο, ηρωικό, με όραμα κι ελπίδα.
Μα όλο αυτό το "κατόρθωμα" είχε το βαρύ τίμημά του.
Ο ποιητής " ασκήτεψε" όλα τα χρόνια της "ασάλευτης ζωής" του στο "κελλί'', της οδού Ασκληπιού.
Τον παράστεκε στον καθημερινό του μόχθο η συντρόφισσα της ζωής του, αφανής, καρτερική, η Μαρία, η μάνα των τριών παιδιών του, που έφυγε απ' τη ζωή λίγες μέρες πριν από κείνον.
Τη στοργική αυτή αγαπημένη, την αδελφή, τη μάνα, τη σύντροφο, την παρομοιάζει με "λευκό κι αγνώριστο λουλούδι, που φυτρώνει σιμά στην πετρένια φτωχόπλαστη κολώνα"
Εκεί, σε κείνο το "κελλί" ο Ποιητής έζησε πάνω από μισόν αιώνα.
Όλα σκεβρωμένα. Η σκάλα, τα λιγα γλαστράκια, η πόρτα, το παράθυρο... Κι αυτός ο ίδιος ακόμα...
Ο ήλιος πούμπαινε απ' το παράθυρο φώτιζε την κουρασμένη ασκητική του μορφή, δραπετεμένη θάλεγες από πίνακα του Θεοτοκόπουλου.
Το βράδυ συντροφιά του μια λάμπα πετρελαίου.
"Αγνάντια το παράθυρο,
στο βάθος ο ουρανός και τίποτ' άλλο...,
Κι ανάμεσα ουρανόζωστο, ολόκληρο,
ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι, τίποτ' άλλο..."
Αυτό το κυπαρίσσι ήταν η συντροφιά του Ποιητή, που σπάνια μετακινιόταν απ' το "κελλί" του, παρά μόνο για να πάει στην εργασία του..
Σ' αυτό το "κελλί" λαγαριάστηκαν απ' το "διαβρωτικό" μελετητή όλα τα μικρά και τα μεγάλα ρεύματα των ιδεών του 19ου αιώνα και σ' αυτό το "κελλί" συναντήθηκαν όλοι οι λόγιοι της εποχής εκείνης σε συζητήσεις ατέρμονες, σε στοχασμούς ανυπέρβλητους .
Σε ξεγελούσε η θωριά του ποιητή. Μικρόσωμος, λεπτοκαμωμένος...
Θάφτανε όμως να προσέξεις τα μαύρα φλογερά του μάτια πώς σπίθιζαν κάτω απ' τα δασιά του φρύδια, ίδιες ανοιχτές φτερούγες πουλιών , για να μαντέψεις την ακατάλυτη ψυχή του Διγενή.
"Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και νεκρούς ανασταίνω"
Κείνα λοιπόν τα φρύδια του ήταν το πιο περίεργο χαρακτηριστικό του, μεγάλα, καραβοκύρη, αγωνιστή του '21, που πίσω απ´ τα ξεφτίδια τους άστραφτε η φλόγα της ματιάς του.
Αγαθός, πράος, προσηνής, ευγενικός, βαθύς και απαράμιλλος συνομιλητής αιχμαλώτιζε τον πνευματικό άνθρωπο. Τα ταξίδια του στον κόσμο δύο όλα κι όλα... στο Μαρούσι και στο Κιλκίς.
Μα σε κείνο το "κελλί" αυτός... ο ασάλευτος άνθρωπος έκανε τα πιο απίστευτα, τα πιο ονειρικά πνευματικά του ταξίδια...
Και τα νιάτα ...ω τα νιάτα..., που τόσο λάτρεψε κι αγκάλιασε στη ζωή του, ακόμα και τώρα, 82 χρόνια μετά την αναχώρησή του, ας νιώσουν βαθιά στην ψυχή τους τη φλόγα που έκαιγε την ηρωική δική του ψυχή κι ας αφήσουν το θέρμος και το λάμπος της να φωτίσει το δρόμο για τα ωραία, τα υψηλά και τα μεγάλα, αυτά που αξίζουν στην Αιώνια Πατρίδα μας.
Πρόλαβε, γέροντας σεβάσμιος πια, λίγα χρόνια πριν τη "φυγή" του, να βγει στις επάλξεις της Εθνικής Ιδέας, για να πει τρέμοντας στους νέους του 1940, γράφοντας το ιστορικό ποίημα "στη Νεολαία μας".
"Αυτό κρατάει ανάλαφρο
μεσ' την ανεμοζάλη
το από του κόσμου τη βοή
πρεσβυτικό κεφάλι
Αυτό το λόγο θα σας πω ,
δεν έχω άλλον κανένα,
Μεθύστε με τ' αθάνατο
κρασί του εικοσιένα.
Η Πολιτεία τίμησε εν ζωή το ζωντανό αυτόν θρύλο, (που ήταν 14 φορές υποψήφιος για βραβείο Νόμπελ), αναγορεύοντάς τον σε μέλος και Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών.
Απαραίτητο να πούμε τούτη τη στιγμή, ότι σ' αυτό το... προσκύνημα σταθήκαμε περισσότερο στο ηρωικό στοιχείο του Εθνικού Ποιητή, μετά το Δ. Σολωμό.
Η τέλεια αποτίμηση και ανάλυση της αισθητικής, γλωσσικής, φιλοσοφικής, ιδεολογικής του αξίας, τ' αφάνταστα πλούτη της ποικιλίας των ρυθμών του, τη μουσική του, την πολυφωνία, πολυτροπία και υπεροχή της τεχνικής του, θα ήταν πράξη "ιερόσυλη" σε τούτες τις αράδες.
Είναι μονάχα ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, απομόναχος, ασυνταίριαστος κι ακαταμάχητος, αυτός που δεν ήταν "ΕΝΑΣ"...ήταν "ΟΛΟΙ"
Αυτός, που ύψωσε το ναό που ονειρεύτηκε με κυρίαρχη θεότητα την "Ομορφιά" και μας άφησε ένα τέλειο όργανο για τη λατρεία της, την Ιερή Ελληνική Γλώσσα.
Η 28 Φλεβάρη του 1943, μέρα Κυριακή, ξημέρωσε ηλιόλουστη.
Ήταν η μέρα της ταφής του "Μεγάλου Απόντα."
Πρωτάνθιστες οι μυγδαλιές που τον αγκάλιαζαν στη νεκρική του κλίνη.
Επιθυμία των παιδιών του να γίνει η κηδεία χωρίς καμιάν επισημότητα.
Η Αθήνα στέναζε κάτω από την ανελέητη μπότα του γερμανού κατακτητή. Κατοχή...
Μα ο λαός της Αθήνας ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος, νέοι, γέροι, παιδιά, για να συνοδέψει το ξόδι του.
Πήραν φτερά τα κουρασμένα πόδια των σκλαβωμένων και το "κατευόδιο" εξελίχτηκε στη μεγαλύτερη αντιστασιακή συγκέντρωση του Ελληνικού Λαού κατά του κατακτητή.
Με σκυφτό το κεφάλι ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης τον αποχαιρετά...
"Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου
το Αχερούσιο, το στερνό
ω πρωτότοκε αδερφέ μας,
όμως, κοίτα πώς ξοπίσω σου
οι Έλληνες σε χαιρετούνε"...
Κι ύστερα μεσ' την απόλυτη σιγή, αντήχησε η βροντερή φωνή του 'Αγγελου Σικελιανού, που ξεπροβοδούσε το Μεγάλο Νεκρό. Ο κόσμος βουβάθηκε.
"Ηχήστε οι σάλπιγγες... καμπάνες βροντερές
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα....
...οι φοβερές σημαίες της Λευτεριάς
ξεδιπλωθείτε στον αέρα..."
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά όλη η Ελλάδα... βόγκα παιάνα..."
Ο γερμανός, που αντιπροσώπευε τη χώρα του ταράχτηκε...
Κι όταν ο νιόσκαφτος τάφος με το Μεγάλο Νεκρό σφραγίστηκε, απ' ολα τα στήθη ξεχύθηκε, μυριόστομη ιαχή, ο Ύμνος της Ελευθερίας...
" Σε γνωρίζω από την κόψη....''
Ο Λαός είχε συναίσθηση της μεγάλης στιγμής. Κήδευε ένα νεκρό, που
ολοζώντανος θα ζούσε στις ψυχές του και προσδοκούσε "Ανάσταση
νεκρών", τη Λευτεριά της σκλαβωμένης του πατρίδας, κλείνοντας βαθιά
μέσ' στη καρδιά του τα λόγια του ποιητή...
"Η ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ
ΔΕΝ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΣΤΡΕΜΜΑ.
ΜΕ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟ ΠΥΡΩΜΑ
ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ."
ΠΗΓΕΣ... 1. Βασική βιβλιοθήκη, Δ. Ζακυνθηνού, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Ε. Παπανούτσου. 2. Τα "αγαπημένα μου διηγήματα", 'Αλκη Τροπαιάτη, Δ. Γιάκου. 3. Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ν.Μπίνα.
4. Βιβλιογραφία Κ. Παλαμά, Γ. Κατσίμπαλη,
5. Εκδόσεις του Ιδρύματος για τον Κ. Παλαμά. 6. Ελληνική Δημιουργία (περιοδικό).
7. "Κωστής Παλαμάς", Σπύρου Μελά. 8. Διαδίκτυο