Τοῦ Γιώργου Δημόπουλου
«Σήμερον ἒαρ μυρίζει, καί καινή κτίσις χορεύει…» Ἐξαποστειλάριον τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀντίπασχα.
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἢδη ἐδῶ· ἡ κυριότητά Του καταπάνω στόν θάνατο παροῦσα καί ἐναργής. Ὃ,τι εἶναι νά γίνει, εἶναι ἢδη ἐδῶ. Ὁ ἐπίγειος Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἁναστημένος Ἰησοῦς. Ἡ Δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι παροῦσα συνεχῶς· ὃλα εἶναι εἰσηγμένα στόν χρόνο τους.
Ὃ,τι εἶναι νά συμβεῖ στό τέλος, εἶναι διαρκῶς παρόν ἀπό τήν ἀρχή. Ὁ Ἰησοῦς θαυματουργός καί βασιλέας, μελλοθάνατος κι ἀναστημένος ταυτόχρονα. Ὃ,τι γιορτάστηκε κι ὃ,τι θά ἑορταστεῖ, εἶναι ἢδη ἐδῶ. Σπάει ἡ ἀλυσίδα τῶν γεγονότων καί τό τώρα συγχωνεύεται μέ τό πρίν καί τό μετά. Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου ὁ δρακί τήν πᾶσαν ἒχων κτίσιν…, ψάλουμε τά Χριστούγεννα, Σήμερον τῶν ὑδάτων ἁγιάζεται ἡ φύσις… τά Θεοφάνεια, Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον… στόν Εὐαγγελισμό, Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου… τήν Μεγάλη Πέμπτη.
Τό νά εἶναι κανείς χριστιανός στήν Ἑλλάδα, εἶναι αὐτονόητο. Γεννηθήκαμε ἀπό χριστιανούς γονεῖς, καί μᾶς βάπτισαν ὂντας ἀκόμη νήπια· εὒκολο καί ἁπλό ὡς γεγονός. Φυσικά ἡ βάπτιση δέν ἀποτελεῖ κάποια μαγική τελετουργία. Παραμένει ἢ ὂχι κάποιος χριστιανός ἀποδεχόμενος ἢ ἀπορρίπτοντας τό μυστήριο.
Τό νά γίνει κανείς κληρικός καί αὐτό εἶναι εὒκολο καί ἁπλό. Τό νά ἀναλάβει ὃμως τήν εὐθύνη νά διατυπώσει τό προσωπικό τῆς ἀλήθειας βίωμα εἶναι δρόμος ἐσωτερικός, μέ συνεχῆ ὑπαρξιακή ἀγωνία καί ἒλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ γιά τήν εἰλικρίνειά του, τήν συνέπειά του, πραγματικά δυσβάσταχτος, κάποιες φορές ἀβάσταχτος, ἀλλά εἶναι ὁ μόνος δρόμος.
Ὁ Ἰησοῦς μᾶς καλεῖ, κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς, νά σταθοῦμε στήν κοινωνία θυσιαστικά, νά ὑπάρξουμε συνειδητά, νά δοῦμε, νά ἀγαπήσουμε τόν ἑαυτό μας καί τόν ἂλλον, πρό παντός τόν ἐχθρό μας, ἀντί νά κυνηγᾶμε φαντάσμτατα καί νά προσκυνοῦμε εἲδωλα.
Ὁ κληρικός μπορεῖ νά καλλιεργήσει τήν ἐνορία σέ αἰσθήματα καί βαθύτερη σκέψη ἢ νά τήν ὁδηγήσει στόν εὒκολο τῆς παραίτησης δρόμο, ὃπου οἰ ἂνθρωποι παύουν νά νιώθουν τήν παραμικρή ἀνάγκη γιά τό ὡραῖο ἢ τό πνευματικό καί καταναλώνουν τίς συνάξεις σάν χαμένο χρόνο. Ἀκόμη καί τά λάθη του, οἱ ἀδυναμίες του μπορεῖ νά ἒχουν ἐνδιαφέρον, ἀρκεῖ νά εἶναι εἰλικρινής γιατί ἀντιπροσωπεύουν τήν πραγματικότητα τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς. Ἐξ ἂλλου κατέχει κανείς ὃλη τήν ἀλήθεια;
Ὁ κληρικός χρειάζεται λόγο λιτότητας, ἁπλότητας, ἒχει καθῆκον νά διατηρεῖ ἠρεμία στόν ἀγῶνα του, νά μήν ἐκφράζει συναισθήματα μέ ἒντονο τρόπο, νά μήν ἀδειάζει τήν ψυχή τοῦ πιστοῦ. Μέ αὐτό τόν τρόπο ὃλοι ἒχουμε τήν δυνατότητα νά ἀκούσουμε τήν δική μας ψυχή. Αὐτό ἐκτιμῶ πώς εἶναι δεῖγμα σεβασμοῦ πρός τήν ἐλευθερία καί τήν δική του καί τήν δική μας.
Ὁ κληρικός ἐκτιμᾶ ἂπαντες καί ἀπᾶσας, τούς κρίνει ἱκανούς ὃλους καί ὂλες νά ἀναλάβουν ὃ.τι τούς ἀναλογεῖ, καί τούς θεωρεῖ ἐλεύθερους καί ὑπέθυνους γι’ αὐτό. Δέν ἀναλογιζόμαστε κάτι τέτοιο κάθε φορά πού κάποιος μᾶς «βάζει δύσκολα»; Ἒργο του δέν εἶναι νά ἐκφραστεῖ ἀτομικά, ἀλλά νά ἐργαστεῖ γιά τόν πνευματικό δεσμό μέ τούς ἂλλους, γιά τήν ἑνότητα. Ἒνταση καί ἀρμονία, ἀσχήμια καί ὀμορφιά συνυπάρχουν στήν ζωή καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα, ἡ Ἐνορία, καλεῖται νά τά δέσει σέ λειτουργική ἑνότητα.
Ἱερέας: πρόκειται γιά πρόσωπο ἐξαιρετικά χαρισματικό πού ὑπηρετεῖ τήν Ἐκκλησία μέ πλήρη ἀφοσίωση, τόν ἂνθρωπο, τό νόημα τῆς ὓπαρξης, τό Θεῖο, ἀνυποχώρητος μέχρι τό τέλος του παρά τις ἀντιξοότητες, τά ἐμπόδια, τίς ματαιώσεις. Ἲσως χωρίς αὐτά νά μήν μπορεῖ νά φανεῖ τό χάρισμά του σ’ ὃλο του τό μεγαλεῖο.
Γνώρισα κάποιους κληρικούς, ἐν μέρει τούς θαύμασα, τούς συμπόνεσα, τούς εὐχαρίστησα μυστικῶς γιά τόν δρόμο πού διανύουν, πού διήνυσαν, μέ πείσμα καί πόνο, ὣστε νά μοιραστοῦν μέ σύγχρονους καί ἐπόμενους, τήν ἀγωνία τοῦ ἀγῶνα καί τήν αἲσθηση τῆς εὐθύνης τοῦ νά μείνει ἀναμμένη ἡ φλόγα πού μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός. Πού ἒχουν ἰδιαίτερη σχέση μέ τήν φύση, μέ τήν ἀγάπη, ἐξωτερικά στατικοί ἀλλά ἐσωτερικά φορτισμένοι μέ ξέφρενο πάθος πού ὑπάρχουν συνειδητά, πού σχετίζονται οὐσιαστικά, πού προλαβαίνουν καί βλέπουν καί ἀγαποῦν τόν ἑαυτό τους καί τόν ἂλλον. Πού βιώνουν ἐρεθίσματα, πού στέκονται στά οὐσιαστικά καί τά αἰώνια τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πού συνήθως τά προσπερνᾶμε, ἂν καί ἀπό αὐτά ἐξαρτᾶται ἡ μοίρα μας, ὂντας ἀπασχολημένοι στό κυνήγι φαντασμάτων καί στήν προσκύνηση εἰδώλων. Πρόκειται γιά τόν Ἀναστάσιο Ἀλβανίας, τόν πάπα Φραγκίσκο, τόν Ροδοστόλου Χρυσόστομο, τόν γέρο-Χαράλαμπο, τόν παπά-Κοσμᾶ, τόν παπά-Διονύση…
Ὃμως σήμερα περισσότερο ἀπό ποτέ, κληρικοί καί λαϊκοί, ἀποποιούμεθα τῆς εὐθύνης μας ἀπέναντι στήν ζωή καί τήν ψυχή μας. Ἡ ἐξωτερική μας κίνηση συχνά ἀκυρώνει τήν ἐσωτερική, καί κάποιες φορές χρησιμοποιεῖται ἀκριβῶς γιά μήν μένουμε μέ τόν ἑαυτό μας καί συναντήσουμε ἀμείλικτα ὑπαρξιακά ἐρωτήματα. Φοβόμαστε νά ἀποκτήσουμε συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Δέν ὑπάρχει ἂλλος δρόμος ἀπό αὐτόν τῆς εὐθύνης γιά τόν ἑαυτό μας καί τόν κόσμο. Κάθε ἀπόπειρα νά ἀποκαταστήσουμε τήν ἁρμονία στόν κόσμο βασίζεται στήν ἀνανέωση τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης. Ὃλη μας ἡ ζωή, πιστεύω, εἶναι μιά πορεία αὐτογνωσίας, δηλαδή μιά διαρκής ἀναζήτηση τοῦ ὑπαρξιακοῦ νοήματος.
Θά καταφέρουμε νά διαχειριστοῦμε τήν πνευματική κρίση; Ἀγωνιζόμαστε μέσα σ’ αὐτό τό θλιβερό ξερό τοπίο, τό γεμᾶτο ἐρείπια νά φθάσουμε μέ ἀναμμένο κερί ἀπέναντι; Σώζουμε τήν φλόγα, τήν ἀκουμπᾶμε στό χέρι τοῦ παιδιοῦ μας; Μπορεῖ νά εἲμαστε ἀδύναμοι ἂνθρωποι ἀλλά παραμένουμε πάντα μέ τήν ἐλπίδα τῆς νίκης. Ἡ ἐλπίδα ἒρχεται μέ τήν ταπείνωση, «σιγαλά καί ταπεινά». Δέν σωζόμαστε ἀτομικά ἀλλά συλλογικά, ὂχι μεμονωμένα παρά ὃλοι μαζί, ἀπό τήν ἀνελέητη παράνοια τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Ἡ ἐλπίδα ἒρχεται μέ τήν ἀγάπη καί τό κρυμμένο θαῦμα.
Ἐσωτερικότητα τοῦ Ἐγώ καί ἐσωτερικότητα τοῦ Ἂλλου: στήν πρώτη περίπτωση ἐπιβεβαιώνεται ἡ εὐφυΐα, ὁ συναισθηματισμός, ἡ ἐπιτυχία καί τά ὃμοια, καί στήν δεύτερη ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἂσκηση, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγάπη τό δόσιμο, ἡ θυσία. Δύναμη καί Ἂνοιξη. Ἡ πρώτη μέ καλεῖ σέ συνεχεῖς ἀναμετρήσεις καί μέ κλείνει· ἡ δεύτερη μοῦ ζητάει διαθεσιμότητα καί μέ ἀνοίγει. Ὁ Ταρκόφσκι στήν τελευταία του ταινία τήν «Θυσία», ὁ πρωταγωνιστής, ἓνας ἁπλός ἂνθρωπος, τήν ὓστατη ὣρα, ἀναλαμβάνει ἑκούσια τήν εὐθύνη νά θυσιάσει ὃ,τι ἀποτελεῖ τήν ζωή του, γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος. Ὁ κόσμος σώζεται, ἐκεῖνος σηκώνει τό μαρτύριο μέσα σέ σπαρακτική ὀδύνη, σέ κατάσταση «τρέλας», μά σιωπῶντας…Ταυτόχρονα ἀκούγεται ἡ καταπληκτική ἂρια, «Ἐλέησέ μας Κύριε», ἀπό τά «Κατά Ματθαῖον Πάθη» τοῦ Μπάχ. Ἀπό τήν ἀβάσταχτη τραγικότητα ἡ ψυχή τοῦ θεατή ἁρπάζεται στό μεγαλεῖο πού ξεπερνάει τά κοινά ἀνθρώπινα μέτρα: Σταυρός καί Ἀνάσταση!
Ἀλήθεια, εὐαισθησία, ἀγάπη, θυσία, εὐθύνη, ὁ ἂξονας τῆς ζωῆς καί τοῦ ἒργου τοῦ κάθε χριστιανοῦ, λαϊκοῦ καί κληρικοῦ. Ἀργά, μυστικά, ἀπόκοσμα καί λυτρωτικά, χαράζουν δρόμο ἀνάμεσα στό «ἐδῶ» καί στό «ἐκεῖ», ἲσως τό μεγαλύτερο ὂνειρο ὃλης τῆς Χριστιανοσύνης, Ὀρθόδοξης, Καθολικῆς, Προτεσταντικῆς καί Ἀγγλικανικῆς.